Legislator Giurisprudenza & Legislazione
684/2019 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for lack of good faith in loan contracts.

Numero d'incarto 684/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a good faith claim. The appellant argued the defendant knowingly accepted unsustainable debt obligations despite obvious financial imbalances, while the lower court initially accepted this but later contradicted itself regarding the nature of the loans. The Court found the lower court's reasoning contradictory and ruled that the second ground of appeal regarding good faith was valid, ordering the case to be remitted for further examination.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 560 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning contradicts itself regarding the existence of good faith, requiring the case to be remitted for further examination.

Parole chiave

Generato dall'IA
good faith loan contracts financial imbalance contradictory reasoning remittal for further examination Code of Civil Procedure appellant's burden capacità di obbligarsi in via cambiaria

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 item b of Law 3869/2010
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 1753/2017
Case 1747/2017
Case 242/2015
Case 951/2015
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 684 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 684/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".1.. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".2.. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".3.. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "4... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Νικολούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7033/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. …47Δ'/10. 7.2018, …58Δ'/12.7.2018 και ….52Δ'/10.7.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου Δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Τραπεζών, για να παραστούν κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν και ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενες δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτών.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά χρόνο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017).

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικάζον ως Εφετείο, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, δεν έλαβε υπόψη "πράγμα"-ισχυρισμό που προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι ο αιτών-πρώτος αναιρεσίβλητος είναι 38 ετών, υγιής και η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του δεν είναι αμάχητη, καθόσον είναι νέος και έχει τη δυνατότητα να βρει οποιαδήποτε εργασία για να αποπληρώνει τις οφειλές του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας, που τείνει σε επίρρωση του ισχυρισμού της περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνος ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4161/2013, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν εφαρμόστηκαν σωστά ή όχι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ αρχικά δέχεται την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου κατά την κατάρτιση των ένδικων δανειακών συμβάσεων με τις ακόλουθες παραδοχές, οι οποίες, σημειωτέον, δεν απηχούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας Τράπεζας αλλά την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την ύπαρξη του ενδεχόμενου δόλου κατά τον χρόνο ανάληψης των ένδικων δανειακών υποχρεώσεων, στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο αναιρεί την ύπαρξη του ενδεχόμενου δόλου κατά τον χρόνο της ανάληψης των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων με την παραδοχή ότι κατά την πρώτη φάση της ανάληψης των εν λόγω δανειακών υποχρεώσεων η εξυπηρέτηση των δανείων αυτών εμφανιζόταν εντός του πλαισίου των οικονομικών δυνατοτήτων της οικογένειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ότι οι οικονομικές δυνατότητες του πρώτου αναιρεσιβλήτου, του πατέρα του και του αδελφού του, αθροιζόμενες σε ένα ενιαίο οικογενειακό σύνολο, επαρκούσαν για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, ενώ η ανατροπή των δυνατοτήτων αυτών προήλθε από παράγοντες, οι οποίοι εξέφευγαν όχι μόνον του ελέγχου του πρώτου αναιρεσιβλήτου και των οικείων του, αλλά και οποιασδήποτε δυνατότητας πρόβλεψης από μέρους του.

Ειδικότερα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Την 16.10.2006 καταρτίστηκαν μεταξύ της εκκαλούσας αφενός και του πρώτου των εφεσίβλητων, του πατέρα του Τ. Κ. του Σ. και του αδερφού του Σ. Κ. του Τ. αφετέρου, οι με αριθμούς 6...3771 και 6...413 συμβάσεις στεγαστικού δανείου, με τις οποίες η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στους κατά τα ανωτέρω αντισυμβαλλόμενούς της τα χρηματικά ποσά των σαράντα έξι χιλιάδων δεκατεσσάρων ελβετικών φράγκων και τριάντα λεπτών (46.014,30 CHF) και των πενήντα επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι ενός ελβετικών φράγκων και είκοσι λεπτών (57.12120 CHF) αντίστοιχα, ενώ οι τελευταίοι από την πλευρά τους ανέλαβαν εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς την υποχρέωση να αποδώσουν στην εκκαλούσα τα εν λόγω χρηματικά ποσά και τους συμβατικούς τόκους, οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε αυτά διαμέσου της καταβολής εκατόν είκοσι (120) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, όπως το ύψος αυτών συμφωνήθηκε στο υπό στοιχείο Ι προσάρτημα, το οποίο συνόδευε καθεμία από τις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις.

