Legislator Giurisprudenza & Legislazione
641/2019 Generato dall'IA

Bank appeal dismissed for inadmissibility as it was a negative argument against a debt relief law application.

Numero d'incarto 641/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a final judgment granting debt relief to borrowers under Law 3869/2010. The bank argued the lower court failed to examine its second appeal ground regarding the borrowers' solvency and fraud. The court ruled this was not an independent claim but merely a negative assertion denying the statutory condition for relief, which the lower court had already addressed substantively.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 553 para. 1 item b C.Pol.D.; Art. 560 no. 5 item b C.Pol.D.: An appeal ground that merely denies a statutory prerequisite for a claim without constituting an independent substantive argument is inadmissible if the lower court has already examined the opposing claim substantively.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal ground negative argument debt relief law substantive examination statutory prerequisite spese di sostentamento assegno per l'economia domestica tenore di vita matrimoniale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 3 of Law 3869/2010
Art. 553 para. 1 item b C.Pol.D.
Art. 560 no. 5 item b C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 item B'δ' C.Pol.D.
Art. 8 para. 6 item b of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 641 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 641/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Λ. του Κ., 2) Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σμαράγδα Πιστίκη και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Διδυμοτείχου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2015 μη οριστική και 57/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-12-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας τράπεζας απευθύνεται κατά των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων - αιτούντων την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και κατά της 3ης πιστώτριας ανώνυμης εταιρείας, ως αναγκαίας ομοδίκου της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, παραδεκτά, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ Ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 122/2017 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 3ης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "..." και ήδη 3η αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω 3η αναιρεσίβλητη, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη 3η αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 1β' αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 23-3-2017 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως, ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 3η των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1 σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς την ανωτέρω 3η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτήν.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 2, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από την υπ' αρ. ...5Δ'/9-7-2018 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Α. Χ., πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην 3η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...

ΑΕ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 3η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα τράπεζα και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι - αιτούντες την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010.

Επομένως, αφού η 3η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτής.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης προκύπτει ότι οι ήδη 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι - σύζυγοι, άσκησαν από κοινού την από 25-6-2014 (αρ. κατ. 45Ε/2014) αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, με την οποία επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες αυτών και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

ANΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 3η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ζητούσαν τη ρύθμιση των χρεών τους με την επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης που πρότειναν, άλλως επικουρικά τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους προκειμένου να υπαχθούν στον Ν. 3869/2010 λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής και περιουσιακής τους κατάστασης, καθώς και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία αυτών και ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με σκοπό την απαλλαγή από τα χρέη τους.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 55/2015 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 5 Ν. 3869/ 2010 και διέταξε την κλήτευση των πιστωτών. Με την από 17-7-2015 (αρ. κατ. 59Ε/2015) κλήση των αιτούντων η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 57/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση με τη ρύθμιση των οφειλών του 1ου αιτούντα - 1ου αναιρεσίβλητου με μηνιαίες καταβολές, ποσού 300 ευρώ για πέντε έτη, συμμέτρως προς κάθε πιστωτή, με μηδενικές καταβολές για το ίδιο χρονικό διάστημα των πέντε ετών για τη 2η αιτούσα - 2η αναιρεσίβλητη και με την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας των αιτούντων - συζύγων, για τη διάσωση της οποίας όρισε να καταβάλουν μηνιαίως 146,59 ευρώ επί 15 έτη, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης.

Η 1η καθής η αίτηση - ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα άσκησε σε βάρος της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 22-1-2017 (αρ. κατ. 53/2017) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, με το 2ο λόγο της έφεσης, που αφορά την αναιρετική δίκη, ισχυρίστηκε ότι οι εφεσίβλητοι-αιτούντες δεν περιήλθαν σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων δανειακών τους υποχρεώσεων, άλλως περιήλθαν στην κατάσταση αυτή από δόλο.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/201 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/ 2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες . Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας,

Α) με το να απαιτήσει για τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων - αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, την εκ μέρους τους εξαπάτηση των υπαλλήλων των πιστωτών τους με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή την απόκρυψη των υποχρεώσεών τους κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την κατάγνωση σε βάρος των αιτούντων δολιότητας και

Β) με το να δεχθεί επίσης ότι οι αιτούντες - σύζυγοι και ήδη 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν περιήλθαν δολίως σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρεών του, χωρίς συγχρόνως να εκθέσει 1) τις αναγκαίες οικογενειακές δαπάνες διαβιωσης, 2) εάν αυτοί διέθεσαν ρευστοποιήσιμη περιουσία, γ) εάν η 2η αναιρεσίβλητη εργαζόταν κατά το έτος 2007, όταν έλαβαν τα επίμαχα στεγαστικά δάνεια από την αναιρεσείουσα, δ) το ακριβές ποσό των στεγαστικών δανείων και ε) το ύψος της μηνιαίας δόσης που έπρεπε να καταβάλουν προς αυτήν, στοιχεία κρίσιμα για την κατάγνωση του δόλου, αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, 330 ΑΚ και 27 ΠΚ, τις οποίες και παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή.

Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με τις υπό στοιχείο 1 και 2 προαναφερόμενες παραδοχές του παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ουσιαστικές διατάξεις, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία για το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης των αιτούντων και ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών τους από δόλο κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Εξάλλου, με τον επίσης συναφή 2ο αναιρετικό λόγο κατά το Α' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει την ίδια ως άνω πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η σχέση της ρευστότητας του 1ου και 2η των αναιρεσιβλήτων προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους είναι αρνητική, χωρίς όμως να προσδιορίσει ποσοτικά τις βιοτικές οικογενειακές τους ανάγκες, που ήταν κρίσιμο ζήτημα για την περιέλευσή τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων ανωτέρω συναφών αναιρετικών λόγων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος από τους αιτούντες ήδη πρώτος εφεσίβλητος είναι 44 ετών και είναι υπολοχαγός στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, λαμβάνοντας μισθό 1.499,38 ευρώ. Είναι παντρεμένος με τη δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, η οποία είναι 39 ετών και έχουν ένα ενήλικο πλέον τέκνο 18 ετών. Η δεύτερη αιτούσα είναι άνεργη και εγγεγραμμένη στα Μητρώα του ΟΑΕΔ. Οι αιτούντες κατοικούν στο Διδυμότειχο, σε ιδιόκτητη κατοικία.

