Legislator Giurisprudenza & Legislazione
698/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against tort judgment, rejecting vague legal error claims and ordering costs.

Numero d'incarto 698/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by DEDEH against a final judgment ordering it to pay damages to K.D. & SIA. The appellate court found the appellant's claim of a legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure insufficient because it failed to cite specific factual circumstances constituting the alleged violation. Consequently, the court rejected the request for restoration of the original status quo as it lacked a valid subject matter following the dismissal of the appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a legal error is inadmissible if the appellant fails to specify the factual circumstances constituting the error, rendering the argument baseless.

Parole chiave

Generato dall'IA
tort liability legal error appeal Code of Civil Procedure restoration of status court costs costruzione abusiva danneggiamento d'impianti elettrici violazione delle norme sicurezza

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 298, 299, 330(b), 914 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 698 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 698/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ΔΕΗ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Δ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ Ηρακλείου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 250/2014 μη οριστική και 129/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του -, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αμφότερες οι ως άνω προϋποθέσεις (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 322/2018). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1672/2014).

Ειδικότερα, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ορισμένης πράξεως ή παραλείψεως και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό.

Το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, το ζήτημα αν η πράξη ή παράλειψη υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο περί όλων των ανωτέρω (ΑΠ 759/2019, ΑΠ 1302/2011, 526/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο με τη συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 250/2014 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και η οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 129/2018 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία (αναιρεσίβλητη) διατηρούσε,...από το έτος 1989, βιοτεχνία κηροπλαστικής επί οδού...

στην Βιομηχανική Περιοχή (ΒΙ.ΠΕ) Ηρακλείου, που στεγαζόταν επί ακινήτου ιδιοκτησίας της, συνολικής επιφάνειας 460 τ.μ. Η κύρια είσοδος του ακινήτου της ευρίσκετο επί της οδού … και είχε άμεση επαφή από δύο πλευρές (δυτικά και ανατολικά) με την βιοτεχνία απορρυπαντικών "ΑΛΙΚΟΝ ΧΗΜΙΚΑ Α.Ε". Συγκεκριμένα o στεγασμένος χώρος του ακινήτου αυτού είχε επιφάνεια 255,55 τ.μ., ο αύλειος χώρος είχε επιφάνεια 104,45 τ.μ.

και υπήρχε ακόμη και ένας χώρος μελλοντικής επεκτάσεως του κτιρίου, επιφανείας 100 τ.μ.... Στον προαναφερόμενο χώρο μελλοντικής επεκτάσεως του κτιρίου η ενάγουσα, σε χρόνο που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς, κατασκεύασε, χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια, αποθήκη και εντός αυτής πατάρι, επιφανείας (της αποθήκης) 100 τ.μ" με μεταλλική σκεπή και μεταλλικό φέροντα οργανισμό (κολώνες, δοκούς κ.λ.π.), η οποία είναι συνέχεια της αυλής και χωρίζεται από αυτήν με τοίχο από τσιμεντόλιθους μέχρι την οροφή.

Η είσοδος σ' αυτήν (αποθήκη) γινόταν μέσω μεταλλικής πόρτας και την αποθήκη αυτή χρησιμοποιούσε ως χώρο αποθηκεύσεως παραφίνης και ετοίμων προϊόντων. Η εν λόγω αποθήκη, από την βόρεια πλευρά της, επικοινωνούσε, μέσω εσωτερικού ανοίγματος, με τον κύριο χώρο παραγωγής, επιφάνειας 200 τ.μ. περίπου, κατασκευασμένο με φέροντα οργανισμό, οροφή και τοιχοποιία από προκατασκευασμένα στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος, στη νότια πλευρά του οποίου υπήρχε, σαφώς διαχωρισμένος ο χώρος των γραφείων της και της τουαλέτας (WC) επίσης εκεί βρισκόταν και η νότια είσοδος - έξοδος του κτιρίου.

Στον κύριο χώρο παραγωγής γινόταν η κατεργασία της πρώτης ύλης και η παραγωγή των προϊόντων (κεριών, λαμπάδων κλπ), με την τήξη της παραφίνης σε ειδικά καζάνια, ένα κύριο 1000 λίτρων και ένα βοηθητικό 600 λίτρων, τα οποία, μέσω μεταλλικών σωληνώσεων, θερμαινόταν με πετρέλαιο, το οποίο ήταν αποθηκευμένο σε πλαστική δεξαμενή στο πατάρι της αποθήκης.

Η επιχείρηση της ενάγουσας είχε συνδεθεί, για τις ανάγκες της λειτουργίας της, με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της αρχικώς εναγομένης Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.), στην θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει ως εκ του νόμου καθολική διάδοχός της, ως προς τον Κλάδο Διανομής, μετά την απόσχιση αυτού από την τελευταία, σύμφωνα με τον Ν. 4001/2011 (άρθρο 123 παρ. 3 και 4) και σε συμμόρφωση με την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, το νομικό πρόσωπο, με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) [αναιρεσείουσα], αφού προηγουμένως υπεβλήθη στην αρχικώς εναγομένη ΔΕΗ:

α) η από 31.7.1989 υπεύθυνη δήλωση καταναλωτή, με την οποία, το μεν δηλώθηκε ότι η επιφάνεια των εξυπηρετουμένων από τον παρεχόμενο από την ΔΕΗ ηλεκτρικό μετρητή χώρων ανήρχετο σε 200 τ.μ., το δε ανελήφθη η υποχρέωση να υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση προς την ΔΕΗ σε περίπτωση αυξήσεως της επιφάνειας του ακινήτου δια προσθήκης νέων κτισμάτων...

και β) η απαιτούμενη από το νόμο 4483/1965 (άρθρο 4 παρ. 1 και Υπ. Απ. 115239/25702/3627/21-12-65, καθώς και Οδηγία Διανομής της ΔΕΗ Νο 6 ΔΕΔ/ΤΤΕ 2-5-1990) από 8.8.1989 Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη (Υ.Δ.Ε.) του ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη..., με την οποία δηλώθηκε ότι η συνολική εγκατεστημένη ισχύς του κηροπλαστείου ήταν 18,4 KVA, υπογραφέντος μετά ταύτα του από 9.8.1989 Συμβολαίου Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος, δυνάμει του οποίου ρητώς συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι "σε περίπτωση που οι ασφάλειες της ΔΕΗ που βρίσκονται στο κιβώτιο του μετρητή δεν λειτουργήσουν, η ΔΕΗ δεν ευθύνεται για τυχόν ζημίες του καταναλωτή ή για ατυχήματα που μπορεί να συμβούν, λόγω σφάλματος στην εσωτερική εγκατάσταση του καταναλωτή και μάλιστα στα μεταξύ του μετρητή της ΔΕΗ και του γενικού πίνακα καλώδια του καταναλωτή" και συνταγέντος ακολούθως του από 20.9.1989 δελτίου επισκοπήσεως συνδέσεως της ΔΕΗ, στο οποίο αναφέρεται ότι τοποθετήθηκαν στον παραχωρηθέντα από αυτήν (ΔΕΗ) μετρητή ασφάλειες, τύπου μικροαυτόματου 3Χ40 Α...

Η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην επιχείρηση της ενάγουσας γινόταν ως εξής: από τον παρακείμενο υποσταθμό μέσης τάσεως καλώδιο παροχής μεγάλης διατομής κατέληγε στο κιβώτιο διανομής (link box), που ήταν τοποθετημένο στο πεζοδρόμιο σε μικρό βάθος και από το κιβώτιο διανομής αναχωρούσαν τέσσερα (4) καλώδια μικρότερης διατομής, η οριζόντια όδευση των οποίων γινόταν υπογείως, ένα δε εξ αυτών, με μικρό κατακόρυφο εξωτερικό τμήμα εντός προστατευτικού μεταλλικού σωλήνα, κατέληγε στο μπαροκιβώτιο (μεταλλικό κιβώτιο διανομής μικρών παροχών σε περισσότερους μετρητές), που ήταν τοποθετημένο στην δυτική πλευρά της αποθήκης της ενάγουσας (δηλαδή εντός περίκλειστου χώρου) και συγκεκριμένα στον τοίχο που διαχώριζε την αποθήκη από τον χώρο παραγωγής.

