Legislator Giurisprudenza & Legislazione
695/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling compensation for industrial park development is fair.

Numero d'incarto 695/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a private company and the Greek Orthodox Church against an eviction order. The lower court found that while the entities were forced to transfer their properties, they received fair compensation reflecting the significant increase in value due to the new industrial park zoning. The court held that this arrangement balanced general public interest with private property rights, rejecting claims of constitutional violation.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 17(1), 28(1), 93(4) of the Constitution and Article 1 of the First Protocol to the ECHR; The expropriation of private property for public interest, accompanied by fair compensation reflecting the property's increased value due to urban planning, does not violate the right to property.

Parole chiave

Generato dall'IA
expropriation compensation industrial park development property rights balance constitutional review fair market value public interest eviction order gestione dello spazio

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 17(1) of the Constitution
Article 28(1) of the Constitution
Article 93(4) of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Law 3982/2011
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Holy Monasteries v. Greece, 21 February 1994
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 695 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 695/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΤΒΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα - Χαριτίνη Μηλιώνη και το δεύτερο αναιρεσείον από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πωβαρέτο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΣΧΙΣΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ (ΒΙ.ΠΑΣ. Α.Ε.), που εδρεύει στο Επιχειρηματικό Πάρκο Σχιστού του Δήμου Περάματος - Πειραιώς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σταμούλη, η οποία ανακάλεσε την από 11-12-2020 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5046/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 679/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "Όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".

Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 33/2009), θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει τον οφειλέτη σ' αυτήν (δήλωση βούλησης).

Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντα ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα και η οποία, επί ακινήτου, πρέπει να προκύπτει από σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο (προσύμφωνο), είτε απ' ευθείας από το νόμο.

Αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 335/2016, ΑΠ 76/2004). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 949 Κ.Πολ.Δ και 1192 παρ. 4 του ΑΚ προκύπτει, ότι για την ολοκλήρωση της σύμβασης και τη συντέλεση της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου απαιτείται μεταγραφή τόσο της τελεσίδικης κατ' άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ απόφασης, όσο και της δήλωσης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αποδοχής του αντισυμβαλλομένου, αλλιώς δεν επέρχεται το εκποιητικό αποτέλεσμα και δεν τελειούται η εμπράγματη δικαιοπραξία (ΑΠ 121/2005, ΑΠ 73/2004), αφού η τελεσιδικία της απόφασης αναπληρώνει πλασματικά μόνον την ελλείπουσα δήλωση βουλήσεως του εναγομένου.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για την πληρότητα της αγωγής για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, με αντικείμενο την κατάρτιση εμπράγματης σύμβασης μεταβίβασης ακινήτου, πέραν των λοιπών απαιτούμενων στοιχείων, απαιτείται να αναφέρεται σε αυτή ο δικαιοπαραγωγικός λόγος της αξίωσης και να προσδιορίζεται με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα το περιεχόμενο της υπό επιχείρηση δήλωσης βουλήσεως, η οποία συνιστά την οφειλόμενη παροχή, και να περιγράφεται, σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας, το επίδικο ακίνητο, για τη μεταβίβαση του οποίου ζητείται η εν λόγω δήλωση βουλήσεως, κατ' είδος, θέση, έκταση και όρια, έτσι ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί ο μεν εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης, στο διατακτικό της οποίας, επίσης, πρέπει η υπό επιχείρηση δήλωση βούλησης να προσδιορίζεται με ακρίβεια και σαφήνεια κατά το περιεχόμενό της.

Τέλος, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο Εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος.

Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής, άλλως ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 185/2020, ΑΠ 164/2020, ΑΠ 897/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφενός μεν λόγω ασαφούς καθορισμού του περιεχομένου της αιτούμενης δήλωσης βουλήσεως, εξ αιτίας της περιγραφής σ' αυτή με τρεις εναλλάξιμους τρόπους των ακινήτων, τη μεταβίβαση των οποίων αφορά η εν λόγω δήλωση, καίτοι τον ανωτέρω πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό επανέφεραν νόμιμα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με λόγο της έφεσής τους κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφετέρου δε, διότι ο καθορισμός στο δικόγραφο της αγωγής του περιεχομένου της αιτούμενης δήλωσης βουλήσεως δεν ήταν σύμφωνος με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2664/1998, που ορίζει ότι για την καταχώριση εγγραπτέας στα κτηματολογικά φύλλα πράξεως απαιτείται να συνυποβάλλεται, με τη σχετική αίτηση, και αντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος που έχει συνταχθεί και έχει προσαρτηθεί στην προς καταχώριση εγγραπτέα πράξη, καθόσον η ενάγουσα επικαλέστηκε, κατά τα ανωτέρω, εναλλάξιμες περιγραφές των προς μεταβίβαση εδαφικών εκτάσεων, ήτοι με παραπομπή σε τρία διαφορετικά τοπογραφικά διαγράμματα και όχι μόνον σε ένα, όπως επιβάλλεται από την ανωτέρω διάταξη, φέρον τις απαιτούμενες προδιαγραφές, το οποίο θα υποβληθεί για την καταχώριση της σύμβασης στα Κτηματολογικά φύλλα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο προβαλλόμενος ως άνω ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για την προαναφερόμενη αυτή αιτία, είχε προταθεί νομίμως από τις αναιρεσείουσες, ως εναγόμενες και εκκαλούσες, ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως, αφετέρου δε, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της εφέσεως και των προτάσεων των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι αυτές, τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην κατ' έφεση δίκη, προέβαλαν τον πιο πάνω περί αοριστίας ισχυρισμό, για τη συγκεκριμένη αιτία που επικαλούνται το πρώτον με το δεύτερο σκέλος του παρόντος λόγου αναιρέσεως.

Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε με την αγωγή της τα εξής: α) ότι αποτελεί την εταιρία διαχείρισης του Επιχειρηματικού Πάρκου Σχιστού, που οριοθετήθηκε αρχικώς ως "Βιομηχανική Περιοχή Αττικής Β' Σχιστό" για τη μετεγκατάσταση χυτηρίων και συναφών δραστηριοτήτων υπό την ισχύ του ν. 4458/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 742/1977, και ακολούθως υπήχθη, με την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, στις διατάξεις των ν. 2545/1997 και 3982/2011, β) ότι το "Βιομηχανικό Πάρκο Σχιστού", όπως μετονομάστηκε μετά την υπαγωγή του στο ν. 2545/1997, δημιουργήθηκε σε εκτέλεση της από 2-3-2001 Προγραμματικής Σύμβασης μεταξύ της "ΕΤΒΑ Bank ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία (πρώτη αναιρεσείουσα), που ενεργούσε ως φορέας του δικαιώματος ίδρυσης, οργάνωσης και εκμετάλλευσής του με τη δεύτερη εναγομένη Εκκλησία της Ελλάδος (δεύτερη αναιρεσείουσα), και οργανώθηκε σε δύο γήπεδα έκτασης 188.368,80 τ.μ, και 21.000 τ.μ.

αντίστοιχα, που βρίσκονται στην περιοχή του Σχιστού του Δήμου Περάματος, γ) ότι το γήπεδο έκτασης 188.368,80 τ,μ. προήλθε από τη συνένωση κατά τους όρους της ως άνω Προγραμματικής Σύμβασης, δύο όμορων γηπέδων με ανταλλαγή ποσοστών εξ αδιαιρέτου αυτών, που ανήκουν κατά κυριότητα στις εναγόμενες, ενώ συντάχθηκε το αναφερόμενο στο δικόγραφο συμβόλαιο ανταλλαγής, ώστε το ενιαίο γήπεδο που προέκυψε, έκτασης 188.368,80 τ.μ., να ανήκει κατά κυριότητα και κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 65% στη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης και 35% στη δεύτερη εναγομένη, δ) ότι μετά την ολοκλήρωση των έργων υποδομής του Βιομηχανικού Πάρκου και την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης, η πρώτη εναγομένη - φορέας ΒΕΠΕ μεταβίβασε σ' αυτή (ενάγουσα) το έτος 2006 τη διοίκηση και διαχείριση του Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού (ήδη Επιχειρηματικού Πάρκου Σχιστού) καθώς και τη νομή, κατοχή και χρήση του συνόλου των υφισταμένων κοινοχρήστων έργων υποδομής, ε) ότι σύμφωνα με το εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο χαρακτηρίστηκαν ως χώροι για την ανέγερση κτιρίων κοινοχρήστων εξυπηρετήσεων και παραδόθηκαν σε κοινή χρήση μεταξύ άλλων και τα οικοδομικά τετράγωνα 4 (χαρακτηριζόμενο ως "Κέντρο Εξυπηρέτησης") και 5, όπως αυτά περιγράφονται κατά τα όριά τους στο από Ιουνίου 2008 Κτηματογραφικό Διάγραμμα του Βιομηχανικού Πάρκου του Αγρονόμου, Τοπογράφου Μηχανικού Ι.

Μ., εκτάσεως 2.177,85 τ.μ. και 2.426,25 τ.μ. αντίστοιχα, και εμφαίνονται, κατά τα όρια και τις πλευρικές διαστάσεις τους, στο αναθεωρημένο από Ιανουαρίου 2002 ρυμοτομικό σχέδιο του Βιομηχανικού Πάρκου, καθώς και στο διάγραμμα του Εθνικού Κτηματολογίου με ΚΑΕΚ … και … και εμβαδόν 2.178 τ.μ. και 2.426 τ.μ, αντίστοιχα, στ) ότι μετά την υπαγωγή του τελευταίου στο ν. 3982/2011, οι εναγόμενες όφειλαν να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στην ίδια ως Εταιρία Διαχείρισης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΔΕΠ) όλους τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις με συμβολαιογραφικό έγγραφο και χωρίς αντάλλαγμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 2 του ως άνω νόμου, πλην όμως αυτές αρνούνται παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, να καταδικαστούν οι εναγόμενες σε δήλωση βουλήσεως, με την οποία θα της μεταβιβάσουν κατά κυριότητα, καθεμιά κατά το ποσοστό συγκυριότητάς της, τα προαναφερόμενα Οικοδομικά Τετράγωνα … και …. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν τα εν λόγω ακίνητα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα ως άνω, για τη θεμελίωσή της στοιχεία και, ειδικότερα, α) αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση της ενάγουσας κατά των εναγομένων για την επιχείρηση της οφειλόμενης και ζητούμενης δήλωσης βούλησης, β) προσδιορίζεται με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα το περιεχόμενο της αιτούμενης με την αγωγή δήλωσης βουλήσεως συνισταμένης στη μεταβίβαση κατά κυριότητα των ένδικων ακινήτων και γ) περιγράφονται τα ακίνητα αυτά κατ' είδος, θέση, έκταση και όρια, με σαφή παραπομπή στο νεότερο από Ιουνίου 2008 Κτηματογραφικό Διάγραμμα του Βιομηχανικού Πάρκου του Αγρονόμου, Τοπογράφου Μηχανικού Ι.

Μ., με ειδικότερη παράθεση και του ΚΑΕΚ αυτών, χωρίς η παραπομπή στο προγενέστερο, αναθεωρημένο από Ιανουαρίου 2002, ρυμοτομικό σχέδιο του Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού και η ελαχίστη απόκλιση του καταχωρισθέντος εμβαδού αυτών στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Περάματος, η οποία βρίσκεται εντός του αποδεκτού ορίου του Εθνικού Κτηματολογίου (άρθρο 13α ν. 2664/1998), να συνιστά διαφοροποίηση της περιγραφής σε σχέση με το ως άνω από Ιουνίου 2008 Κτηματογραφικό Διάγραμμα του Ι.

