Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to bank's absence and invalid objection arguments.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision against a car dealership and individuals. The bank failed to appear at the hearing, and the court found the appellants' objections regarding the debt amount and interest rates to be vague and unsupported by specific facts. Consequently, the court ruled that the appeal lacked merit and ordered the return of the security deposit.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must declare a hearing inadmissible if a party fails to appear without valid justification, and appeals based on vague objections regarding debt specifics or interest calculations must be rejected as unfounded.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 696 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 696/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σταθμοί Αυτοκινήτων Κοζάνης Α.Ε.", η οποία τυπικώς εδρεύει στην Κοζάνη, όπου δεν διατηρεί πλέον κατάστημα και για όποια επίδοση και αποστολή εγγράφου προς αυτήν έχει διεύθυνση την οδό Τρωάδος 27Α, Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Π. Π., κατοίκου …. και 3) Μ. θυγατέρας Γ. Κ., συζύγου Κ. Π., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 ανακοπή και τους από 21-5-2012 και 10-10-2012 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 379/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-8-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό 9732/17-5-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς τον εντεταλμένο για την παραλαβή δικογράφων υπάλληλο της αναιρεσίβλητης. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).
Η κρινόμενη από 30/8/2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.
Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 653/2013). Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.
Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006), η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).
Περαιτέρω, στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου... , 3..., 4... 5..., 6..., 7..., 8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος, 9.... 10... .11 ... 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.
Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων και πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού).
Ο οφειλέτης διατηρεί βέβαια τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει, με ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ, ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την Τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι ενόψει των καταβολών που τυχόν επικαλείται δεν οφείλεται κανένα πλέον ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.
Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακοπής, που συνιστά ένσταση, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 1670/2014). Εξάλλου και όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια.
Η συνολική οφειλή υπολογίζεται ως το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, δηλαδή ως το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης. Η διαφοροποίηση της ρύθμισης στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλεται στη φύση της πίστωσης αυτής.
Στα τοκοχρεολυτικά δάνεια οι καταβολές αποσβένουν τόσο τόκους όσο και χρέος και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ο λογαριασμός του δανείου εμφανίζει υπόλοιπο, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους συμβατικούς τόκους όσο και το κεφάλαιο. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όμως, κατά το τακτικό περιοδικό του κλείσιμο ανά τρίμηνο, εμφανίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο, το οποίο αφορά το κεφάλαιο, τους δεδουλευμένους τόκους από την τελευταία κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων, τα έξοδα και κάθε άλλη χρέωση ή πίστωση.
Το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου, λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης όλων των χρεώσεων και όλων των πιστώσεων και την αφαίρεση των δεύτερων από τις πρώτες, δηλαδή από την οφειλή έχουν ήδη αφαιρεθεί όλες οι καταβολές ή άλλες πιστώσεις. Για τον λόγο αυτό ως συνολική οφειλή ορίζεται το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και όχι το τριπλάσιο του ποσού του κεφαλαίου, ήτοι του ποσού του δανείου που ο πιστούχος έχει αναλάβει.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού από τη συνολική οφειλή θα πρέπει να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση αφού οι προηγούμενες έχουν ήδη αφαιρεθεί καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα αφαιρούνταν δύο φορές μια κατά τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου και μία για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ. ΑΠ 10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες άσκησαν κατά της με αριθμό 126/2012 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης τα ακόλουθα δικόγραφα: α) την από 10/5/2012 και με αριθμό κατάθεσης 42/2012 ανακοπή, β) τους από 21/5/2012 και με αριθμό κατάθεσης 58/2012 πρόσθετους λόγους και γ) τους από 10/10/2012 και με αριθμό κατάθεσης 179/2012 πρόσθετους λόγους, με τα οποία ζήτησαν την ακύρωση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής καθώς και της από 18/4/2012 επιταγής προς εκτέλεση.