Το καλώδιο αυτό αποτελείτο από τέσσερις (4) αγωγούς, εκ των οποίων οι τρεις (3) ήταν πολύκλωνοι κατασκευασμένοι από κράμα αλουμινίου με μονωτικό περίβλημα έκαστος (φάσεις), ενώ ο τέταρτος αγωγός (ουδέτερος) αποτελείτο από ένα σύνολο μονόκλωνων αγωγών, οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι σε διάταξη πλέγματος (περιμετρικό μπλεντάζ) που ήταν ενσωματωμένο στο εξωτερικό περίβλημα του καλωδίου.

Από το μπαροκιβώτιο αναχωρούσε ένα καλώδιο παροχής, το οποίο κατέληγε στον μετρητή του ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε τοποθετηθεί στο ίδιο σημείο με το μπαροκιβώτιο και από το πάνω τμήμα του μετρητή αναχωρούσε ένα καλώδιο που κατέληγε στον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στον χώρο της παραγωγής.

Στις 16 Δεκεμβρίου 2006, ημέρα Σάββατο, εργάσθηκαν στην επιχείρηση της ενάγουσας, από ώρα 09:00 έως 14:00, ο πεθερός του εταίρου της ενάγουσας... και ο αλλοδαπός υπάλληλος της ενάγουσας..., οι οποίοι απασχολήθηκαν μόνο με την συσκευασία κεριών, χωρίς να χρησιμοποιήσουν μηχανήματα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα περί ώρα 17:00, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην ως άνω επιχείρηση, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς τις κτιριακές εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της και προκάλεσε ζημίες στις όμορες επιχειρήσεις του...

και της εταιρείας "ΑΛΙΚΟΝ", της οποίας, σημειωτέον, η παροχή ήταν μεγάλης ισχύος και δη μεγαλύτερη των 125 Αμπέρ.... Η πυρκαγιά αυτή έγινε αντιληπτή από τους πυροσβέστες του... πυροσβεστικού σταθμού, ο οποίος στεγάζεται στην ΒΙ.ΠΕ Ηρακλείου και από τους ιδιοκτήτες άλλων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε διπλανά της ενάγουσας κτίρια, οι οποίοι και ειδοποίησαν την πυροσβεστική υπηρεσία, η οποία, αφού εισήλθε στο προαύλιο του εργοστασίου, δημιούργησε εγκατάσταση δύο αυλών εντός αυτού, προκειμένου στην συνέχεια να εισέλθει εντός του κτιρίου.

Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι κατά την διάρκεια κατασβέσεως της πυρκαγιάς, οι υπάλληλοι της εναγομένης,..., αντιλαμβανόμενοι τυχαία αυτήν (πυρκαγιά) που είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις, μετέβησαν και διέκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος χαμηλής τάσεως και από τους δύο υποσταθμούς της περιοχής, μη γνωρίζοντας ποιος εκ των δύο τροφοδοτούσε την επιχείρηση.

Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά την διάρκεια λειτουργίας του κηροπλαστείου κατέστη αναγκαία η αντικατάσταση του μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας δύο φορές και στις 11.5.1992 και στις 21.1.1997.... Περαιτέρω,... για την αρχική ηλεκτροδότηση του κηροπλαστείου, υπεβλήθη στην ΔΕΗ: α) η από 31.7.1989 υπεύθυνη δήλωση καταναλωτή, με την οποία, το μεν δηλώθηκε ότι η επιφάνεια των εξυπηρετουμένων από τον παρεχόμενο από την ΔΕΗ ηλεκτρικό μετρητή χώρων ανήρχετο σε 200 τ.μ., το δε ανελήφθη η υποχρέωση να υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση προς την ΔΕΗ σε περίπτωση αυξήσεως της επιφάνειας του ακινήτου δια προσθήκης νέων κτισμάτων και β) η από 8.8.1989 Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη (Υ.Δ.Ε.) του Ζ.

Μ., ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη, με την οποία δηλώθηκε ότι η συνολική εγκατεστημένη ισχύς του κηροπλαστείου ήταν 18,4 KVA, που σημαίνει ότι το μέγιστο ρεύμα ανά φάση δεν θα έπρεπε να υπερέβαινε τα 26 Αμπέρ. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε δηλωθεί η ακριβής επιφάνεια του αρχικώς στεγασμένου χώρου του κτιρίου (255,55 τ.μ.), αλλά,...

δηλώθηκαν μόνο 200 τ.μ., δεν δηλώθηκε επίσης ούτε και μεταγενέστερα (πριν από την πυρκαγιά) η αυθαίρετη προσθήκη της αποθήκης, επιφάνειας 100 τ.μ., στο πατάρι της οποίας ήταν τοποθετημένη πλαστική δεξαμενή πετρελαίου... και στην οποία, λαμβανομένων υπόψη αυτεπαγγέλτως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της ανθρώπινης εμπειρίας, οπωσδήποτε υπήρχαν ηλεκτρικές εγκαταστάσεις φωτισμού και ρευματοδοτών, γεγονός που συνεπάγεται προφανώς επαυξημένα και μη δηλωθέντα ηλεκτρικά φορτία, ούτε υπεβλήθη στην ΔΕΗ η απαιτούμενη από το ν. 4483/1965 νέα "Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη".

Μετά την πυρκαγιά εκδόθηκε για την ανακατασκευή του κτιρίου της ενάγουσας η με αριθμό …/07 οικοδομική άδεια, με τίτλο "Αποκατάσταση ζημιών από πυρκαγιά στο κτίριο Βιομηχ. - Κηροποιείου και προσθήκη νέου μεταλλικού στην …/82 οικοδομική άδεια".... Όπως σαφώς προκύπτει από αυτήν γίνεται αναφορά στην προηγούμενη (αρχική) οικοδομική άδεια (…/82), στην οποία προβλεπόταν μόνο το αρχικό κτίριο, εμβαδού 255,55 τ.μ., μη περιλαμβανομένης της προσθήκης των 100 τ.μ.

που βάσει του τίτλου κτίσεως είχε προβλεφθεί ως "χώρος μελλοντικής επεκτάσεως του κτιρίου" και χορηγήθηκε άδεια για την ανακατασκευή της προσθήκη των 100 τ.μ. στον προαναφερθέντα "χώρο μελλοντικής επεκτάσεως του κτιρίου", όπου, όπως έχει ήδη εκτεθεί, είχε κατασκευαστεί η αυθαίρετη προσθήκη της αποθήκης.

Περαιτέρω, αν και,... πριν από την πυρκαγιά είχε λάβει χώρα ανακαίνιση του κηροπλαστείου, δεν υπεβλήθη στη ΔΕΗ, όπως έπρεπε και για την περίπτωση αυτή (βλ. παρ. 2.3 της Οδηγίας Διανομής Νο 6 ΔΕΔ/ΤΤΕ, έκδοση 2.5.1990) νέα "Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη", η οποία υποβάλλεται σε κάθε περίπτωση προσθήκης ή τροποποιήσεως ηλεκτρικής εγκαταστάσεως, συνεπαγόμενης ή μη αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος, καθώς αποτελεί την μοναδική ασφαλιστική δικλείδα για την σωστή και ακίνδυνη λειτουργία της ηλεκτρικής εγκαταστάσεως, δεδομένου ότι έχει καταργηθεί ο κρατικός έλεγχος και μοναδικός πλέον αρμόδιος είναι ο ηλεκτρολόγος - εγκαταστάτης.

