Legislator Giurisprudenza & Legislazione
729/2019 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against dismissal of local council expense claims, remanding case for retrial.

Numero d'incarto 729/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court partially allowed the appeal against the dismissal of local council expense claims, annulling the first-instance judgment for most appellants while dismissing it for two specific defendants. The court held that the lower court erred in applying Article 133 of Law 3463/2006 by requiring a specific agenda item for travel expenses, which should be paid monthly for general duties. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge, and the municipality was ordered to pay legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 221, 222, 632 of the Code of Civil Procedure; Article 133 of Law 3463/2006: The Supreme Court established that expenses for local council presidents are payable monthly for the general exercise of their duties, not solely for travel to the municipality seat or specific agenda items, and that the lower court's restrictive interpretation was erroneous.

Parole chiave

Generato dall'IA
local council expenses travel reimbursement agenda item requirement Article 133 Law 3463 remand for retrial legal costs allocation Supreme Court annulment divieto di abbandonare un dato territorio

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 221, 222 and 632 of the Code of Civil Procedure
Article 133 of Law 3463/2006
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 729 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 729/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6) Π. Γ. του Σ., κατοίκου ομοίως, 7) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 8) Α. Χ. του Ε., κατοίκου ομοίως, 9) Π. Π. του Ν., κατοίκου ομοίως, 10) Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 11) Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., 12) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., μοναδικού κληρονόμου του Γ. Χ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 19-03-2015, 14) Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου κατά 50% του πατρός του Β. Κ. του Δ. και 15) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., συγκληρονόμου εξ αδιαθέτου κατά 50% του πατρός της Β. Κ. του Δ.. Οι 1η, 2η, 3η, 4ος, 5ος, 7ος, 12ος, 13ος και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάμπαλη, ενώ οι 6ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος και 14ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' Βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Μεγαλόπολης" που εδρεύει στη Μεγαλόπολη - Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-11-2012 δύο ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μεγαλόπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 221, 222 και 632 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν εισάγει προς διάγνωση την απαίτηση του αιτούντος, αλλά επιδιώκει μόνο την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, για το λόγο δε αυτό, μόνη αυτή, δεν μπορεί να θεμελιώσει εκκρεμοδικία. Τέτοια εκκρεμοδικία δεν δημιουργεί, ούτε η έκδοση αλλά ούτε και η επίδοση της διαταγής πληρωμής.

Η εκκρεμοδικία αυτή δημιουργείται μόνο με την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, γιατί από τότε αρχίζει η για την απαίτηση διαγνωστική δίκη, δηλαδή υποβολή του δικαιώματος στο δικαστήριο για έκδοση επ' αυτού απόφασης, η οποία δημιουργεί, ή μπορεί να δημιουργήσει, ουσιαστικό δεδικασμένο σε σχέση με το δικαίωμα, πράγμα που δεν συμβαίνει με την έκδοση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (Ολ.

ΑΠ 10/1997, ΑΠ 751/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.δ' ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.

Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού (ΑΠ 45/2018).

Επομένως, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της συζήτησης στο Εφετείο, δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει, κατ' άρθρο 556 ΚΠολΔ, ο κληρονόμος του (ΑΠ 517/2011). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι, σε περίπτωση που εκδόθηκε διαταγή πληρωμής στο όνομα ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, διότι αυτό είχε αποβιώσει πριν την υποβολή της αίτησης, ούτε η έκδοση της διαταγής πληρωμής ούτε και η κατ' αυτής ασκηθείσα ανακοπή δημιουργούν εκκρεμοδικία (ΑΠ 751/2017).

Επομένως, ακόμη και αν από παραδρομή ο αποβιώσας εμφανίστηκε ως διάδικος στη σχετική δίκη της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι εκδοθείσες, αντίστοιχα, αποφάσεις είναι ανύπαρκτες (ανυπόστατες), ως εκδοθείσες σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ.

