Legislator Giurisprudenza & Legislazione
78/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for re-examining evidence evaluation and fact-finding by lower court.

Numero d'incarto 78/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court distorted a specific board meeting record to establish liability, but the court found no basis for this claim in the appealed decision. Since all grounds focused on the lower court's assessment of evidence and facts, which are not reviewable by the Supreme Court, the appeal was rejected as inadmissible.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 561 para. 1, 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the evaluation of evidence or the assessment of facts by the court of first instance, rendering appeals based solely on such matters inadmissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility evidence evaluation fact finding review Supreme Court jurisdiction risanamento finanziario soppressione delle prestazioni garanzia dell'uso conforme allo scopo

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 246, 573 para. 1, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 78 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ.-Λ. του Ν., 2) Β. Φ. του Γ., συζύγου Ι. Κ.-Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4267/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2017 αίτησή του και τους από 16/3/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8-11-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 16.3.2018 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των ήδη διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2630/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε, μεταξύ άλλων, την από 26.3.2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4267/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο εν μέρει την από 18.12.2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του, υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα εις ολόκληρο με άλλους εναγομένους, με την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της επίσης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "...", το ποσό των 110.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά • αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της. συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 1668/201 3).Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά, συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση(ΑΠ1398/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν,, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", συνάγονται τα ακόλουθα:

Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ253/2013).

Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και Δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο( ΑΠ 627/2009), Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262§1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.

Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσωπήσεως και διοικήσεως αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22παρ-1εδ. α' του Κώδικα νόμων 2190/1 920"περί ανωνύμων εταιρειών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Η διάκριση, των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά, η οποία εισήχθη με το άρθρο 3παρ.1εδ.1 και 2 του ν.3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση ,δεν αλλάζει τα ανωτέρω, ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.

Συγκεκριμένα, συμφώνως προς την προαναφερθείσα διάταξη "το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων".

Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρείας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΠ 472,370/2018). Άλλωστε, όπως ευθέως αναφέρεται στο άρθρο 3 της εισηγητικής έκθεσης του ανωτέρω νόμου (3016/2002), το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας εξακολουθεί να είναι ενιαίο συλλογικό όργανο και οι αποφάσεις του λαμβάνονται από όλα τα μέλη του, ανεξάρτητα της ιδιότητάς τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών.

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, και τα μη εκτελεστικά (στα οποία άλλωστε ο προαναφερόμενος νόμος περί εταιρικής διακυβέρνησης έχει αναθέσει τις αποστολές, αφενός μεν, της προαγωγής όλων των εταιρικών ζητημάτων στη χάραξη της επιχειρηματικής στρατηγικής της εταιρίας, με τη συμμετοχή τους στις οικείες συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, αφετέρου δε, κατ' άρθρο 7 παρ.2 του ν.3016/2002,την επόπτευση των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρίας), λαμβανομένου υπόψη ότι οι παρεχόμενες από αυτή ασφαλιστικές υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της υπηρεσίας, όπως την εννοεί το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994,περί προστασίας των καταναλωτών, (ΑΠ1101/2004), ενέχουν αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση υπαίτιας μη εκπλήρωσης των προβλεπομένων και από αυτόν (2251/1994) υποχρεώσεων πρόνοιας και παροχής της ευλόγως προσδοκώμενης ασφάλειας των συναλλασσομένων τρίτων, προς τους οποίους παρέχει (η εταιρία) τις ασφαλιστικές υπηρεσίες (ΑΠ 535/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής (ΑΠ 381/2006). Έτσι, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 11 9/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 480/2010, ΑΠ 443/2011).

Για να ιδρύεται, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ 1363/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης, οι αναιρεσίβλητοι με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 18.12.2010 ένδικη αγωγή τους, αναφέρουν, πλην άλλων και τα εξής: Ότι με την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, (μέλη του ΔΣ της οποίας αποτελούν οι λοιποί εναγόμενοι μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων), συνήψαν τα υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής για το αποταμιευτικό πρόγραμμα "...", με εγγυημένο κεφάλαιο 108.300 ευρώ, εγγυημένη ετήσια απόδοση τουλάχιστον 3%, καθαρό ασφάλιστρο 108.300 ευρώ για το κάθε συμβόλαιο, που προκατέβαλαν στην 1η εναγομένη την 31.3.2009, με έναρξη ασφαλίσεως την 31.3.2009, λήξη την 30.3.2019, δικαίωμα εξαγοράς μετά τριετία από την έναρξη της ασφαλίσεως και κατά τους λοιπούς όρους των εν λόγω ασφαλιστηρίων.

Ότι προέβησαν στην σύναψη των συμβολαίων αυτών πεισθέντες στις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, μέσω του προστηθέντος αυτής ασφαλιστικού συμβούλου Ν. Ζ. (μη διαδίκου), αλλά και μέσω των συνοδευτικών των ασφαλιστηρίων εγγράφων, ότι πρόκειται για έναν από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους της χώρας, ενώ όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ήδη από το έτος 2008 αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων αρχικά τον Ιούλιο του έτους 2008 δεσμεύτηκε από την αρμόδια αρχή το σύνολο της περιουσίας της και στη συνέχεια τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και ότι αν γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, δεν θα προέβαιναν στην σύναψη των εν λόγω συμβάσεων.

Ότι, μετά από αυτά, στις 28-5-2010, με τις από 25-5-2010 εξώδικες δηλώσεις τους, κατήγγειλαν, κατ' άρθρο 8 §4 εδ. 2 του Ν. 2496/1997, τις εν λόγω συμβάσεις ασφαλίσεως και ζήτησαν την επιστροφή σ' αυτούς των καταβληθέντων ασφαλίστρων.

Ότι η 1η αυτή εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση και το προστηθέν από αυτήν, εντός του κύκλου της υπηρεσίας του ενεργήσαν προσωπικό της καθώς οι εντεταλμένοι της διαμεσολαβητές και συνεργάτες ασφαλίσεων, για τους οποίους, όλους, ευθύνεται, η ίδια εις ολόκληρον):

Α) Υπαιτίως, δηλαδή αν και από το έτος 2008 και εφ' εξής εγνώριζε και πάντως, όφειλε να γνωρίζει, ως διαθέτουσα, μάλιστα, λόγω της ιδιότητας της, οργανωμένες οικονομικές αναλογιστικές και νομικές υπηρεσίες, υπέκειτο δε και σε κρατική εποπτεία, ότι από τότε ήδη και μετά αντιμετώπιζε σημαντικά οικονομικά προβλήματα και σοβαρές και αλλεπάλληλες εκκρεμότητες μη συμμορφώσεως της με την ασφαλιστική νομοθεσία, ότι από το θέρος 2008 το σύνολο της περιουσίας της είχε δεσμευθεί και είχε αδυναμία διαθέσεως των κατά τις 17 Α και 17Β ν.δ. 400/1970 ελευθέρων και αναλόγων για την ανάληψη και άλλων κινδύνων (νέων ασφαλίσεων) περιθώριο φερεγγυότητας και εγγυητικό κεφάλαιο, τα οποία όλα όφειλε να είχε αποτρέψει και συνεπεία των οποίων ανακλήθηκε τελικώς η άδειά της όπως, επίσης, γνώριζε και πάντως, όφειλε να γνωρίζει τη συνακόλουθη αδυναμία της να συμμορφώνεται εγκαίρως με τις επιταγές της προς χάριν των ασφαλισμένων και του συναλλασομένου μαζί της καταναλωτικού κοινού ασφαλιστικής νομοθεσίας και ότι όφειλε, επομένως, να διακόψει κατά νόμον την λειτουργία της εγκαίρως και κατά τον ασφαλέστερο τρόπο για τους ασφαλισμένους της και το καναταλωτικό κοινό, αν και διέβλεπε και, πάντως, όφειλε να διαβλέψει ότι όλα αυτά και η σύναψη των ενδίκων ασφαλίσεων οδηγούσαν, συντόμως μάλιστα από την σύναψή τους, στην ένδικη ζημία και βλάβη, των εναγόντων, παρ' όλα αυτά:

α) Παρουσιάστηκε σε αυτούς ως μια εύρωστη επιχείρηση ασφαλίσεων και ως μέλος ενός από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους στη χώρα του Ομίλου ……, ο οποίος, περιλάμβανε τότε ακόμα και μία Τράπεζα, την Aspis Bank, β) Δεν τους διαφώτισε για την πραγματική κατάστασή της, γ) Συνήψε την 31.3.2009 τις ένδικες ασφαλίσεις μαζί τους, αν και, σύμφωνα με τις 17Α και 17Β ν.δ. 400/1970, δεν διέθετε ελεύθερα και επαρκή για την σύναψή τους περιθώριο φερεγγυότητος και εγγυητικό κεφάλαιο λόγω της συναφούς αδυναμίας της και της από του θέρους 2008, μάλιστα, δεσμεύσεως του συνόλου της περιουσίας της με την αναφερομένη στην ανωτέρω ανακλητική απόφαση 125/2/29.7.2008 απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. (ΦΕΚ τ.