Έτσι σχεδόν από την έναρξη της λειτουργίας του οι ανάγκες του κηροπλαστείου σε ηλεκτρική ενέργεια, για την λειτουργία των εγκατεστημένων σ' αυτό μηχανημάτων και για τον φωτισμό του, ήταν μεγαλύτερες από την δηλωθείσα ως άνω συνολική εγκατεστημένη ισχύ του, των 18,4 KVA,... Οι ανάγκες δηλαδή του κηροπλαστείου σε ηλεκτρική ενέργεια, για την λειτουργία των εγκατεστημένων σ' αυτό μηχανημάτων και για τον φωτισμό του, πριν από την πυρκαγιά, ήταν μεγαλύτερες από την προαναφερόμενη δηλωθείσα ως άνω συνολική εγκατεστημένη ισχύ του, των 18,4 KVA, και ανήρχοντο σε 51,34 KVA, όση δηλαδή δηλώθηκε με την, υποβληθείσα μετά την πυρκαγιά, από 24.12.2008 Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη...".

Περαιτέρω, μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας ως άνω πραγματογνωμοσύνης, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η φωτιά η οποία εκδηλώθηκε το απόγευμα της 16-12-2006 στην επιχείρηση της ενάγουσας, είχε αιτία ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα μεγάλης έντασης που εκδηλώθηκε στον χώρο της αποθήκης, στο κατακόρυφο υπέργειο τμήμα της εγκατάστασης για την ηλεκτροδότηση του κηροπλαστείου, στο σημείο που ξεκινούσε από την έξοδο του υπογείου καλωδίου παροχής από το έδαφος και εκτεινόταν έως το σημείο εισόδου του καλωδίου στον τοίχο που διαχώριζε την αποθήκη από τον στεγασμένο χώρο παραγωγής, όπως τούτο προκύπτει με βεβαιότητα, από την από 27-2-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν,...

οι ορισθέντες από το Πυροσβεστικό Σώμα Ηρακλείου πραγματογνώμονες, Β. Κ., ειδικός πραγματογνώμων, Π. Μ., μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος και Ν. Ξ., χημικός μηχανικός. Η αιτία για την εκδήλωση του βραχυκυκλώματος δεν αποδείχθηκε, πλην όμως θα μπορούσε να είναι είτε η εισροή νερού ή η εισχώρηση υγρασίας στον μετρητή, στο μπαροκιβώτιο ή και στο καλώδιο αυτού, είτε η μηχανική καταπόνηση και αλλοίωση του καλωδίου, είτε η καταστροφή του προστατευτικού σωλήνα και του μονωτικού περιβλήματος των αγωγών από τρωκτικά, είτε η αστοχία υλικού, με πιθανότερη αιτία, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, την εισχώρηση υγρασίας στο καλώδιο παροχής, διότι βρέθηκε ο μεταλλικός σωλήνας προστασίας του να φέρει στο κατώτατο σημείο του, εκεί δηλαδή που εισέρχεται στο έδαφος, ίχνη προχωρημένης οξείδωσης σε όλο το πάχος του τοιχώματος του, οξείδωση η οποία, κατά την κοινή πείρα, μπορούσε να έχει ως επακόλουθο τον τραυματισμό ή την καταστροφή του περιβλήματος του καλωδίου στο σημείο εκείνο.

Από τα ευρήματα στον χώρο της αποθήκης και στον συνεχόμενο αυτής χώρο της παραγωγής της επιχείρησης της ενάγουσας και μετά από την αξιολόγησή τους, βεβαιώνεται από τους ως άνω πραγματογνώμονες ότι, το σημείο έναρξης της φωτιάς κατόπιν βραχυκυκλώματος, ήταν στον χώρο της αποθήκης όπου βρισκόταν το καλώδιο παροχής ηλεκτρικού (τριφασικού) ρεύματος που αναχωρούσε από το κιβώτιο διανομής, το μπαροκιβώτιο και ο μετρητής και από εκεί ακολούθως η φωτιά εξαπλώθηκε στον χώρο παραγωγής, αποκλειομένου του βραχυκυκλώματος στην εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του κτιρίου που ελέγχεται από τον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα, την ευθύνη λειτουργίας και συντήρησης της οποίας έχει η ενάγουσα, αφού εκεί δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς.

Αναλυτικότερα, βρέθηκε το τμήμα του υπογείως εγκατεστημένου καλωδίου παροχής της ΔΕΗ από το σημείο που αναδύει από το έδαφος μέχρι το μπαροκιβώτιο και στο κατώτερο τμήμα του, με σαφή ίχνη βραχυκυκλώματος που δημιουργήθηκε κατόπιν συσσωμάτωσης των δύο ενεργών αγωγών (φάσεων) του, χωρίς να έχει επηρεαστεί ο τρίτος αγωγός (φάση) και ο ουδέτερος αγωγός, γεγονός που καταδεικνύει επιπλέον, ότι η συσσωμάτωση ήταν αποτέλεσμα του βραχυκυκλώματος και όχι επακόλουθο της πυργκαγιάς, διότι τότε θα είχαν συσσωματωθεί όλοι οι αγωγοί.

Περαιτέρω, βρέθηκαν ίχνη του βραχυκυκλώματος με μεγάλη ένταση στο καλώδιο εξόδου του μετρητή προς τον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα και ίχνη του βραχυκυκλώματος εντός του χώρου παραγωγής, στους αγωγούς από τον μετρητή έως τον Γενικό Πίνακα, με μικρή ένταση. Επίσης στον χώρο της αποθήκης και ειδικότερα στον τοίχο με το μπαροκιβώτιο και τον μετρητή, παρατηρήθηκε συμπεριφορά των υλικών σε μεγάλο βαθμό διαφορετική από άλλα σημεία του καιόμενου χώρου και συγκεκριμένα παρατηρήθηκε πλήρης απώλεια της διατομής ξύλινων τμημάτων (πλατφόρμας-υποκείμενου καροτσιού μεταφοράς), αλλοίωση της ταυτότητας του υλικού (τήξη) των μεταλλικών μερών του μπαροκιβωτίου, του μετρητή του υπέργειου τμήματος του καλωδίου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και των οπλισμών του σκυροδέματος, ασβεστοποίηση σε ικανό βαθμό των αδρανών υλικών, φαινόμενο που παρατηρείται σε παρατεταμένη έκθεση σε θερμοκρασία άνω των 800 βαθμών Κελσίου, απολεπίσεις - αποφλοιώσεις - εκτινάξεις δομικών υλικών και ιδιαίτερα της παρακείμενης κολώνας οπλισμένου σκυροδέματος και καταπτώσεις μεταλλικών τμημάτων της οροφής και των στηριγμάτων της, λόγω μηχανικής εξασθένησης τους από την παρατεταμένη υψηλή θερμοκρασία.

Στον χώρο παραγωγής βρέθηκε ο γενικός διακόπτης του Γενικού Ηλεκτρικού Πίνακα στη θέση ΟFF, δηλαδή σε θέση που διακόπτεται η παροχή ρεύματος από τους ενεργούς (υπό τάση) αγωγούς, άρα στον χώρο αυτόν δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα πριν ή κατά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, τα καζάνια επεξεργασίας της παραφίνης που βρισκόταν στον ίδιο χώρο (ένα μεγάλο 1.000 λίτρων, ένα βοηθητικό 600 λίτρων και δύο μικρότερα ηλεκτρικά για την τήξη μελισσόκηρου) βρέθηκαν άδεια και μόνο το μεγάλο παραφίνη και χωρίς να παρουσιάζει εξωτερικές αλλοιώσεις και αξιόλογες στρεβλώσεις, ο ξύλινος πάγκος εργασίας βρέθηκε χωρίς να έχει καεί η κάτω εξωτερική επιφάνεια αυτού και με ίχνη επιφανειακής καύσης στην άνω πλευρά του, γεγονότα που καταδεικνύουν ότι στο σημείο αυτό (χώρο παραγωγής) η φωτιά μεταδόθηκε κατά την φάση εξάπλωσής της, το δάπεδο του χώρου παραγωγής στο μεγαλύτερο μέρος καλυμμένο, με λιωμένη - στερεοποιημένη παραφίνη, το οποίο όμως εμφανιζόταν χωρίς ίχνη καύσης (αιθάλη) μετά την απομάκρυνση της παραφίνης, γεγονός που καταδεικνύει ότι πρώτα καλύφθηκε το δάπεδο με παραφίνη και ακολούθως έγινε η ανάφλεξη, ο χώρος της τουαλέτας, όπου υπήρχαν είδη υγιεινής αλλά και τοποθετημένες λαμπάδες, βρέθηκε χωρίς σημαντικές αλλοιώσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι η φωτιά έφτασε εκεί στην τελική της φάση, όπως και στον χώρο των γραφείων που βρέθηκε με σημαντικά υπολείμματα ακουστής ύλης.