δ' ΚΠολΔ (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1954/2009, ΑΠ 1130/2006). Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος είτε απευθύνεται κατ' αυτού είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (πρβλ ΑΠ 1372/2009). Επίσης, εφόσον ο αποβιώσας ουδέποτε υπήρξε διάδικος, ούτε και οι καθολικοί διάδοχοι αυτού δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, στην οποία αυτός φερόταν ως διάδικος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 9/2016 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το οποίο, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, δέχθηκε την έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΟΤΑ κατά της υπ' αριθμ. 75/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, που είχε απορρίψει τις ανακοπές αυτού κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε τις ανακοπές και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Η αίτηση αυτή παραδεκτώς ασκείται από τους πρώτους δώδεκα αναιρεσείοντες, που ήσαν διάδικοι στη δίκη στο Εφετείο, καθώς και από τον δέκατο τρίτο αναιρεσείοντα, ως καθολικό διάδοχο του επίσης διαδίκου στο Εφετείο Γ. Χ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 19-3-2015, δηλαδή μετά την άσκηση στις 25-2-2015 της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης (επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) και κατά τη διάρκεια της ενώπιον του εφετείου εκκρεμούσας δίκης, χωρίς, ωστόσο, κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (15-5-2015), να γνωστοποιηθεί το γεγονός αυτό από τα πρόσωπα που εδικαιούντο, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο όνομα του ανωτέρω αποβιώσαντος διαδίκου, ο οποίος άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον δέκατο τρίτο αναιρεσείοντα, τέκνο αυτού, αφού οι λοιποί πλησιέστεροι, κατά το χρόνο του θανάτου, συγγενείς του αποποιήθηκαν την κληρονομία του (βλ.

την από 7-1-2016 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης και το υπ' αριθμ. 107/16-2-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέα Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης). Κατά συνέπεια, όσον αφορά τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά, όμως, τους δέκατο τέταρτο και δέκατη πέμπτη των αναιρεσειόντων, αυτοί ασκούν την αίτηση αναίρεσης ως καθολικοί διάδοχοι του φερόμενου ως διαδίκου στο Εφετείο Β. Κ.. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 80/τόμος 1ος/2011 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Μεγαλόπολης, ο ανωτέρω Β.

Κ. απεβίωσε στις 20-10-2011, ήτοι πριν την υποβολή της από 20-10-2012 αίτησης για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των ασκηθεισών κατ' αυτής από τον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ ανακοπών, ήτοι πρωτοδίκως η 75/2013 του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης και, κατ' έφεση, η αναιρεσιβαλλόμενη 9/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, να εκδοθούν σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου και να είναι, ως εκ τούτου, αυτές ανύπαρκτες (ανυπόστατες).

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ασκούμενη από τους ανωτέρω δύο αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων ανύπαρκτου διαδίκου, και στρεφόμενη κατά ανυπόστατης ως προς τον ανωτέρω θανόντα απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.Α.Π.7/2006).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 2539/1997 "Συγκρότηση της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης" συγκροτήθηκαν ανά νομό οι αναφερόμενοι σε αυτό πρωτοβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης με τη συνένωση Δήμων και Κοινοτήτων και την κατάργηση Κοινοτήτων. Στο άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "1....8. Το σύνολο των εδαφικών περιφερειών των Ο.Τ.Α.

που συνενώνονται σε νέο δήμο ή κοινότητα, καθώς και των συνοικισμών που προσαρτώνται, αποτελεί την ενιαία εδαφική περιφέρεια του νέου αυτού Ο.Τ.Α.... 10. Στους δήμους και τις κοινότητες, που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο η εδαφική περιφέρεια κάθε καταργούμενου Ο.Τ.Α. και κάθε προσαρτώμενου συνοικισμού αποτελεί υποδιαίρεση της ενιαίας εδαφικής περιφέρειας του νέου δήμου ή κοινότητας και προσδιορίζεται με τον όρο "δημοτικό ή κοινοτικό Διαμέρισμα", το οποίο περιλαμβάνει και τον πληθυσμό του καταργηθέντος Ο.Τ.Α.

