Legislator Giurisprudenza & Legislazione
728/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding equal treatment principle in labor disputes.

Numero d'incarto 728/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a labor court decision that partially upheld a claim based on the principle of equal treatment. The court ruled that the second and fourth appeal grounds were inadmissible because the lower court had already rejected the claim on this specific legal basis without examining it substantively. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559 no. 1 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it challenges a decision only insofar as it upholds a lower court's rejection of a claim based on a specific legal principle, without the lower court having examined the claim substantively on that basis.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissibility of appeal principle of equal treatment labor dispute procedure substantive examination legal costs allocation Code of Civil Procedure partial upholding of claim

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 728 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 728/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Π. και 2) Δ. Α. του Π., κατοίκων ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΩΡΙΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Λιδωρίκι Φωκίδας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Πήττα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν η 33/ΕΓΜ/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 125/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-9-2016 (αριθ. κατάθεσης 19/30-11- 2016) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 125/16-12-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 33/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 21- 12-2011 (αριθ. κατάθεσης ΕΓΜ 1/2012) αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, και β) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε τον εναγόμενο ΟΤΑ να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), ήτοι ασκήθηκε εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την ως άνω αντ ι κατάστασή του, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4335/2015) και δεν έχει επιδοθεί μέχρι σήμερα (ΟλΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.

Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 68/2022).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 68/2022) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 26/2022, 19/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Νοούνται δε ως "πράγματα" οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΑΠ 2081/2007, ΑΠ 936/2002). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 194/1998).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσβάλλουν, όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, μόνο το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορά στα εξής: "στη μη επιδίκαση διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο έτους 2010 μέχρι και Νοέμβριο έτους 2011 και με το ακόλουθο ειδικότερο σκεπτικό από την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας:

Απορριπτέα επίσης είναι η αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας, προϋποθέσεις που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν συντρέχουν εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες - εκκαλούντες είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, για συγκεκριμένη υπηρεσία στο ΚΕΠ αφενός και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτοί (εκκαλούντες) ισχυρίζονται.

Καθόσον αφορά, όμως, την επικουρική βάση της αγωγής περί υπάρξεως (σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων) απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις αυτές μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συμβάσεις έργου και, συνεπώς, εδικαιούντο να λαμβάνουν, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, η αγωγή είναι νόμιμη διότι σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 επ., 648 ΑΚ, 22 παρ.

Ια του Συντάγματος), την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας. Έπρεπε λοιπόν η αγωγή να κριθεί νόμιμη μόνον ως προς τη βάση αυτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη.

Η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη στο σύνολο της, διότι έκρινε ότι τα μέρη συνέδεαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που το ορισμένο του χρόνου τους δικαιολογούνταν από τη φύση της παρεχόμενης εργασίας, παραλείποντας να ερευνήσει την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία επομένως απέρριψε σιωπηρά.

Γι' αυτό από τα παράπονα της έφεσης βάσιμο είναι μόνο αυτό που αναφέρεται στην σιωπηρή απόρριψη της επικουρικής βάσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το οποίο η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή. Κατά τα λοιπά οι λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη ως προς το κεφάλαιο που αφορά την ανωτέρω επικουρική βάση και το δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της", ακολούθως δε, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α', 19, 8 και 10 του ΚΠολΔ, όσον αφορά αποκλειστικά το ανωτέρω σκέλος της περί μη εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 § 1 και 22 § 1β Συντ.) και μόνο για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2010 έως και Νοέμβριο 2011 (παρά το γεγονός ότι το επίδικο διάστημα εκτείνεται έως 31-5-2011), όχι όμως και για εκείνο από την έναρξη των επίδικων συμβάσεων έως τον Νοέμβριο του έτους 2010.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης (559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή στο σύνολο της, ως μη νόμιμη, ως προς τη βάση της την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, χωρίς ουδεμία αναφορά σε γεγονότα που να διαφοροποιούν το είδος και τις συνθήκες εργασίας των εναγόντων από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 και εντεύθεν, ώστε επ' αυτών να δύναται να θεμελιωθεί διαφορετική κρίση ως προς τη μισθολογική κατάσταση των τελευταίων κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, με συνέπεια η εν λόγω απόφαση να πλήττεται ανεπιτυχώς με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτός περιορίζεται στο ως άνω χρονικό διάστημα.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τη βάση της την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, χωρίς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να ερευνήσει κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την προαναφερόμενη βάση της.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης (559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος (αόριστος), σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, καθόσον οι αναιρεσείοντες παραθέτουν απλώς το κείμενο και την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και είτε ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να προταθούν από τους διαδίκους είτε δεν ελήφθησαν υπόψη μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά από αυτούς.

Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (559 αριθ. 10 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τη βάση της την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, χωρίς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να ερευνήσει κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την προαναφερόμενη βάση της. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένης όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2016 (αριθ. κατάθεσης 19/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 125/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