ΑΕ & ΕΠΕ 1586 β'). δ) Εξέδωκε τα ένδικα ασφαλιστήρια, ε) Δεν μερίμνησε εγκαίρως και αποτελεσματικώς ούτε για την συμμόρφωσή της με τη νομοθεσία ιδιωτικής ασφαλίσεως, ιδίως, ως προς την φερεγγυότητά της, ούτε για την από τότε και, πάντως, έγκαιρη διακοπή των ασφαλιστικών της εργασιών και, οπωσδήποτε για την μη σύναψη νέων ασφαλίσεων, όπως οι ένδικες, είναι δε πρόδηλο, ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης ασφαλιστικής επιχειρήσεως στρέβλωσε ουσιωδώς την συμπεριφορά τους και οδήγησε αυτούς (ενάγοντες) στην απόφαση συνάψεως των ένδικων ασφαλίσεων, την οποία απόφαση, διαφορετικώς, ουδείς θα ελάμβανε και ούτε, βεβαίως, οι ίδιοι ενώ, εξ άλλου, εάν εγκαίρως είχε συμμορφωθεί με την περί ιδιωτικής ασφαλίσεως νομοθεσία, ιδίως, ως προς την φερεγγυότητά της ή διαφορετικώς, εάν είχε εγκαίρως διακόψει κατά νόμον την λειτουργία της, δεν υφίστατο το ένδικο αντικείμενο.

Β) Παρανόμως, δηλαδή η 1η εναγομένη (και το προστηθέν από αυτήν και εντός του κύκλου της υπηρεσίας του ενεργήσαν προσωπικό της καθώς και οι εντεταλμένοι της διασεμολαβητές και συνεργάτες ασφαλίσεων, για τους οποίους, όλους, ευθύνεται και η ίδια εις ολόκληρον), ενήργησε τα ανωτέρω κατά παράβαση: α) Των προστατευτικών (και) των δικών τους έννομων συμφερόντων διατάξεων της νομοθεσίας ιδιωτικής ασφαλίσεως (ν.δ. 400/1970 κ.λ.π.) που αναφέρονται στην ανωτέρω ανακλητική απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α., αλλά και των 17Α §1 και 17Β §1 ν.δ. 400/1970, (περί υποχρεώσεως της ασφαλιστικής επιχειρήσεως να διαθέτει συνεχώς και αδιαλείπτως ελεύθερα περιθώριο φερεγγυόττας και εγγυητικό κεφάλαιο ανάλογα των εργασιών της, δηλ.

των κινδύνων που αναλαμβάνει), β) των ειδικών περί αδικοπραξίας διατάξεων, ιδίως των άρθρων 8 και 9 Α ν. 2251/1994 περί Προστασίας καταναλωτών (ιδίως περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για κάθε υπαίτια πράξη και παράλειψή του και περί αποφυγής από αυτόν εμπορικών πρακτικών δυναμένων να οδηγήσουν σε ουσιώδη στρέβλωση της συμπεριφοράς των καταναλωτών), γ) των γενικών διατάξεων 281, 288, 300 εδ. 2, 914 επ.

ΑΚ και των κρατουσών αντιλήψεων στις συναλλαγές και δ) του απορρέοντος από τις 2§1 και 5§1 Συντάγματος και 297, 298, 914 ΑΚ γενικού καθήκοντός της να μη ζημιώνει άλλον, δεδομένου ότι από το πλέγμα των ανωτέρω (β, γ, δ) διατάξεων απορρέουν για κάθε παρέχοντα υπηρεσίες οι συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας, προστασίας και ασφάλειας για τους μαζί του συναλλασόμενους, δηλαδή η γενική υποχρέωση του παρέχοντος (και) ασφαλιστικές υπηρεσίες, (εν προκειμένω της 1ης εναγομένης), να προνοεί για τα έννομα συμφέροντα των συναλλασομένων μαζί του καταναλωτών (όπως οι ίδιοι) και να τους διαφωτίζει εγκαίρως και πλήρως και για την οικονομική του κατάσταση, να τους προστατεύει και να ενεργεί ασφαλώς και νομίμως ως προς την διέπουσα την άσκηση της επιχειρήσεως του παρέχοντος υπηρεσία, νομοθεσία (εν προκειμένω το ν.δ. 400/1970 κ.λ.π.), στο πλαίσιο της συναλλακτικής και, γενικότερα, της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαϊκής αρχής της συνεπούς και συνετής συμπεριφοράς επιβεβελημένης υποχρεώσεως του λήψεως κάθε προσφόρου μέτρου προνοίας και επιμελείας για την αποφυγή κάθε ζημίας και βλάβης σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ότι η 1η εναγομένη παρουσιάστηκε σε αυτούς (ενάγοντες) το Μάρτιο 2009 ώς εύρωστη και ικανή να αναλαμβάνει και νέες ασφαλίσεις ασφαλιστική επιχείρηση, παρέλειψε την εκπλήρωση άπέναντί τους της υποχρεώσεώς της πλήρους, επαρκούς και έγκαιρης διαφωτίσεώς τους περί της καταστάσεώς της και του κύρους των ασφαλίσεων, δεν φρόντισε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της ώς ασφαλιστικής επιχειρήσεως, αλλά ούτε διέκοψε εγκαίρως την λειτουργία της και δέν τους απέτρεψε από την σύναψη των ένδικων ασφαλίσεων, αν και, μάλιστα, τότε, (Μάρτιος 2009),δέν διέθετε ούτε καν ελεύθερο οποιοδήποτε (έστω) περιθώριο φερεγγυότητας καί εγγυητικό κεφάλαιο, δεδομένου ότι από τον Ιούλιο 2008 είχε δεμευθεί το σύνολο της περιουσίας της, κατά τα ανωτέρω, η ζημία και η (κατωτέρω) βλάβη τους ευρίσκονται, προδήλως σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις ενέργειες (ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις) της 1ης εναγομένης (και του προστηθέντος και εντός του κύκλου της υπηρεσίας του ενεργήσαντος προσωπικού της καθώς και των εντεταλμένων της διαμεσολαβητών και συνεργατών ασφαλίσεων).

Ότι το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης ΑΕ, με θητεία από της εκλογής του από την Γενική της Συνέλευση της 25.6.2007, (η οποία εξέλεξε τους Π. Ψ., Ε. Λ., Κ. Γ., Β. Α., Β. Κ., Ι. Τ., Σ. Φ., Ι. Χ., Π. Μ., Π. Α., Σ. Κ. και Κ. Κ.), μέχρι την 30.6.2012 αρχικώς και τελικώς μέχρι την 21.9.2009, που ανεκλήθη οριστικώς η άδειά της και λύθηκε (3§7 ν.δ. 400/1970), κατά τα ανωτέρω, και το οποίον συγκροτήθηκε σε σώμα με την κατά την 25.6.2007 απόφαση του Δ.Σ.