Την 09-07-2009 καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας αφενός και του πρώτου των εφεσίβλητων, του πατέρα του Τ. Κ. του Σ. και του αδερφού του Σ. Κ. του Τ. αφετέρου, η με αριθμό ...79 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στους κατά τα ανωτέρω αντισυμβαλλόμενούς της το χρηματικό ποσό των σαράντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (43.500,00€), ενώ οι τελευταίοι από την πλευρά τους ανέλαβαν εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς την υποχρέωση να αποδώσουν στην αντισυμβαλλόμενή τους το εν λόγω χρηματικό ποσό και τους συμβατικούς τόκους, οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε αυτό, διαμέσου της καταβολής διακοσίων σαράντα (240) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, όπως το ύψος αυτών συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της κατά τα ανωτέρω σύμβασης.

Πέραν της συμμετοχής του στην κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων ο πρώτος των εφεσίβλητων κατάρτισε με τη δεύτερη από αυτούς την 26-01-2007 τις με αριθμούς 0000…..….59 και 000…. …61 συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας, με βάση τις οποίες η δεύτερη εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση προς καταβολή του τιμήματος για την αγορά αγαθών ή της αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών που θα απολάμβανε ο ομόδικός της χρησιμοποιώντας τις πιστωτικές κάρτες, στις οποίες αφορούσαν οι ως άνω συμβάσεις, χορηγώντας του μάλιστα την αντίστοιχη πίστωση, ενώ ο τελευταίος από την πλευρά του ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην αντισυμβαλλόμενή του τη συμφωνημένη αμοιβή της και να καλύψει την παρεχόμενη σε αυτόν πίστωση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων.

Παράλληλα, την 05-10-2007 ο πρώτος των εφεσίβλητων κατάρτισε με την τρίτη από αυτούς την με αριθμό ...10 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με την οποία η τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει κατά κυριότητα το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων ευρώ (3.800,00€), ενώ από την πλευρά του ο πρώτος εφεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να της αποδώσει το ως άνω χρηματικό ποσό πλέον των συμφωνημένων τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων διαμέσου της καταβολής είκοσι εννιά (29) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην εν λόγω σύμβαση.

Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης ο πατέρας του πρώτου εφεσίβλητου Τ. Κ. του Σ. εγγυήθηκε για την από μέρους του γιου του εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση της κατά τα ανωτέρω υποχρέωσής του ευθυνόμενος μάλιστα ως πρωτοφειλέτης. Στη συνέχεια την 16-04-2009 οι δύο ως άνω εφεσίβλητοι κατάρτισαν την με αριθμό 0...031 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με βάση την οποία η τρίτη εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ομόδικό της το χρηματικό ποσό των έντεκα χιλιάδων τριακοσίων έντεκα ευρώ και είκοσι εννιά λεπτών (11.311.29€), ενώ ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να της αποδώσει το ως άνω ποσό πλέον των συμφωνημένων τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων διαμέσου της καταβολής εκατόν ογδόντα (180) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην εν λόγω σύμβαση.