ή προσαρτηθέντος συνοικισμού...". Επίσης, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, ορίζει, στο άρθρο 2 παρ. 4, ότι "Στους Δήμους και στις Κοινότητες που συστήθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 2539/1997..., η εδαφική περιφέρεια κάθε Ο.Τ.Α. που καταργήθηκε και κάθε οικισμού που προσαρτήθηκε αποτελεί υποδιαίρεση της ενιαίας εδαφικής περιφέρειας του νέου Δήμου ή της Κοινότητας και ονομάζεται "Τοπικό Διαμέρισμα"", στο άρθρο 19 παρ. 1, ότι "Ο Δήμος διοικείται από το δημοτικό συμβούλιο, τη δημαρχιακή επιτροπή και τον Δήμαρχο", στο άρθρο 22 παρ. 1, ότι "Όργανα του τοπικού διαμερίσματος του Δήμου είναι:

α) το τοπικό συμβούλιο... β) ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου", στο άρθρο 95 παρ. 7, ότι "Στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου προσκαλείται ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα, που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα. Ο Πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου μετέχει στις συνεδριάσεις, με δικαίωμα ψήφου.

Σε περίπτωση μη πρόσκλησης η σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι άκυρη", στο άρθρο 128 παρ. 3, ότι: "Οι Πρόεδροι των τοπικών συμβουλίων μετέχουν στις συνεδριάσεις του δημοτικού, κατά την πρόβλεψη της παρ. 7 του άρθρου 95" και, στο άρθρο 133, ότι: "1. Το αξίωμα του προέδρου και των μελών του τοπικού συμβουλίου είναι τιμητικό και άμισθο. 2.

Δύνανται να λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις του συμβουλίου. Το ύψος της αποζημίωσης, καθώς και η βάση υπολογισμού της μέχρι τρεις (3) συνεδριάσεις κατά μήνα καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

Ο πρόεδρος λαμβάνει και έξοδα κίνησης, τα οποία καθορίζονται με την ίδια απόφαση". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η 20583/10.4.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών 2007, η οποία τροποποιήθηκε με την 2/66510/022/2008 όμοια απόφαση, με την οποία ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "(...) ii) Καθορίζουμε τα έξοδα κίνησης που δικαιούνται να εισπράττουν μηνιαίως οι πρόεδροι των τοπικών συμβουλίων, με βάση τη χιλιομετρική απόσταση αυτών από την έδρα του κάθε Δήμου, σε συνδυασμό με τον αριθμό των μελών των τοπικών συμβουλίων, ως ακολούθως:

α) για απόσταση μέχρι 10.000 μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του Τοπικού Συμβουλίου της έδρας κάθε δήμου, καταβάλλεται ποσό διακοσίων είκοσι πέντε (225,00) ευρώ στους προέδρους των τριμελών τοπικών συμβουλίων, τριακοσίων (300,00) ευρώ στους προέδρους των πενταμελών και επταμελών τοπικών συμβουλίων, β) για απόσταση από 10.001 μέχρι 20.000 μέτρα, καταβάλλεται ποσό τριακοσίων (300,00) ευρώ στους προέδρους των τριμελών τοπικών συμβουλίων, τετρακοσίων (400,00) ευρώ στους προέδρους των πενταμελών και επταμελών τοπικών συμβουλίων, γ) για απόσταση από 20.001 μέτρα και άνω, καταβάλλεται ποσό τριακοσίων εβδομήντα πέντε (375,00) ευρώ στους προέδρους των τριμελών τοπικών συμβουλίων, πεντακοσίων (500,00) ευρώ στους προέδρους των πενταμελών και επταμελών τοπικών συμβουλίων.

Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την 1η Νοεμβρίου 2007". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α' βαθμού, που συγκροτήθηκαν με το ν. 2539/1997 και προήλθαν από τη συνένωση περισσοτέρων ήδη υφιστάμενων δήμων και κοινοτήτων και την προσάρτηση συνοικισμών, συνεστήθησαν στην εδαφική περιφέρεια εκάστου καταργούμενου Ο.Τ.Α.

και προσαρτωμένου συνοικισμού δημοτικά διαμερίσματα και, κατά τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, τοπικά διαμερίσματα, στα οποία λειτουργούν, ως όργανα δημοτικής απoκέντρωσης, τοπικά συμβούλια. Οι πρόεδροι των τοπικών αυτών συμβουλίων, οι οποίοι, κατά τα ανωτέρω, κατέχουν αιρετό αξίωμα τιμητικό και άμισθο, για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των συμβουλίων αυτών δικαιούνται αποζημίωσης.