της, (νομίμως καταχωρηθέντων των πρακτικών αυτών Γ.Σ. και Δ.Σ. την 9.7.2007 στο Μητρώο Α.Ε. και δημοσιευθείσης ανακοινώσεως στο ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ ...), σε συνδυασμό προς τις κατά το διάστημα εκείνο παραιτήσεις, θάνατο και αντικαταστάσεις μελών του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου, (νομίμως καταχωρηθέντων στο Μ.Α.Ε. των αντιστοίχων κατωτέρω πρακτικών Δ.Σ.

την 20.5.2008, 25.8.2008, 27.8.2008, 18.8.2009 και δημοσιευθεισών των αντιστοίχων ανακοινώσεων στα ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ 3095/22.5.2008 για την παραίτηση του Π. Δ. Α. και την αντικατάστασή του από τον Μ. Β. Ε., με την κατά την 26.3.2008 απόφαση του Δ.Σ. της 1ης εναγομένης, 10004/29.8.2008 για το θάνατο του Β. Α. Κ. και την αντικατάστασή του από τον αναιρεσείοντα Δ.

Γ. Π., με την κατά την 19.6.2008 απόφαση του ίδιου Δ.Σ. 10040/1.9.2008 για την παραίτηση της Σ. Σ. Κ. χωρίς εκλογή αντικαταστάτη της, με την κατά την 7.8.2008 απόφαση του ίδιου Δ.Σ., και 10093/18.8.2009 για την παραίτηση, χωρίς εκλογή αντικαταστατών των Ε. Κ. Λ., Σ. Σ. Φ. και Κ. Ι. Κ., με την κατά την 29.7.2009 απόφαση του ιδίου Δ.Σ.), είχε την αναγραφόμενη κατά χρόνο συγκρότηση, ο δε αναιρεσείων ήταν στο ανωτέρω τελευταίο εκείνο Δ.Σ.

της 1ης εναγομένης ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος από της κατά την 19.6.2008 ανωτέρω αποφάσεως του Δ.Σ. της 1ης εναγομένης, που τον εξέλεξε σε αντικατάσταση του αποβιώσαντος Β. Α. Κ., μέχρι την κατά την 21.9.2009 ανάκληση της αδείας της 1ης εναγομένης.

Ότι η ανωτέρω ιστορουμένη αδικοπρακτική, πρωτίστως, σε βάρος τους συμπεριφορά της 1ης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, ως νομικού προσώπου Α.Ε., η οποία (συμπεριφορά), μάλιστα, δεν αφορούσε μόνο τρέχοντα, καθημερινά της ζητήματα, αλλά, ιδίως, και την γενική της έναντι τρίτων και των ιδίων (εναγόντων) εμπορική πρακτική της, την εγκυρότητα των ασφαλίσεών της και την λειτουργία της αναφορικώς με βασικές υποχρεώσεις της, απορρέουσες από την νομοθεσία ιδιωτικής ασφαλίσεως, (ιδίως ως προς το περιθώριο φερεγγυότητας και το εγγυητικό κεφάλαιο), την νομοθεσία προστασίας καταναλωτών και τις γενικές από τον ΑΚ υποχρεώσεις της, διενεργήθηκε δια των καταστατικών της οργάνων, τα οποία συλλογικώς, κατά τον νόμο και τα συναλλακτικά ήθη, την διοικούσαν και την αντιπροσώπευαν, είχαν δε και υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου της όλης δραστηριότητάς της, όπως και υποχρέωση προνοίας και προστασίας των εννόμων συμφερόντων των συναλλασομένων μαζί της (και των δικών τους) και ενσάρκωναν την βούληση της ως νομικού προσώπου καθ' όλη την εν προκειμένω κρίσιμη περίοδο, που αρχίζει πριν το έτος 2008 και λήγει, (ως προς την τότε διοίκησή της), με την κατά την 21 Σεπτεμβρίου 2009 ανάκληση της αδείας της και την ταυτόχρονη αυτοδίκαιη παύση Δ.Σ.

της, δηλαδή δια του εν αρχή διοικητικού συμβουλίου της, ήτοι των εναγομένων, κατά χρόνον μελών του, συλλογικώς κατά νόμο (65§1, 67, 71 ΑΚ και 18§1, 22 κ.ν. 2190/1920), απέναντί τους και εις ολόκληρον καθένα με την εναγομένη εταιρεία ευθυνομένων, τα οποία (μέλη του Δ.Σ. της) ενήργησαν εντός των ανατεθέντων καθηκόντων τους ως μελών του Υ Δ.Σ.

της, και τα οποία ασφαλώς πάντοτε γνώριζαν και, πάντως, όφειλαν εκ καθήκοντος πάντοτε να γνωρίζουν, τόσο τις από τις προαναφερθείσες νομοθεσίες υποχρεώσεις της 1ης εναγομένης, που όμως, κατά τα ανωτέρω, παραβιάσθηκαν, όπως, βεβαίως και την οικονομική της κατάσταση και την εμπορική της πολιτική, όσο και τις ανωτέρω αντίστοιχες μη νόμιμες ενέργειές της, που όφειλαν να αποτρέψουν, υπ' όψιν εν προκειμένω και της κατά την 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης των κοινώς ή/και παραλλήλως ή/και διαζευκτικώς ενεργησάντων μελών του Δ.Σ.

της 1ης εναγομένης. Ότι η διάκριση των μελών Δ.Σ. σε εκτελεστικά, μη εκτελεστικά, ανεξάρτητα και μη δεν αίρει τον συλλογικό χαρακτήρα δράσεως και ευθύνης του διοικητικού συμβουλίου. Ότι η όποια ανάθεση σε ένα ή περισσότερα μέλη ή τρίτους διοικητικών ή εκπροσωπευτικών εξουσιών του Δ.Σ. της 1ης εναγομένης - Α.Ε., ούτε στερεί την άσκηση των εξουσιών αυτών και από το Δ.Σ. (καθ' υπεροχήν, μάλιστα) ούτε το απαλάσσει από την ευθύνη του, αφού αυτό εξακολουθεί να παραμένει το ανώτατο διοικητικό και εκπροσωπευτικό όργανο της Α.Ε., το οποίον εξακολουθεί να έχει υποχρέωση έγκαιρης και αποτελεσματικής καθοδηγήσεως, εποπτείας και ελέγχου του κάθε προσώπου, προς το οποίο, τυχόν, έχει αναθέσει διοικητικές ή εκπροσωπευτικές εξουσίες, όπως και κάθε προστηθέντος, προς αποφυγήν κάθε ζημίας και βλάβης των συναλασσομένων με την Α.Ε..

Ότι, εν πάση περιπτώσει, η βασική εξουσία και η ευθύνη των μελών του Δ.Σ., αναφορικώς με την επιμέλεια και των καθορισμό της γενικής προς τα έξω εμπορικής πολιτικής της Α.Ε. και κάθε τρίτου (προστηθέντος, διαμεσολαβητή, συνεργάτη της) και της τηρήσεως των βασικών κατά νόμο λειτουργιών της (ιδίως διαθέσεως συνεχώς και αδιαλείπτως ελευθέρων, επαρκών και αναλόγων των αναλαμβανομένων κινδύνων περιθωρίου φερεγγυότητας και εγγυητικού κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχειρήσεως), δεν εκχωρούνται νομίμως.

