Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding lower court's assessment of financial capacity evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific donation evidence proving his financial ability to purchase the property alone. The court rejected this claim, stating that the lower court correctly evaluated the evidence and that the appellant's arguments regarding the insufficiency of donations were inadmissible as they merely challenged the court's assessment of facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of a substantive law rule is inadmissible if it merely challenges the appellate court's evaluation of evidence or the reasoning behind the rejection of specific documentary means without demonstrating a clear error in the application of law to proven facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 686 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 686/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Σ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νίκου.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Ν. του Σ., κατοίκου ….
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καλογήρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ "ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της", επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής.
Η σύμβαση αυτή, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ολΑΠ 104/1975, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1819/2014). Η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του κτηθέντος πράγματος ή δικαιώματος εξαρτάται από το περιεχόμενο της εντολής.
Έτσι αν το πράγμα ή το δικαίωμα αποκτήθηκε κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσωπεύσεως, ο εντολέας γίνεται άμεσα κύριος ή δικαιούχος και ο εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση μόνο της κατοχής του πράγματος, αν όμως το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ο εντολοδόχος υποχρεούται στην μεταβίβαση του πράγματος, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του εξαναγκάζεται σε τούτο, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως, κατόπιν αγωγής του εντολέα (ΑΠ 1332/2017, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 211 παρ.1 ΑΚ, που ορίζει ότι η δήλωση βουλήσεως από τον αντιπρόσωπο στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μέσα στα όρια της εξουσίας της αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, προκύπτει ότι η σύμβαση της εντολής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων, ενώ η πληρεξουσιότητα που είναι κατά το άρθρο 216 ΑΚ η δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης, αναπτύσσει εξωτερική δράση.
Για το λόγο αυτό και προκειμένου να μη δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας αναφορικά με δικαιοπραξίες τις οποίες ο νόμος θεωρεί ιδιαίτερης σημασίας και απαιτεί για το κύρος τους την τήρηση τύπου, ορίζει η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ ότι εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για την δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
Παρέπεται ότι η εντολή δεν εκτοπίζει ούτε καθιστά περιττή την πληρεξουσιότητα, όμως σε αντίθεση μ` αυτή δίνεται άτυπα, ακόμη και αν αφορά την αγορά και γενικά τη διάθεση ακινήτου από τον εντολοδόχο στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολέα, αφού δεν υπάρχει στο νόμο διάταξη αντίστοιχη μ` αυτή του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ.
Ορίζεται βέβαια στο άρθρο 369 ΑΚ, ότι συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητο απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, όμως η διάταξη αυτή αφορά τον τύπο αυτής καθ` αυτής της αντίστοιχης σύμβασης, η οποία διακρίνεται σαφώς από την εντολή για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολοδόχου.
Διακρίνεται επίσης η σύμβαση της εντολής από τη σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος, που αγόρασε στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ακίνητο, ενεργώντας δηλαδή ως έμμεσος αντιπρόσωπός του, μεταβιβάζει σ` αυτόν το ακίνητο που αγόρασε, εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή του από το άρθρο 719 ΑΚ. Η τελευταία σύμβαση, σε αντίθεση και πάλι με τη σύμβαση της εντολής, υπόκειται κατά το άρθρο 369 ΑΚ στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε περίπτωση δε που ο εντολοδόχος αρνηθεί να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωσή του εξαναγκάζεται με την καταδίκη του σε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως κατόπιν αγωγής του εντολέα κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1819/2014, ΑΠ 637/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 166/2018 απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Ο εναγόμενος, μέσω της συζύγου του πληροφορήθηκε ότι πωλείται ένα οικόπεδο, μετά της επ' αυτού παλαιάς ισογείου οικίας, ευρισκόμενο στην … επί της οδού ..., θεωρήσας δε την ευκαιρία συμφέρουσα απευθύνθηκε στον ενάγοντα αδελφό του, προκειμένου να αγοράσουν μαζί το ακίνητο.