Επί των δικογράφων αυτών, τα οποία συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 379/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία δέχθηκε τον τρίτο λόγο του με αριθμό 58/2012 δικογράφου των πρόσθετων λόγων, για μη εκκαθαρισμένη απαίτηση λόγω εσφαλμένου κατ' άρθρο 39 ν. 3259/2004 υπολογισμού της, και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής και την από 18/4/2012 επιταγή προς εκτέλεση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από αμφότερα τα διάδικα μέρη και επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 85/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχτηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε στην ουσία την ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους δέχτηκε μόνο το λόγο που αφορούσε την επιβληθείσα δικαστική δαπάνη και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ως προς το υπερβάλλον ποσό των 4.800 ευρώ, επιδικάζοντας σε βάρος των καθ' ων δικαστική δαπάνη ποσού 6.000 ευρώ, ενώ επικύρωσε κατά τα λοιπά την διαταγή πληρωμής.
Με τον τρίτο λόγο του με αριθμό 58/2012 δικογράφου πρόσθετων λόγων ανακοπής προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, η αιτίαση ότι η ένδικη απαίτηση, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είναι μη εκκαθαρισμένη και απαιτητή, για το λόγο ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε από την Τράπεζα η διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, αφού, με την δήλωση προσδιορισμού οφειλής που επέδωσε στους ανακόπτοντες, δέχτηκε ότι η οφειλή τους δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο που ορίζει ο νόμος, υπολογίζοντας όμως ως βάση το ποσό της τελευταίας εκταμίευσης αντί να λάβει ως βάση το κεφάλαιο, ενώ επίσης αφαίρεσε μόνο τις καταβολές που έγιναν μετά την τελευταία εκταμίευση αντί να τις αφαιρέσει όλες, οποτεδήποτε και αν έγιναν.
Το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο με την αιτιολογία ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με το υπ' αριθμ. καταθ. 58/2012 δικόγραφό τους πρόσθετων λόγων ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η καθ' ης με τη δήλωση προσδιορισμού οφειλής που τους επέδωσε κατ' άρθρο 39 του ν. 3259/2004 (με την οποία δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου, η οφειλή των ανακοπτόντων, απορρέουσα από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού), εσφαλμένως εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη και υπολόγισε το όριο της οφειλής τους κατ' αυτήν, ώστε η ένδικη απαίτηση, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι μη εκκαθαρισμένη και απαιτητή και προεχόντως εξαρτημένη από την αίρεση/όρο/προϋπόθεση του προηγουμένου νομίμου και ορθού επαναπροσδιορισμού κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004.
Ο λόγος, όμως, αυτός ανακοπής (τρίτος πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 ν. 3259/2004, "δεν επαναπροσδιορίζονται όλες οι οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς (όπως πρόκειται εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια), αλλά μόνο εκείνες που υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, παρέχεται δε στους οφειλέτες - ανακόπτοντες η δυνατότητα, εφόσον εκδόθηκε σε βάρος τους διαταγή πληρωμής και επισπεύδεται σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη της απαιτήσεως της Τράπεζας, με την ασκηθείσα ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, να ισχυριστούν και αποδείξουν, με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίστηκε από την Τράπεζα, δεν είναι εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα, γεγονός το οποίο θα μπορούσε ευχερώς να αποδειχθεί (εφόσον είναι βάσιμο) με την τέλεση απλώς αριθμητικών πράξεων".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (και όχι 8, 19, 14 όπως αδόκιμα ζητούν οι αναιρεσείοντες), αφού ορθά κρίθηκε ότι στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια.
Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η συνολική οφειλή υπολογίζεται ως το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, από δε τη συνολική οφειλή αφαιρούνται μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση, αφού οι προηγούμενες έχουν ήδη αφαιρεθεί.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 39 ν. 3259/2004, είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1704/2007). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011).
Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 2070/2007).
Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία και απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε την δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 821/2010).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999).
Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 2078/2009). Με τον πρώτο λόγο του με αριθμό 179/10.10.2012 δικογράφου των πρόσθετων λόγων οι ανακόπτοντες επικαλέστηκαν ότι η αξίωση της Τράπεζας έχει αποσβεσθεί καθώς είναι εξοφλημένη σύμφωνα με τις καταβολές που ανέφεραν αναλυτικά στο δικόγραφό τους, συνολικού ύψους 1.795.080,86 ευρώ, ποσό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπερκάλυπτε το τριπλάσιο της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, .