Ότι, συνεπώς, τα εναγόμενα μέλη του (τότε) Δ.Σ., της 1ης εναγομένης, (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων), οφείλουν, εις ολόκληρον καθένα μαζί της, στον καθένα τους επίσης νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της Αγωγής αυτής, τα επικαλούμενα ποσά αποζημίωσης και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη αγωγή τους, ζήτησαν, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και αυτές του ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων), ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, τα τους καταβάλουν, πλην άλλων, α) το ποσό των 108.300 ευρώ, στον καθένα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση από την προαναφερόμενη σε βάρος τους αδικοπραξία και β) το ποσό των 14.500 ευρώ στον καθένα ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, (επιφυλασσόμενοι να ζητήσουν ποσό 500 ευρώ ο καθένας από άλλο αρμόδιο δικαστήριο), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, καθόσον απευθύνεται εναντίον του αναιρεσείοντος (13ου εναγομένου), ως ανεξάρτητου μη εκτελεστικού μέλους του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διαλαμβανόμενες στην αρχική μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, χωρίς να είναι αναγκαίος προς τούτο, ο προηγούμενος προσδιορισμός του ποσού που θα λάβουν οι αναιρεσίβλητοι από την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και η μη ικανοποίησή τους από αυτό. Τούτο δε διότι, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 481 και 482 ΑΚ, σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, όπως στην προκείμενη περίπτωση είναι η οφειλή του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας ήταν μέχρι του διοικητικού της συμβουλίου, ο δανειστής, ήτοι οι αναιρεσίβλητοι, μπορούν να την απαιτήσουν, μέχρι πλήρους ικανοποιήσεως τους, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, ενώ η όποια κατάσταση της πρώτης εναγομένης συνοφειλέτριας εταιρείας, (ανάκληση αδείας, ασφαλιστική εκκαθάριση), ενεργεί υποκειμενικώς και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εις ολόκληρον από αδικοπραξία υποχρέωση των λοιπών εναγομένων συνοφειλετών μελών του Δ.Σ. αυτής.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005" 7/2006" 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης; ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Επίσης, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1385/2011).

Εξάλλου, ατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς,^εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισαν, οι διάδικοι (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Π., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα), δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα:

"Με την με αρ. 15273/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) (Β' 2028/21.9.2009), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), επιβλήθηκε στην ανωτέρω ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία παρείχε, δυνάμει της 49239/4.9.1941 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Φ.Ε.Κ., Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών 279/9.9.1941), ασφαλιστικές υπηρεσίες διαφόρων κλάδων ασφαλίσεως, απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση (βλ.

άρθρα 17γ παρ. 3 έως 5 και 9 παρ. 2 και 3 ν.δ. 400/1970), ενώ, με την 141/31.3.2009 όμοια απόφασή της, η Επιτροπή επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο ύψους 600.000 ευρώ, λόγω της μη συμμορφώσεώς της με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση, της αρνήσεώς της να συνεργασθεί με τις αρχές και της εν γένει παραβατικής της συμπεριφοράς.

Ακολούθησε η διενέργεια χρηματοοικονομικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης-επιχείρησης από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μετά την ολοκλήρωση του οποίου συντάχθηκε σχετική έκθεση ελέγχου (7870/19.5.2009 έκθεση της Διευθύνσεως Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της ΕΠ.Ε.Ι.Α.). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η εταιρεία δεν διέθετε, κατά το οικονομικό έτος 2008, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και το αντίστοιχο εγγυητικό κεφάλαιο, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθετε σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.

Για το λόγο αυτό, με την 145/21.5.2009 απόφασή του (Β' 1027), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη στην εκ νέου δέσμευση του συνόλου τόσο των τεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών της στοιχείων όσο και των ελεύθερων παγίων και χρηματοπιστωτικών της μέσων, καθώς και στη διατήρηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970, της επιβληθείσης, με την 125/2/29.7.2008 προγενέστερη απόφασή του, απαγορεύσεως διαθέσεως των από 29.7.2008 πιστωτικών υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών.

Με νεότερη απόφαση του (147/2/11.6.2009), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπίστωσε ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας για την οικονομική χρήση 2008 είχε γίνει κατά παρέκκλιση του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 (πρβ. και το 146/3/4.6.2009 έγγραφο του Δ.Σ.

της ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και συγκεκριμένα, κατ' εσφαλμένο απολογισμό της υπεραξίας ακινήτων, των χρεωγράφων, των εισηγμένων σε χρηματιστήρια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μετοχών, των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, καθώς και των κρατικών ομολόγων που αποτελούσαν στοιχεία του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας.

Ύστερα από αυτά, με την 148/8/25.6.2009 .απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. η πρώτη εναγομένη εκλήθη να υποβάλει πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το οποίο υποχρεωτικώς θα περιελάμβανε πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 237.2 1 6.328 ευρώ, ποσό το οποίο, κατά τους υπολογισμούς των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, αντιστοιχούσε στα ποσά που απαιτούντο για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση (215.956.110 ευρώ) και την οικονομική ανασυγκρότηση της εταιρείας (21.260.217 ευρώ).

Σε υλοποίηση της αποφάσεως αυτής, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε, τελικώς, την 15.7.2009 πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το ποσό του οποίου ανήλθε, ωστόσο, σε 150.000.000 ευρώ αντί του, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενου ποσού των 237.216.328 ευρώ (11436/15.7.2009 έγγραφο). Μετά από νέα αποτίμηση της αξίας των μετοχών του χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης, η οποία προσδιορίσθηκε στο ποσό των 14.794.232 ευρώ και τον συνυπολογισμό στο περιθώριο φερεγγυότητας στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της, συνολικής αξίας 18.824.477 ευρώ (ενέργειες στις οποίες προέβη η ΕΠ.Ε.Ι.Α.

κατ' αποδοχήν υποβληθέντος από την εταιρεία αιτήματος παρεκκλίσεως του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970), εκδόθηκε η 152/2/30.7.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία επανακαθορίσθηκε το ποσό που απαιτείτο για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας στα 203.597.619 ευρώ. Με την απόφαση αυτή αντιθέτως δεν εγκρίθηκε, το αναπροσαρμοσμένο πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου σε ποσό κατώτερο του αντιστοιχούντος στην, κατά τα ανωτέρω, υστέρηση του περιθωρίου φερεγγυότητάς της (203.597.619 ευρώ).

Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε, επίσης, αίτημα της εταιρείας για παράταση της προθεσμίας υλοποιήσεως του υποβληθέντος προγράμματος, διότι, όπως κρίθηκε, η ύπαρξη ελλείμματος είχε γνωστοποιηθεί στην εταιρεία ήδη από το έτος 2008 και παρά ταύτα η τελευταία δεν προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την κάλυψή του, ενώ τυχόν παράταση της προθεσμίας συμμορφώσεως της εταιρείας θα απέβαινε σε βάρος των ασφαλισμένων και θα διατηρούσε τους υφιστάμενους συστημικούς κινδύνους για την ασφαλιστική αγορά.

Κατόπιν τούτων, το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης αποφάσισε στη συνεδρίαση του στις 31/7/2009 τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνελεύσεως προγραμματισμένη στις 28/8/2009 για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ ετάχθη υπέρ της άμεσης υλοποιήσεως του εγκριθέντος προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως έως την επιτασσόμενη προθεσμία της 15ης/9/2009, με την κατάθεση των απαιτούμενων ποσών σε ειδικούς λογαριασμούς, τηρούμενους στην Εθνική Τράπεζα και στην ASPIS BANK υπέρ της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου.

Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα την 28.8.2009, αποφασίσθηκε "η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 143.500.000 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους και έκδοση 205.000.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών μετά ψήφου ονομαστικής αξίας 0,70 ευρώ και τιμή διαθέσεως ενός (1) ευρώ εκάστης".

Οι ενέργειες, ωστόσο, αυτές κρίθηκαν από το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανεπαρκείς, με την αιτιολογία ότι η, κατά τα ανωτέρω, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης δεν αποτελούσε πλήρη συμμόρφωση προς τις προγενέστερες αποφάσεις της αρχής, διότι, κατά παράβαση των κανόνων περί αξιολογήσεως της καταλληλότητας των προσώπων που προτίθενται να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο ασφαλιστικής επιχειρήσεως (άρθρα 2, 15α και 16 του ν.δ. 400/1970), από την ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως δεν προέκυπτε η ταυτότητα των προσώπων που θα αναλάμβαναν την κάλυψη του ποσού της αυξήσεως, ιδίως, μετά την παραίτηση ορισμένων μετόχων της από τα δικαιώματα προτιμήσεως αφετέρου δε, διότι από την απόφαση αυτή δεν προέκυπτε σαφώς η πρόθεση της εταιρείας να υλοποιήσει τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως με την προτεινόμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της ταχθείσης προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15.9.2009,;

Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 του ν.δ. 400/1970, σε δέσμευση του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, προς το σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων της (154/5Β/3 1.8.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ενώ, με την προαναφερθείσα 15273/21.9.2009 (Β' 2028) απόφασή του, ανακάλεσε οριστικώς, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, την άδεια συστάσεως και λειτουργίας της εταιρείας, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε.