Παράλληλα, όμως, μετέχουν και στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου ως μέλη με αποφασιστική ψήφο, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν στα αντίστοιχα τοπικά διαμερίσματα, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να καθίσταται αναγκαία η μετακίνησή τους από την έδρα του τοπικού συμβουλίου προς την έδρα του οικείου Δήμου.

Ωστόσο, η ομαλή και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους είναι αυτονόητο ότι επιβάλλει τη μετακίνησή τους προς την έδρα του Δήμου και σε άλλες περιπτώσεις, όπως άλλωστε και τη μετακίνησή τους εντός των ορίων του τοπικού διαμερίσματος για την επίλυση τοπικών προβλημάτων. Ενόψει αυτού, στο άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 3463/2006, ορίστηκε ότι ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου λαμβάνει και έξοδα κίνησης, τα οποία, όπως και η αποζημίωση για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του τοπικού συμβουλίου, καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, χωρίς μάλιστα να εξαρτηθεί η καταβολή των εν λόγω εξόδων κίνησης, αποκλειστικά και μόνον, από τη συμμετοχή του προέδρου στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου όταν η ημερήσια διάταξη περιλαμβάνει θέματα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο τοπικό διαμέρισμα, ή να συναρτηθεί το ύψος των εξόδων αυτών από τον αριθμό των αντίστοιχων συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

Επομένως, τα προβλεπόμενα ως άνω έξοδα κίνησης συνδέονται με την κάλυψη των γενικών αναγκών μετακίνησης των προέδρων των τοπικών συμβουλίων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δεν καταβάλλονται ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους. Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες καθορίστηκε η μηνιαία καταβολή αυτών, με κριτήριο τη χιλιομετρική απόσταση των τοπικών συμβουλίων από την έδρα του κάθε Δήμου, σε συνδυασμό, όμως, και με τον αριθμό των μελών των τοπικών συμβουλίων, που είναι συνάρτηση του πληθυσμού του τοπικού διαμερίσματος.

Πρόκειται, συνεπώς, για αποζημίωση, την οποία οι πρόεδροι των τοπικών συμβουλίων δικαιούνται να λαμβάνουν μηνιαίως, για την κάλυψη, ουσιαστικά, πραγματικών εξόδων, εκτιμωμένων, με βάση τα πιο πάνω κριτήρια, κατ' ελάχιστο όριο στα προβλεπόμενα στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις ποσά και, ως εκ τούτου, η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ευθέως ή συγκεκαλυμμένως, ως μισθός, ώστε η μηνιαία καταβολή της να έρχεται σε αντίθεση με τον άμισθο χαρακτήρα του αξιώματος του προέδρου του τοπικού συμβουλίου.

Σημειώνεται ότι στο άρθρο 136 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων προβλέπεται η καταβολή εξόδων παράστασης και στους δημάρχους και προέδρους κοινοτήτων, αντίστοιχα καθήκοντα προς τους οποίους εκτελούν σε επίπεδο τοπικού διαμερίσματος οι πρόεδροι των τοπικών συμβουλίων. Ήδη, με το ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ? Πρόγραμμα Καλλικράτης", αντί των εξόδων παράστασης, καθιερώθηκε για τους Δημάρχους, Αντιδημάρχους και Προέδρους των Δημοτικών Συμβουλίων η παροχή αντιμισθίας (άρθρο 92), στο πλαίσιο προσπάθειας εξορθολογισµού και δικαιότερης αντιμετώπισης του ζητήματος των αποδοχών τους, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, ενώ όσον αφορά στους λοιπούς δημοτικούς συμβούλους αυτοί δικαιούνται αποζημίωσης για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου.