Ωστόσο, της κατάρτισης του συνόλου των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων είχε προηγηθεί η κατάρτιση την 13-05-2005 μεταξύ του πρώτου και της τέταρτης των εφεσίβλητων της με αριθμό 5…33 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, με βάση την οποία η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση προς καταβολή του τιμήματος για την αγορά αγαθών ή της αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών που θα απολάμβανε ο ομόδικός της χρησιμοποιώντας τις πιστωτικές κάρτες, στις οποίες αφορούσε η ως άνω σύμβαση, χορηγώντας του μάλιστα την αντίστοιχη πίστωση, ενώ ο τελευταίος από την πλευρά του ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην αντισυμβαλλόμενή του τη συμφωνημένη αμοιβή της και να καλύψει την παρεχόμενη σε αυτόν πίστωση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της κατά τα ανωτέρω σύμβασης.

Εντούτοις η πιστωτική κάρτα, στην οποία αναφέρεται η ως άνω σύμβαση δεν αποτελεί τη μοναδική που χορηγήθηκε από την τέταρτη των εφεσίβλητων στον πρώτο από αυτούς, καθώς την 30-08-2007 ο πρώτος εφεσίβλητος και ο πατέρας του Τ. Κ. του Σ. κατάρτισαν με την τέταρτη εφεσίβλητη την με αριθμό 1...3 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, με βάση την οποία η τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση προς καταβολή του τιμήματος για την αγορά αγαθών ή της αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών που θα απολάμβανε ο ομόδικός της και ο πατέρας του χρησιμοποιώντας τις πιστωτικές κάρτες, τις οποίες αφορούσε η ως άνω σύμβαση, χορηγώντας τους μάλιστα την αντίστοιχη πίστωση, ενώ οι τελευταίοι από την πλευρά τους ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην αντισυμβαλλόμενή τους τη συμφωνημένη αμοιβή της και να καλύψουν την παρεχόμενη σε αυτούς πίστωση σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της κατά τα ανωτέρω σύμβασης.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, μολονότι η εκκαλούσα και οι τρεις τελευταίες των εφεσίβλητων ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους από τις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις, ο πρώτος εφεσίβλητος δεν υπήρξε συνεπής ως προς την εκπλήρωση των δικών του οικονομικών υποχρεώσεων, με συνέπεια να οφείλει: (α) στην εκκαλούσα το συνολικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (45.635,31€) στο πλαίσιο της με αριθμό 6...3771 σύμβασης στεγαστικού δανείου, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 09-03-2012, (β) στην εκκαλούσα το συνολικό ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων διακοσίων δέκα ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (56.210,92€), στο πλαίσιο της με αριθμό 6...413 σύμβασης στεγαστικού δανείου, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 08-10-2015, (γ) στην εκκαλούσα το συνολικό ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα λεπτών (75.494,10€) στο πλαίσιο της με αριθμό ...79 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 08-10-2015, (δ) στη δεύτερη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των χιλίων τριακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και επτά λεπτών (1.375,07€) στο πλαίσιο της με αριθμό 00...59 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 29-02-2012, (ε) στη δεύτερη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των χιλίων τετρακοσίων ενενήντα ευρώ και εξήντα λεπτών (1.490,60€) στο πλαίσιο της με αριθμό 000….7.00….61 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 29-02-2012, (στ) στην τρίτη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτών (3.436,70 €) στο πλαίσιο της με αριθμό 1….0 σύμβασης καταναλωτικού δανείου, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 05-09-2015, (ζ) στην τρίτη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεπτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (28.917,80€) στο πλαίσιο της με αριθμό 0...031 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 24-02-2012, (η) στην τέταρτη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων δεκαεννιά ευρώ και εξήντα εννιά λεπτών (6,619,69€) στο πλαίσιο της με αριθμό ….33 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 13-11-2015, και (θ) στην τέταρτη εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων πενήντα πέντε και είκοσι πέντε λεπτών (4.655,25€) στο πλαίσιο της με αριθμό 1...3 σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, όπως η εν λόγω οφειλή διαμορφώθηκε την 13-11-2015.