Στη συνέχεια με την από 30/3/2015 έφεσή τους οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες, επικαλούμενοι λάθη που εκ παραδρομής παρεισέφρυσαν στα δικόγραφα των πρόσθετων λόγων τους, παραθέτουν μια άλλη σειρά καταβολών, με διαφορετικά ποσά και χρόνους καταβολής, συνολικού ύψους 257.103,12 ευρώ, ισχυριζόμενοι ότι με τις καταβολές αυτές έχει εξοφληθεί η επίδικη οφειλή.
Το Εφετείο, σε σχέση με τον ως άνω λόγο ανακοπής, έκρινε ότι η ως άνω επίκληση νέων καταβολών συνιστά ανεπίτρεπτη κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ μεταβολή της βάσεως του οικείου λόγου ανακοπής. Με την αιτιολογία αυτή, απέρριψε τον ως άνω λόγο ως απαράδεκτο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού οι ανακόπτοντες απαραδέκτως προέβαλαν, ενώπιον του Εφετείου, με την έφεσή τους νέους ισχυρισμούς, ήτοι διαφορετικές καταβολές τις οποίες δεν είχαν αναφέρει στον ως άνω πρόσθετο λόγο ανακοπής τους, με τον οποίο προέβαλαν εξόφληση της οφειλή τους.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί εξόφλησης της οφειλής τους, ο οποίος στήριζε την βάση του συγκεκριμένου πρόσθετου λόγου της ανακοπής τους (θεμελίωνε ιστορικώς τον ισχυρισμό τους περί εξόφλησης), δεν μπορούσε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη, διά της προσθήκης άλλων εντελώς διαφορετικών των αρχικώς επικαλούμενων καταβολών, να προταθεί παραδεκτώς, για πρώτη φορά, με την έφεση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, οι τέταρτος και έβδομος συναφείς λόγοι αναίρεσης, συνδυαστικά ερευνώμενοι, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι 8, 11 και 12), ότι δηλαδή εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο του 179/2012 δικογράφου πρόσθετων λόγων ως απαράδεκτο, διότι συνιστούσε άρνηση και όχι ένσταση, είναι αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι.
Ορθά κρίθηκε από το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων συνιστά ένσταση και όχι άρνηση, αφού, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ένσταση το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ανακόπτων και επομένως ήταν απαράδεκτη η ενώπιον του Εφετείου μεταβολή της ιστορικής βάσης του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτωση γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα, με το οποίο ζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια.
Εξάλλου, κατά μεν την § 1 του άρθρου 368, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν, για την αντίληψη του ζητήματος ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος δεν δημιουργεί κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 96/2019, ΑΠ 194/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες, με σχετικό σκέλος του έβδομου λόγου ανακοπής τους ζήτησαν τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να προσδιορισθεί η, κατά τους ισχυρισμούς τους, μη εκκαθαρισμένη και αόριστη, απαίτηση της Τράπεζας. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι "...