Τα ίχνη βραχυκυκλώματος στο υπέργειο τμήμα της εγκατάστασης της ΔΕΗ που βρισκόταν στην αποθήκη, από την αναχώρηση του καλωδίου παροχής από το κιβώτιο διανομής μέχρι την αναχώρηση του καλωδίου από τον μετρητή, ο βαθμός απολέπισης των δομικών υλικών και η ασβεστοποίηση τους καθώς και οι καταπτώσεις των μεταλλικών δομικών στοιχείων (δοκών, λαμαρίνων κλπ) στο τμήμα αυτό της αποθήκης, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα ευρήματα στον χώρο της παραγωγής, τον χώρο της τουαλέτας και στο χώρο των γραφείων, δεν καταλείπουν αμφιβολίας ως προς τον τόπο έναρξης της πυρκαγιάς, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω.

Κατά την έρευνα των αιτίων της πυρκαγιάς από την πυροσβεστική υπηρεσία, δεν ανευρέθηκαν ασφάλειες ή υπολείμματα άλλου είδους ασφαλιστικής διάταξης του μετρητή και επίσης στο κιβώτιο διανομής (link box) βρέθηκε ότι δεν είχαν τοποθετηθεί μαχαιρωτές ασφάλειες τήξης αλλά είχαν τοποθετηθεί "μεταλλικές γέφυρες", δηλαδή στοιχείο απλής διασύνδεσης χωρίς ασφαλιστική διάταξη, ώστε η μόνη ασφάλεια που παρεμβαλλόταν μεταξύ υποσταθμού και μετρητή της επιχείρησης της ενάγουσας ήταν η ασφάλεια των 250 Α του Υποσταθμού Μέσης Τάσης, η οποία προοριζόταν όμως για την προστασία του καλωδίου τροφοδοσίας του κιβωτίου διανομής, διατομής 3 Χ 150 τετραγωνικών χιλιοστών και όχι των κατά πολύ μικρότερης διατομής και αντίστοιχα αντοχής (3X50 τετραγωνικά χιλιοστά) καλωδίων από το κιβώτιο διανομής προς το μπαροκιβώτιο και τον μετρητή της ενάγουσας και η οποία μπορούσε να προστατεύσει από βραχυκύκλωμα μόνο την μεγαλύτερης ισχύος των 125 Α επιχείρηση της εταιρείας "ΑΛΙΚΟΝ".

Η ανυπαρξία ασφαλειών στα παραπάνω δύο σημεία (link box και μετρητή), επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι υπήρξε ολική τήξη της διατομής όλων των αγωγών στο τελικό σημείο της εγκατάστασης ευθύνης της ΔΕΗ και δη στο καλώδιο εξόδου του μετρητή προς τον Γενικό Πίνακα, ενώ δεν αμφισβητείται από το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε αντικατάσταση του μετρητή κατά έτη 1992 και 1997, καθώς τεχνικά τούτο δεν εμποδίζεται από την απουσία ασφαλειών, αφού αντικατάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί και κατόπιν διακοπής του ρεύματος με αποσύνδεση της παροχής προς τον μετρητή από το link box, αφαιρώντας τις αντίστοιχες μεταλλικές γέφυρες, ή και με την αποσύνδεσή της από το μπαροκιβώτιο.

Συνεπώς, δεν λειτούργησε καμία ασφαλιστική διάταξη για να διακόψει την τάση του αγωγού που αναχωρούσε από το κιβώτιο διανομής και κατέληγε στον μετρητή ή του αγωγού που αναχωρούσε από τον μετρητή και κατέληγε στον Γενικό Πίνακα, αντιθέτως, μετά την συσσωμάτωση κατά τα ανωτέρω των δύο ενεργών αγωγών του καλωδίου παροχής λόγω του βραχυκυκλώματος και την καταστροφή της μονωτικής επικάλυψης όλων των αγωγών, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας που αναπτύχθηκε, ηλεκτροδοτήθηκε καθώς ήρθε σε επαφή με τους ενεργούς και ο ουδέτερος αγωγός (στην ηλεκτροδότηση του οποίου συνέβαλε και ο τρίτος αγωγός όσο ήταν ακόμη υπό τάση), με περαιτέρω αποτέλεσμα μέσω της ουδετερογείωσης (διασύνδεση γείωσης και ουδέτερου) να ηλεκτροδοτηθεί και να διαρρεύσει ρεύμα σε όλα τα συνδεδεμένα μηχανήματα και να δημιουργηθούν με την επέκταση του βραχυκυκλώματος, εστίες φωτιάς και στον χώρο της παραγωγής, έστω και αν ο γενικός διακόπτης του Γενικού Πίνακα ήταν στην θέση "OFF"..., θέση στην οποία, ας σημειωθεί, είχε τοποθετηθεί ο γενικός διακόπτης, χωρίς καμία αμφιβολία, πριν από την εκδήλωση του βραχυκυκλώματος και της πυρκαγιάς, αφού μετά την πυρκαγιά ήταν αδύνατη η είσοδος στο εσωτερικό του κηροπλαστείου και γι' αυτό άλλωστε η κατάσβεση του πυρός επιχειρήθηκε από μικρό άνοιγμα που πραγματοποίησαν οι πυροσβέστες στην μεταλλική πόρτα της αποθήκης, η οποία ήταν και η είσοδος στον χώρο της παραγωγής του κηροπλαστείου.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, συμπέρασμα στο οποίο κατηγορηματικά καταλήγουν και οι ως άνω πραγματογνώμονες του πυροσβεστικού σώματος, ότι η πυρκαγιά στην επιχείρηση της ενάγουσας οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι δεν είχαν προβεί στην τοποθέτηση κατάλληλων ασφαλειών τόσο στο κιβώτιο διανομής (link box) όσο και στον μετρητή της εγκατάστασης για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην επιχείρηση της ενάγουσας αν και όφειλαν να έχουν τοποθετήσει:

α) μαχαιρωτές ασφάλειες στο κιβώτιο διανομής για να προστατεύεται, από τυχόν βραχυκύκλωμα, το καλώδιο διανομής ηλεκτρικού (τριφασικού) ρεύματος που αναχωρούσε από το κιβώτιο και κατέληγε στον μετρητή και β) τρία (3) τεμάχια ασφαλειών μεγέθους 35 Ampere (μια ασφάλεια για κάθε φάση - ενεργό αγωγό) ή μικροαυτόματος 3Χ40Α, ώστε να προστατεύεται ο μετρητής και το καλώδιο παροχής που αναχωρούσε από αυτόν και κατέληγε στον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα της επιχείρησης και τούτα διότι, κατά τους σχετικούς κανονισμούς της ΔΕΗ, κάθε καλώδιο ή μεμονωμένος αγωγός που διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα επιβάλλεται να ασφαλίζεται έναντι βραχυκυκλώματος με ασφαλιστική διάταξη η οποία εγκαθίσταται στην αρχή του αγωγού, η οποία, ανάλογα με το ονομαστικό μέγεθος των ασφαλειών και σε συνάρτηση με την διατομή του αγωγού, προστατεύει την ακεραιότητα των αγωγών από υπερεντάσεις, που οφείλονται σε βραχυκύκλωμα και είναι πολλαπλάσιες των εντάσεων κανονικής λειτουργίας, με την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής διάταξης και ακόμα ειδικότερα, οι ασφάλειες που τοποθετούνται στον μετρητή και απομονώνουν από το δίκτυο Χ.Τ. (Χαμηλής Τάσης) τον μετρητή και την εσωτερική εγκατάσταση, προστατεύουν εκτός από βραχυκυκλώματα που μπορούν να γίνουν μετά τον μετρητή (πχ στη γραμμή μετρητή-πίνακα ή στον γενικό πίνακα της εσωτερικής εγκατάστασης) και από υπερφορτίσεις αν οι γενικές ασφάλειες του πίνακα της εσωτερικής εγκατάστασης αντικατασταθούν αντικανονικά από τον καταναλωτή με άλλες μεγαλύτερες, γι' αυτό και το ονομαστικό τους ρεύμα (των ασφαλειών) πρέπει να είναι ίσο ή μικρότερο από τα μέγιστα επιτρεπόμενα ρεύματα φορτίσεως του καλωδίου παροχής (βλ για τα ανωτέρω την από 27-2-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την ΟΔΗΓΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Νο 22 της ΔΕΗ).