Μ. και να δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να μπορούν, με βάση την περιγραφή αυτή, οι μεν εναγόμενες να αμυνθούν κατά της αγωγής, το δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης, διαλαμβάνοντας δηλαδή στο διατακτικό της, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και αναμφίβολο, το περιεχόμενο της οφειλόμενης από τις εναγόμενες δήλωσης βουλήσεως με τη δέουσα περιγραφή των ακινήτων κατ' είδος, θέση, έκταση και όρια, ενώ δεν ήταν αναγκαία η περιγραφή αυτών με αναφορά στο προβλεπόμενο από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2664/1998 τοπογραφικό διάγραμμα και η αποτύπωσή τους με συντεταγμένες κορυφών.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την προβληθείσα από τις εναγόμενες και επαναφερθείσα ενώπιόν του ως άνω ένσταση αοριστίας της αγωγής (κατά το πρώτο σκέλος της) με την ακόλουθη αιτιολογία: "...τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα εξατομικεύονται επαρκώς, καθώς προσδιορίζονται κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από Ιούνιο 2008 Κτηματολογικό Διάγραμμα του τότε Βιομηχανικού Πάρκου, που συνέταξε ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Ιω Μ.

και μάλιστα τόσο λεπτομερώς, ώστε να μπορούν αυτά να εντοπίζονται επακριβώς και να διαχωρίζονται από τα όμορα ακίνητα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τα εξής: α) από το γεγονός ότι αναφέρονται ο ΚΑΕΚ κάθε ακινήτου και η επιφάνειά τους, όπως καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα καθενός, η οποία ταυτίζεται σχεδόν με την έκτασή τους, όπως αποτυπώθηκε στο από Ιούνιο 2008 ως άνω Κτηματολογικό Διάγραμμα, η δε ελάχιστη απόκλιση βρίσκεται εντός των ορίων ανοχής του Εθνικού Κτηματολογίου και δε συνιστά διαφοροποίηση ως προς την περιγραφή των ακινήτων, β) από το γεγονός ότι στο δικόγραφο της αγωγής περιγράφονται τα επίδικα ακίνητα και κατά όρια και πλευρικές διαστάσεις, όπως είχε αποτυπωθεί στο υπ' αριθμ.

σχεδίου …/…-4-1997 / αναθεώρηση Ιανουαρίου 2002 ρυμοτομικό σχέδιο του Βιομηχανικού Πάρκου, που συνέταξαν οι μηχανικοί Π., Κ. και Π., χωρίς όμως η περιγραφή αυτή να προκαλεί οποιαδήποτε ασάφεια ως προς τη θέση, την έκταση και τα όρια των επιδίκων, γ) από το γεγονός ότι οι διαφορές, που εμφανίζονται μεταξύ των συντεταγμένων των κορυφών αφενός μεν του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, όπως αυτές αναγράφονται στα εγκεκριμένα διαγράμματα του ρυμοτομικού σχεδίου, που συνοδεύουν την απόφαση έγκρισης αυτού, αφετέρου δε αυτών των αντίστοιχων γεωτεμαχίων, όπως προσδιορίζονται στα κτηματολογικά διαγράμματα του Εθνικού Κτηματολογίου, οι οποίες (διαφορές) αναφέρονται στην προσκομισθείσα με επίκληση από τις εναγόμενες από 29-12-2015 τεχνική έκθεση της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Χωροβάτης ΑΤΕ", οφείλονται προφανώς στο ότι τα διαγράμματα αυτά συντάχθηκαν κατά διαφορετικά γεωδαιτικά συστήματα, αφού το Εθνικό Κτηματολόγιο χρησιμοποιεί το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣΑ) '87, ενώ το ρυμοτομικό σχέδιο χρησιμοποίησε το σύστημα ΗΑΤΤ, δ) για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείτο να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο και οι πλευρικές διαστάσεις των επιδίκων ακινήτων...

ούτε, εν όψει της πληρότητας της περιγραφής τους, να ενσωματώνονται στο δικόγραφο τοπογραφικά διαγράμματα υπό κλίμακα, από τα οποία να προκύπτει πλην του σχήματος των πλευρών τους, η Θέση τους, ο προσανατολισμός τους και το εμβαδόν τους..., ε) οι εναγόμενες ουδόλως αμφισβητούν την ταυτότητα των επιδίκων ακινήτων (ΟΤ … ΚΑΙ …), τα οποία με το ρυμοτομικό σχέδιο του Βιομηχανικού Πάρκου ορίστηκαν ως κοινόχρηστα".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και, συνεπώς, ο πρώτος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.

Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Αντίθετα, η απαγόρευση δεν αφορά τη νομική βάση της αγωγής, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 948/2019, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 778/2011), καθόσον ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί νομικές διατάξεις, επί των οποίων στηρίζει την αγωγή του, αφού η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia.

Έτσι ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις από εκείνες που τυχόν είχε επικαλεσθεί με το δικόγραφο της αγωγής του.

Συνεπώς, η απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ. 1867/2017, 1183/2015).

Επέρχεται, δηλαδή, η μεταβολή αυτή, όταν με τις προτάσεις εκτίθενται για πρώτη φορά τα περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 389/2010). Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1152/2017).

Περαιτέρω, ιστορική βάση της αγωγής για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την επιχείρηση της οφειλόμενης δήλωσης βούλησης, η οποία (αξίωση) μπορεί να έχει δικαιοπαραγωγικό λόγο είτε τη δικαιοπραξία είτε το νόμο και γι` αυτό στην πρώτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά που αφορούν στην έγκαιρη κατάρτιση της δικαιοπραξίας και στη δεύτερη περίπτωση τα περιστατικά που πληρούν την νομοτυπική μορφή της συγκεκριμένης διάταξης.

Εξάλλου, το άρθρο 48 παρ. 2 του ν. 3982/2011, που όριζε ότι "Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις, οι οποίοι έχουν προκύψει από εισφορά σε γη, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 περίπτωση γ' και 5 του άρθρου 52 περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ", τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 παρ. 8 του ν. 4155/2013 ως εξής: "Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ".

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, καθόσον, ενώ με το δικόγραφο αυτής ισχυρίστηκε, προς θεμελίωση του αιτήματός της για καταδίκη τους σε δήλωση βουλήσεως προς μεταβίβαση των ενδίκων ακινήτων, ότι αυτά είχαν περιέλθει στην κυριότητά τους με "εισφορά σε γη", στη συνέχεια, ανεπιτρέπτως, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι μετά την τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 48 ν. 3982/2011 (που επήλθε με την παρ. 8 του άρθρου 44 ν. 4155/2013), δεν έχει σημασία αν οι επίδικες εκτάσεις είχαν περιέλθει στην κυριότητά τους με εισφορά σε γη, προβάλλοντας έτσι νέο πραγματικό ισχυρισμό, ότι οι ένδικες εκτάσεις δεν προέκυψαν από εισφορά σε γη.

Όμως, ο παρατιθέμενος ως άνω ισχυρισμός, τον οποίο η αναιρεσίβλητη προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής (το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ήδη αναλυτικώς), αφού με την προσθήκη των παραπάνω στοιχείων δεν τροποποιείται η ιστορική βάση της αγωγής ούτε και προστίθεται άλλη βάση σ' αυτή, αλλά αποτελεί παραδεκτή διευκρίνιση της αγωγής σχετικά με την υπαγωγή της στην ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του ν. 3982/2011, όπως αυτή τροποποιήθηκε, τα στοιχεία του οποίου επαρκώς περιγράφονται στην αγωγή, αφού εκτίθεται σ' αυτή ότι τα ένδικα ακίνητα έχουν τεθεί από τις αναιρεσείουσες στη κοινή χρήση, με αποτέλεσμα η επίκληση ότι αυτά δεν προέρχονται από εισφορά σε γη να μην αναιρεί την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, ότι δηλαδή πρόκειται για κοινόχρηστους χώρους, το οποίο και στηρίζει το αίτημα της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, μη κηρύσσοντας απαράδεκτο της ανωτέρω μεταβολής, με την αιτιολογία ότι η επίκληση από την αναιρεσίβλητη της ως άνω διάταξης ουδόλως σχετίζεται με μεταβολή των περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.

και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η εγκατάσταση και λειτουργία Βιομηχανικών Περιοχών (ΒΙ.ΠΕ.) καλύφθηκε θεσμικά, κατ' αρχάς, με τους ν. 4458/1965 και 742/1977 και με την ΕΤΒΑ ως φορέα ίδρυσης και διαχείρισης αυτών. Το ν. 4458/1965 αντικατέστησε ο ν. 2545/1997 "Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές", ο οποίος εισήγαγε μια σειρά αλλαγών στο μέχρι τότε ισχύον θεσμικό πλαίσιο, δίνοντας πλέον τη δυνατότητα και σε ιδιώτες (πλην της κρατικής τότε ΕΤΒΑ) να ιδρύουν Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές.

Ακολούθως, και ο νόμος αυτός καταργήθηκε με το ν. 3982/2011 "Απλοποίηση της αδειοδότησης τεχνικών επαγγελματικών και μεταποιητικών δραστηριοτήτων και επιχειρηματικών πάρκων και άλλες διατάξεις". Ειδικότερα, με το ν. 2545/1997 ορίστηκαν τα εξής: "Για τη βιομηχανική, βιοτεχνική και γενικά επιχειρηματική ανάπτυξη και οικονομική πρόοδο της χώρας, καθώς και για την προστασία του περιβάλλοντος, είναι δυνατόν να καθορίζονται μία ή περισσότερες "Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές" (Β.Ε.ΠΕ.) σε όλους τους νομούς της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1). "Η πρωτοβουλία καθορισμού της Β.Ε.ΠΕ.

ανήκει σε φορέα (Φορέας Β.Ε.ΠΕ.) που πρέπει να έχει απαραίτητα τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Φορέα Β.Ε.ΠΕ. επιτρέπεται να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε αυτόν φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), καθώς και Ο.Τ.Α., δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, συνεταιρισμοί, επιμελητήρια, καθώς και ενώσεις, σύνδεσμοι ή κοινοπραξίες αυτών" (άρθρο 3 παρ. 1). "Ο φορέας Β.Ε.ΠΕ.

πρέπει να διαθέτει τις κατάλληλες τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις για τον καθορισμό της Β.Ε.ΠΕ. και ιδίως τις εξής: ... Εξασφάλιση της απαιτούμενης και κατάλληλης εδαφικής έκτασης. Η εδαφική αυτή έκταση μπορεί, ολικά ή μερικά, να ανήκει στο φορέα Β.Ε.ΠΕ. ή να περιέλθει σε αυτόν δυνάμει απαλλοτρίωσης ή να ανήκει σε τρίτους ιδιοκτήτες που επιθυμούν να αποτελέσουν τα ακίνητά τους τμήμα της Β.Ε.ΠΕ...." (άρθρο 3 παρ. 2β). "Ο καθορισμός της Β.Ε.ΠΕ., ο Φορέας Β.Ε.ΠΕ.

και η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως..." (άρθρο 5 παρ. 1). Εξάλλου, στο άρθρο 7 του ίδιου ως άνω ν. 2545/1997 ορίστηκε ότι: "1. Μετά την κατά το άρθρο 5 παρ. 1 έγκριση του καθορισμού τους, οι Β.Ε.ΠΕ.

πολεοδομούνται. Προς τον σκοπό αυτόν καταρτίζεται από το φορέα Β.Ε.ΠΕ. πολεοδομική μελέτη.... Η πολεοδομική μελέτη πρέπει να περιλαμβάνει το πολεοδομικό - ρυμοτομικό σχέδιο, τον πολεοδομικό κανονισμό, έκθεση που να περιγράφει και να αιτιολογεί τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, τους όρους δόμησης, τις χρήσεις γης... 2.