Με τη σαφή αυτή διάκριση από το νομοθέτη (αντιμισθία και αποζημίωση) είναι σαφές ότι η αποζημίωση αυτή δεν έχει την έννοια του μισθού, αλλά παρέχεται για την κάλυψη των εξόδων κίνησης των δημοτικών συμβούλων. Για τον πρόεδρο του συμβουλίου της τοπικής κοινότητας και τον πρόεδρο του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, μετά τη μετονομασία των τοπικών διαμερισμάτων του άρθρου 2 του ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ.) σε τοπικές κοινότητες και δημοτικές κοινότητες κατά τις διακρίσεις του άρθρου 2 του ν. 3852/2010, εξακολουθεί να προβλέπεται η καταβολή εξόδων κίνησης "που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης μετά από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων" (άρθρα 79 παρ. 3 και 80 παρ. 4 ν.3852/2010).

Κατ' εξουσιοδότηση δε των παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74447/29.12.2010 (ΦΕΚ 2044/30.12.2010 τεύχος Β') απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με ισχύ από 1-1-2011, για τον καθορισμό των εξόδων κίνησης "που δικαιούται να εισπράττει μηνιαίως ο πρόεδρος συμβουλίου δημοτικής κοινότητας, ο πρόεδρος συμβουλίου τοπικής κοινότητας και ο εκπρόσωπος τοπικής κοινότητας, βάσει χιλιομετρικής απόστασης κάθε μιας από τις δημοτικές ή τοπικές κοινότητες από την έδρα του οικείου Δήμου, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις νέες αρμοδιότητες που τους αποδίδονται με τις διατάξεις του ν.3852/2010".

Στην ίδια απόφαση ορίστηκε ότι "τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται κάθε μήνα στους δικαιούχους, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 2685/1999, περί κάλυψης δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικράτειας, όπως κάθε φορά ισχύει". Είναι προφανές ότι τόσο η φράση "ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις νέες αρμοδιότητες που τους αποδίδονται με τις διατάξεις του ν. 3852/2010", όσο και η αμέσως παραπάνω διάταξη προστέθηκαν, ώστε να δικαιολογηθεί η μηνιαία καταβολή των εξόδων κίνησης στους προέδρους των τοπικών και δημοτικών κοινοτήτων ως αποζημίωση για την κατά μήνα άσκηση των καθηκόντων τους γενικά, προς άρση της αμφισβήτησης που επικρατούσε, υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, ενόψει της άποψης ότι τα έξοδα αυτά καταβάλλονταν αποκλειστικά για τη μετάβαση των προέδρων των τοπικών διαμερισμάτων στην έδρα του Δήμου και τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου στις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις (βλ.

Ελ.Συν.Πρ. 21/2010, 272/2010, 129/2012, 228/2017 Τμ. Ι). Ήδη, κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, "τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους προέδρους των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων σε μηνιαία βάση για την άσκηση των εν γένει καθηκόντων τους, όπως αυτά προσδιορίζονται στις διατάξεις του ν. 3852/2010, χωρίς να συναρτώνται με τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου, στις οποίες και καλούνται υποχρεωτικά, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνεται θέμα που αφορά ειδικά την αντίστοιχη δημοτική και τοπική κοινότητα.

Αν ο νομοθέτης ήθελε να εξαρτήσει την καταβολή των εξόδων κίνησης στα ανωτέρω πρόσωπα με τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου και μάλιστα υπό τους παραπάνω όρους, θα το όριζε ρητά στις προαναφερθείσες διατάξεις, περαιτέρω δε θα συναρτούσε το ύψος των δικαιούμενων εξόδων με τον αριθμό των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου στις οποίες αυτοί συμμετέχουν" (βλ.