Στην προκειμένη περίπτωση, αν είχαν τοποθετηθεί στον μετρητή ασφάλειες του ορθού μεγέθους για την συγκεκριμένη παροχή του κηροπλαστείου (3Χ35Α ή και μικροαυτόματος 3Χ40Α) τότε αυτές θα λειτουργούσαν σε μικρότερο χρόνο από εκείνον που η υπερένταση από το βραχυκύκλωμα θα προκαλούσε ανύψωση της θερμοκρασίας κάθε αγωγού σε όριο πέραν του επιτρεπομένου και ενόψει του ότι ο κάθε αγωγός που θα ασφάλιζαν είχε διατομή 35 τετραγωνικά χιλιοστά...., δηλαδή είχε πολύ μεγαλύτερη αντοχή σε Ampere από τα 35 Ampere, δεδομένου ότι κατά τους κανονισμούς της ΔΕΗ η, στην περίπτωση αυτή, ελάχιστη απαιτούμενη διατομή (αντοχή) κάθε αγωγού είναι 10 τετραγωνικά χιλιοστά (βλ πίνακα ΙΧ της ΟΔΗΓΙΑΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Νο 22 της ΔΕΗ), η λειτουργία τους θα είχε ως αποτέλεσμα την διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και την αποτροπή της πυρκαγιάς.

Όπως προεκτέθηκε, κατά την έναρξη της λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας, δηλώθηκε στην εναγομένη ότι η εγκατεστημένη ισχύς ηλεκτρικού ρεύματος στο κηροπλαστείο ήταν 18,4 KVA, δηλαδή παροχή Νο 2 των κανονισμών της ΔΕΗ, όπου το μέγιστο ρεύμα ανά φάση δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 26 Α, με απαιτούμενες για προστασία ασφάλειες του μετρητή 3Χ35Α ή μικροαυτόματος 3Χ40Α και με ελάχιστη διατομή του αγωγού 10 τετραγωνικά χιλιοστά (βλ πίνακα ΙΧ της ΔΕΗ που περιλαμβάνεται στην ΟΔΗΓΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Νο 22 και πίνακα Β2-11 που επισυνάπτεται στην πραγματογνωμοσύνη του Ι.

Μ.) και στην συνέχεια, λόγω των αυξημένων αναγκών του κηροπλαστείου, ανήλθε αυτή, χωρίς γνώση της εναγομένης, σε 51,34 KVA, δηλαδή το επιτρεπόμενο ρεύμα ανά φάση δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 80 Α, με ελάχιστη διατομή του αγωγού για την προστασία από βραχυκύκλωμα από τις ασφάλειες του μετρητή 25 τετραγωνικά χιλιοστά, κατά τους ίδιους ως άνω αναφερόμενους πίνακες.

Όμως, παρά την αύξηση των καταναλώσεων του κηροπλαστείου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει θερμική καταπόνηση από υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής από τον μετρητή έως τον Γενικό Πίνακα, καθώς η διατομή (αντοχή) κάθε αγωγού ήταν 35 τετραγωνικά χιλιοστά και τούτο επέτρεπε ασφαλώς την χρήση ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι και 100 Α....

Επίσης, αν και δεν αποδείχθηκε ότι είχε γίνει έλεγχος των μονώσεων, των γειώσεων και των ισοδυναμικών συνδέσεων της επέκτασης της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στον χώρο του κηροπλαστείου, τυχόν αστοχία τους, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να συμβάλλει ούτε στην δημιουργία βραχυκυκλώματος, ούτε στην εκδήλωση της πυρκαγιάς καθώς η εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του κηροπλαστείου δεν ήταν υπό τάση, αφού ο γενικός διακόπτης του Γενικού Ηλεκτρικού Πίνακα ήταν κλειστός και ειδικά το καλώδιο παροχής στο τμήμα από τον μετρητή έως τον Γενικό Πίνακα θα έπρεπε να προστατευτεί και σε αυτή την περίπτωση, από προτεταγμένη ασφαλιστική διάταξη, δηλαδή από ασφάλειες του μετρητή.

Περαιτέρω, αν είχαν τοποθετηθεί ασφάλειες (μαχαιρωτές ασφάλειες) στο κιβώτιο διανομής (ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχαν τοποθετηθεί ασφάλειες στον μετρητή), αυτές θα λειτουργούσαν και θα διέκοπταν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στον αγωγό που μετέφερε το ηλεκτρικό ρεύμα από το κιβώτιο διανομής στον μετρητή, στο υπέργειο τμήμα του οποίου και πριν τον μετρητή,...

βρέθηκαν ίχνη βραχυκυκλώματος, με αποτέλεσμα και πάλι την αποτροπή της πυρκαγιάς. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι την επομένη ημέρα του συμβάντος, οι υπάλληλοι της εναγομένης, τοποθέτησαν δοκιμαστικά στο ως άνω κιβώτιο διανομής τρείς ασφάλειες (μια σε κάθε φάση), στο καλώδιο παροχής ρεύματος προς τον μετρητή της ενάγουσας και με την ηλεκτροδότηση της γραμμής, συνέβη άμεση τήξη των δύο εκ των τριών ασφαλειών, ακριβώς λόγω της ύπαρξης του ανωτέρω βραχυκυκλώματος και της συσσωμάτωσης των δύο εκ των τριών αγωγών στο καλώδιο αυτό.

Ο πραγματογνώμονας που ορίσθηκε από το Δικαστηρίου τούτο, γνωμοδότησε ότι δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη ασφαλειών (μαχαιρωτών ασφαλειών τήξεως) στο κιβώτιο διανομής (link box) του υπογείου δικτύου χαμηλής τάσης (ΧΤ), διότι τα κιβώτια διανομής αντιστοιχούν στους στύλους του εναέριου δικτύου Χ.Τ. και όπως στους στύλους Χ.Τ.

σε κανένα καλώδιο παροχής καταναλωτή δεν τοποθετούνται ασφάλειες, αλλά τα καλώδια συνδέονται απευθείας, με σφικτήρες, στο κεντρικό δίκτυο της Χ.Τ. που φέρει ο στύλος, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα υπόγεια καλώδια που τροφοδοτούν παροχές καταναλωτών από υπόγεια κιβώτια διακλάδωσης (link boxes) δεν ασφαλίζονται αλλά συνδέονται στο link box με το κεντρικό υπόγειο καλώδιο Χ.Τ.

με τα μεταλλικά ελάσματα (μαχαίρια). Όμως τούτο δεν είναι αληθές διότι, όπως αναφέρεται στην.. ΟΔΗΓΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Νο 22 της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής της ΔΕΗ, τοποθετούνται ασφάλειες στα δίκτυα Χ.Τ., οι ασφάλειες των αναχωρήσεων είναι μαχαιρωτές και μπορούν κατ' εξαίρεση μόνο να παραλειφθούν, αν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: 1) αν ο υποσταθμός διανομής είναι εναέριος και οι ασφάλειες Μ.Τ.