Με την ίδια απόφαση, η πρώτη εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και διορίσθηκε ο επόπτης εκκαθαρίσεως και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν εντός σύντομης προθεσμίας στις ενέργειες που απαιτούνταν για το διορισμό εκκαθαριστή (βλ. άρθρα 3 παρ. 3, 7-9, 10 12α, 13γ, 1 7α-1 7γ του ν.δ. 400/1970).

Όπως επίσης προκύπτει από το προοίμιο της ανακλητικής αυτής αποφάσεως, η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 3 παρ. 2 και 3 και 44 περ.

β' του του ν.δ. 400/1970. Αυτοτελή αιτιολογικά ερείσματα της ανακλήσεως αποτέλεσαν αφενός μεν η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και, ιδίως, προς εκείνες που αφορούσαν την τήρηση του ελάχιστου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, οι οποίες οδήγησαν σε εκ των υστέρων έκλειψη των προϋποθέσεων νομίμου λειτουργίας της (άρθρα 3 παρ. 3 και 8 του ν.δ. 400/1970), αφετέρου δε η άρνησή της να υλοποιήσει εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχαν εγκριθεί με τις 148/8/25.6.2009 και 152/2/3.7.2009 αποφάσεις της ΕΠ.Ε.Ι.Α. (άρθρα 17 γ παρ. 6 και 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 400/1 970).

Πρόσθετο έρεισμα για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε η πλαστότητα της εγγυητικής επιστολής που είχε προσκομίσει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ο...... πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας όπως προέκυπτε από το 5 185/18.9.2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος γεγονός που, σε συνδυασμό με την εν γένει παραβατική της συμπεριφορά, έθετε σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας της και ενίσχυε την εν γένει αφερεγγυότητά της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με θητεία από της εκλογής του κατά τη Γενική Συνέλευση της 25ης/6/2007 μέχρι την 21/9/2009, οπότε και ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, είχε την ακόλουθη συγκρότηση:....... Ο 13ος εναγόμενος (Δ. Γ. Π.) ήταν ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος από 19.6.2008 σε αντικατάσταση του αποβιώσαντος Β.

Α. Κ. μέχρι την 21.9.2009 ανάκληση της αδείας της 1ης εναγομένης. Κατά τη συνεδρίαση δε της 30ης/3/2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1-31/12 του 2008. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με τις από 30-3-2009 αιτήσεις τους αιτήθηκαν την σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής για το αποταμιευτικό πρόγραμμα "...".

Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... Ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με λήπτη και ασφαλισμένο τον πρώτο ενάγοντα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου του την δεύτερη ενάγουσα, σύζυγο του και το υπ' αριθμ. ... Ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτρια και ασφαλισμένη τη δεύτερη ενάγουσα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της τον πρώτο ενάγοντα, με ημερομηνία έναρξης την 30-3-2009, ημερομηνία .λήξης την 3.0-3-2019, εφ άπαξ καταβαλόμενο καθαρό ασφάλιστρο ύψους 108.300 ευρώ, για το κάθε συμβόλαιο εγγυημένη ετήσια απόδοση ποσοστού 3% και δικαίωμα εξαγοράς μετά τριετία, ενώ το πραγματικό ασφάλιστρο που καταβλήθηκε για τα ως άνω συμβόλαια ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ από τον κάθε ενάγοντα.

Για τη σύναψη των ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαμεσολάβησε ο προστηθείς από την πρώτη εναγομένη Ν. Ζ. στα πλαίσια πολιτικής προώθησης των ανωτέρω προϊόντων της υπό την αιγίδα και τις οδηγίες της. Στην προσυμβατική πληροφόρηση που ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των εναγόντων να συμβληθούν και κατά την παρουσίαση και διαπραγμάτευση των ένδικων ασφαλίσεων , περαιτέρω δε και κατά την προκαταβολή εφάπαξ των αντίστοιχων ασφαλίστρων εκ μέρους των εναγόντων ούτε ο ανωτέρω διαμεσολαβητής ούτε άλλος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ενημέρωσε τους ενάγοντες για την προ του έτους 2008 υφιστάμενη δυσχερή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, ενώ ήταν γνωστή η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, γεγονότα που, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθεταν σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.

Αντιθέτως, παρουσιάστηκε η πρώτη εναγομένη ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή και η προφορική προσυμβατική πληροφόρηση συνοδεύτηκε από πληροφοριακά έγγραφα των ασφαλιστικών προϊόντων της, τα οποία επέδειξε ο παραπάνω διαμεσολαβητής στα πλαίσια των τεχνικών προώθησης των προγραμμάτων αυτών, ακολουθώντας τη στρατηγική προβολής και παρουσίασης, που υιοθέτησε η πρώτη εναγομένη δια του εκφράζοντος τη βούλησή της οργάνου ήτοι του ΔΣ αυτής, με έμφαση στην οικονομική της ακμαιότητα.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια συνοδεύονταν από έντυπο το οποίο υπογραφόταν από τον δεύτερο εναγόμενο, από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης εταιρείας ; στο οποίο αναγραφόταν ότι "η ... τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σ' έναν από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους της χώρας μας.

Πιστεύω ότι η επιλογή σας θα δικαιώσει τις προσδοκίες σας. Ο Όμιλος ... με εξειδικευμένες εταιρείες προσφέρει ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών, τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών". Οι παραπάνω πληροφορίες και το έντυπο ενημερωτικό υλικό που τις συνόδευε παρεμπόδισαν τους ενάγοντες να λάβουν με ορθοκρισία μια τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής καθώς η κατ' αυτόν τον τρόπο προώθηση των παραπάνω ασφαλιστικοί προγραμμάτων, ήταν ικανή να στρεβλώσει και πράγματι εν προκειμένω στρέβλωσε την οικονομική τους συμπεριφορά ως υποψήφιων ασφαλισμένων-καταναλωτών. 'Έτσι όμως η πρώτη εναγομένη δεν χειρίστηκε δίκαια και θεμιτά τους ενάγοντες ως καταναλωτές κατά την προσυμβατική πληροφόρηση.......με αποτέλεσμα να υποστούν οι ενάγοντες ζημία ανερχόμενη στο ως άνω προκαταβληθέν από τον καθένα τους ποσό ασφαλίστρου.

Αποδείχθηκε πλήρως ότι η, ελλιπής και παραπλανητική προσυμβατική πληροφόρηση των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να τους οδηγήσει σε μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει και στη συνέχεια λίγους μήνες μετά να αιφνιδιαστούν από την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης υφιστάμενοι την προαναφερόμενη ζημία που τελεί σε άμεσο και πρόσφορο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με την πλημμελή παροχή των ασφαλιστικών υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν 2251/1994, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες με υποχρέωση του επικαλούμενου αυτές να αποδείξει την παροχή υπηρεσιών, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα......Για τη ζημία αυτή των εναγόντων ευθύνονται εις ολόκληρον οι ως άνω εκκαλούντες- εναγόμενοι μέλη του συλλογικού οργάνου ήτοι του ΔΣ της πρώτης εναγομένης καθώς η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας, προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και δη από το ν.δ. 400/1970, που σκοπεί στην προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων, (άρθρο 1 παρ. 3 του ν.δ. 400/1973), ήδη από το έτος 2008 δημιούργησε μη αναστρέψιμη επικίνδυνη κατάσταση για τους υποψήφιους ασφαλισμένους, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφαλιστική και καταναλωτική πίστη με διακύβευμα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης όπως και έγινε.