Ελ.Συν.Πρ. 162/2011 Τμ. Ι). Ωστόσο, ουσιαστική διαφορά μεταξύ των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των προέδρων των τοπικών συμβουλίων με βάση το ν. 3463/2006 και των αντίστοιχων των προέδρων των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων με βάση το ν. 3852/2010 δεν υφίσταται, ώστε να δικαιολογείται διαφορετική αντιμετώπιση ως προς την καταβολή των με όμοιο τρόπο προβλεπομένων στις αντίστοιχες διατάξεις των ανωτέρω νόμων εξόδων κίνησης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, που δίκασε ως Εφετείο, αφού έκρινε ότι κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ.) που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους προέδρους των τοπικών συμβουλίων αποκλειστικά για τη μετάβασή τους στην έδρα του Δήμου και τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου στις οποίες έχουν κληθεί, εφόσον στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα και ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν δικαιούνται εξόδων κίνησης, καθόσον αυτά δεν χορηγούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους ως αιρετών οργάνων γενικά, δέχθηκε στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως προκύπτει από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, για την έκδοση αυτής προσκομίστηκαν βεβαιώσεις που εξέδωσε ο καθού Δήμος Μεγαλοπόλεως (αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α.) για καθένα από τους αιτούντες και για το δικαιούμενο ποσό εκάστου από αυτούς ξεχωριστά, ....Στις βεβαιώσεις αυτές αναγράφονται τα ακόλουθα:...

Η Κ. Β. του Ε., Πρόεδρος Τοπικού Συμβουλίου Τοπικού Διαμερίσματος …. του Δήμου Μεγαλόπολης την τετραετία 2007-2010, δεν έχει λάβει τα έξοδα κίνησης για το χρονικό διάστημα από 01-07-2009 μέχρι 31-12-2010 (ήτοι 18 μήνες, συνολικού ποσού 4.050,00 € (225,00 € μηνιαίως για Τοπικά Διαμερίσματα που απέχουν από την έδρα του Δήμου έως 10 χιλιόμετρα).....

O Κ. Δ. του Θ., Πρόεδρος Τοπικού Συμβουλίου Τοπικού Διαμερίσματος ….του Δήμου Μεγαλόπολης την τετραετία 2007-2010, δεν έχει λάβει τα έξοδα κίνησης για το χρονικό διάστημα από 01-07-2009 μέχρι 31-12-2010 (ήτοι 18 μήνες), συνολικού ποσού 5.400,00 € (300,00 € μηνιαίως για Τοπικά Διαμερίσματα που απέχουν από την έδρα του Δήμου από 10 έως 20 χιλιόμετρα)...".

Το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραθέτει στη συνέχεια το παρόμοιο περιεχόμενο των αντίστοιχων βεβαιώσεων και για τους λοιπούς αναιρεσείοντες και ακολούθως δέχθηκε: "Ήτοι από τις παραπάνω βεβαιώσεις δεν προκύπτει αν στις συνεδριάσεις στις οποίες κλήθηκαν και στην ημερήσια διάταξη αυτών περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δικαιούνται εξόδων κίνησης, καθόσον αυτά δεν χορηγούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους ως αιρετών οργάνων γενικά.

Επομένως, η απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως, κατ' άρθρο 623 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν έκανε δεκτό το σχετικό λόγο ανακοπής και απέρριψε τις ανακοπές, έσφαλε, και συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει τις ανακοπές αυτού, και αφού εξαφάνισε αυτήν και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε τις ανακοπές του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 65/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Μεγαλόπολης, με την οποία ο αναιρεσίβλητος υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα αναγραφόμενα σε αυτή ποσά, που αφορούν έξοδα κίνησης ως εκ της ιδιότητας αυτών ως Προέδρων τοπικών Συμβουλίων του συγκεκριμένου ΟΤΑ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους προέδρους των τοπικών συμβουλίων αποκλειστικά για τη μετάβασή τους στην έδρα του Δήμου και τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του οικείου δημοτικού συμβουλίου, όταν στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν το αντίστοιχο τοπικό διαμέρισμα, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 133 του ν. 3463/2006 (K.Δ.Κ.), την οποία δεν εφάρμοσε, αξιώνοντας για την εφαρμογή της την ως άνω επί πλέον προϋπόθεση, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή αυτής, αφού, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα εν λόγω έξοδα καταβάλλονται στους προέδρους των τοπικών συμβουλίων κάθε μήνα για την εν γένει άσκηση των καθηκόντων τους.

Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση αυτή. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου αναιρέσως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει δε, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2017 αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος ασκείται από τους Δ. Β. Κ. και Α. Β.Κ..

Αναιρεί την 9/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