είναι...2) η ονομαστική ισχύ του Μετασχηματιστή Διανομής είναι 75 ΚVΑ ή μεγαλύτερη 3) αν ηλεκτροδοτείται ένα μόνο καταναλωτής Νο 5,Νο 6 και Νο7 (δηλαδή ισχύος από 85 KVA και άνω) και 4) η παροχή του καταναλωτή συνδέεται στον Υποσταθμό χωρίς παρεμβολή δικτύου Χ.Τ, προϋποθέσεις οι οποίες όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η αρχικά δηλωθείσα στην εναγομένη εγκατεστημένη ισχύς της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του κηροπλαστείου ήταν 18KVA, διάφορη δηλαδή της μεγαλύτερης πραγματικά εγκατεστημένης ισχύος, δεν ασκεί, σε κάθε περίπτωση, καμία επιρροή για την ασφάλιση και προστασία του καλωδίου παροχής που αναχωρεί από το κιβώτιο διανομής προς ηλεκτροδότηση του κηροπλαστείου, καθώς η ζητούμενη ισχύς από τον κάθε καταναλωτή καθορίζει μόνο την ελάχιστη διατομή του καλωδίου παροχής....

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, αποκλειστικά υπαίτια της ζημίας της ενάγουσας, από την εν λόγω πυρκαγιά, είναι η εναγομένη, χωρίς να συντρέχει καμία υπαιτιότητα της ίδιας της ενάγουσας στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας της. Ο τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης και μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Π.

Μ., Καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αμφισβητώντας όλα τα ανωτέρω, θεωρεί αιτία της πυρκαγιάς, την διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος από υπέρμετρα φορτία και κακοτεχνίες στην εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση της ενάγουσας, η οποία επεκτάθηκε παρανόμως, λόγω της οποίας δημιουργήθηκε υπερθέρμανση σε κάποιο τμήμα του κυκλώματος που στην συνέχεια προκάλεσε ανάφλεξη των εύφλεκτων υλικών του κηροπλαστείου.

Όμως, εκτός του ότι πιθανολογεί την ύπαρξη διαρροής ρεύματος και δεν παραθέτει ευρήματα που την αποδεικνύουν ή έστω την πιθανολογούν σφόδρα, ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος στηρίζει την θέση του στο αναληθές γεγονός ότι δεν προκλήθηκε βραχυκύκλωμα πριν την πυρκαγιά στο τμήμα της ηλεκτρικής εγκατάστασης μέχρι τον μετρητή, διότι τότε, κατά τους ισχυρισμούς του, αν αιτία της πυρκαγιάς ήταν το βραχυκύκλωμα στο τμήμα εξόδου του υπογείου καλωδίου από το έδαφος, θα έπρεπε να έχει επέλθει τήξη των ασφαλειών του Υποσταθμού λόγω της συνθήκης ουδετέρωσης που αναλύει και προεκτέθηκε, θέση με την οποία συντάσσεται και ο πραγματογνώμονας Ι.

Μ.. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί διότι οι ασφάλειες του Υποσταθμού, από τον οποίο τροφοδοτείτο με ρεύμα η ευρύτερη περιοχή και διανεμόταν ηλεκτρικό ρεύμα και στην επιχείρηση της ενάγουσας, δεν μπορούσαν, στην προκειμένη περίπτωση, να τηκτούν και να προστατεύσουν με διακοπή του ρεύματος την εγκατάσταση του κηροπλαστείου από το βραχυκύκλωμα που έλαβε χώρα στο τμήμα εξόδου του καλωδίου από το έδαφος και να αποφευχθεί η πυρκαγιά, διότι ήταν ονομαστικού μεγέθους 250 Α, προορισμένες να προστατεύουν το καλώδιο μεγαλύτερης διατομής (και αντοχής αντίστοιχα) 3Χ150 τετραγωνικών χιλιοστών, το οποίο τροφοδοτούσε το κιβώτιο διανομής και όχι το κατά πολύ μικρότερης διατομής (και αντοχής αντίστοιχα) 3Χ50 τετραγωνικών χιλιοστών, καλώδιο που αναχωρούσε από το κιβώτιο διανομής και κατέληγε στον μετρητή, δηλαδή είχαν μέγεθος πολλαπλάσιο της απαιτούμενης ασφάλειας για το συγκεκριμένο καλώδιο (από το κιβώτιο διανομής στον μετρητή), η οποία σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς έπρεπε να είναι μέχρι 112 Α (βλ σχετικό πίνακα 52-Κ3 της ΔΕΗ που επισυνάπτεται στην τεχνική έκθεση του Κ.