Η πολεοδομική μελέτη εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας... 3. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με την κατάρτιση από τον φορέα Β.Ε.ΠΕ. πράξης εφαρμογής, που εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. 4. Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων..., που βρίσκονται μέσα στα όρια της ΒΕΠΕ και εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο, οφείλουν να συμμετάσχουν στις δαπάνες για τη δημιουργία των κοινοχρήστων χώρων και των έργων υποδομής με εισφορές σε γη και χρήμα. 5.

Η εισφορά σε γη αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την πολεοδόμησή της, το οποίο ανέρχεται σε 30% της αρχικής έκτασης της ιδιοκτησίας ανεξάρτητα από το μέγεθός τους.... Τα εδαφικά τμήματα, που προέρχονται από εισφορά σε γη, διατίθενται για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων μέσα στη Β.Ε.ΠΕ., για τη δημιουργία περιμετρικής ζώνης πρασίνου και για άλλους κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις μέσα στη Β.Ε.ΠΕ.,. 6. . .7 . . . 8 . . ..9.

Μέχρι την έκδοση της κατά το άρθρο 9 παρ. 3 διαπιστωτικής απόφασης, οι εκτάσεις, που προέρχονται από εισφορά σε γη, περιέρχονται προσωρινά στην αποκλειστική κατοχή του φορέα Β.Ε.ΠΕ., προκειμένου να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, καθώς και κτίρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία της Β.Ε.ΠΕ. 10.

Στην περίπτωση που ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., αποκτήσει το σύνολο της έκτασης της Β.Ε.ΠΕ., με οποιονδήποτε τρόπο, η πολεοδόμηση γίνεται σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αλλά δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5, 6, 7 και 9 αυτού του άρθρου. Ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., ως μοναδικός ιδιοκτήτης είναι υποχρεωμένος να διαθέσει την απαιτούμενα από την πολεοδομική μελέτη έκταση για τους δρόμους, το πράσινο, τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 30% της έκτασης της Β.Ε.ΠΕ.".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου "Μετά την ολοκλήρωση των υπόλοιπων έργων υποδομής και ιδίως των δικτύων που προβλέπονται από την εγκριτική απόφαση για την ίδρυση της Β.Ε.ΠΕ. και σε κάθε περίπτωση μετά τη δημοσίευση του Κανονισμού Λειτουργίας της Β.Ε.ΠΕ. εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από αυτοψία και πιστοποίηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης στα εκτελούμενα έργα, με την οποία διαπιστώνεται η ολοκλήρωση των έργων υποδομής της Β.Ε.ΠΕ.

και η δυνατότητα λειτουργίας της", ενώ, στο άρθρο 11 ορίστηκαν τα ακόλουθα: "1. Η διοίκηση και διαχείριση της Β.Ε.ΠΕ. περιλαμβάνει κάθε πράξη που αποσκοπεί στην εκπλήρωση του σκοπού της, στην ανάπτυξή της και στην εύρυθμη λειτουργία της και ιδίως τη συντήρηση, λειτουργία και αξιοποίηση των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων και οικοδομημάτων, την ανάληψη πρωτοβουλιών για την παραπέρα βελτίωση και ανάπτυξη της υποδομής της Β.Ε.ΠΕ.

και στην ανάπτυξη νέων υπηρεσιών και πρωτοβουλιών. 2. Η διοίκηση και διαχείριση της Β.Ε.ΠΕ ασκείται από το φορέα Β.Ε.ΠΕ. μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 9. 3. Με την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 9, ο φορέας Β.Ε.ΠΕ. έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει τη διοίκηση και διαχείριση της Β.Ε.ΠΕ.

σε τρίτο νομικό πρόσωπο (φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ.), το οποίο θα έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Δικαίωμα συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο του φορέα διαχείρισης έχουν οι ιδιοκτήτες γης στη Β.Ε.ΠΕ., στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., εφόσον είναι ιδιοκτήτης γης... 4. Η σύσταση του φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ.

και η μεταβίβαση σε αυτόν της διοίκησης και διαχείρισης αυτής θα πρέπει να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 9. Η μεταβίβαση γίνεται με σύμβαση, άνευ ανταλλάγματος, ανάμεσα στο φορέα Β.Ε.ΠΕ. και το φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ., η οποία εγκρίνεται με την ως άνω διαπιστωτική απόφαση.

Με τη σύμβαση ρυθμίζονται οι σχέσεις φορέα Β.Ε.ΠΕ. και φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ., μεταβιβάζονται τυχόν δικαιώματα και υποχρεώσεις που εντάσσονται στα πλαίσια της διοίκησης και διαχείρισης της Β.Ε.ΠΕ. και ρυθμίζεται και κάθε άλλο συναφές θέμα....5...". Τέλος, με το άρθρο 19 του ως άνω ν. 2545/1997 ορίστηκε ότι "1. Οι Βιομηχανικές Περιοχές (ΒΙ.ΠΕ.) που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν ήδη οριοθετηθεί από την Ε.Τ.Β.Α.

ή έχουν εγκριθεί από τις Επιτροπές Παρακολούθησης του Ε.Π.Β. και των αντίστοιχων Π.Ε.Π. με φορέα υλοποίησης την Ε.Τ.Β.Α., εξακολουθούν να διέπονται από τους ν. 4458/1965 και ν. 742/1977,... 2. Εφόσον το ζητήσει η πλειοψηφία των ιδιοκτητών και χρηστών γης κατά την αναλογία της έκτασης που κατέχουν στις ΒΙ.ΠΕ. της προηγούμενης παραγράφου, είναι δυνατόν να εντάσσονται αυτές οι ΒΙ.ΠΕ., με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και ύστερα από γνώμη της Ε.Τ.Β.Α., στις διατάξεις αυτού του νόμου".

Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2545/1997 προκύπτει ότι η πολεοδόμηση των ΒΙ.ΠΕ. γίνεται με εισφορά σε γη και χρήμα και τη σύνταξη πράξης εφαρμογής, διατίθενται δε τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από εισφορά σε γη για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, για τη δημιουργία της περιμετρικής ζώνης πρασίνου και για άλλους κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις μέσα στη Β.Ε.ΠΕ.

Μέχρι την έκδοση της κατά το άρθρο 9 παρ. 3 διαπιστωτικής απόφασης, οι εκτάσεις που προέρχονται από εισφορές σε γη, περιέρχονται προσωρινά στην αποκλειστική κατοχή του φορέα Β.Ε.ΠΕ., προκειμένου να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, καθώς και κτίρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία της Β.Ε.ΠΕ... (άρθρο 7 παρ. 3-9).

Εφόσον, όμως, ο φορέας Β.Ε.ΠΕ. αποκτήσει το σύνολο της έκτασης της Β.Ε.ΠΕ. με οποιονδήποτε τρόπο, η πολεοδόμηση γίνεται μεν σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 7, με τη σύνταξη πολεοδομικής μελέτης και την έγκρισή της με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, χωρίς δηλαδή την κατάρτιση πράξης εφαρμογής και εισφορά γης ή σε χρήμα, πλην, όμως, στην περίπτωση αυτή, ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., ως μοναδικός ιδιοκτήτης, είναι υποχρεωμένος να διαθέσει την απαιτούμενη από την πολεοδομική μελέτη έκταση για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους (άρθρο 7 παρ. 10).

Εξάλλου, ο φορέας Β.Ε.ΠΕ., μέχρι την έκδοση από τον Υπουργό Ανάπτυξης της προβλεπόμενης από το άρθρο 9 παρ. 3 διαπιστωτικής απόφασης, με την οποία διαπιστώνεται η ολοκλήρωση των έργων υποδομής της Β.Ε.ΠΕ., ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση της Β.Ε.ΠΕ, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κάθε πράξη που αποσκοπεί στην εκπλήρωση του σκοπού της, στην ανάπτυξή της και στην εύρυθμη λειτουργία της και ιδίως τη συντήρηση, λειτουργία και αξιοποίηση των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων και οικοδομημάτων.

Μετά την έκδοση, όμως, της πιο πάνω διαπιστωτικής απόφασης, ο φορέας Β.Ε.ΠΕ. έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει τη διοίκηση και διαχείριση της Β.Ε.ΠΕ. σε τρίτο νομικό πρόσωπο (ανώνυμη εταιρεία), δηλαδή στο φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ., η σύσταση του οποίου, όπως και η μεταβίβαση σε αυτόν της διοίκησης και διαχείρισης αυτής θα πρέπει να ολοκληρωθούν το αργότερο μέχρι την έκδοση της προαναφερόμενης διαπιστωτικής απόφασης.

Η μεταβίβαση αυτή γίνεται με σύμβαση, άνευ ανταλλάγματος, ανάμεσα στο φορέα Β.Ε.ΠΕ. και το φορέα διαχείρισης Β.Ε.ΠΕ., η οποία εγκρίνεται με την ως άνω διαπιστωτική απόφαση. Με τη σύμβαση αυτή μεταβιβάζονται τυχόν δικαιώματα και υποχρεώσεις που εντάσσονται στα πλαίσια της διοίκησης και διαχείρισης της Β.Ε.ΠΕ.

και ρυθμίζεται και κάθε άλλο συναφές θέμα. Ωστόσο, στον ανωτέρω ν. 2545/1997, με το άρθρο 19 παρ. 2 του οποίου παρασχέθηκε η δυνατότητα να ενταχθούν στις διατάξεις αυτού και οι Βιομηχανικές Περιοχές (ΒΙ.ΠΕ.), που κατά την έναρξη ισχύος του είχαν οριοθετηθεί από την ΕΤΒΑ υπό το προηγούμενο θεσμικό καθεστώς, δεν περιλήφθηκε διάταξη σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, είτε αυτοί είχαν δημιουργηθεί με εδαφικά τμήματα προερχόμενα από εισφορά σε γη, για τα οποία με το άρθρο 7 παρ. 9 ορίστηκε ότι "περιέρχονται προσωρινά στην αποκλειστική κατοχή του φορέα Β.Ε.ΠΕ., προκειμένου να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι..", είτε με έκταση που είχε διατεθεί από το φορέα Β.Ε.ΠΕ., κατά το άρθρο 7 παρ. 10, "για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους".

Εμμέσως, συνεπώς, με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2545/1997 προβλέθηκε (άρθρ. 968 ΑΚ) ότι η κυριότητα των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων ανήκει στους ιδιοκτήτες των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στα όρια της ΒΕΠΕ, οι οποίοι παραχώρησαν τμήματα των ιδιοκτησιών τους στην κοινή χρήση, ή στο φορέα Β.Ε.ΠΕ., στην περίπτωση που αυτός ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης της όλης έκτασης.

Επηκολούθησε, όπως αναφέρθηκε, ο ν. 3982/2011, με τις διατάξεις του τρίτου μέρους του οποίου (άρθρα 41-64) αντικαταστάθηκε το θεσμικό πλαίσιο του ως άνω ν. 2545/1997 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων, το οποίο διήπε την ίδρυση και λειτουργία των Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών, και θεσπίστηκαν ρυθμίσεις με στόχο την ανάπτυξη των Επιχειρηματικών Πάρκων (ΕΠ), με την έννοια ενός οργανικά ολοκληρωμένου συνόλου δομών, υπηρεσιών και υποδομών, που ιδρύεται και λειτουργεί για την υποστήριξη δραστηριοτήτων που ορίζονται στο νόμο (βιομηχανιών, βιοτεχνιών, επαγγελματικών εργαστηρίων, δραστηριοτήτων παραγωγής ηλεκτρικής ή θερμικής ενέργειας κλπ.), ενώ, παράλληλα, αποσαφηνίστηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων καθώς και των έργων υποδομής.