Από την άλλη αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, ο οποίος έχει γεννηθεί την 10-08-1978, κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η κατάρτιση των κατά τα ανωτέρω συμβάσεων, δεν είχε εξασφαλίσει σταθερή απασχόληση και για τον λόγο αυτό δεν διέθετε σταθερό εισόδημα. Με βάση μάλιστα τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος, τις οποίες υπέβαλε προς την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, το ετήσιο εισόδημά του κυμάνθηκε από το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν πενήντα πέντε ευρώ και είκοσι εννιά λεπτών (4.155,29€) κατά το έτος 2005 στο ποσό των εξακοσίων εξήντα εννιά ευρώ και είκοσι εννιά λεπτών (669,29€) κατά το έτος 2007 και στο ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων δεκατριών ευρώ (3.813,00€) κατά το έτος 2003, ενώ μετά το έτος 2009 το ετήσιο εισόδημά του εμφανίζεται μηδενικό.

Εξάλλου, στα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εμφανίζεται να διαθέτει ο εκκαλών, περιλαμβάνονται: (α) η συγκυριότητα κατά ποσοστό τριάντα επτά εκατοστών και πέντε χιλιοστών (37,5%) εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος εμβαδού εβδομήντα έξι τετραγωνικών μέτρων (76,00 τ.μ.), το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ...

στην ..., κατασκευής του έτους 1983, και το οποίο χρησιμεύει ως πρώτη κατοικία τόσο του ίδιου όσο και του πατέρα του και του αδελφού του, που είναι επίσης συγκύριοι κατά ποσοστά είκοσι πέντε εκατοστών (25%) εξ αδιαιρέτου και τριάντα επτά εκατοστών και πέντε χιλιοστών (37,5%) εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, και (β) η κυριότητα του με στοιχεία κυκλοφορίας ...75 ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου εταιρίας κατασκευής "FIAT", τύπου "Autospa Seicento" με κυβισμό χιλίων εκατόν οκτώ κυβικών εκατοστών (1108 κ.ε), το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία κατά το έτος 2003.

Η σύγκριση των οικονομικών υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε ο πρώτος εφεσίβλητος με την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, προς τις οικονομικές του δυνάμεις και την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση οδηγεί με ευχέρεια στο συμπέρασμα ότι κατά τα χρονικά σημεία που καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμβάσεις, ο τελευταίος τελούσε σε γνώση της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από αυτές, καθώς είναι οφθαλμοφανής η δυσαναλογία μεταξύ των οικονομικών μεγεθών, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή και από πρόσωπο στερούμενο εξειδικευμένων οικονομικών γνώσεων, όπως ο πρώτος εφεσίβλητος.

Εντούτοις, σύμφωνα προς όσα εκτίθενται ανωτέρω, ο τελευταίος εμφανίζεται όχι μόνο να αναλαμβάνει οικονομικές υποχρεώσεις, στις οποίες εμφανώς αδυνατούσε να συμμορφωθεί, αλλά να αυξάνει αυτές με την πάροδο του χρόνου. Η εικόνα αυτή συνηγορεί υπέρ της βασιμότητας του ισχυρισμού της εκκαλούσας περί της συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του αντιδίκου της, όπως η έννοια αυτού προσδιορίζεται ανωτέρω στο νομικό μέρος της απόφασης.

Ωστόσο, αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς παραβλέπει μία σειρά γεγονότων και καταστάσεων, τα οποία επηρέασαν αφενός την πιστοληπτική συμπεριφορά του πρώτου εφεσίβλητου και αφετέρου τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τις δανείστριές του ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, ο πατέρας του Τ. Κ. και ο αδερφός του Σ. αποδέχτηκαν με το με αριθμό …93/04-10-2004 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Π. Τ. την κληρονομία της συζύγου του δεύτερου και μητέρας του πρώτου και του τρίτου από αυτούς Δ. Κ.. Με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του διαμερίσματος, το οποίο περιγράφεται παραπάνω και το οποίο αποτελούσε την οικογενειακή τους κατοικία, κατά ποσοστό τριάντα επτά εκατοστών και πενήντα χιλιοστών (37,5%) εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους πρώτο και τρίτο και κατά ποσοστό είκοσι πέντε εκατοστών (25%) εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος από αυτούς, αλλά παράλληλα υπεισήλθαν και στις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου τους από την με αριθμό …24/14-11-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου, την οποία είχε καταρτίσει η τελευταία με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...Σ Α.Ε." για την απόκτηση του κατά τα ανωτέρω διαμερίσματος.