Σ.) και συνεπώς, προστάτευαν από βραχυκύκλωμα έντασης ρεύματος πολλαπλάσιας της αντοχής του παροχικού καλωδίου του κηροπλαστείου. Ας σημειωθεί επιπλέον, ότι τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα τεχνικά θέματα, ακολουθούν τους ισχύοντες κανονισμούς (ΕΛΟΤ HD 384 άρθρο 473,2) κατά τους οποίους: "... σε κάθε σημείο μιας γραμμής όπου υπάρχει μείωση της διατομής των αγωγών της, ή μια άλλη αλλαγή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των χαρακτηριστικών της, θα πρέπει να εγκαθίσταται μια διάταξη τέτοια που θα εξασφαλίζει την προστασία έναντι βραχυκυκλωμάτων", κανονισμούς δηλαδή που επιβάλλουν ασφαλιστική διάταξη ανάλογη κάθε φορά της διατομής των αγωγών της γραμμής, ώστε να εξασφαλισθεί προστασία από το βραχυκύκλωμα μετά την ασφάλεια αυτή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας την αναιρεσείουσα αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση της πυρκαγιάς και την επελθούσα από αυτή ζημία της αναιρεσίβλητης, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και αφού δέχθηκε ότι η ζημία της τελευταίας ανερχόταν στο ποσό των 353.675,86 ευρώ, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτή ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 330 και 914 του Α.Κ., καθώς και τις διατάξεις του ν. 4483/1965, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια, υπό τη διπλή λειτουργία της αμέλειας, συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνισταμένη στην παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της να προβούν στην τοποθέτηση κατάλληλων ασφαλειών τόσο στο κιβώτιο διανομής (link box) όσο και στον μετρητή της εγκατάστασης για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην επιχείρηση της ενάγουσας, η οποία (συμπεριφορά), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) στη συγκεκριμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία και θεμελιώνει την ένδικη αξίωση αυτής προς αποζημίωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των πραναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας στην πρόκληση της πυρκαγιάς στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, καθώς και της συνδρομής των λοιπών απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για την αδικοπρακτική ευθύνη της και, ειδικότερα, α) ότι το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς ήταν στον χώρο της αποθήκης, όπου βρισκόταν το καλώδιο παροχής ηλεκτρικού (τριφασικού) ρεύματος που αναχωρούσε από το κιβώτιο διανομής, το μπαροκιβώτιο και ο μετρητής και από εκεί ακολούθως η φωτιά εξαπλώθηκε στον χώρο παραγωγής, αποκλειομένου του βραχυκυκλώματος στην εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του κτιρίου που ελέγχεται από τον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα, την ευθύνη λειτουργίας και συντήρησης της οποίας έχει η ενάγουσα, β) ότι η πυρκαγιά είχε αιτία ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα μεγάλης έντασης που εκδηλώθηκε στον χώρο της αποθήκης, στο κατακόρυφο υπέργειο τμήμα της εγκατάστασης για την ηλεκτροδότηση του κηροπλαστείου, στο σημείο που ξεκινούσε από την έξοδο του υπογείου καλωδίου παροχής από το έδαφος και εκτεινόταν έως το σημείο εισόδου του καλωδίου στον τοίχο που διαχώριζε την αποθήκη από τον στεγασμένο χώρο παραγωγής, γ) ότι βρέθηκαν ίχνη βραχυκυκλώματος με μεγάλη ένταση στο καλώδιο εξόδου του μετρητή προς τον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα, ενώ και το τμήμα του υπογείως εγκατεστημένου καλωδίου παροχής της ΔΕΗ από το σημείο που αναδύει από το έδαφος μέχρι το μπαροκιβώτιο και στο κατώτερο τμήμα του, βρέθηκε, επίσης, με σαφή ίχνη βραχυκυκλώματος που δημιουργήθηκε κατόπιν συσσωμάτωσης των δύο ενεργών αγωγών (φάσεων) του, η συσσωμάτωση δε αυτή ήταν αποτέλεσμα του βραχυκυκλώματος και όχι επακόλουθο της πυργκαγιάς, δ) ότι η μόνη ασφάλεια που παρεμβαλλόταν μεταξύ υποσταθμού και μετρητή της επιχείρησης της ενάγουσας ήταν η ασφάλεια των 250 Α του Υποσταθμού Μέσης Τάσης, η οποία, όμως, προοριζόταν για την προστασία του καλωδίου τροφοδοσίας του κιβωτίου διανομής, διατομής 3 Χ 150 τετραγωνικών χιλιοστών, και όχι των κατά πολύ μικρότερης διατομής και αντίστοιχα αντοχής (3X50 τετραγωνικά χιλιοστά) καλωδίων από το κιβώτιο διανομής προς το μπαροκιβώτιο και τον μετρητή της ενάγουσας, ε) ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας δεν είχαν τοποθετήσει, όπως όφειλαν, 1) μαχαιρωτές ασφάλειες στο κιβώτιο διανομής για να προστατεύεται, από τυχόν βραχυκύκλωμα, το καλώδιο διανομής ηλεκτρικού (τριφασικού) ρεύματος που αναχωρούσε από το κιβώτιο και κατέληγε στον μετρητή και 2) τρία (3) τεμάχια ασφαλειών μεγέθους 35 Ampere (μια ασφάλεια για κάθε φάση - ενεργό αγωγό) ή μικροαυτόματος 3Χ40Α στο μετρητή της εγκατάστασης, ώστε να προστατεύεται ο μετρητής και το καλώδιο παροχής που αναχωρούσε από αυτόν και κατέληγε στον Γενικό Ηλεκτρικό Πίνακα της επιχείρησης, στ) ότι, αν είχαν τοποθετηθεί στον μετρητή ασφάλειες του ορθού μεγέθους για την συγκεκριμένη παροχή του κηροπλαστείου (3Χ35Α ή και μικροαυτόματος 3Χ40Α) τότε αυτές θα λειτουργούσαν σε μικρότερο χρόνο από εκείνον που η υπερένταση από το βραχυκύκλωμα θα προκαλούσε ανύψωση της θερμοκρασίας κάθε αγωγού σε όριο πέραν του επιτρεπομένου και η λειτουργία τους θα είχε ως αποτέλεσμα την διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και την αποτροπή της πυρκαγιάς, ζ) ότι παρά την αύξηση των καταναλώσεων του κηροπλαστείου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει θερμική καταπόνηση από υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής από τον μετρητή έως τον Γενικό Πίνακα και, επίσης, τυχόν αστοχία, λόγω μη σχετικού ελέγχου, των μονώσεων, γειώσεων και ισοδύναμων συνδέσεων της επέκτασης της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στον χώρο του κηροπλαστείου, δεν θα μπορούσε να συμβάλλει ούτε στην δημιουργία βραχυκυκλώματος, ούτε στην εκδήλωση της πυρκαγιάς, αφού η εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του κηροπλαστείου δεν ήταν υπό τάση, η) ότι, ειδικά, το καλώδιο παροχής στο τμήμα από τον μετρητή έως τον Γενικό Πίνακα θα έπρεπε, σε περίπτωση βραχυκυκλώματος αυτού, να προστατευτεί από προτεταγμένη ασφαλιστική διάταξη, δηλαδή από ασφάλειες του μετρητή, οι οποίες, όμως, δεν υπήρχαν και θ) ότι αν είχαν τοποθετηθεί ασφάλειες (μαχαιρωτές ασφάλειες) στο κιβώτιο διανομής (ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχαν τοποθετηθεί ασφάλειες στον μετρητή ), αυτές θα λειτουργούσαν και θα διέκοπταν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στον αγωγό που μετέφερε το ηλεκτρικό ρεύμα από το κιβώτιο διανομής στον μετρητή, στο υπέργειο τμήμα του οποίου και πριν τον μετρητή βρέθηκαν ίχνη βραχυκυκλώματος, με αποτέλεσμα και πάλι την αποτροπή της πυρκαγιάς.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, έκτος και έβδομος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας για την πρόκληση της πυρκαγιάς με αντιφατική άλλως διαζευκτική αιτιολογία, καθόσον, ενώ αρχικώς δέχεται ότι "Η φωτιά...

είχε αιτία ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα μεγάλης έντασης που εκδηλώθηκε στον χώρο της αποθήκης...", στη συνέχεια διαλαμβάνει, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι "Η αιτία για την εκδήλωση του βραχυκυκλώματος δεν αποδείχθηκε, πλην όμως θα μπορούσε να είναι είτε η εισροή νερού ή η εισχώρηση υγρασίας στον μετρητή, στο μπαροκιβώτιο ή και στο καλώδιο αυτού, είτε η μηχανική καταπόνηση και αλλοίωση του καλωδίου, είτε η καταστροφή του προστατευτικού σωλήνα και του μονωτικού περιβλήματος των αγωγών από τρωκτικά, είτε η αστοχία υλικού, με πιθανότερη αιτία, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, την εισχώρηση υγρασίας στο καλώδιο παροχής".

Ωστόσο, οι ως άνω παραδοχές δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η αμέλεια της αναιρεσείουσας, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, συνίσταται στην παράλειψη των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα οργάνων να τοποθετήσουν, όπως όφειλαν, ασφάλειες στο μετρητή και στο κιβώτιο διανομής, προκειμένου να γίνει διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση βραχυκυκλώματος που θα προκαλείτο από οποιαδήποτε αιτία και το οποίο (βραχυκύκλωμα) πράγματι έλαβε χώρα, και δεν δέχθηκε περιορισμένη ευθύνη της αναιρεσείουσας για βραχυκύκλωμα από ορισμένη μόνον αιτία, ώστε να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αιτίας του βραχυκυκλώματος.

Επίσης, ο έβδομος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το καλώδιο μετά το μετρητή της ΔΕΗ ανήκει σ' αυτή και όχι στην εγκατάσταση του καταναλωτή και ότι, συνακόλουθα, υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας για την πρόκληση της πυρκαγιάς, παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 4483/1965 περί εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, που ορίζει ότι "Εις οιανδήποτε περίπτωσιν, φθοράς εν όλων ή εν μέρει ιδιοκτησίας τινός ή ηλεκτροπληξίας, η Δ.Ε.Η.

δεν ευθύνεται, εάν η φθορά ή η ηλεκτροπληξία προεκλήθη εκ της μετά τον ηλεκτρικόν γνώμονα ηλεκτρικής εγκαταστάσεως", είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το καλώδιο μετά το μετρητή ανήκει στη ΔΕΗ, αλλά ότι οι ασφάλειες που τοποθετούνται στο μετρητή προστατεύουν το συγκεκριμένο καλώδιο μέχρι τον ηλεκτρικό πίνακα της εγκατάστασης του καταναλωτή και ότι η έλλειψη των ασφαλειών αυτών προκάλεσε την πυρκαγιά.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον έκτο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να αγνοήσει την παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προβεί σε ανανέωση "Υπεύθυνης Δήλωσης του Εγκαταστάτη", παραβίασε το άρθρο 4 του ως άνω ν. 4483/1965, που προβλέπει τις προϋποθέσεις τροποποίησης της αρχικής ηλεκτρικής εγκατάστασης, είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω παράλειψη δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς και δεν αναιρεί την ευθύνη της αναιρεσείουσας για την τοποθέτηση των κατάλληλων ασφαλειών, καθόσον, όπως δέχθηκε, η πραγματικά εγκατεστημένη ισχύς της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, που ήταν μεγαλύτερη της αρχικώς δηλωθείσας, δεν ασκούσε, σε κάθε περίπτωση, καμιά επιρροή στην υποχρέωση ασφάλισης και προστασίας του καλωδίου παροχής που αναχωρεί από το κιβώτιο διανομής προς ηλεκτροδότηση του κηροπλαστείου, "καθώς η ζητούμενη ισχύς από τον κάθε καταναλωτή καθορίζει μόνο την ελάχιστη διατομή του καλωδίου παροχής".

Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας ή σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου και της αναιρεσείουσας που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα.

Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 752/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1552/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφενός μεν με το να δεχθεί 1) ότι το καλώδιο μετά το μετρητή της ΔΕΗ ανήκει σε αυτή και όχι στην εγκατάσταση του καταναλωτή, 2) ότι υπήρξε βραχυκύκλωμα στο τμήμα εξόδου του υπογείου καλωδίου από το έδαφος, αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να συμβεί τήξη των ασφαλειών των 250 Α στο ασφαλειοκιβώτιο του υποσταθμού της ΔΕΗ και, επίσης, ότι αιτία της πυρκαγιάς ήταν έλλειψη ασφαλειών, αφού στο μετρητή υπήρχαν οι προβλεπόμενες, ενώ στο Link box δεν τοποθετούνται ασφάλειες, 3) ότι οι τιθέμενες από τη ΔΕΗ ασφάλειες στο μετρητή αποσκοπούν αποκλειστικά και μόνο στην προστασία του μετρητή και δεν αποσκοπούν στην προστασία των εγκαταστάσεων των καταναλωτών και 4) ότι υπήρξαν ίχνη βραχυκυκλώματος στο καλώδιο μετά το μετρητή και στο καλώδιο από το δάπεδο προς το μπαροκιβώτιο, αφετέρου δε, με το να αγνοήσει τις υφιστάμενες στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης παράνομες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και, επίσης, ότι η δηλωμένη ηλεκτρική ισχύς του κηροπλαστείου ήταν 18,5 ΚVA ενώ η ισχύς των μηχανημάτων ήταν τουλάχιστον 34,4 KVA, με αποτέλεσμα οι προκαλούμενες υπερεντάσεις του κεντρικού καλωδίου να αποτελούν αιτία γήρανσης του κεντρικού καλωδίου της εγκατάστασης, το οποίο για το λόγο αυτό αποτέλεσε την αιτία της πυρκαγιάς, ότι δεν είχε γίνει από την αναιρεσίβλητη ανανέωση της "Υπεύθυνης Δήλωσης του Εγκαταστάτη" με συνέπεια η ηλεκτρική εγκατάσταση του κηροπλαστείου να λειτουργεί παράνομα, αφού είχαν γίνει προσθήκες χωρίς την έγκριση της ΔΕΗ και, ακόμη, ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία εντόπισε την φωτιά στην εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης, για την οποία δεν υφίσταται ευθύνη της ΔΕΗ.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την πρώτη και την τελευταία από τις παραπάνω αιτιάσεις, δηλαδή περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το καλώδιο μετά το μετρητή της ΔΕΗ δεν ανήκει στην εγκατάσταση του καταναλωτή και ότι, αφού η φωτιά εντοπίστηκε σ' αυτή, υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το καλώδιο μετά το μετρητή ανήκει στη ΔΕΗ, αλλά ότι οι ασφάλειες που τοποθετούνται στο μετρητή προστατεύουν το συγκεκριμένο καλώδιο μέχρι τον ηλεκτρικό πίνακα της εγκατάστασης του καταναλωτή και ότι η έλλειψη αυτών (ασφαλειών) προκάλεσε την πρόκληση της πυρκαγιάς.

Κατά τα λοιπά, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται ποια διδάγματα κοινής πείρας εφαρμόστηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο, αφετέρου δε διότι, η επικαλούμενη "παραβίαση" σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και όχι στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ αυτούς και, ειδικότερα, στο άρθρο 6 του ν. 4483/1965.

Το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ. ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 605/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1486/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προέβαλε στην πρωτόδικη δίκη, επικουρικά, τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είναι συνυπαίτια κατά ποσοστό 99% για τη ζημία που υπέστη από την πυρκαγιά, καθόσον δεν είχε προβεί σε εκπόνηση μελέτης πυρασφάλειας, σε λήψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας από την αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία και σε εγκατάσταση κατάλληλου συστήματος πυρασφάλειας στην επιχείρησή της, ώστε να αποτρέψει ή να περιορίσει τις συνέπειες των περιστατικών της πυρκαγιάς σε αυτήν, καίτοι είχε νόμιμη προς τούτο υποχρέωση, καθόσον διατηρούσε επιχείρηση με ιδιαζόντως εύφλεκτα υλικά, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει η αναιρεσείουσα σε τί συνίστατο το επικαλούμενο κατάλληλο σύστημα πυρασφάλειας και τον τρόπο που θα μπορούσε αυτό να αποτρέψει ή να περιορίσει την έκταση της πυρκαγιάς.

Την ως άνω ένστασή της, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε η αναιρεσείουσα με λόγο έφεσης και με το ίδιο περιεχόμενο στο Εφετείο, το οποίο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ήδη αναλυτικά παραπάνω, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι δεν συνέτρεξε συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας της, με την ακόλουθη ειδικότερα αιτιολογία: "....

αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε προβεί σε εκπόνηση μελέτης πυρασφάλειας, σε λήψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας από την αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία και σε εγκατάσταση κατάλληλου συστήματος πυρασφάλειας για το είδος της επιχείρησής της. Η παράλειψη όμως αυτή της ενάγουσας, δεν συντέλεσε στην έκταση της ζημίας της διότι, ακόμη και αν διέθετε φορητούς πυροσβεστήρες ή σύστημα ηχητικής ειδοποίησης της πυρκαγιάς, όπως είχε υποχρέωση..., τούτο δεν θα απέτρεπε την εκδήλωση της πυρκαγιάς και την επέκταση της, αφού η φωτιά άρχισε ενόσω η επιχείρηση ήταν κλειστή και συνεπώς δεν θα μπορούσε κανείς να επέμβει κατά την έναρξη της, ενώ όταν έγινε αντιληπτή, μία ώρα περίπου μετά την έναρξη της, είχε λάβει τέτοια έκταση, ώστε ήταν αδύνατη η πρόσβαση στον χώρο της επιχείρησης, αλλά και αναποτελεσματική η χρήση των φορητών πυροσβεστήρων λόγω του εύφλεκτου των υλικών που υπήρχαν σε αυτή".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, η επικαλούμενη με την ένσταση πιο πάνω παράλειψη της αναιρεσίβλητης δεν επέδρασε αιτιωδώς στην πρόκληση της πυρκαγιάς και στην έκταση της ζημίας της, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της πιο πάνω διάταξης και έτσι να μη δικαιολογείται η παραδοχή της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας.

Περιέλαβε δε στην απόφαση του το Εφετείο, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, οι οποίες δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως αναιρεσείουσας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ. Επομένως, ο όγδοος από τους αρ. 1 και 19 (κατ' εκτίμηση, και όχι από το 8) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και, ειδικότερα, προβάλλεται α) με τον τέταρτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις (προανακριτικές) εξετάσεις των μαρτύρων Σ.

Π. (πυροσβέστη) και Tingo Andrian και τα δημοσιεύματα των τοπικών εφημερίδων "ΠΑΤΡΙΣ" και "ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ" της 18-12-2006, από τα οποία (καταθέσεις και δημοσιεύματα) σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Μ., προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πυρκαγιά είναι η αναιρεσίβλητη, και β) με τον πέμπτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 1584/2012 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου, με την οποία η Φ.

Π., υπεύθυνη συντήρησης του Δικτύου ΔΕΗ, απηλλάγη της κατηγορίας του εμπρησμού από αμέλεια. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, ιδιαίτερα, από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν την αντίκρουση των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, οι ανωτέρω, τέταρτος και πέμπτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία με επίκληση νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία και άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο προβαλλόμενος, σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού πέραν της επίκλησης παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δεν αναφέρονται περιστατικά, που στοιχειοθετούν τη συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 16/12/2020 προτάσεις της η αναιρεσείουσα εταιρεία ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και, ειδικότερα, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή, νομιμοτόκως, του ποσού των 591.467,95 ευρώ, το οποίο της κατέβαλε και συγκεκριμένα ποσό 100.000 ευρώ, κατά το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η πρωτόδικη απόφαση και ποσό 491.467,95 ευρώ, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης και την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της.

Όμως, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 129/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, καθώς και την από 16-12-2020 αίτησή της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