Ειδικότερα, με τις πιο πάνω διατάξεις ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η ανάπτυξη των ΕΠ γίνεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας και αποσκοπεί: α) στην περιφερειακή ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης, β) στη βελτίωση των υποδομών, ιδιαίτερα σε περιοχές που παρουσιάζουν προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης και περιβαλλοντικής υποβάθμισης, γ) στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, δ) στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εγκατεστημένων επιχειρήσεων, ε) στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων πέριξ ή πλησίον των ανωτέρω περιοχών" (άρθρο 42 παρ. 2). " Η πρωτοβουλία ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου ανήκει σε Εταιρία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΑΝΕΠ), η οποία έχει τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρίας....

Σκοπός της ΕΑΝΕΠ είναι η ανάπτυξη Επιχειρηματικού Πάρκου για την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων του άρθρου 43 και η διοίκηση και διαχείρισή του μέχρι τη μεταβίβασή της σύμφωνα με το άρθρο 58...". "Για την ίδρυση του Επιχειρηματικού Πάρκου η ΕΑΝΕΠ πρέπει να έχει διασφαλίσει σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) την έκταση που θα καταλάβει το ΕΠ.

Ως διασφάλιση της έκτασης νοείται η κυριότητα της ΕΑΝΕΠ ή η συναίνεση των ιδιοκτητών γης για τη δημιουργία του Επιχειρηματικού Πάρκου..." (άρθρο 45 παρ. 1 και 2). "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και των συναρμόδιων Υπουργών εγκρίνεται η ανάπτυξη του Επιχειρηματικού Πάρκου...

Η απόφαση Έγκρισης Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου περιλαμβάνει, ειδικότερα, τα εξής: α...γ...,δ. Τα προβλεπόμενα έργα υποδομής, τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και τα απαιτούμενα έργα εξωτερικής υποδομής, καθώς και τον εκτιμώμενο προϋπολογισμό τους" (άρθρο 47 παρ. 1 και 5δ). Επίσης, στο άρθρο 52 του ίδιου ως άνω ν. 3982/2011 ορίζονται τα ακόλουθα: " 1.

Μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του άρθρου 47 παράγραφος 1, τα Επιχειρηματικά Πάρκα του άρθρου 41 παράγραφοι α` έως ε` πολεοδομούνται. Για την πολεοδόμηση του Επιχειρηματικού Πάρκου καταρτίζεται από την ΕΑΝΕΠ πολεοδομική μελέτη... Η πολεοδομική μελέτη περιλαμβάνει το πολεοδομικό - ρυμοτομικό σχέδιο, τον πολεοδομικό κανονισμό, έκθεση που περιγράφει και αιτιολογεί τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, τους όρους δόμησης, τις χρήσεις γης και τους σχετικούς περιορισμούς ή απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις και κάθε άλλη ρύθμιση που επιβάλλεται από πολεοδομικούς λόγους. 2.

Οι όροι δόμησης προσδιορίζονται στην απόφαση του άρθρου 46 παράγραφος 6. Σε κάθε περίπτωση τηρούνται τα παρακάτω όρια: α. Ποσοστό κάλυψης μέχρι 70%....γ. Ελάχιστο ποσοστό κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων 25%, υπολογιζόμενο επί της συνολικής επιφάνειας του ΕΠ. Στο ποσοστό αυτό περιλαμβάνονται χώροι εντός του ΕΠ με ήδη διαμορφωμένη τέτοια χρήση.... 3.

α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9, η πολεοδομική μελέτη εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. β) Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με την κατάρτιση από την ΕΑΝΕΠ της πράξης εφαρμογής, η οποία εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης.... 4.

Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στα όρια του Επιχειρηματικού Πάρκου και εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο οφείλουν να συμμετάσχουν στις δαπάνες για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων και των έργων υποδομής με εισφορές σε γη και σε χρήμα. 5. Η εισφορά σε γη αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την πολεοδόμησή της, το οποίο ανέρχεται σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αρχικής έκτασης της ιδιοκτησίας....

Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από εισφορά σε γη διατίθενται για τη δημιουργία άλλων κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων μέσα στα Επιχειρηματικά Πάρκα. 9. Αν η ΕΑΝΕΠ καταστεί κυρία του συνόλου της έκτασης του Επιχειρηματικού Πάρκου, η πολεοδόμηση γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2, χωρίς τη σύνταξη πράξης εφαρμογής.....

Η ΕΑΝΕΠ, ως μοναδικός ιδιοκτήτης, υποχρεούται να διαθέσει την απαιτούμενη από την πολεοδομική μελέτη έκταση για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις...". Ακόμη, στο άρθρο 58 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 2 αυτού τροποποιήθηκε με την παρ.14 άρθρου 44 του ν.4155/2013, ορίζεται ότι: "1.

Η Διοίκηση και διαχείριση Επιχειρηματικού Πάρκου περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών που αφορούν στη λειτουργία του ΕΠ, στη συντήρηση των υποδομών και στην παροχή των υπηρεσιών,... 2. Η Διοίκηση και διαχείριση Επιχειρηματικού Πάρκου γίνεται από την ΕΑΝΕΠ και μεταβιβάζεται υποχρεωτικά στην ΕΔΕΠ όταν:

α) έχουν εγκατασταθεί ή λειτουργούν επιχειρήσεις τουλάχιστον στο 70% της έκτασης του ΕΠ, μη προσμετρούμενων σε αυτήν των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και σωρευτικά, β) το ζητούν επιχειρήσεις που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 51% των εγκατεστημένων ή εν λειτουργία επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν συστήσει ανώνυμη εταιρεία, με σκοπό τη Διοίκηση και διαχείριση του ΕΠ (ΕΔΕΠ).

Στην περίπτωση αυτή η Διοίκηση και διαχείριση μεταβιβάζεται υποχρεωτικά από την ΕΑΝΕΠ στην ΕΔΕΠ με σχετική σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Δικαίωμα συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΔΕΠ έχουν οι ιδιοκτήτες γης στο ΕΠ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η ΕΑΝΕΠ εφόσον είναι ιδιοκτήτης γης.

Οι ιδιοκτήτες γης στο ΕΠ συμμετέχουν στην ΕΔΕΠ κατ` αναλογία της έκτασης που διαθέτουν στο ΕΠ και μόνο για όσο διάστημα είναι ιδιοκτήτες αυτής.... Η ΕΔΕΠ μπορεί να συσταθεί και από έναν μόνο ιδιοκτήτη, αν αυτός είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης γης στο ΕΠ". Τέλος, με το άρθρο 48 του ως άνω νόμου ορίστηκε ότι "1. Μέχρι την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι εκτάσεις που προέρχονται από εισφορά σε γη περιέρχονται στην αποκλειστική κατοχή και κυριότητα της ΕΑΝΕΠ, για να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, καθώς και κτίρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία του ΕΠ. 2.

Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις, οι οποίοι έχουν προκύψει από εισφορά σε γη, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 περίπτωση γ` και 5 του άρθρου 52 περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ".

Στη συνέχεια, όμως, η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με την παρ.8 άρθρου 44 του ν. .4155/2013 ως εξής: "Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ." Περαιτέρω, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 3892/2011 ορίστηκαν τα εξής: "1.α) Υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ΒΕΠΕ που θεσμοθετήθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 2545/1997 ή εντάχθηκαν σε αυτόν δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 19 αυτού, οφείλουν να ολοκληρώσουν τις υποδομές τους και τα υπόλοιπα έργα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2545/1997.

Στην περίπτωση αυτή παρέχεται η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση από το φορέα ίδρυσης της ΒΕΠΕ και πληρούνται οι όροι του παρόντος νόμου.... 3. Φορείς διοίκησης και διαχείρισης Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων που έχουν ήδη συσταθεί, εξακολουθούν να ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση.

Η υπαγωγή των χώρων αυτών στις διατάξεις του παρόντος νόμου δύναται να γίνει με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ύστερα από αίτημα του φορέα διαχείρισης. Στην περίπτωση αυτή συντάσσεται και εγκρίνεται νέος Κανονισμός Λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου... 5.

Για τους υφιστάμενους κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου Οργανωμένους Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων για τους οποίους δεν έχουν συσταθεί φορείς διαχείρισης, παρέχεται η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος μέρους, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση και πληρούνται οι όροι αυτού του μέρους.... 9.

Οι υφιστάμενες ΒΙΠΕ του Ν. 4458/1965 και ΒΕΠΕ του Ν. 2545/1997, οι οποίες δεν εντάσσονται, κατά τις παραγράφους 1, 3 και 5, στο νέο νόμο εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4458/1965 και του Ν. 2545/1997 αντίστοιχα, καθώς και τις κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτών". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3892/2011, οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στα όρια του Επιχειρηματικού Πάρκου και εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο οφείλουν να συμμετάσχουν στις δαπάνες για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων και των έργων υποδομής με εισφορές σε γη και σε χρήμα.

Σε περίπτωση, όμως, που η ΕΑΝΕΠ καταστεί κυρία του συνόλου της έκτασης του Επιχειρηματικού Πάρκου, η πολεοδόμηση γίνεται χωρίς τη σύνταξη πράξης εφαρμογής, πλην, όμως, η ΕΑΝΕΠ, ως μοναδικός ιδιοκτήτης, υποχρεούται να διαθέσει την απαιτούμενη από την πολεοδομική μελέτη, έκταση για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις.

Όσον αφορά το θέμα της της κυριότητας των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και των υποδομών του Επιχειρηματικού Πάρκου, κατά το άρθρο 48 παρ. 1, μέχρι την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι εκτάσεις που προέρχονται από εισφορά σε γη περιέρχονται στην αποκλειστική κατοχή και κυριότητα της ΕΑΝΕΠ, για να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, καθώς και κτίρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία του ΕΠ.

Όμως, με την παράγραφο 2 του άρθρου 48, όπως αυτή αντικαταστάθηκε, ρητά ορίζεται ότι μετά την απόφαση έγκρισης της ανωτέρω σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης, όλοι ανεξαιρέτως οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις, είτε δηλαδή προέρχονται από εισφορά και είχαν περιέλθει προσωρινά στην κυριότητα της ΕΑΝΕΠ είτε προέρχονται από τη διατεθείσα για το σκοπό αυτό εδαφική έκταση από την ΕΑΝΕΠ, ως μοναδική κυρία ιδιοκτήτριας του ΕΠ, περιέρχονται υποχρεωτικά, με σύμβαση που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ, δηλαδή στο φορέα για τον οποίο προορίζονται και ο οποίος οφείλει να διαχειριστεί αυτά για το κοινό όφελος των εγκατεστημένων επιχειρήσεων, χωρίς τη δυνατότητα κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης των εκτάσεων αυτών.

Αρκεί, συνεπώς, οι συγκεκριμένοι χώροι και εγκαταστάσεις να έχουν αποκτήσει τον ανωτέρω χαρακτήρα κατά το χρόνο της σύμβασης μεταβίβασης της διοίκησης και διαχείρισης του Επιχειρηματικού Πάρκου, οι προϋποθέσεις της οποίας, σημειωτέον, είναι ουσιαστικά ταυτόσημες με αυτές για την προβλεπόμενη στο άρθρο 11 του ν. 2545/1997 αντίστοιχη σύμβαση μεταβίβασης.

Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 3982/2011 προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στο θεσμικό πλαίσιο αυτού και των υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του Β.Ε.ΠΕ., που θεσμοθετήθηκαν με τις διατάξεις του ν. 2545/1997 ή εντάχθηκαν σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του νόμου αυτού (δηλαδή πρώην ΒΙ.ΠΕ., που είχαν οριοθετηθεί από την ΕΤΒΑ με το θεσμικό πλαίσιο του ν. 4458/1965 και του ν. 742/1977).