η απαίτηση, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είναι βέβαια και εκκαθαρισμένη και συνακόλουθα δεκτική να αποτελέσει στήριγμα για την έκδοση διαταγής, χωρίς να απαιτείται προσέτι η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, όπως ζητούν οι ανακόπτοντες, καθώς το ύψος της οφειλής τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση απλών αριθμητικών πράξεων".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, καθώς και με τον όγδοο κατά το σχετικό σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 9 περίπτωση γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι 1 και 19 όπως αδόκιμα ισχυρίζονται), επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα που υπέβαλαν για τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με τους υπολογισμούς των παραγράφων 1 και 8 του άρθρου 39 ν. 3259/2004.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, αφού δεν υπήρξε κρίση του δικαστηρίου περί της αναγκαιότητας όχι μόνο ιδιαζουσών αλλά ούτε καν ειδικών γνώσεων επιστήμης ή τέχνης προς απόδειξη του επίμαχου ζητήματος, Από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ` ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Τα ίδια ισχύουν, mutatis mutandis, και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με περισσότερους λόγους.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ήταν νόμιμοι, δηλαδή ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει (ΑΠ 959/2019, ΑΠ 1286/2012, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011, ΑΠ 13, 14/2010).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 218 παρ.1 και 219 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση επίκλησης εκ μέρους του ανακόπτοντος περισσότερων λόγων ανακοπής που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα και ανεξάρτητα αν υπάρχει απλή σώρευση ή επικουρική, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, με βάση την αρχή της εξουσίας διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), να λάβει υπόψη τη σειρά προτεραιότητας, που υποδεικνύει ο ανακόπτων, αλλά μπορεί να επιλέξει όποιο λόγο κρίνει εκείνο αφού όλοι οι λόγοι αναπτύσσουν ισοδύναμη ενέργεια, καθόσον η αιτούμενη με αυτές ακύρωση της διαταγής πληρωμής επέρχεται ήδη με την αποδοχή ενός λόγου, έστω και επικουρικού, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, το οποίο δεν υφίσταται ούτε για την άσκηση έφεσης ούτε και αναίρεσης για το λόγο αυτό εκ μέρους του, αφού με την παραδοχή του επικουρικού λόγου θεωρείται ότι νίκησε (πρβλ.
ΑΠ 315/2018, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 470/2005). Εξ άλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 61/2020). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ( ΑΠ 92/2020, ΑΠ 123/2020.
ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1057/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, (και όχι 5 και 19) με τη αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε το Εφετείο τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής τους (του 58/2012 δικογράφου) ως μη νόμιμο και τον πρώτο πρόσθετο λόγο (του 179/2012 δικογράφου) ως απαράδεκτο χωρίς προηγουμένως να έχει εξαφανίσει την εκκαλουμένη, ενώ επίσης, μολονότι ουδένα λόγο της έφεσής τους εξετάζει, στο διατακτικό δέχεται στην ουσία την έφεσή τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς η εξαφάνιση της εκκαλουμένης έγινε κατά παραδοχή λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, οι δε αναιρεσείοντες στερούνταν εννόμου συμφέροντος προς άσκηση έφεσης, αφού η ανακοπή τους είχε γίνει δεκτή, έστω και κατά παραδοχή επικουρικού λόγου ανακοπής, το δε δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, με βάση την αρχή της εξουσίας διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), να λάβει υπόψη τη σειρά προτεραιότητας, που υποδείκνυαν οι ανακόπτοντες.
Απαράδεκτος είναι ο λόγος έφεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού το δικαστήριο εκ προφανούς παραδρομής περιέλαβε στο διατακτικό του διάταξη περί ουσιαστικής παραδοχής της έφεσής τους. Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση.
Πρέπει δηλαδή, για να ιδρυθεί ο λόγος, να προκαλείται αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 13/1995, ΑΠ 158/2019). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β` ΚΠολΔ., ΑΠ 38/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις επειδή "... τον μερικώς παραδεχθέντα από την εκκαλουμένη 3ον πρόσθετο λόγον ανακοπής (58/2012 δικ) απέρριψε ρητώς ως μη νόμιμο αλλά, εν συνεχεία, σιωπηρώς ως ουσία αβάσιμο".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται σε αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού, αλλά των αιτιολογιών της απόφασης.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1704/2017, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι στο σκεπτικό της διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού ενώ ορθώς δέχεται ότι η τράπεζα έχει εκ του άρθρου 39 ν. 3259/2004 υποχρέωση προσδιορισμού της ένδικης απαιτήσεώς της και την εκπλήρωσε, ουδεμία βάση διαθέτει που να αιτιολογεί το νομίμως ορισμένο της ένδικης απαίτησης.
Εφόσον, όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να τον ερευνήσει στην ουσία και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο ως άνω έκτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος. Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).
Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ένστασης) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης Τράπεζας με βάση σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 753/1995).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 64/2020, 700/2019).