Οι ίδιοι αποτελώντας το συλλογικό όργανο της πρώτης εναγόμενης, ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ ήταν επιφορτισμένοι εκ του νόμου με την λήψη αποφάσεων που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καθήκοντα δηλαδή που παραβίασαν με τη μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό, όπως τα επίδικα προγράμματα που εξέρχονταν από την "οικονομική αντοχή" της πρώτης και με την προπεριγραφόμενη τεχνική προώθησης-με έμφαση δηλαδή στην οικονομική ευρωστία και δύναμη της πρώτης εναγομένης-, ενέργειες από τις οποίες όφειλαν να απέχουν ως μέλη του ανωτέρω οργάνου (ΔΣ) έχοντας συλλογική ευθύνη δράσης, η οποία ουδόλως παραλλάσει από την διάκριση του άρθρου 3 του Ν 3016/2002 βλ και άρθρο 3 της εισηγητικής έκθεσης του ν 3016/2002).

Και τούτο διότι στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονται τόσο τα εκτελεστικά όσο και τα μη εκτελεστικά μέλη όταν πρόκειται για τον πυρήνα των εταιρικών ζητημάτων, όπως εν προκειμένω η νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης και η σύννομη δράση της με τη διάθεση υγιών ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό στα πλαίσια φερεγγυότητάς της, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων - μη εκτελεστικών μελών του ανωτέρω ΔΣ.

Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν τόσο από το νδ 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως που επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της προστασίας και εξασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων (άρθρο 1 παρ. 3....), όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9Α δ του ν. 2251/1994 "περί προστασίας καταναλωτών" αλλά και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως τα όρια αυτών προκύπτουν από τα αρθρ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ αφού σύμφωνα με αυτά και τη γενική επιταγή σύννομης δράσης δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, (όπως εν προκειμένω η διάθεση των ένδικων ελλατωματικών ασφαλιστικών προγραμμάτων χωρίς εγγυήσεις φερεγγυότητας), γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).

Τέτοια κατάλληλα μέτρα εν προκειμένω ήταν η έγκαιρη από το έτος 2008 διακοπή της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, λαμβανομένης υπόψη της με αρ. 125/2/29.7.2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, (βλ.

άρθρα 17γ παρ. 3 έως 5 και 9 παρ. 2 και 3 ν.δ. 400/1970), καθώς η συνέχιση της μαζικής διάθεσής τους εγκυμονούσε κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, που έπρεπε η πρώτη ως προμηθεύτρια να αποφύγει. Αντιθέτως, αυτή με την ως άνω προβολή των προϊόντων της εμπέδωσε την εμπιστοσύνη των εναγόντων - συναλλασομένων της και δημιούργησε δεσμό πίστεως, επί τη βάσει του οποίου οικοδομήθηκαν οι επίδικες συμβάσεις.

Αποδείχθηκε όμως ότι τα επίδικα ασφαλιστικά προγράμματα ως συμβατικές υποχρεώσεις της προμηθεύτριας - πρώτης εναγομένης ήταν απότοκος έκνομης οργάνωσης της δραστηριότητάς της κατά παράβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας και η προώθησή τους δεν έγινε με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου των επίδικων ασφαλιστικών προγραμμάτων και της διάθεσής τους.....Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, που είχε ως συνέπεια την διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που έθεσαν σε κίνδυνο ήδη από το 2008 έννομα αγαθά απροσδιορίστου αριθμού καταναλωτών, ελέγχεται ως συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης των εκκαλούντων - εναγομένων ως οργάνων της βούλησης της 1ης εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ο.....13ος των εναγομένων - εκκαλούντων - εφεσίβλητων (μη εκτελεστικά μέλη).....κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του Δ.Σ.

της πρώτης και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (αρθρ. 330 εδ. β' ΑΚ), δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914ΑΚ) που δικαιολογεί την επίδικη αξίωση αποζημίωσης για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.....Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από τη διαμεσολάβηση του Ν.

Ζ. στη σύναψη των ένδικων συμβάσεων διότι η προώθηση των προγραμμάτων αυτών εντάσσονταν στις υιοθετούμενες από την πρώτη εναγομένη τεχνικές με τη συνοδεία των ενημερωτικών φυλλαδίων εκπόνησής της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων των εφέσεων των... και 13ου εναγομένων - εκκαλούντων.... Περαιτέρω, οι παρασταθέντες....και 13ος εναγόμενοι....με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και, δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ' ένσταση με δόκιμο δικονομικά τρόπο δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το αρθρ. 262§1 ΚΠολΔ κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή προδιαγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολ.Δ.....Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιον τρόπο και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης.

Σε κάθε δε περίπτωση όλοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε κατά τη συνεδρίαση της 30ης/3/2009 είχαν εγκρίνει ως μέλη του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1/-31/12 του 2008. Άλλωστε η προβολή κατ' ένσταση των λόγων απαλλαγής είναι δίκαιο δικονομικό βάρος....συμβατό με τη νόθο αντικειμενική ευθύνη που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή καθώς και με το άρθρο 40 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ που ήδη ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με το ν. 4364/2016 (βλ.

άρθρα 29 παρ. 1,2) αλλά και με τις αρχές της καλής πίστης (288ΑΚ) και της εις ολόκληρον ευθύνης (926ΑΚ), λαμβανομένου υπόψη ότι ο ζημιωθείς τρίτος δεν δύναται να έχει πρόσβαση στην εσωτερική κατανομή των ρόλων των μελών του Δ.Σ. και εκ των πραγμάτων βρίσκεται σε δυσχερή αποδεικτική θέση και μάλιστα για απαλλακτικό της ευθύνης των ενεχομένων λόγο....απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του έκτου λόγου έφεσης του 11ου εναγομένου....

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, αν και με διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από τις παραπάνω νομικές και ουσιαστικές σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ) έκρινε ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 926 ΑΚ) με την 1η εναγομένη λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής ζημίας) των εναγόντων και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας προσδιόρισε στο ποσό των 10.000 ευρώ στον καθένα, που δεν θίγεται με λόγο έφεσης, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και οι αντίθετοι ισχυρισμοί των παραπάνω εκκαλούντων - εναγομένων για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 71, 914, 67, 68 ΑΚ και νδ 400/1970 τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 26.3.2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσιβλήτων, (εις ολόκληρον με τους άλλους εναγομένους με την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της επίσης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας), κατά μερική παραδοχή της από 18.12.2010 αγωγής τους, το ποσό των 110.000 ευρώ, (συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 10000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 147, 334, 914, 919, 922ΑΚ, 8 ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007, 9α' και 9δ'του ίδιου ν. 2251/1994, που προστέθηκαν με το άρθρο 12 ν. 3587/2007, τις οποίες, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ή αναλόγως δεν εφάρμοσε, σχετικά με την από αδικοπραξία ευθύνη του αναιρεσείοντος, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του και όχι όσων κατ' επιλογή, αποσπασματικά περιέχονται στα δικόγραφα της υπό κρίση αίτησης με τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Ειδικότερα, με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ότι ο αναιρεσείων, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αναφερόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και επιφορτισμένος εκ του νόμου με τη λήψη αποφάσεων που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της, αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καίτοι γνώριζε ότι η τελευταία, από το έτος 2008 είχε περιέλθει σε μη αναστρέψιμη και επικίνδυνη για τους υποψήφιους ασφαλισμένους οικονομική κατάσταση, λόγω μη διάθεσης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας και του αντίστοιχου εγγυητικού κεφαλαίου και ότι με την 125/2/29.7.2008 απόφαση της ΕΠΕ.Ι.Α., είχε επιβληθεί στην ανωτέρω εταιρεία απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν φρόντισε από βαριά αμέλεια, ώστε να διακοπεί η μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, που τέθηκαν υπόψη των αναιρεσιβλήτων στο στάδιο της προσυμβατικής τους πληροφόρησης και ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής τους βούλησης να συνάψουν στις 31-3- 2009 τις ασφαλιστικές συμβάσεις, δηλαδή μόλις λίγους μήνες πριν την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας και της δέσμευσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων,η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21-9-2009, καταφάσκεται η ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία.

Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος να παραβεί το απορρέον από την καταστατική του ιδιότητα καθήκον εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας μη φροντίζοντας να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα,που θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, αποσύροντας τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι παράνομη, αφού αντίκειται τόσο στις διατάξεις του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, και αυτές του ισχύοντος στην ένδικη υπόθεση, ν,δ/τος 400/1970.που επιβάλλουν την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων καταναλωτών, όσο και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και συγκεκριμένα στο γενικό καθήκον "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως", σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος κύριοι λόγοι της αίτησης, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των άρθρων α) 71, 147, 914, 919 ΑΚ και β) 8 και 9δ' του ν. 2251/1994, επειδή, κατά τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, 1) ο ίδιος ήταν μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της συνεναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς εξουσία εκπροσωπήσεως και δεσμεύσεως αυτής, ουδέποτε ήλθε σε επαφή ή συναλλαγή με τους αναιρεσίβλητους, δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβολαίων τους, ούτε διέπραξε σε βάρος τους κάποια παρανομία, επιφέρουσα την επικαλούμενη ζημία τους και 2) τα άρθρα 8 και 9δ του ν. 2251/1994 δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, αφού ο ίδιος ουδεμία υπηρεσία παρείχε στους αναιρεσίβλητους, είναι αβάσιμοι, ενώ η περιεχόμενη στο δικόγραφο της αίτησης και στον τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των άρθρων 334 και 922 ΑΚ, επειδή το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε τον άγνωστο στον αναιρεσείοντα ανεξάρτητο ασφαλιστικό πράκτορα και σύμβουλο των αναιρεσιβλήτων Ν.

Ζ., ως προστηθέντα υπό της ..., είναι απαράδεκτη, καθόσον με αυτή πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επιπλέον, το ότι στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την ανάλυση του άρθρου 8 ν. 2251/1994, δεν αναγράφεται ότι τούτο είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 3587/2007, που εφαρμόστηκε από το Εφετείο, ενόψει των ως άνω απραδοχών του στην προκείμενη υπόθεση, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας, ενώ εάν ήθελε θεωρηθεί ότι, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου των διαλαμβανόμενων στην αίτηση ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, προβάλλεται επίσης λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε το Εφετείο με την παραδοχή του ότι υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία των αναιρεσιβλήτων, καίτοι ταυτόχρονα δέχτηκε ότι έχουν την ίδια αξίωση και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία έχει υπαχθεί στη διαδικασία της αναγγελίας και επαλήθευσης, λόγω της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, στην οποία έχει τεθεί, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 481 και 482 ΑΚ, που προαναφέρθηκαν, σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής, ήτοι οι αναιρεσίβλητοι, μπορούν να την απαιτήσουν από οποιονδήποτε συνοφειλέτη και μόνο η καταβολή της από την ανωτέρω εταιρεία θα τον απήλλασε, παραδοχή, που δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ώστε να υφίσταται περίπτωση διπλής είσπραξης.

Παράλλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του και όχι όσων αποσπασματικά επιλεκτικώς αναφέρονται στα δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, (την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων εξειδικεύει με την επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα), αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για άρση της ευθύνης του από την περιγραφόμενη σε βάρος των αναιρεσιβλήτων αποδειχθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του, η οποία είναι ικανή και πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο πράγματι προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες, κατά τούτο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειάς της στην πρόκληση της επιδικασθείσας στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης, επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επισημαίνεται ότι, κατά τα αναφερόμενα και στην αρχή της παρούσας, οι απορρέουσες από το νόμο 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας μέλος του δικοικητικού συμβουλίου ήταν και ο αναιρεσείων, αποτελούν και δικές του υποχρεώσεις, η από βαριά δε αμέλεια, λόγω της θέσης του αλλά και της επικίνδυνης για τους συναλλασσομένους κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η εν λόγω εταιρία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, παράβαση αυτών, δημιουργεί και για τον τελευταίο αδικοπρακτική ευθύνη, ενώ η ιδιότητά του ως μη εκτελεστικού μέλους ή και ο ορισμός εσωτερικών ελεγκτών, δεν τον απαλλάσσει ,ούτε καθιστά τον ρόλο του απλώς συμβουλευτικό, πολύ περισσότερο που είναι εκ του νόμου επιφορτισμένος, (κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας), με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων αλλά και με την εποτεία των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρείας. Εξάλλου η νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής στις διατάξεις πέραν των άρθρων που ρυθμίζουν την ευθύνη των εκπροσωπούντων το νομικό πρόσωπο και δη στο άρθρο 922 ΑΚ, αφορά την ευθύνη της πρώτης εναγομένης από τις ενέργειες των προστηθέντων από αυτήν προσώπων και όχι τον αναιρεσείοντα μέλος του ΔΣ αυτής, του οποίου η ευθύνη στηρίζεται στις λοιπές διατάξεις.

Ειδικότερα, είναι σαφές από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος η συνδεόμενη αιτιωδώς με την ζημία των αναιρεσιβλήτων, δεν συνίσταται σε προσωπική συναλλαγή ή διαπραγμάτευση με τους τελευταίους, ούτε αποκλειστικά στην εκτιθέμενη (ως επιχείρημα) έγκριση της ετήσιας Οικονομικής Έκθεσης για τη χρήση του έτους 2008.

Αντίθετα συνίσταται στην παράβαση του απορρέοντος από την καταστατική του ιδιότητα καθήκοντος εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας εξ' αιτίας της οποίας δεν φρόντισε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, που όφειλε και τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2251/1994 και του ν.δ/τος 400/1970,αλλά και την αντικειμενική καλή συναλλακτική πίστη' θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, ώστε να αποσυρθούν τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως, από βαριά αμέλεια, επέτρεψε τη συνέχιση της υπάρχουσας παραπλανητικής διαφημιστικής προβολής της εταιρίας, καίτοι ήταν γνωστή η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η σύναψη των επίδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Με τις ανωτέρω δε παραδοχές του, το Εφετείο δεν δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αλλά τέλεση αδικοπραξίας από βαριά αμέλεια, ενώ είναι σαφές από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δέχθηκε πρωταρχική αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των αναιρεσιβλήτων της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, ανεξάρτητα του ότι μετά την ανάκληση της αδείας της και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις εναντίον της, χωρίς να είναι ελλιπής ή αντιφατική η αιτιολογία ως προς την ύπαρξη της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από την παραδοχή του Εφετείου για την εκκρεμούσα ίδια απαίτηση αυτών κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας που έχει υπαχθεί στο στάδιο της δικαστικής εκκαθάρισης.

Περαιτέρω, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος αλλά δύναται το μέλος της διοίκησης να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (Α.Π. 1903/2013, 627/2009), Εξάλλου, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ,λόγω της φύσης αυτού ως συλλογικούοργάνου έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται για τις εταιρικές υποθέσεις και σε περίπτωση ανάθεσης εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε άλλους συμβούλους ή τρίτους ,έχουν υποχρέωση εποπτείας αυτών.

Ειδικά δε τα μη εκτελεστικά μέλη, λόγω της φύσης της αποστολής τους, ιδίως της εποπτείας που οφείλουν να ασκούν επί των εσωτερικών ελεγκτών και συνακόλουθα της ευθύνης τους για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται διαρκώς . για το περιεχόμενο των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, για την γενικότερη πορεία της εταιρείας και για τις σχετικές ως προς αυτή ενέργειες των εκτελεστικών μελών.

Επομένως, οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και στο πρόσθετο δικόγραφο αυτής λόγοι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, είναι αβάσιμοι, ενώ, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, σε ελλείψεις σχετικές με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στη σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχερηματολογία του Δικαστηρίου, που, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκα υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).

Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 865/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο κύριους λόγους της αίτησης κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε α) ότι υπέγραψε τα πρακτικά της 24.7.2008 και 30.3.2009, τα οποία ήταν ανύπαρκτα, χωρίς να λάβει υπόψη του το ότι δεν είχε κληθεί ούτε μετείχε σε κανένα Δ.Σ.