Κατά συνέπεια, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του ν. 3982/2011 έχει εφαρμογή και στις ως άνω υφιστάμενες Β.Ε.ΠΕ., που υπάγονται στις διατάξεις του ως άνω νόμου μετά από σχετική αίτησή τους, δεδομένου ότι ουδεμία διάκριση γίνεται στην πιο πάνω διάταξη, ότι δηλαδή αυτή εφαρμόζεται μόνον στα ΕΠ που ιδρύονται υπό το ν. 3982/2011 και ότι αποκλείονται της σχετικής ρύθμισης οι ήδη υφιστάμενες και μετέπειτα υπαγόμενες σ' αυτόν Β.Ε.ΠΕ.

Άλλωστε, στο άρθρο 63 παρ. 9 του ν. 3892/2011 ρητά προβλέπεται η διατήρηση του προηγούμενου νομικού καθεστώτος του ν. 2545/1997 μόνον για εκείνες τις (υφιστάμενες) ΒΙΠΕ που δεν εντάσσονται στις διατάξεις του νέου νόμου και, συνεπώς, οι ΒΙΠΕ που θα ενταχθούν σ' αυτές διέπονται πλέον από το νέο θεσμικό καθεστώς και τον βάσει αυτού νέο κανονισμό.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκουσίως οι εν λόγω Β.Ε.ΠΕ. υπάγονται στο θεσμικό πλαίσιο του νεότερου αυτού νόμου, που απηχεί σύγχρονες αντιλήψεις περί βιομηχανικής οργάνωσης και περιβαλλοντικής προστασίας, χωρίς να προβλέπεται δυνατότητα επιλογής ή αποκλεισμού μεμονωμένων ρυθμίσεων αυτού, ενώ, εξάλλου, η μεταβίβαση της διοίκησης του Επιχειρηματικού Πάρκου από την ΕΑΝΕΠ στην ΕΔΕΠ περιλαμβάνει, όπως ειδικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, και τη μεταβίβαση των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, τα οποία τίθενται αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των αναγκών του Επιχειρηματικού Πάρκου και των εγκατεστημένων σ' αυτό επιχειρήσεων.

Κατά συνέπεια, η υποχρέωση μεταβίβασης των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων αφορά όλα τα Επιχειρηματικά Πάρκα, είτε αυτά ιδρύθηκαν με βάση το νέο θεσμικό πλαίσιο είτε ιδρύθηκαν και οργανώθηκαν μεν υπό το προηγούμενο καθεστώς αλλά υπήχθησαν νομίμως στο ν. 3982/2011 και, επίσης, ανεξαρτήτως αν η διαχείριση του Επιχειρηματικού Πάρκου μεταβιβάστηκε πριν ή μετά την ισχύ του παραπάνω νόμου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. ΕΣΧΠ/ΓΧΠ/765/2-11-1984 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (ΦΕΚ 792/Β/5-11-1984) και το υπ' αριθμ. 236/4-5-1985 πδ. (ΦΕΚ 88/Α/15-5-1985), που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 4458/1965, εγκρίθηκε ο καθορισμός Βιομηχανικών Περιοχών (ΒΙ.ΠΕ) στο Ν.

Αττικής για τη μετεγκατάσταση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών. Με την υπ' αριθμ. Β. 2671/482/29-1-1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (ΦΕΚ 100/Β/25-2-1988), όπως διορθώθηκε (ΦΕΚ 180/1-4-1988), και βάσει της υπ' αριθμ. …/…-9-1987 απόφασης της Επιτροπής της Ελληνικής Τραπέζης Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ (ΕΤΒΑ ΑΕ), που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 1 ν. 742/1977, οριοθετήθηκε η Βιομηχανική Περιοχή Αττικής Β' στη θέση Σχιστό της κτηματικής περιφέρειας Περάματος σε έκταση 310 στρεμμάτων για τη μετεγκατάσταση μονάδων του ναυπηγοεπισκευαστικού κυκλώματος και των συναφών δραστηριοτήτων, υπαγόμενη στις διατάξεις του ν. 4458/1965 "περί Βιομηχανικών Περιοχών", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το v. 742/1977....

Με την υπ' αριθμ. 32757/1118/9-9-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 1011/Β/29-9-1998), αυτή μετονομάσθηκε σε "Βιομηχανικό Πάρκο Σχιστού (ΒΙ.ΠΑ. Σχιστού), προκειμένου να δέχεται δραστηριότητες μόνο μέσης και χαμηλής όχλησης και να χρησιμοποιηθεί για τη μετεγκατάσταση χυτηρίων και συναφών δραστηριοτήτων του ναυπηγοεπισκευαστικού κλάδου.

Για τη δημιουργία και οργάνωση του ΒΙ.ΠΑ. Σχιστού η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα), ενεργούσα ως φορέας του δικαιώματος ίδρυσης, οργάνωσης και εκμετάλλευσής του κατά τις διατάξεις των ως άνω νόμων, συμβλήθηκε με τη δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) Εκκλησία της Ελλάδος (ν.π,δ.δ.),...

καταρτίζοντας την από 2-4-2001 Προγραμματική Σύμβαση, με περιεχόμενο την οργάνωση και στη συνέχεια από κοινού αξιοποίηση του ΒΙ.ΠΑ με διάθεση των βιομηχανικών-βιοτεχνικών γηπέδων και τη μεταβίβαση του δικαιώματος διοίκησης, διαχείρισης και λειτουργίας στο Φορέα Διοίκησης, Διαχείρισης και Λειτουργίας, που επρόκειτο να συσταθεί (άρθρο 2).

Στην Προγραμματική αυτή Σύμβαση αναφέρεται ότι μέρος της οριοθετημένης έκτασης, εμβαδού 188,70 στρεμμάτων, πολεοδομείται, θα προκύψουν δε από την πολεοδόμηση 89,53 στρέμματα βιομηχανικών γηπέδων προς πώληση. Από την ανωτέρω πολεοδομούμενη έκταση, 115.845,50 τ.μ. ανήκαν κατά κυριότητα στην Εκκλησία της Ελλάδος (εκκλησιαστικό κτήμα Σκαραμαγκάς), ενώ η υπόλοιπη έκταση των 72.423,30 τ.μ.

είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στην "ΕΤΒΑ ΑΕ" με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει της υπ' αριθμ.107161/3943/12-10-1999 απόφασης του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πειραιά..., σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. …/…-3-2000 πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής σε εκτέλεση του άρθρου 17 ν. 2446/1996...

για τη δημιουργία του Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού. Με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. …/2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών..., οι ανωτέρω συμβαλλόμενες ενοποίησαν τα γήπεδα τους για τη δημιουργία του Βιομηχανικού Πάρκου με ανταλλαγή και δωρεά ιδανικών μεριδίων των ακινήτων τους, κατά τρόπο ώστε να δημιουργηθεί ενιαίο γήπεδο έκτασης 188.268,80 τ.μ., το οποίο ανήκει κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 65% εξ αδιαιρέτου στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΑΕ" και κατά ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Με το άρθρο 5 της Προγραμματικής Σύμβασης ορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων ως εξής: "Α. Η ΕΤΒΑ bank: έχει την ευθύνη και την υποχρέωση να μεριμνήσει για: 1. Την προετοιμασία και υποβολή προς έγκριση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες των φακέλων (έχουν ήδη ολοκληρωθεί): Οριοθέτησης (έγκριση με την υπ' αριθμ.

Β 2671/482/29-1-1988 ΚΥΑ και την υπ' αριθμ. 32757/1118/9-9-1998 ΚΥΑ, μετονομασία) Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων (έγκριση με την υπ' αριθμ. 69764/25-2-1998 ΚΥΑ των Υπουργών Ανάπτυξης και ΠΕΧΩΔΕ) - Πολεοδόμησης και ρυμοτόμησης του ΒΙΠΑ Σχιστού (έχει υποβληθεί-εκκρεμεί η έκδοση της σχετικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής). 2.

Την εκπόνηση πλήρων τεχνικών μελετών των αναγκαίων έργων υποδομής με την υπογραφή των συμβάσεων με τρίτους (έχουν ήδη ολοκληρωθεί). 3. Την κατασκευή των αναγκαίων έργων υποδομής με την υπογραφή των συμβάσεων με τρίτους (τα έργα έχουν δημοπρατηθεί, έχει εγκατασταθεί ο ανάδοχος και έχουν αρχίσει οι εργασίες - σύμβαση από 15-10-1999). 5.

Το σχεδιασμό και υλοποίηση επεμβάσεων για τη λειτουργική σύνδεση των έργων υποδομής του ΒΙ.ΠΑ. με τα δίκτυα της ευρύτερης περιοχής, εφόσον απαιτηθεί, με την υπογραφή συμβάσεων με τρίτους. 6. Τη σύσταση Φορέα Διοίκησης, Διαχείρισης και Λειτουργίας του ΒΙΠΑ. Η ΕΤΒΑ bank θα διοικεί, διαχειρίζεται και λειτουργεί το ΒΙ.ΠΑ.

μέχρι τη σύσταση του Φορέα και τη μεταβίβαση σε αυτόν των σχετικών αρμοδιοτήτων.... Β. Η Εκκλησία της Ελλάδος: 1. Συνεισφέρει το ακίνητό της και παρέχει στην ΕΤΒΑ bank το δικαίωμα να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την οργάνωση του ΒΙ.ΠΑ., καθώς και να διενεργεί τις πωλήσεις των οικοπέδων. 2. . Το ρυμοτομικό σχέδιο και οι όροι και περιορισμοί δόμησης του ΒΙ.ΠΑ.

Σχιστού εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. ΠΕΧΩ.ΟΙΚ.1793/Φ.Τροπο/2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής (ΦΕΚ 438/Δ/27-5-2002), με την οποία επικυρώθηκαν και οι οριογραμμές του υφισταμένου ρέματος, Εν όψει δε του ότι η ΕΤΒΑ bank, ως φορέας οργάνωσης του ΒΙ.ΠΑ., είχε εξασφαλίσει με την ανωτέρω Προγραμματική Σύμβαση και τη συνένωση των γηπέδων το σύνολο της ιδιοκτησίας της πολεοδομούμενης έκτασης, η πολεοδόμηση έγινε σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7 ν. 2545/1997, σύμφωνα με τις παρ. 1-2 του ιδίου άρθρου και χωρίς να εφαρμοστούν οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7 και 9 αυτού, που προβλέπουν την κατάρτιση και έκδοση πράξης εφαρμογής και την εισφορά σε γη και χρήμα για τη δημιουργία των κοινοχρήστων χώρων και των έργων υποδομής, αλλά η ΕΤΒΑ bank διέθεσε (για λογαριασμό και της Εκκλησίας της Ελλάδος με βάση την Προγραμματική Σύμβαση) την απαιτούμενη από την πολεοδομική μελέτη έκταση για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους (σε ποσοστό 30% της συνολικής έκτασης).

Βάσει της εγκριθείσας πολεοδομικής μελέτης, τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα (4 και 5) ορίστηκαν για την εξυπηρέτηση κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και ειδικότερα ορίστηκε (άρθρ. 2 παρ. 5 της ως άνω υπ' αριθμ. ΠΕΧΩ. ΟΙΚ. 1793/Φ.Τροπο/2002 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής) ότι "προορίζονται για την ανέγερση κτιρίων κοινόχρηστων εξυπηρετήσεων ελάχιστο εμβαδόν 1.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., μέγιστο ποσοστό κάλυψης 60%, προκήπιο 4 μ., ελάχιστη πλάγια απόσταση η τήρηση Δ του ΓΟΚ, μέγιστο ύψος κτιρίων 15 μ., μέγιστος συντελεστής δόμησης 1.4".