Προς τούτο ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με την εκπροσωπούσα τους πωλητές του ακινήτου Ό. Κ. συζ. Η. Β., που συνδεόταν με φιλικές σχέσεις με τη σύζυγο του εναγομένου, και συμφώνησαν την πώληση του ακινήτου, έναντι τιμήματος 25.000.000 δραχμών, προκατέβαλαν δε, έναντι του τιμήματος, ποσό 1.500.000 δραχμών. Για την κατοχύρωση της συμφωνίας, η ως άνω εκπρόσωπος των πωλητών, συνέταξε έγγραφο αποδεικνύον την καταβολή του ποσού του 1.500.000 δραχμών, καθώς και το περιεχόμενο της, μετά από διαπραγματεύσεις, επιτευχθείσας συμφωνίας για την πώληση του ακινήτου.
Στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο υπογράφεται από την Ό. Κ. συζ. Η. Β. και δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, αναφέρεται ότι αυτή έλαβε από τον Ν. Σ. του Σ. (εναγόμενο) και από τον Ν. Τ. του Σ. (ενάγοντα) το ποσό του 1.500.000 δραχμών "ως προκαταβολή για την πώληση μιας παλαιάς ισόβιας οικίας.... με τους παρακάτω όρους: 1) Το συνολικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, 2) Το υπόλοιπο τίμημα των είκοσι τριών και ήμιση εκατομμυρίων δραχμών (23.500.000) θα καταβληθεί με την υπογραφή του συμβολαίου, 3) Η οικία επίσης θα παραδοθεί με την υπογραφή του συμβολαίου, 4) Το οικόπεδο είναι άρτιο, όχι οικοδομήσιμο.
Τη διαδικασία τακτοποίησης αναλαμβάνουν οι αγοραστές με δαπάνες τους. Στην περίπτωση που για έναν οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή η έκδοση αδείας οικοδομής τότε οι αγοραστές δεν θα προβούν στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου οι δε πωλητές υποχρεούνται να επιστρέψουν το παραπάνω ποσό και ότι επιπλέον δαπάνησαν για την τακτοποίηση του οικοπέδου.".
Ακολούθως, προ της συντάξεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου, οι διάδικοι, προκειμένου η κτήση του ακινήτου να τύχει της απαλλαγής φόρου μεταβιβάσεως πρώτης κατοικίας (άρθρο 1 ν.1078/1980), συμφώνησαν ότι ήταν συμφέρουσα η αγορά του ακινήτου στο όνομα μόνον του ενός εξ αυτών, επιλέχθηκε δε, κατά ποινικώς αξιόλογη πλην παραγραφείσα ψευδή παράσταση, να εμφανισθεί μοναδικός αγοραστής ο εναγόμενος, επειδή, κατά την κοινή πείρα και λογική, πληρούσε τα κατά τον ισχύοντα τότε ν. 2238/1994 τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, ως αποκτήσας εμφανή εισοδήματα επί δεκαετία (1978-1988) από την εργασία του ως ναυτικός αλλά και από δηλωθείσες στη φορολογική αρχή δωρεές χρημάτων ανιόντων, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων εκμεταλλευόταν υπό εταιρική μορφή εμπορική επιχείρηση κατασκευής επίπλων και κουφωμάτων, συσταθείσα μόλις κατ' έτος 1996 και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δήλωνε φορολογητέο εισόδημα χαμηλό, μη ανταποκρινόμενο βέβαια στα πραγματικά έσοδά του.
Προς τούτο ο ενάγων έδωσε εντολή στον εναγόμενο αδερφό του αντί του παραδοτέου σ' αυτόν ημίσεος χρηματικού ποσού που θα απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου, να προβεί στην κτήση, αιτία πωλήσεως, του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου στο όνομά του (εναγομένου), αλλά για δικό του λογαριασμό και να αναμεταβιβάσει προς αυτόν (ενάγοντα) τουλάχιστον μετά την παρέλευση της πενταετίας που απαιτείτο για τη διατήρηση της φοροαπαλλαγής και σε κάθε περίπτωση, όταν ήθελε αποφασισθεί από κοινού η αξιοποίηση του ακινήτου το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου.