ούτε την 24.7.2008, ούτε την 30.3.2009, ενώ είχε προτείνει τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι δεν συμμετείχε σε καμία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ... και δεν είχε υπογράψει κανένα πρακτικό συνεδριάσεως αυτού, οι δε αντίδικοι, οι οποίοι δεν αρνήθηκαν τον ισχυρισμό του αυτό, δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε αποδεικτικόμέσο συμμετοχής του σε οποιαδήποτε συνεδρίαση του Δ.Σ.

ούτε το Εφετείο επικαλείται κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο να καταρρίπτει τον ισχυρισμό του αυτό, β) ότι στρέβλωσε με ενέργειές του τη βούληση των καθών, όταν αποδεικνύεται πλήρως από την αγνοηθείσα ρητή μαρτυρία του Π. ότι οι καθών ήταν πελάτες του Ζ., ο οποίος τους έπεισε βάσει των ισχυόντων τότε, ότι η ...

νομίμως, λειτουργεί και ασφαλίζει και η ασφάλιση είναι συμφέρουσα σε αυτή, γ) για τη ευθύνη του Ζ., τον οποίο βαπτίζει ως "προστηθέντα" της Α.Ε. χωρίς καμία απόδειξη και εκτιμώντας εσφαλμένως τη ρητή μαρτυρία Π. αρκέστηκε να θεωρήσει τούτον ως άσχετο "προστηθέντα" υπό της Α.Ε., παρά την αντίθετη μαρτυρία του Π..

Ενόψει όμως των εκτεθέντων και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την διαλαμβανόμενη στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας εννοία, αλλά επιχειρήματα, τα οποία αντλεί ο αναιρεσείων, από την κατ' αυτόν εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αρ. 10 κύριοι λόγοι αναίρεσης, υπό την επίκληση των οποίων ο αναιρεσείων πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι προεχόντως απαράδεκτοι.

Οι λόγοι δε αυτοί σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, αφού, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα δεν υπάρχει παραδοχή σχετική με την υπογραφή των επικαλούμενων πρακτικών, προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα....στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, της υπ' αριθμ. ...

ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.....όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα και εμπρόθεσμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...., άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", μη δυνάμενη να θεμελιώσει τους προβαλλόμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ούτε η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, γιατί η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επιπλέον, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με την περιεχόμενη στον τέταρτο κύριο λόγο αιτίασης, πως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ενώπιόν του και πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για τη μη κλήση του ούτε συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της συνεναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας την 24.7.2008 και 30.3.2009, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την αναφερόμενη στην ως άνω μείζονα σκέψη έννοια και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 ν. 3994/2011, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, χωρίς να απαιτείται η έκδοση απόφασης περί αποδείξεων. Το ίδιο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων, οι τρίτος και πέμπτος κύριοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις, με την έκδοση προδικαστικής απόφασής του, επί των αναφερόμενων θεμάτων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 1, 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται όπως προαναφέρθηκε και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου - 270. Έτσι, υπό τις άνω προϋποθέσεις, στην τακτική διαδικασία είναι παραδεκτά και λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.

Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 ΚΠολΔ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ιδιωτικά έγγραφα χωρίς υπογραφή δεν έχουν καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.

Δεν παύουν όμως να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και είναι υποστατά ως έγγραφα. Αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ, λαμβάνονται δε υπόψη και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, στην τακτική διαδικασία, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης ισχυρισμού.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 562 παρ. 2 και 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται επιπλέον, ότι για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από την τελευταία διάταξη, επειδή το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο, που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό, αμφισβητώντας τη βάση του τεκμηρίου, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πλαστό ή μη γνήσιο (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 2034/2009, ΑΠ 277/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με το διαλαμβανόμενο στην αίτηση και στο πρόσθετο δικόγραφο αυτής λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ότι ενέκρινε την ετήσια οικονομική έκθεση της συνεναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, έλαβε υπόψη του νομικώς ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή το από 30-3-2009 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, το οποίο όμως δεν φέρει την υπογραφή του, αφού δεν μετείχε στη συγκεκριμένη συνεδρίαση του Δ.Σ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για τον οποίο ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι προεσέβαλε παραδεκτώς το ανωτέρω έγγραφο ως πλαστό κατά το περιεχόμενό του στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Επομένως, ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προσέδωσε στο προαναφερόμενο ανυπόγραφο και άρα νομικώς ανύπαρκτο έγγραφο αποδεικτική δύναμη, ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σε αυτό καμία απολύτως αποδεικτική δύναμη, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

α' και β' του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου (ΑΠ 2034/2009).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Έτσι, ο λόγος ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που παρέχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 521/2002). Επομένως, ο πέμπτος κύριος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 ΚΠολΔ και δεν διέταξε την προσεπίκληση του Ζ., όπως υποχρεούτο αυτεπαγγέλτως να την ασκήσει, για το σχηματισμό ορθής δικανικής πεποιθήσεως, μη πράξαν δε τούτο υπέπεσε σε απαράδεκτη δικονομική συμπεριφορά, η οποία συνιστά βλαπτική του ίδιου, "ουσιαστικώς και δικονομικώς δικονομική ακυρότητα", αφού αρκέστηκε να θεωρήσει αυτόν ως άσχετον "προστηθέντα" υπό της Α.Ε., παρά την αντίθετη μαρτυρία του Π., είναι απαράδεκτος, καθόσον εκ τούτου δεν δημιουργείται ακυρότητα κατά την έννοια του νόμου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο κύριο λόγο της αίτησής του προσάπτει επικουρικά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαίωσης του ως άνω μάρτυρα Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, "και δέχτηκε, ότι ο Ζ. ήτοι προστηθείς της ..., ενώ ήτο ασφαλιστικός σύμβουλος των καθών, πείσας αυτούς να συνάψουν τα επίμαχα ασφαλιστήρια". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό του άνω μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελεί "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως να γίνεται ειδική μνεία, ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Αντίθετα, ο από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1376/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κύριο λόγο της αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Π., "ο οποίος εκθέτει ότι: Οι ενάγοντες κατά Μάρτιον του 2009 απευθύνθηκαν σε ασφαλιστή για να κάμουν αποταμιευτικές ασφάλειες ζωής". Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση "από την επανεκτίμηση....της υπ' αριθμ. ...

ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε νομότυπα με την επιμέλεια των εναγόντων....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης που προαναφέρθηκαν, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τη φερόμενη ως αγνοηθείσα υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, αλλά κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο δεν αποκλείεται από το περιεχόμενο της επικαλούμενης ως άνω ένορκης βεβαίωσης, συνεκτιμώντας αυτή ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα).

Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002).

Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον περιεχόμενο στο πρόσθετο δικόγραφο συναφή λόγο αναίρεσης, προβάλλει την ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "παραμόρφωσε το περιεχόμενο της καίριας σημασίας και μόνου κατ' αυτήν αποδεικτικού στοιχείου ευθύνης του, ήτοι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 30.3.2009 πρακτικού του Δ.Σ.

της Α.Ε., δεχθείσα εκ προδήλως κακής αναγνώσεως και προχείρου αντιμετωπίσεως ότι υπέγραψε το πρακτικό τούτο το Δ.Σ., ενώ τούτο οφθαλμοφανώς είναι αναληθές και ανυπόγραφον και επί πλέον η δήλωση Ψ. - Α. και Ζ. δεν αποτελούν πρακτικό Δ.Σ. της Α.Ε., η δε προσβαλλόμενη προδήλως αποδεικνύεται ότι σχημάτισε την δικανική της πεποίθηση αποκλειστικώς εκ του εγγράφου τούτου στοιχείου".

Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ενώ, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν υπάρχει παραδοχή σχετική με την υπογραφή του επικαλούμενου από 30.3.2009 πρακτικού του Δ.Σ.

της Α.Ε, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, που είναι αντίθετο με τις απόψεις του αναιρεσείοντος, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο. Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο έως πέμπτο) λόγους της αίτησης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, (κύριοι και πρόσθετοι), κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 850/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.11.2017 αίτηση του Δ. Π. και τους από 16.3.2018 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2630/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