Επίσης στην από Ιουλίου 1997 Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Έργων Υποδομής της τότε ΒΙ.ΠΕ. Αττικής Β' Σχιστού, προβλέπεται ότι στο ΟΤ … θα κατασκευαστεί το κτίριο διοίκησης και κοινόχρηστων εξυπηρετήσεων της και στο ΟΤ … θα γίνει η εγκατάσταση μονάδας καθαρισμού αποβλήτων. Το ΟΤ …, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά με ΚΑΕΚ …/0/0 και έκταση 2.178 τ.μ., αποτυπώνεται στο από Ιούνιο 2008 κτηματολογικό διάγραμμα του ΒΙ.ΠΕ, που συνέταξε ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Ιω Μ.

βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, με έκταση 2.177,85 τ,μ. και συνορεύει.... Το ΟΤ …, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά με ΚΑΕΚ …./0/0 και έκταση 2.426 τ.μ., αποτυπώνεται στο από Ιούνιο 2008 κτηματολογικό διάγραμμα του ΒΙ.ΠΕ., που συνέταξε ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Ιω Μ., με έκταση 2.426,25 τ.μ.

και συνορεύει.... Με την υπ' αριθμ. …/…-6-2003 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στις 18 Ιουνίου 2003 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 5917/24-6-2003 τ. ΑΕ - ΕΠΕ, εγκρίθηκε η απόσχιση του κλάδου των Βιομηχανικών Περιοχών της ΕΤΒΑ ΑΕ με εισφορά του κλάδου αυτού στη νεοϊδρυόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ.

ΑΕ" (πρώτη... αναιρεσείουσα), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 ν. 2919/2001, η οποία ως καθολική διάδοχος της "ΕΤΒΑ ΑΕ", διατήρησε τις αρμοδιότητες οργάνωσης και εκμετάλλευσης των βιομηχανικών περιοχών. Παράλληλα με την υπ' αριθμ, …/…-2-2006 πράξη της συμβολαιογράφου... συστήθηκε η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη)...

με την επωνυμία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΣΧΙΣΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΒΙ.ΠΑΣ. ΑΕ". Με την υπ' αριθμ. 1032/2004 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά δόθηκε η άδεια σύστασης της εταιρίας και εγκρίθηκε το καταστατικό της, καταχωρήθηκε δε την 4 Μαρτίου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2569/26-3-2004 (τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ).

Με την υπ' αριθμ. Φ/Α/6.3/2/2476/709/Ι5-3-2005 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 372/Β/ 23-3-2005), όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. Φ/Α/6.3./2/19639/1476/12-9-2008 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1997/Β/26-9-2008), το ΒΙ.ΠΑ Σχιστού υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2545/1997 και εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας του. Με την από 12-1-2006 σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας)..., ως φορέα ίδρυσης και οργάνωσης του ΒΙ.ΠΑ.

και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης)...., ως φορέα διοίκησης και διαχείρισης αυτού, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στην ενάγουσα τη διοίκηση και διαχείριση του ΒΙ.ΠΑ Σχιστού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 ν. 2545/1997 και παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα τη νομή, κατοχή και χρήση του συνόλου των υφισταμένων κοινοχρήστων έργων υποδομής του ΒΙ.ΠΑ.

καθώς και τις ζώνες πρασίνου, τους χώρους στάθμευσης και τους χώρους πεζοδρόμων, όπως αυτά εμφανίζονταν στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στην εν λόγω σύμβαση. Για την παράδοση των κοινόχρηστων έργων υποδομής υπογράφηκε το με ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής.

Με την υπ' αριθμ. Φ/Α/6.3/19281/1429/18-5-2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Βιομηχανίας (ΦΕΚ 1035/Β/1-6-2009) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση των έργων υποδομής και η δυνατότητα λειτουργίας του ΒΙ.ΠΑ. Σχιστού σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 ν. 2545/1997, όπως αυτά προβλέπονται από την υπ' αριθμ. Φ/Α/6.3/2/119639/1476/12-9-2008 Απόφαση. Ακολούθησε ο ν. 3982/2011, ο οποίος για τη θεσμοθέτηση οργανωμένων χώρων υποδοχής βιομηχανικών κλπ.

δραστηριοτήτων με τα άρθρα 41-64 ρύθμισε την ανάπτυξη, οργάνωση, διοίκηση και διαχείριση Επιχειρηματικών Πάρκων (ΕΠ). Με το άρθρο 64 του νόμου αυτού καταργήθηκαν ο ν. 2545/1997 και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, πλην όμως με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 63 (παρ. 1α) ορίστηκε ότι οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ΒΕΠΕ, που θεσμοθετήθηκαν με τις διατάξεις του ν, 2545/1997 ή εντάχθηκαν σε αυτόν δυνάμει της 52 του άρθρου 19 αυτού, οφείλουν να ολοκληρώσουν τις υποδομές τους και τα υπόλοιπα έργα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2545/1997.

Παρείχε, όμως, τη δυνατότητα υπαγωγής τους στις διατάξεις του νέου αυτού νόμου, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση από το φορέα ίδρυσής της και πληρούνται οι όροι του νόμου αυτού. Στο πλαίσιο αυτό η ενάγουσα... ως φορέας διοίκησης και διαχείρισης του ΒΙ.ΠΑ. Σχιστού - πλέον ΕΔΕΠ (Εταιρία Διαχείρισης Επιχειρηματικού Πάρκου), αιτήθηκε την υπαγωγή του στο ν. 3982/2011.

Με την υπ' αριθμ. 4441/342/4-4-2013 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ 892/Β/11-4-2013) αποφασίστηκε η υπαγωγή του ΒΙ.ΠΑ. Σχιστού στις διατάξεις του ν. 3982/2011 και η αντιστοίχησή του στο Επιχειρηματικό Πάρκο τύπου Β' του άρθρου 41 παρ. 1 περ. β του νόμου αυτού, και εγκρίθηκε ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 2 ν. 3982/2011, η διοίκηση και διαχείριση του Επιχειρηματικού Πάρκου γίνεται από την ΕΑΝΕΠ (Εταιρία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου) και μεταβιβάζεται υποχρεωτικά στην ΕΔΕΠ (Εταιρία Διαχείρισης Επιχειρηματικού Πάρκου) στις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό περιπτώσεις, με σχετική σύμβαση, που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 του ίδιου νόμου: "(παρ. 1): Μέχρι την υπογραφή της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι εκτάσεις, που προέρχονται από εισφορά σε γη, περιέρχονται στην αποκλειστική κατοχή και κυριότητα της ΕΑΝΕΠ, για να δημιουργηθούν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι καθώς και κτίρια και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις, που κρίνονται αναγκαίες για τη λειτουργία του Επιχειρηματικού Πάρκου, (παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με την 58 του άρθρου 44 v. 4155/2013, ΦΕΚ Α 120/29-5-2013):

Με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58, οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση, που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ". Η τελευταία αυτή διάταξη εισήγαγε για πρώτη φορά τη μεταβίβαση στο φορέα διοίκησης και διαχείρισης των Επιχειρηματικών Πάρκων των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων και εγκαταστάσεων κατά κυριότητα και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα, ενώ υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς μεταβιβαζόταν στο φορέα διαχείρισης μόνο η κατοχή αυτών.

Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν συντρέχει η προϋπόθεση της "απόφασης έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου 58". Ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός στερείται βασιμότητας. Η παρ. 2 του άρθρου 48 ορίζει βέβαια ότι η μεταβίβαση της κυριότητας των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και εγκαταστάσεων προς την ΕΔΕΠ πρέπει να πραγματοποιηθεί "με την απόφαση έγκρισης της σύμβασης μεταβίβασης της διαχείρισης του άρθρου, δηλαδή με την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας για την έγκριση της μεταβίβασης, της διοίκησης και διαχείρισης του Επιχειρηματικού Πάρκου από την ΕΑΝΕΠ προς την ΕΔΕΠ.

Παρατηρείται, ωστόσο, ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις περιπτώσεις της μεταβίβασης της διοίκησης και διαχείρισης Επιχειρηματικών Πάρκων, που θα πραγματοποιηθούν μετά την έναρξη ισχύος του νέου ν.3982/2011, ορίζοντας στο άρθρο 58 την τηρητέα διαδικασία και όχι τις περιπτώσεις υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του ΒΕΠΕ, που θεσμοθετήθηκαν με τις διατάξεις του ν. 2545/1997 ή εντάχθηκαν σε αυτόν δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 19 αυτού και ακολούθως υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 3982/2011, όπως στην προκειμένη περίπτωση του ΒΙ.ΠΑ Σχιστού, κατά την οποία πολύ προγενέστερα της θέσης σε ισχύ του τελευταίου αυτού νόμου και της υπαγωγής του σε αυτό, είχε ήδη από το έτος 2006 επέλθει η μεταβίβαση της διοίκησης και διαχείρισής του από το φορέα ίδρυσης, οργάνωσης και εκμετάλλευσης στο φορέα διοίκησης και διαχείρισης κατά τις ισχύουσες κατά το χρόνο εκείνο διατάξεις του ν. 2545/1997.

Περαιτέρω, οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 ν. 3982/2011 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθώς με αυτή ρυθμίζεται η μεταβίβαση μόνο των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, που προέκυψαν από εισφορά σε γη, ενώ οι ένδικες ιδιοκτησίες των εναγομένων, των οποίων ζητείται η μεταβίβαση, ανήκαν εξαρχής στην ιδιοκτησία τους και δεν προέκυψαν από εισφορά σε γη.

Παρατηρείται, ωστόσο, ότι η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 48 ν. 3982/2011, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου από την παρ. 8 του άρθρου 44 ν. 4155/2013, αφορά μεταβίβαση των ιδιοκτησιών εκείνων, που έχουν χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι κατά το χρόνο μεταβίβασης με σύμβαση της διαχείρισης (και στην υπό κρίση περίπτωση κατά το χρόνο που το ΒΙ.ΠΑ.

υπήχθη στις διατάξεις του νέου νόμου), ανεξαρτήτως του αν αυτές προέκυψαν από εισφορά σε γη ή όχι και ανεξαρτήτως της τυχόν δυνατότητας ή πιθανότητας αλλαγής στο μέλλον του πολεοδομικού σχεδίου. Εξάλλου, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η ρύθμιση της μεταβίβασης μόνον εκείνων των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, που προέκυψαν από εισφορά σε γη, η εν λόγω διάταξη θα είχε μείνει στην αρχική της μορφή και δεν θα είχε λάβει χώρα η αντικατάστασή της με τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 44 ν. 4155/2013.

Εξάλλου, οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες αρνούνται την παθητική τους νομιμοποίηση ισχυριζόμενες: α) η μεν πρώτη ότι, αν και φέρει την ιδιότητα του φορέα οργάνωσης, που συμπίπτει με την έννοια της ΕΑΝΕΠ, δεν έχει την αποκλειστική κυριότητα των επιδίκων, αλλά είναι συγκυρία αυτών κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 65%, β) η δεύτερη ότι δεν φέρει την ιδιότητα του φορέα οργάνωσης του ΒΙ.ΠΑ και ήδη ΕΠ.

Ωστόσο, από τη γραμματική ερμηνεία της 52 του άρθρου 48 του ως άνω νόμου και τη γενικότητα της διατύπωσης της". ...οι κοινόχρηστοι χώροι και κοινωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις περιέρχονται υποχρεωτικά με σύμβαση, που περιβάλλεται τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ" συνάγεται ότι με αυτή δεν προβλέπεται υποχρέωση μεταβίβασης σε βάρος αποκλειστικά της ΕΑΝΕΠ, αλλά η σχετική υποχρέωση αφορά τον εκάστοτε κύριο των εν λόγω κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων.