Προ της υπογραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου ο ενάγων, σε εκτέλεση της εντολής, κατέβαλε στον εναγόμενο το ήμισυ του υπολειπομένου, εκτός της προκαταβολής, συμφωνηθέντος κατά τα ως άνω τιμήματος της πώλησης, καθώς και το ήμισυ των εξόδων που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης και για επείγουσες επισκευαστικές εργασίες στο ακίνητο, που είχαν υπολογισθεί στο ποσό του 1.000.000 δραχμών, ήτοι συνολικά, πλέον του ημίσεος της προκαταβολής, κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 12.250.000 ευρώ.
Ο εναγόμενος, κατά τη σύνταξη του …/1998 συμβολαίου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αικατερίνης Παγουλάτου, πλέον του ποσοστού κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου που απέκτησε στο όνομά του, αιτία πωλήσεως, ενεργών, σε εκτέλεση της δοθείσας από τον ενάγοντα εντολής, ως έμμεσος αντιπρόσωπος αυτού, απέκτησε στο όνομά του μεν, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος και το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου.
Μετά την κτήση του ακινήτου και ενώ συνέχιζαν οι σχέσεις των διαδίκων αδερφών να είναι αδιατάρακτες, μετά την πάροδο πενταετίας ότε, όπως είχε συμφωνηθεί κατά πρώτο χρονικό σημείο, θα ήταν δυνατή, σε εκτέλεση της εντολής, η αναμεταβίβαση του ακινήτου, ανέκυψε εμπράγματη διαφορά με τον ιδιοκτήτη του ομόρου προς τα ανατολικά ακινήτου, η οποία έληξε δικαστικά περί τις αρχές του έτους 2008...
η ως άνω δε αντιδικία εμπόδισε τους διαδίκους να ασχοληθούν με την αξιοποίηση του ακινήτου, ώστε να ενδιαφερθούν και για την αναμεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ενάγοντος. Στη συνέχεια δε υπήρξαν διαφωνίες ως προς την ανοικοδόμησή του, που εν τέλει, λόγω της εν τω μεταξύ επελθούσας κρίσης στην αγορά του ακινήτων, που επηρέασε και τη συνυφασμένη με την οικοδομική δραστηριότητα επιχείρηση των διαδίκων, ματαιώθηκε, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπήρχε πιεστική ανάγκη εκμετάλλευσης του ακινήτου, αφού εντός της υπάρχουσας επ' αυτού οικίας ήδη από το έτος 2009 διέμεναν οι γονείς των διαδίκων, που ως αντιμετωπίζοντες προβλήματα υγείας και ως εκ της προχωρημένης ηλικίας τους είχαν άμεση στεγαστική ανάγκη εντός της πόλης της Ξάνθης και το εν λόγω ακίνητο τους εξυπηρετούσε.
Όταν εδραιώθηκαν τα οικονομικά προβλήματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας των διαδίκων και πλέον εκ των πραγμάτων οριστικά ματαιώθηκε η προοπτική ανοικοδόμησης του ακινήτου, ο ενάγων από το έτος 2013, ότε άρχισε να κατοικεί εντός της υφισταμένης επί του ακινήτου οικίας, άρχισε να ενοχλεί τον εναγόμενο να προβεί, σε εκτέλεση της δοθείσας προς αυτόν εντολής, στην αναμεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας που είχε αποκτήσει στο όνομά του μεν, αλλά για λογαριασμό του ιδίου (ενάγοντος).
Ο εναγόμενος δεν αντιποιήθηκε αμέσως την συγκυριότητα του ενάγοντος, αλλά προφασίσθηκε φορολογικές εκκρεμότητες που τον εμπόδιζαν να προβεί στην αναμεταβίβαση, εν τέλει δε ο ενάγων όχλησε αυτόν εξωδίκως δια της από 22-5-2015 προσκλήσεώς του να προσέλθει σε συμβολαιογράφο, ώστε να συντελεσθεί η αναμεταβίβαση, πλην όμως ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε και μάλιστα ισχυρίζεται, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, ότι ουδέποτε ο ενάγων του παρέδωσε χρήματα, με την εντολή να προβεί στην αγορά του ποσοστού συγκυριότητας επί του ακινήτου και ότι ως εκ τούτου δεν έχει αναλάβει υποχρέωση αναμεταβίβασης του εν λόγω ποσοστού.
Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί του εναγομένου, ως κατά τα πραγματικά περιστατικά που τους συνιστούν, θα εκτεθούν αμέσως παρακάτω, δεν αποδεικνύονται βάσιμοι για τους εξής λόγους: Από το προεκτεθέν κατά περιεχόμενο τιτλοφορούμενο έγγραφο "Απόδειξη δραχμών (1.500.000)", που υπογράφεται από την Ό. Κ., ως εκπρόσωπο των πωλητών του ακινήτου και αποτυπώνει τη συμφωνία των συμβαλλομένων ως προς τους όρους μεταβίβασης του ενδίκου ακινήτου, αποδεικνύεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι διαπραγματεύθηκαν και συμφώνησαν την αγορά του ακινήτου, μάλιστα δε προς τούτο κατέβαλαν μαζί την προκαταβολή του τιμήματος.
Στο εν λόγω έγγραφο καθορίζονται υποχρεώσεις και δικαιώματα των αγοραστών και όχι του αγοραστή του ακινήτου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η πώληση του ακινήτου αφορούσε αμφότερους τους διαδίκους. Ο τρόπος καταβολής της προκαταβολής του τιμήματος, αν δηλαδή έγινε στα χέρια της Ό. Κ., ως αντιπροσώπου των πωλητών, από αμφότερους τους διαδίκους ή μόνον από τον εναγόμενο είναι άνευ σημασίας, καθόσον ρητά αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο ότι η προκαταβολή καταβλήθηκε από αμφοτέρους με την ιδιότητά τους ως αγοραστών του ακινήτου, μάλιστα δε, λόγω του ότι αμφότεροι οι διάδικοι προκατέβαλαν χρήματα, η εν λόγω έγγραφη απόδειξη συντάχθηκε εις διπλούν, προκειμένου κάθε αγοραστής του ακινήτου να έχει αποδεικτικό στοιχείο της καταβολής των χρημάτων, αλλά και των όρων της συμφωνίας.
Εξάλλου, το γεγονός ότι οι αμφότεροι οι διάδικοι αποφάσισαν την αγορά του ακινήτου καταδηλώνει ότι ο εναγόμενος δεν είχε αυτοτελώς την οικονομική δυνατότητα να προβεί μόνος του στην αγορά του, δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα και λογική, αν διέθετε ιδίοις ή από δωρεές ανιόντων τα αναγκαία χρήματα, εφόσον πρώτος, δια της συζύγου του, πληροφορήθηκε την ευκαιρία προς αγορά αυτού, θα προέβαινε μόνος του στην απόκτησή του, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι διέθετε τις οικονομικές δυνατότητες ώστε να αποκτήσει την κυριότητα όλου του ακινήτου.
Άλλωστε ο εναγόμενος, ήδη από το έτος 1989 είχε παύσει να ναυτολογείται και πλέον κατά το χρόνο της αγοράς του ακινήτου τα εισοδήματά του προερχόταν μόνον από τη συμμετοχή του στην υπό εταιρική μορφή επιχείρηση κατασκευής επίπλων και κουφωμάτων, της οποίας διαχειριστής τύγχανε ο εναγόμενος και είχε συστήσει ο τελευταίος ομού μετά του ετέρου αδερφού του και του επ' αδερφή γαμπρού του και στην οποία εισήλθε αργότερα και ο εναγόμενος, ώστε να αποκατασταθεί επαγγελματικά.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πριν ακριβώς από την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου και κατά τη χρονική στιγμή που ο εναγόμενος κατέβαλε έξω από το γραφείο της συμβολαιογράφου εις χείρας της αντιπροσώπου των πωλητών το υπόλοιπο, πλην της προκαταβολής, τίμημα της πώλησης ήταν παρών, ως τούτο βεβαιώνεται από την εξετασθείσα ενόρκως με επιμέλεια του εναγομένου μάρτυρα Ό.