Με τον έβδομο λόγο της ανακοπής τους, με τίτλο "ένσταση ακυρότητας των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) οι ανακόπτοντες ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι στην ένδικη σύμβαση δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής περιλαμβάνεται σειρά καταχρηστικών και, συνεπώς, άκυρων όρων, κατ' άρθρο 2 ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, και συγκεκριμένα: ΐ) ο όρος 6.4 της σύμβασης, με τον οποίο παρέχεται μονομερώς στην καθ' ης το δικαίωμα της περιοδικής αναπροσαρμογής του βασικού επιτοκίου, ΐΐ) η μετακύλιση της εισφοράς ν. 128/1975 στον πιστούχο και ϊΐΐ) ο όρος περί πλασματικής αναγνώρισης χρέους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως αόριστο διότι δεν προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνεται η οφειλή των ανακοπτόντων από την εφαρμογή των ως άκυρων φερομένων ΓΟΣ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι αόριστος διότι η έκθεση των περιστατικών, προς θεμελίωσή του δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Ειδικότερα, οι ανακόπτοντες επικαλέστηκαν ακυρότητα των συγκεκριμένων όρων της σύμβασης, αρκούμενοι σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζουν συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια, με τα οποία επιβαρύνθηκε για τις πιο πάνω αιτίες η οφειλή τους με παράνομα ποσά, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα των ανωτέρω όρων, κατά ορισμένο και σαφή τρόπο, με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το δικαστήριο της ανακοπής να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που οι αναιρεσείοντες διατάχθηκαν να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της.
Επομένως, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 14 (και όχι 19 και 13) όγδοος λόγος αναίρεσης. Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτεθείσα διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται με ακρίβεια σ` αυτό, αλλιώς θα είναι αυτή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 850/2010).
Εάν δεν συντρέχει από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η εν λόγω διάταξη στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 73/2020).
Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην όλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (πρβλ.
ΑΠ 983/2018, ΑΠ 893/2010).
Με τον έβδομο λόγο του 58/2012 δικογράφου προσθέτων λόγων οι ανακόπτοντες ζήτησαν, λόγω της επικαλούμενης απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών συνεπεία της γενικής οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα και ειδικότερα τον τομέα της αγοράς ακινήτων όπου δραστηριοποιούνται, να περιορισθεί στο 20% το επιδικασθέν με την διαταγή πληρωμής ποσό και η αντίστοιχη απαίτηση της Τράπεζας.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επισκοπείται επιτρεπτά κατ` άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο ως αόριστο. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού οι ανακόπτοντες δεν εξειδίκευαν στον ανωτέρω λόγο ανακοπής τις απαιτούμενες ειδικές συνθήκες ούτε ανέφεραν συγκεκριμένα δεδομένα της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και των εγγυητών, που τους στερησαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν την οφειλή τους, ήτοι το αναμενόμενο από την ένδικη σύμβαση κέρδος, την οικονομική κατάσταση των μερών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες τους και τις τυχόν υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για τους οφειλέτες και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου αληθώς εκτιμώμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1, 8 και 11 του ΚΠολΔ), ένατος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί.
Με τον τελευταίο λόγο ανακοπής του κυρίως δικογράφου τους, οι ανακόπτοντες ζήτησαν, επικουρικά, από το δικαστήριο να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας και όχι τον τόκο επιδικίας κατ' άρθρο 2 του ν. 4055/2012. Το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί θεμελιωνόταν στην αναληθή προϋπόθεση ότι ο εκδώσας την διαταγή πληρωμής δικαστής επιδίκασε τόκους επιδικίας, ενώ από την επισκόπηση της διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι επιδίκασε τόκους συμβατικούς και υπερημερίας. Επομένως, το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό και γι' αυτό πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ να αντικατασταθούν οι περί του απαραδέκτου αιτιολογίες με τις ορθές και να απορριφθεί ο δέκατος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι 1).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των αναιρεσειόντων αφού η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/8/2018 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σταθμοί Αυτοκινήτων Κοζάνης Α.Ε.", 2) Κ. Π. Π. και 3) Μ. θυγατέρας Γ. Κ., συζύγου Κ. Π., για αναίρεση της με αριθμό 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