Επιπροσθέτως ουδεμία διάκριση γίνεται ως προς το αν οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς αυτοί χώροι και εγκαταστάσεις ανήκουν κατ' αποκλειστική κυριότητα σε ένα πρόσωπο ή κατά συγκυριότητα σε περισσότερα. Και ναι μεν κατά τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου οι εκτάσεις αυτές, εφόσον προέρχονται από εισφορά σε γη, θα πρέπει να έχουν ήδη περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της ΕΑΝΕΠ, η οποία και οφείλει στη συνέχεια να τις μεταβιβάσει στην ΕΔΕΠ κατά τις διατάξεις της παρ. 2.

Μετά, όμως, την αντικατάσταση της παρ. 2 με την παρ. 8 του άρθρου 44 ν. 4155/2013, η οποία αναφέρθηκε ανωτέρω, και την με αυτή απάλειψη της φράσης: "οι οποίοι έχουν προκύψει από εισφορά σε γη", διαφαίνεται η βούληση του νομοθέτη να διευρύνει την υποχρέωση προς μεταβίβαση της κυριότητας των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων στην ΕΔΕΠ, ανεξαρτήτως αν προήλθαν από εισφορά σε γη και κατ' επέκταση, αν έχουν περιέλθει στην κυριότητα της ΕΑΝΕΠ κατά την παρ. 1 του άρθρου 4, ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις, που οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς αυτοί χώροι δεν προήλθαν από εισφορά σε γη, δημιουργώντας υποχρέωση μεταβίβασής τους από τον εκάστοτε κύριό τους προς την ΕΔΕΠ χωρίς αντάλλαγμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, καταδίκασε τις αναιρεσείουσες σε δήλωση βουλήσεως μεταβίβασης με συμβολαιογραφική πράξη των εξ αδιαιρέτου αυτών ποσοστών επί των ανωτέρω ακινήτων και υποχρέωσε αυτές, μετά και την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποδοχή με συμβολαιογραφικό έγγραφο της ανωτέρω δήλωσης βουλήσεώς τους ή τη δήλωση αποδοχής της εκκαλουμένης απόφασης (πλασματικής δήλωσης βουλήσεως) και την καταχώρηση αμφοτέρων (δήλωσης βουλήσεως/απόφασης και αποδοχής) στα κτηματολογικά φύλλα των εν λόγω ακινήτων στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο, να αποδώσουν τα ανωτέρω ακίνητα στην αναιρεσείουσα, κάθε μία κατά το ποσοστό συγκυριότητάς της επ' αυτών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 2, 58, 63 παρ. 1, 3, 5 και 9 του ν. 3982/2011, καθώς και των άρθρων 7 παρ. 9-10 και 11 του ν. 2545/1997, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα ή να αξιώσει διαφορετικά στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι α) ότι από το έτος 2006 επήλθε η μεταβίβαση της διοίκησης και διαχείρισης του Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού από το φορέα ίδρυσης, οργάνωσης και εκμετάλλευσης στο φορέα διοίκησης και διαχείρισης αυτού, στον οποίο παραχωρήθηκε χωρίς αντάλλαγμα και η νομή, κατοχή και χρήση του συνόλου των υφισταμένων κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, β) ότι, ακολούθως, το ανωτέρω Βιομηχανικό Πάρκο Σχιστού, κατόπιν αιτήσεως του φορέα διοίκησης και διαχείρισης αυτού, υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3982/2011 με αντιστοίχισή του στο Επιχειρηματικό Πάρκο τύπου Β' του άρθρου 41 παρ. 1 περ.

β' και γ) ότι κατά τον ως άνω χρόνο τα ένδικα ακίνητα είχαν νομίμως χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό υποχρέωση μεταβίβασης των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων αφορά όλα τα Επιχειρηματικά Πάρκα, είτε αυτά ιδρύθηκαν με βάση το νέο θεσμικό πλαίσιο είτε είχαν ιδρυθεί και οργανωθεί υπό το προηγούμενο καθεστώς αλλά υπήχθησαν νομίμως στο ν. 3982/2011 και ανεξαρτήτως αν η διαχείριση του Επιχειρηματικού Πάρκου μεταβιβάστηκε πριν ή μετά την ισχύ του παραπάνω νόμου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί ευθείας παραβιάσεως των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και στοιχειοθετήσεως εντεύθεν της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τέταρτο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του ν. 3982/2011, που επάγεται αδικαιολόγητη στέρηση της ιδιοκτησίας τους επί εδαφών, τα οποία είχαν στην κυριότητά τους και πριν τη θεσμοθέτηση του οργανωμένου υποδοχέα (Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού), παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 28 παρ. 1, 93 παρ. 4 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕυρΣΔΑ, καθώς και εκείνες του Γ' Μέρους του ν. 3982/2011.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνον για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο".

Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 και έχει, σύμφωνα με το 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσης", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" (ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΣτΕ 3405/2014, ΑΠ 1504/2019), άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998).

Η προστασία που παρέχεται με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αφού είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.

Επομένως, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 493/2015, ΑΠ 264/2020, ΑΠ 1504/2018, ΑΠ 1753/2011).

Κατά συνέπεια, η στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία, κατ' αποτέλεσμα, ισοδυναμεί με αναγκαστική απαλλοτρίωση, συνιστά αφαίρεση κεκτημένου δικαιώματος κυριότητας, που προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Ωστόσο, η ιδιοκτησία ως δικαίωμα δεν είναι απεριόριστη, αλλά εκτείνεται ως εκεί που ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι, καθόσον το ιδιωτικό συμφέρον, εφόσον δεν ανατρέπεται η ''εύλογη ή δίκαιη ισορροπία'' που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της περιουσίας του προσώπου, είναι αναγκαίο να υποχωρεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ανεξαρτήτως μάλιστα, αν παράλληλα με το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετούνται και άλλα ιδιωτικά συμφέροντα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο νομοθέτης δεν μπορεί να στερήσει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο από περιουσιακά του δικαιώματα παρά μόνο με τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, εφόσον α) υπάρχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, έχουν προτεραιότητα έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαιούχου και β) προβλέπεται η πλήρης αποζημίωση του θιγέντος προσώπου (ΑΠ 362/2017).

Σε περίπτωση, όμως, ρυμοτομικών και πολεοδομικών επεμβάσεων είναι δυνατή η διάθεση ιδιωτικών εκτάσεων χωρίς τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 3 και 5 του Συντάγματος, οι ιδιοκτήτες ακίνητων που ευρίσκονται σε περιοχή, η οποία χαρακτηρίζεται ως οικιστική με την ένταξή της σε πολεοδομικό σχέδιο, οφείλουν να διαθέσουν χωρίς αντάλλαγμα τμήμα της ιδιοκτησίας τους προκειμένου να εξασφαλισθούν οι απαιτούμενες εκτάσεις για τους προβλεπόμενους από το πολεοδομικό σχέδιο κοινοχρήστους χώρους και χώρους κοινωφελών χρήσεων.

Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί έναν βασικό περιορισμό του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας, αφού χάριν αυτής είναι θεμιτό η τελευταία να περιορίζεται υπό προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο για τη διαφύλαξή του έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα και οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες εκείνες ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (ΑΠ 456/2019).

Ουσιώδες στοιχείο για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής είναι η κατάρτιση και εφαρμογή ολοκληρωμένων χωροταξικών σχεδίων. Τα σχέδια αυτά θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών άσκησης παραγωγικών δραστηριοτήτων και των ελεύθερων εκτός σχεδίου περιοχών (ΣτΕ 4966/2014, ΣτΕ 387/2014).

Προκειμένου δε να καταστούν επιλεγμένες περιοχές κατάλληλες για τη δημιουργία οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων και γενικά για την πραγματοποίηση προγραμμάτων και παρεμβάσεων μεγάλης σημασίας, καταρτίζονται, στο πλαίσιο εφαρμογής του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού, ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία περιλαμβάνουν επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα, συναρτώμενες με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις και εντασσόμενες στα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, καθώς και ειδικότερες ρυθμίσεις, συνδεόμενες αρρήκτως με τα ανωτέρω ζητήματα (ΣτΕ 227/2020).

Ειδικό Χωρικό Σχέδιο συνιστά και ο παραπάνω ν. 3982/2011, του οποίου οι διατάξεις του Τρίτου Μέρους συγκροτούν, όντως, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, με το οποίο ρυθμίζεται ο σχεδιασμός και η πραγματοποίηση των Επιχειρηματικών Πάρκων, η ανάπτυξή των οποίων αναγορεύεται, από το άρθρο 42 παρ. 2, σε λόγο δημόσιας ωφέλειας.

Ειδικότερα, κατά την έννοια των προπαρατιθέμενων διατάξεων του νόμου αυτού, το Επιχειρηματικό Πάρκο αποτελεί οργανωμένο χώρο υποδοχής βιομηχανικών, βιοτεχνικών και, εν γένει, μεταποιητικών, αλλά και άλλων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ο χώρος αυτός, ο οποίος, κατά το σύστημα του νόμου, πολεοδομείται και παύει να αποτελεί εκτός σχεδίου περιοχή, επιλέγεται από ιδιωτικό φορέα που πληροί ορισμένα χαρακτηριστικά, με κριτήρια που, αφενός, προσιδιάζουν στη φύση του ιδιωτικού φορέα που έχει την πρωτοβουλία για την ίδρυση του Επιχειρηματικού Πάρκου και, ιδίως, αυτό της επιχειρηματικής βιωσιμότητας του σχεδίου, και ταυτοχρόνως συντείνουν στην ικανοποίηση των κρατικών σκοπών της ανάπτυξης περιοχών με υστέρηση, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης, αφετέρου, όμως, σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος και την εξουδετέρωση των δυσμενών γι` αυτό συνεπειών της βιομηχανικής δραστηριότητας που πρόκειται να αναπτυχθεί στην έκταση του Επιχειρηματικού Πάρκου.

Τα κριτήρια αυτά είναι, ειδικότερα, η καταλληλότητα του χώρου, με βάση τα μορφολογικά και άλλα, κρίσιμα για την προστασία του περιβάλλοντος, χαρακτηριστικά του, καθώς και η συμβατότητα του σχεδίου που συνιστά το Ε.Π. με το λοιπό σχεδιασμό, όπως αυτός εκφράζεται μέσω ήδη ισχυόντων σχεδίων και προγραμμάτων, και ιδίως εκείνων που ενσωματώνουν υπερκείμενο σχεδιασμό, όπως είναι το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και τα Ειδικά Πλαίσια, τα οποία διέπουν συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

Η συνδρομή, εξάλλου, των προϋποθέσεων αυτών, καθώς και η τήρηση της συνταγματικής επιταγής της προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού, ανθρωπογενούς και πολιτιστικού (άρθρο 24 παρ. 1 και 6 Συντ.), από ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της ανάπτυξης βιομηχανικών δραστηριοτήτων στον, καταρχήν, κατάλληλο για Ε.Π.

χώρο, εξετάζεται, σύμφωνα με το σύστημα που καθιερώνει ο ν. 3982/2011, καταρχήν, κατά το στάδιο που προηγείται της θεσμοθέτησης του Ε.Π., στο πλαίσιο Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του ίδιου του Ε.Π., η οποία εντάσσεται στο προβλεπόμενο στο νόμο Επιχειρηματικό Πλαίσιο του επισπεύδοντος ιδιωτικού φορέα (ΣτΕ 670/2017).