Κ.. Η παρουσία του αυτή δικαιολογείται μόνον από το λόγο ότι και αυτός συμμετείχε στην αγορά του ακινήτου, έχοντας καταβάλλει το ήμισυ του ποσού που απαιτούνταν για την απόκτησή του. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι για την καταβολή του αναλογούντος στον ενάγοντα τιμήματος πώλησης δεν υπάρχει εξοφλητική απόδειξη και ότι ο ενάγων δεν μπορεί να δικαιολογήσει ότι διέθετε τα χρήματα που κατέβαλε.
Όμως η ανυπαρξία απόδειξης καταβολής του αληθούς τιμήματος της πώλησης, δεδομένου ότι στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο αναγράφεται ως αγοραία αξία αυτού κατώτερο ποσό του πράγματι συμφωνηθέντος και καταβληθέντος, αφορά και τον εναγόμενο, που ομοίως δεν διαθέτει απόδειξη καταβολής του συνολικού ποσού των 23.500.000 δραχμών, σε κάθε δε περίπτωση η απόδειξη καταβολής του αναγραφέντος στο συμβόλαιο τιμήματος της πώλησης εξασφαλίσθηκε με την αναφορά στο συμβόλαιο ότι το τίμημα της πώλησης καταβλήθηκε ολοσχερώς έξω από το γραφείο της συμβολαιογράφου.
Είναι δε αληθές ότι ο ενάγων για την καταβολή του αναλογούντος σ' αυτόν ποσού των 12.500.000 δραχμών δεν φρόντισε να λάβει σχετική απόδειξη, τούτο όμως δικαιολογείται από το γεγονός ότι υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης με τον αδερφό του, με τον οποίο μέχρι τότε, αλλά και επί σειρά ετών ακολούθως είχε αδιατάρακτες σχέσεις, που μάλιστα είχαν επισφραγισθεί και από την επαγγελματικής τους συνεργασία.
Για δε την εντολή που έδωσε ο ενάγων στον εναγόμενο για την αγορά στο όνομα του τελευταίου, αλλά για λογαριασμό του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ενδίκου ακινήτου με υποχρέωση αναμεταβίβασης, μη προσδιορισθείσας βέβαια ακριβόχρονα, αρκούσε κατά νόμο, λόγω του ενοχικού της χαρακτήρα, ότι δόθηκε ατύπως, καίτοι αφορούσε ακίνητο.
Εξάλλου, αμφότεροι οι διάδικοι διέθεταν τα χρήματα για την κατ' ισομοιρίαν αγορά του ακινήτου, προερχόμενα από προσωπικές τους κατ' οίκον φυλασσόμενες οικονομίες και από χρηματικές παροχές συγγενικών τους προσώπων, δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να εκταμίευσαν από τραπεζικές καταθέσεις τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν για να αποπληρώσουν το τίμημα της πώλησης του ακινήτου.....
Τέλος, το γεγονός ότι ο ενάγων καθυστέρησε να επιδιώξει την αναμεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητάς του επί του ακινήτου, καθυστέρηση που ελέγχεται, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, μόνον στα πλαίσια της άρνησης της αγωγής, δικαιολογείται από το ότι εξαρχής οι διάδικοι δεν καθόρισαν σταθερό χρονικό σημείο, αλλά συνέδεσαν την αναμεταβίβαση κυρίως με την αξιοποίηση του ακινήτου, που όταν οριστικά ματαιώθηκε, ο ενάγων άρχισε να συζητά με τον εναγόμενο την τακτοποίηση της εκκρεμότητας, σημειουμένου ότι η συντέλεση της αναμεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας θα επιτυγχανόταν κατ' εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης του εναγομένου εκ του άρθρου 719 ΑΚ και δεν απαιτείτο η δια προσυμφώνου ανάληψη σχετικής υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου.