Προς διευκόλυνση μάλιστα της εξυπηρέτησης της οφειλής τους από την ως άνω σύμβαση ο πρώτος εφεσίβλητος και οι άλλοι δύο συγκληρονόμοι του κατάρτισαν με την ίδια ανώνυμη τραπεζική εταιρία την με αριθμό ….00/19-11-2004 σύμβαση.......... Ωστόσο, η οικονομική κρίση, η οποία εντελώς απροσδόκητα για τον μέσο πολίτη έπληξε αρχικά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στη συνέχεια συντάραξε την ελληνική οικονομία, επηρέασε πολλαπλά το οικονομικό περιβάλλον, εντός του οποίου δραστηριοποιούνταν και εκπλήρωναν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις ο πρώτος εφεσίβλητος και οι οικείοι του, επιδρώντας άμεσα στη δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται σε αυτές.....

Παράλληλα, οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που άρχισαν να επικρατούν στην ελληνική οικονομία ήδη από το 2008 οδήγησαν στη συρρίκνωση του εισοδήματος του εφεσίβλητου, αλλά και της οικογένειάς του συνολικά, περιορίζοντας δραματικά την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση των χρηματικών τους οφειλών.

Ειδικότερα, το εισόδημα του πρώτου εφεσίβλητου ακολούθησε έως και το έτος 2008 σταθερά πτωτική πορεία, ενώ από το έτος 2009 εξέλιπε παντελώς, καθώς αυτός περιήλθε σε κατάσταση ανεργίας. Το ίδιο πρόσημο χαρακτηρίζει εξάλλου και την πορεία των εισοδημάτων του πατέρα του, ο οποίος αποτελούσε τον βασικό χρηματοδότη των δανειακών υποχρεώσεων που μνημονεύονται παραπάνω και ο οποίος λόγω των διαδοχικών δραστικών μειώσεων που υπέστησαν στα εισοδήματά τους οι Έλληνες συνταξιούχοι στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, είδε το ετήσιο καθαρό εισόδημά του να μειώνεται από το ποσό των δεκαεννιά χιλιάδων διακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (19.218,18€) κατά το έτος 2005 στο ποσό των δεκαέξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (16,295,28€) κατά το έτος 2009 και στο ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα ευρώ και ενός λεπτού (14.460,01€) κατά το έτος 2012.

Η φθίνουσα αυτή πορεία των εισοδημάτων του πρώτου εφεσίβλητου και του πατέρα του κατέστησε αναγκαία την αναχρηματοδότηση της οφειλής τους προς την τρίτη εφεσίβλητη από την με αριθμό ...10 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, η οποία πραγματοποιήθηκε με την κατάρτιση της με αριθμό 0...031 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου.

Εντούτοις, η ρύθμιση των υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων του πρώτου εφεσίβλητου και του πατέρα του διαμέσου της σύναψης νέων δανείων, η αποτελεσματικότητα της οποίας είναι ιδιαιτέρως αμφισβητήσιμη, είχε ως συνέπεια τον εγκλωβισμό τους σε ένα φαύλο κύκλο δανεισμού, ο οποίος σε συνδυασμό προς την σταθερά επιδεινούμενη οικονομική τους κατάσταση οδήγησε στην μεγέθυνση των οφειλών τους διαμέσου της χρήσης των πιστωτικών καρτών, τις οποίες είχαν στη διάθεσή τους και τις οποίες χρησιμοποίησαν ως μέσα για την ικανοποίηση τόσο των βιοτικών τους αναγκών όσο και των υπόλοιπων υποχρεώσεών τους.

Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ένδικες οφειλές του πρώτου εφεσίβλητου δεν προέκυψαν από δανεισμό που εξυπηρετούσε την πραγματοποίηση καταναλωτικών δαπανών, οι οποίες υπερέβαιναν τις οικονομικές του δυνατότητες, αλλά αντίθετα το κύριο μέρος αυτών προήλθε από την προσπάθεια του ίδιου και των υπολοίπων μελών της οικογένειάς του προς εξασφάλιση της οικογενειακής τους στέγης.

Εξάλλου, κατά την πρώτη φάση της ανάληψης των εν λόγω δανειακών υποχρεώσεων η εξυπηρέτηση αυτών εμφανιζόταν εντός του πλαισίου των οικονομικών δυνατοτήτων της οικογένειας του πρώτου εφεσίβλητου, ενώ η ανατροπή των δυνατοτήτων αυτών προήλθε από παράγοντες, οι οποίοι εξέφευγαν όχι μόνο του ελέγχου του πρώτου εφεσίβλητου και των οικείων του, αλλά και οποιασδήποτε δυνατότητας πρόβλεψης από μέρους τους.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί δολιότητας του πρώτου εφεσίβλητου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από την εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της....".

Ενόψει αυτών δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή αλλά με αντιφατικό τρόπο, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος οφειλέτη επιδίωκαν ή όχι την αδυναμία πληρωμών του ή αν ο ίδιος προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, ενόψει των οικονομικών του δυνατοτήτων, αν δηλαδή ενώ γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους ή από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και αν από την αρχή αναλαμβάνοντας τα επίδικα χρέη με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, γνώριζε ότι ο υπερδανεισμός του σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχτηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, αρχικά τη συνδρομή δόλου με τις ειδικότερες παραδοχές ότι "η σύγκριση των οικονομικών υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε ο πρώτος εφεσίβλητος με την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων, προς τις οικονομικές του δυνάμεις και την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση οδηγεί με ευχέρεια στο συμπέρασμα ότι κατά τα χρονικά σημεία που καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμβάσεις ο τελευταίος τελούσε σε γνώση της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από αυτές, καθώς είναι οφθαλμοφανής η δυσαναλογία μεταξύ των οικονομικών μεγεθών, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή και από πρόσωπο στερούμενο εξειδικευμένων οικονομικών γνώσεων, όπως ο πρώτος εφεσίβλητος.

Εντούτοις σύμφωνα προς όσα εκτίθενται ανωτέρω, ο τελευταίος εμφανίζεται όχι μόνο να αναλαμβάνει οικονομικές υποχρεώσεις, στις οποίες εμφανώς αδυνατούσε να συμμορφωθεί, αλλά να αυξάνει αυτές με την πάροδο του χρόνου. Η εικόνα αυτή συνηγορεί υπέρ της βασιμότητας του ισχυρισμού της εκκαλούσας περί της συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του αντιδίκου της", στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά, "ότι κατά την πρώτη φάση της ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων η εξυπηρέτηση αυτών εμφανιζόταν εντός του πλαισίου των οικονομικών δυνατοτήτων του πρώτου εφεσίβλητου και ότι οι ένδικες οφειλές δεν προέκυψαν από δανεισμό που εξυπηρετούσε την πραγματοποίηση καταναλωτικών δαπανών, οι οποίες υπερέβαιναν τις οικονομικές του δυνατότητες αλλά το κύριο μέρος αυτών προήλθε από την προσπάθεια του ίδιου και των υπολοίπων μελών της οικογένειάς του προς εξασφάλιση της οικογενειακής τους στέγης" καταλήγοντας να απορρίψει την ένσταση δόλου.

Επομένως, ο κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό μόνο από τον αριθ. 6 και όχι και του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που την εξέδωσε και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, λόγω της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7033/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά την εκουσία δικαιοδοσία.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου, που την εξέδωσε. Και

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