Όπως αναφέρθηκε, η περιοχή στην οποία πρόκειται να αναπτυχθεί Επιχειρηματικό Πάρκο πολεοδομείται, με την κατάρτιση από την συσταθείσα για τον σκοπό αυτό ανώνυμη εταιρεία [Εταιρία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΑΝΕΠ)] πολεοδομικής μελέτης (που περιλαμβάνει το πολεοδομικό - ρυμοτομικό σχέδιο και τον πολεοδομικό κανονισμό), η οποία εγκρίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ενώ η εφαρμογή της πραγματοποιείται με την κατάρτιση από την ΕΑΝΕΠ της πράξης εφαρμογής, η οποία εγκρίνεται επίσης με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Εξάλλου, οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στα όρια του Επιχειρηματικού Πάρκου και εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο οφείλουν να συμμετάσχουν στις δαπάνες για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων και των έργων υποδομής με εισφορές σε γη και σε χρήμα, οι δε εισφορές σε χρήμα καταβάλλονται μετά την έγκριση της πράξης εφαρμογής σε ειδικό λογαριασμό της ΕΑΝΕΠ για την πραγματοποίηση των κοινόχρηστων χώρων και των έργων υποδομής (ΣΤΕ 861/2020).

Ειδικότερα δε, όπως ήδη εκτέθηκε, σε περίπτωση που η ΕΑΝΕΠ είναι κυρία του συνόλου της έκτασης, είναι υποχρεωμένη να διαθέσει η ίδια την απαιτούμενη από την πολεοδομική μελέτη έκταση για τους δρόμους, το πράσινο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και εγκαταστάσεις. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 52 παρ. 2 εισφορά σε γη αποτελούμενη από ποσοστό 25% της αρχικής έκτασης της ιδιοκτησίας, δεν υπερβαίνει τα εύλογα όρια, ενόψει του ότι βρίσκονται σε αντιστοιχία αφενός προς το μέγεθος της αύξησης της αξίας των ιδιοκτησιών, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας επέρχεται λόγω της πολεοδόμησης της περιοχής και αφετέρου προς τις εκτάσεις κοινοχρήστων χώρων και χώρων κοινωφελών χρήσεων, οι οποίες είναι στοιχειωδώς αναγκαίες για την οργάνωση και τη λειτουργία του Επιχειρηματικού Πάρκου και τη διαμόρφωση συνθηκών ικανοποιητικών για τη διαβίωση όσων κάνουν χρήση αυτού.

Και ναι μεν για τους οργανωμένους υποδοχείς, που είχαν θεσμοθετηθεί υπό το καθεστώς του ν. 2545/1997, το ισοζύγιο βιομηχανικών γηπέδων και κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων ήταν 70%-30%, πλην, όμως, με τις μεταβατικές διατάξεις του ν. 3982/2011 δεν προβλέφθηκε δυνατότητα μεταβολής των ποσοστών αυτών, σε περίπτωση υπαγωγής στις διατάξεις του νέου αυτού νόμου βιομηχανικών πάρκων που είχαν ιδρυθεί με το θεσμικό πλαίσιο του ν. 3545/1997, ώστε να είναι εφικτή η μεταβολή κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων σε βιομηχανικά γήπεδα, ενόψει μάλιστα και της υποχρέωσης τήρησης, σε περίπτωση τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου, προς εξυπηρέτηση πάντως πολεοδομικών αναγκών και όχι ιδιωτικών συμφερόντων (βλ.

ΣτΕ 2139/2016), του θεμελιώδους κανόνα της βελτιώσεως του υπάρχοντος φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος (ΣτΕ Ολ. 10/1988), με βάση τον οποίο απαγορεύεται, ειδικότερα, η μείωση των κοινοχρήστων χώρων της περιοχής (βλ. ΟλΣτΕ 1027/1999). Παράλληλα, με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του ν. 3982/2011, ενισχύεται με σημαντικές αρμοδιότητες και ευθύνες η διοίκηση και διαχείριση του Επιχειρηματικού Πάρκου, την οποία έχει αρχικώς η ΕΑΝΕΠ αλλά τη μεταβιβάζει υποχρεωτικά στην Εταιρία Διαχείρισης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΔΕΠ), όταν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 58, καθόσον περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών που αφορούν στη λειτουργία του ΕΠ, στη συντήρηση των υποδομών και στην παροχή των υπηρεσιών, ιδίως αυτών που περιγράφονται στον Κανονισμό Λειτουργίας του Επιχειρηματικού Πάρκου.

Πιο συγκεκριμένα, με τον Κανονισμό αυτό ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις εγκατάστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων στο Επιχειρηματικό Πάρκο, τα ειδικότερα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις επί των κοινόχρηστων χώρων, υποδομών και εγκαταστάσεων, ο τρόπος διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων, έργων και υπηρεσιών, οι υποχρεώσεις για την κατασκευή, την επέκταση και την συντήρηση των έργων υποδομής του Επιχειρηματικού Πάρκου.

Προκύπτει, έτσι, ότι οι κοινόχρηστοι και επωφελείς χώροι και εγκαταστάσεις αποτελούν περιεχόμενο και άμεσο αντικείμενο της διοίκησης και διαχείρισης του Επιχειρηματικού Πάρκου, η οποία, κατά τα ανωτέρω, μεταβιβάζεται υποχρεωτικά στην ΕΔΕΠ, γι' αυτό και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3982/2011 ρητά αναφέρεται ότι "η μεταβίβαση της διοίκησης του ΕΠ από την ΕΑΝΕΠ στην ΕΔΕΠ περιλαμβάνει και την μεταβίβαση των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, τα οποία τίθενται αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των αναγκών του Επιχειρηματικού Πάρκου και των εγκατεστημένων σ' αυτό επιχειρήσεων".

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η υποχρέωση εισφοράς σε γη των ιδιοκτητών των ακινήτων που βρίσκονται εντός του Επιχειρηματικού Πάρκου ή η παραχώρηση αντίστοιχης έκτασης από την ΕΑΝΕΠ, όταν αυτή είναι μόνη κυρία του συνόλου της έκτασης, στηρίζεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, εφόσον λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του πιο πάνω ειδικού χωροταξικού σχεδίου του ν. 3982/2011 και της πολεοδομικής οργάνωσης της περιοχής, προκειμένου τα εδαφικά τμήματα να διατεθούν, με τη βούληση των ιδιοκτητών, για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων στο Επιχειρηματικό Πάρκο.

Ακολούθως δε, προκύπτουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που υπαγόρευσαν με αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια, τη ρύθμιση του άρθρου 48 παρ. 2 του ως άνω νόμου, για την υποχρεωτική μεταβίβαση των ως άνω κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων άνευ ανταλλάγματος στην κυριότητα της ΕΔΕΠ, ιδιαίτερα ενόψει του εξυπηρετούμενου σκοπού, συνισταμένου, όπως αναφέρθηκε, στην ανάπτυξη περιοχών με υστέρηση και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης, με κριτήρια που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος και την εξουδετέρωση των δυσμενών γι` αυτό συνεπειών της βιομηχανικής δραστηριότητας που πρόκειται να αναπτυχθεί στην έκταση του Επιχειρηματικού Πάρκου.

Τελεί, δηλαδή, η μεταβίβαση της κυριότητας των πιο πάνω κοινόχρηστων χώρων σε εύλογη σχέση με τον ως άνω επιδιωκόμενο σκοπό, καθόσον είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, η αναμενόμενη δε ωφέλεια για τους ιδιοκτήτες από την πολεοδόμηση και οργάνωση και γενικά την αναβάθμιση της περιοχής δεν υπολείπεται της βλάβης που προκαλεί σ' αυτούς η στέρηση της κυριότητας των ήδη διατεθέντων στη κοινή χρήση εδαφικών εκτάσεων, για τις οποίες δεν διατηρούσαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εύλογη προσδοκία για την αξιοποίησή τους ως βιομηχανικών γηπέδων και, έτσι, δεν υπήρχε κεκτημένο οικονομικό συμφέρον αυτών.

Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, οι ρυθμίσεις της πιο πάνω διάταξης δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, καθόσον, πέραν του ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μπορεί να περιορισθεί για σοβαρούς οικονομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, που εν προκειμένω κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα συντρέχουν, με τις εν λόγω ρυθμίσεις δεν επιβάλλεται αναγκαστική στέρηση της ιδιοκτησίας επί των ακινήτων που ήδη έχουν καταστεί κοινής χρήσεως, αλλά η απώλειά της είναι απόρροια της ελεύθερης βούλησης των ιδιοκτητών των ακινήτων, αφού η πρωτοβουλία για την ίδρυση του Επιχειρηματικού Πάρκου ανήκει στην Εταιρία Ανάπτυξης Επιχειρηματικού Πάρκου (ΕΑΝΕΠ), που διασφαλίζει την απαιτούμενη έκταση με τη συναίνεση και των τυχόν λοιπών ιδιοκτητών γης, ενώ ακόμη και για τις υφιστάμενες ΒΕΠΕ προβλέπεται προαιρετική υπαγωγή στο νέο νομοθετικό καθεστώς (πρβλ.

ΣΤΕ 4537/2015, ΣτΕ 47/2015, AΠ 49/2014, ΑΠ 664/2013, ΑΠ 2218/2013). Ενόψει δε αυτών, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν είναι αντίθετες και στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση επεμβάσεως στην περιουσία ενός προσώπου, πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 ν. 3982/2011 αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επομένως, δεν πρέπει να εφαρμοστεί.

Ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν αποκλείουν την εξουσία του κράτους να επέμβει στην περιουσία ενός προσώπου, αρκεί να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και των απαιτήσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση.

Επιπροσθέτως, όπως έχει ήδη κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν εγγυάται το δικαίωμα πλήρους αποζημίωσης σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ η μη πρόβλεψη αποζημίωσης μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη, κατά την ίδια ως άνω διάταξη, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (απόφαση της 21 ης Φεβρουαρίου 1994, Ιερές Μονές κατά Ελλάδος).

Στην προκειμένη δε περίπτωση οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες ναι μεν υποχρεούνται να μεταβιβάσουν τα ως άνω περιγραφέντα ακίνητα τους, πλην όμως εξασφαλίζουν ως εύλογη αποζημίωση για τη μεταβίβαση αυτή, τη μεγάλη αύξηση της αξίας των λοιπών ακινήτων τους, που βρίσκονται στην ίδια περιοχή λόγω της ένταξής τους στον πολεοδομικό σχεδιασμό.

Η αξία αυτή ανέρχεται στο ποσό των 280 ευρώ ανά τ.μ...., ενώ πριν την ένταξή τους στο πολεοδομικό σχέδιο του ΒΙ.ΠΑ η αξία τους ήταν μηδαμινή. Επιπλέον δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, όσοι προέβησαν στην αγορά των ιδιοκτησιών των εναγομένων, απέβλεψαν και στην ύπαρξη κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων και για το λόγο αυτό κατέβαλαν αυξημένο τίμημα, ενώ η δημιουργία και πλήρης λειτουργία ενός ολοκληρωμένου βιομηχανικού - επιχειρηματικού πάρκου άπτεται της εν γένει ανάπτυξης και οικονομικής ζωής.

Μία διαφορετική θεώρηση καταλήγει να παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες της κρινόμενης διαφοράς. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι, με την ως άνω παρέμβαση του νομοθέτη και την πρόβλεψη υποχρέωσης μεταβίβασης των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, επιτυγχάνεται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός μεν των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος, αφετέρου δε της προστασίας του ατομικού θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίασή της".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 28 παρ. 1, 93 παρ. 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία της περιουσίας, καθώς και εκείνες του Γ' Μέρους του ν. 3982/2011, τι οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων τούτων, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2018 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΕΤΒΑ ΒΙ.ΠΕ. ΑΕ) και 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 679/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