Λόγω δε της μέχρι τότε αδιατάρακτης αδερφικής σχέσης, η ολιγωρία του εναγομένου να συμμορφωθεί με την ενοχική του υποχρέωση, κατ' αρχήν έγινε ανεκτή από τον ενάγοντα, που εν τω μεταξύ άρχισε να κατοικεί εντός της υφισταμένης επί του ακινήτου οικίας, χωρίς διαμαρτυρία από τον εναγόμενο, όταν δε πλέον ο ενάγων πείσθηκε για την αντιποίηση του δικαιώματος συγκυριότητάς του εκ μέρους του εναγομένου επεδίωξε εξωδίκως και στη συνέχεια δικαστικά τη σύμπραξη του εναγομένου, ώστε να επιτευχθεί, σε εκτέλεση της δοθείσας εντολής, η αναμεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητάς του επί του ακινήτου.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο εναγόμενος, σε εκτέλεση της σύμβασης εντολής, έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στον ενάγοντα ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, καταδικάζοντάς τον στη σχετική δήλωση βούληση, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, ως η αιτιολογία της συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατά την αποδεικτική εκτίμηση και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται με τους λόγους της έφεσης ο εκκαλών... ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την 81/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή κατά το αίτημά της να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να μεταβιβάσει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα την κυριότητα του 50% εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου και σε περίπτωση αρνήσεώς του να υποχρεωθεί στη σχετική δήλωση βουλήσεως κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί ότι η προς μεταβίβαση δήλωση βουλήσεώς του έγινε με την τελεσιδικία της απόφασης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του ΑΚ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου ενεργώντας ως έμμεσος αντιπρόσωπος του ενάγοντος, σε εκτέλεση άτυπης εντολής που του είχε χορηγήσει ο τελευταίος, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ, για την εφαρμογή των οποίων πρέπει να συντρέξουν οι ως άνω προϋποθέσεις της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) ότι ο ενάγων έδωσε εντολή στον εναγόμενο αδερφό του αντί του παραδοτέου σ' αυτόν ημίσεος χρηματικού ποσού που θα απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου, να προβεί στην κτήση, αιτία πωλήσεως, του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου στο όνομά του (εναγομένου), αλλά για δικό του λογαριασμό και να αναμεταβιβάσει προς αυτόν (ενάγοντα) το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου, β) ότι προ της υπογραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου ο ενάγων, σε εκτέλεση της εντολής, κατέβαλε στον εναγόμενο το ήμισυ του υπολειπομένου, εκτός της προκαταβολής, συμφωνηθέντος κατά τα ως άνω τιμήματος της πώλησης, και γ) ότι ο εναγόμενος, κατά τη σύνταξη του …/1998 συμβολαίου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αικατερίνης Παγουλάτου, πλέον του ποσοστού κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου που απέκτησε στο όνομά του, αιτία πωλήσεως, ενεργών, σε εκτέλεση της δοθείσας από τον ενάγοντα εντολής, ως έμμεσος αντιπρόσωπος αυτού, απέκτησε στο όνομά του μεν, αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος και το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου.
Βάσει δε αυτών των περιστατικών είχε υποχρέωση ο εναγόμενος να μεταβιβάσει στον ενάγοντα ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, καταδικαζόμενος στη σχετική δήλωση βούλησης, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως. Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 159, 217, 369 του ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες αυτές, καθόσον η εντολή σε αντίθεση με την πληρεξουσιότητα δίνεται άτυπα, ακόμη και αν αφορά την αγορά ακινήτου από τον εντολοδόχο στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολέα, και γι' αυτό ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και δη της χορηγήσεως πληρεξουσιότητας από τον ενάγοντα στον εναγόμενο.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων. Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω διατάξεως του άρθρου 719 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου για λογαριασμό του ενάγοντος, ενεργώντας ως έμμεσος αντιπρόσωπος του τελευταίου, σε εκτέλεση άτυπης εντολής που του είχε δοθεί από τον ενάγοντα, χρησιμοποιώντας προς τούτο χρήματα που είχε διαθέσει σ` αυτόν ο ενάγων για την εκτέλεση της άνω εντολής.
Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται ως προς το συμφωνημένο χρόνο αναμεταβίβασης του αναλογούντος μεριδίου του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο εναγόμενος υποχρεούτο να αναμεταβιβάσει στον ενάγοντα το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου τουλάχιστον μετά την παρέλευση της πενταετίας που απαιτείτο για τη διατήρηση της φοροαπαλλαγής και σε κάθε περίπτωση, όταν ήθελε αποφασισθεί από κοινού η αξιοποίηση του ακινήτου, στη συνέχεια δε αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν ζητήθηκε η αναμεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ενάγοντος μέχρι το έτος 2013, καθώς και γιατί ο ενάγων καθυστέρησε να επιδιώξει την αναμεταβίβαση του ποσοστού συγκυριότητάς του επί του ακινήτου, στα πλαίσια της οποίας αιτιολογίας αναφέρεται ότι η καθυστέρηση αυτή δικαιολογείται από το ότι εξαρχής οι διάδικοι δεν καθόρισαν σταθερό χρονικό σημείο, αλλά συνέδεσαν την αναμεταβίβαση κυρίως με την αξιοποίηση του ακινήτου, που όταν οριστικά ματαιώθηκε ο ενάγων άρχισε να συζητά με τον εναγόμενο την τακτοποίηση της εκκρεμότητας, χωρίς η αναφορά αυτή να έρχεται σε αντίφαση με την προηγηθείσα αναφορά περί αναμεταβιβάσεως στον ενάγοντα του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου τουλάχιστον μετά την παρέλευση της πενταετίας που απαιτείτο για τη διατήρηση της φοροαπαλλαγής και σε κάθε περίπτωση, όταν ήθελε αποφασισθεί από κοινού η αξιοποίηση του ακινήτου, αφού πράγματι και από την αναφορά αυτή συνάγεται ότι δεν είχε ορισθεί συγκεκριμένο χρονικό σημείο για την αναμεταβίβαση.
Ουδεμία δε ασάφεια ή έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τα εισοδήματα αμφοτέρων των διαδίκων κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης αγοραπωλησίας, καθόσον ρητά διαλαμβάνεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι διέθεταν τα χρήματα για την κατ' ισομοιρίαν αγορά του ακινήτου, προερχόμενα από προσωπικές τους κατ' οίκον φυλασσόμενες οικονομίες και από χρηματικές παροχές συγγενικών τους προσώπων, δεν ήταν δε αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των ποσών που διέθετε ο καθένας τους από οικονομίες τους και χρηματικές παροχές τρίτων, αφού από τη μη αναφορά αυτή δεν προκαλείται έλλειψη ή ασάφεια της αιτιολογίας ως προς τη δυνατότητα αγοράς του ακινήτου από τους διαδίκους, οι δε συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του άνω αποδεικτικού πορίσματος.
Επίσης, η αναφορά ότι ο εναγόμενος δεν είχε αυτοτελώς την οικονομική δυνατότητα να προβεί μόνος του στην αγορά του, δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα και λογική, αν διέθετε ιδίοις ή από δωρεές ανιόντων τα αναγκαία χρήματα, εφόσον πρώτος, δια της συζύγου του, πληροφορήθηκε την ευκαιρία προς αγορά αυτού, θα προέβαινε μόνος του στην απόκτησή του, συνιστά επιχείρημα του Δικαστηρίου που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και όχι παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια αιτιολογίας.
Καμία, ακόμη, αντίφαση δεν υφίσταται ως προς τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος και τους λήπτες των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν ως προκαταβολή αλλά και προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, οι δε σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται όχι σε αντιφάσεις της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά σε αντιφάσεις των παραδοχών αυτής με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος.
Τέλος, και καθόσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ότι δεν απαιτείτο η δια προσυμφώνου ανάληψη σχετικής υποχρέωσης εκ μέρους του (εναγομένου), η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο πλεοναστικά ανέφερε στο οικείο σημείο του σκεπτικού του ότι "...σημειουμένου ότι η συντέλεση της αναμεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας θα επιτυγχανόταν κατ' εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης του εναγομένου εκ του άρθρου 719 ΑΚ και δεν απαιτείτο η δια προσυμφώνου ανάληψη σχετικής υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου", αιτιολογώντας απλώς ότι δεν απαιτείτο η δια προσυμφώνου ανάληψη σχετικής υποχρέωσης εκ μέρους του εναγομένου, διότι η σχετική υποχρέωση του τελευταίου απορρέει από τη συναφθείσα άτυπη εντολή και, ως εκ τούτου, η αναφορά αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ώστε να απαιτείται η παράθεση άλλων αιτιολογιών.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ολΑΠ 2/2008).
Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 263/1989).
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
α του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δη την απόδειξη της επικαλούμενης από αυτόν σύμβασης εντολής και του περιεχομένου της, η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη και έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων για την απόδειξη της επίδικης σύμβασης εντολής και του περιεχομένου της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των από 15-2-2007 εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε αυτός στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχαν εξεταστεί οι μάρτυρες των διαδίκων, της από 26-9-2017 έφεσής του και των από 9-3-2018 εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε στο εφετείο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων όχι μόνο δεν προέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα επικαλέστηκε και ο ίδιος μαρτυρική κατάθεση, δηλαδή εκείνη της Ό.
Κ., την οποία εξέτασε ανταποδεικτικά, ενώ, περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ που να δικαιολογεί το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού αναιρέσεως έστω και αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν επικαλείται, άλλωστε ούτε και ο αναιρεσείων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι διέθετε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει μόνος του το επίδικο ακίνητο και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:
α) την υπ' αριθ. …/1998 δήλωση δωρεάς χρημάτων, β) την υπ' αριθ. …/1998 δήλωση δωρεάς χρημάτων, γ) την δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, δ) τρεις (3) ειδοποιήσεις πληρωμής φόρου, μετά των συνημμένων παραστατικών πληρωμής, ε) είκοσι δύο (22) εκκαθαριστικά σημειώματα, στ) δήλωση στο Εθνικό Κτηματολόγιο, από τα οποία προκύπτει πλήρως ότι διέθετε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει μόνος του το επίδικο ακίνητο.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ δε αυτών και τα έγγραφα που παραδεκτώς, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον αυτού, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και μάλιστα διαλαμβάνοντας αφενός μεν τη μνεία ότι "...
χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..." και αφετέρου με τη σημείωση ότι "...
αλυσιτελώς ο ενάγων-εφεσίβλητος ζητεί να μη ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον εναγόμενο-εκκαλούντα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσθήκη επί των προτάσεων, καθόσον κατά την παρούσα δίκη προσκομίζονται νομίμως...", σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι είχε αυτοτελώς την οικονομική δυνατότητα να προβεί μόνος του στην αγορά του ακινήτου, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε τον ισχυρισμό αυτό, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία ότι και ο εναγόμενος δεν διαθέτει απόδειξη καταβολής του συνολικού ποσού των 23.500.000 δραχμών και ότι αν διέθετε ιδίοις ή από δωρεές ανιόντων τα αναγκαία χρήματα, εφόσον πρώτος, δια της συζύγου του, πληροφορήθηκε την ευκαιρία προς αγορά αυτού, θα προέβαινε μόνος του στην απόκτησή του, τούτο δε, ενόψει και του ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα δωρεές συγγενικών του προσώπων, αποδεικνυόμενες από τα άνω έγγραφα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9.000.000 δραχμών, κατώτερο δηλαδή και του ημίσεος του τιμήματος του ακινήτου.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την έφεση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δεν διαλαμβάνεται με σαφήνεια στο αιτιολογικό της απόφασης ποιες ήταν οι οικονομικές δυνάμεις αμφοτέρων των διαδίκων, ποιες και ποιου ύψους ήταν οι δωρεές που δέχθηκαν από τα συγγενικά τους πρόσωπα και ποια συγκεκριμένα ήταν αυτά τα συγγενικά πρόσωπα και σε ποιον εκ των δύο διαδίκων δώρισαν τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, από τη μη αναφορά αυτή δεν προκαλείται ασάφεια της αιτιολογίας ως προς τη δυνατότητα αγοράς του ακινήτου από τους διαδίκους, οι δε συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του άνω αποδεικτικού πορίσματος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2018 αίτηση του Σ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 166/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