Συνεπώς, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων περιορίζεται αυτή τη στιγμή στο ποσό των 1.499,38 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, από τα οποία για τα δύο πρώτα υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η πρώτη καθ' ης (...) και ήδη εκκαλούσα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 983/2013 πιστοπιοητικό της υποθηκοφύλακα Διδυμοτείχου, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, ενώ για το τρίτο χρέος στην δεύτερη καθ' ης η αίτηση και ήδη τρίτη εφεσίβλητη δεν υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/10, με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο και υπολογίζεται δε με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο αυτό (βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 4η έκδ. 2016, σελ. 279-280). Συγκεκριμένα και στους δύο αιτούντες ως συνοφειλέτες από το ..., του οποίου καθολική διάδοχος είναι η πρώτη καθ' ης και ήδη εκκαλούσα, ..., έχουν χορηγηθεί

α) με την με αριθμό ...46-0 σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 126.099,38 ευρώ και

β) με την με αριθμό ...47-0 σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 7.042,46 ευρώ, όπως προκύπτει από την αναλυτική κατάσταση οφειλών, που προσκόμισαν οι αιτούντες κατά την κατάθεση της αίτησης. Τέλος, στον πρώτο αιτούντα από τη δεύτερη καθ' ης, ..., έχει χορηγηθεί η πιστωτική κάρτα 4232940178084009, από την οποία οφείλει το ποσό των 1.176,83 ευρώ, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση οφειλής, που προσκόμισαν οι αιτούντες κατά την κατάθεση της αίτησης.

Οι συνολικές οφειλές του πρώτου αιτούντος ανέρχονται σε 134.318,67 ευρώ και της δεύτερης αιτούσας σε 133.141,84 ευρώ. Με βάση το σύνολο των ανωτέρω οι αιτούντες έχουν πάψει να εξυπηρετούν τα δάνειά τους αυτά και έτσι περιήλθαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους προς τους πιο πάνω πιστωτές τους, καθώς το εισόδημα του αιτούντος (που αποτελεί και το μόνο οικογενειακό εισόδημα), έχει υποστεί μείωση τα τελευταία χρόνια, ιδίως λόγω των συνεχών μειώσεων του μισθού του στα πλαίσια της γενικότερης προσπάθειας περικοπής των δαπανών στο δημόσιο τομέα.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση των φορολογικών δηλώσενω των τελευταίων ετών, που προσκόμισαν οι αιτούντες, το οικονομικό έτος 2007 είχαν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 20.485,60 ευρώ (πλέον επιδομάτων εκτός έδρας και παραμεθορίου), το οικονομικό έτος 2008 είχαν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 21,443,79, ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 είχαν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 23.473,32 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 είχαν ετήσιο οικογενειακό εισόδημα 24.449,35 ευρώ, ενώ έκτοτε παρουσίασε πτωτική πορεία και το οικονομικό έτος 2014, το οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 17.878,26 ευρώ, χωρίς αντίθετα να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής τους, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου, επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α.

κλπ) και, τέλος, το φορολογικό έτος 2015 το εισόδημά τους παρουσίασε μία μικρή αύξηση, αλλά παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα και ανήλθε στο ποσό των 20.469,11 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά. Επίσης, οι αιτούντες ανέλαβαν τις πρώτες δανειακές τους υποχρεώσεις (από την ...) για την αγορά κατοικίας και για την επισκευή-αποπεράτωσή της το τέλος του 2006, τις οποίες εξόφλησαν με την ανάληψη δύο νέων δανείων (από το ..., του οποίου καθολική διάδοχος κατέστη η πρώτη καθ' ης και ήδη εκκαλούσα) τον Ιούνιο του 2007, όπως προκύπτει απο τις προσκομιζόμενες συμβάσεις και τις βεβαιώσεις εξόφλησης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη εκ των εφεσίβλητων οδηγήθηκαν στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, καθόσον δε συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής. Θεωρούσαν δε ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτές τους τις υποχρεώσεις με βάση τα υψηλότερα κατά την ανάληψη των χρεών εισοδήματά τους, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλεψουν την οικονομική κρίση, που τους οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους.

Συνεπώς, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνονται για την υπερχρέωσή τους. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση της ρευστότητας των αιτούντων προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενα ρευστότητα δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον όγκο των οφειλών τους ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος τους (βλ.σχετικά και ΕιρΚουφ 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ενισχύεται εξάλλου η ανωτέρω κρίση και από το γεγονός ότι το συνολικό χρέος των αιτιούντων δεν είναι υπερβολικό, αντίθετα κινείται σε φυσιολογικό και σύνηθες για την ελληνική πραγματικότητα ποσό κατά το χρόνο ανάληψής του, που ευλογα θεωρούσαν ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα μπορούσαν να αποπληρώσουν.

Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε πως οι αιτούντες εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις τους, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της εν λόγω δυνατότητάς τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν.

Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός της πρώτης καθ' ης η αίτηση-πιστώτριας και ήδη εκκαλούσας περί δολιότητας των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης εκ των εφεσιβλήτων κρίνεται στη συγκεκριμένα περίπτωση απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος...".

`Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι αιτούντες και ήδη 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δικαιούνται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθαν από δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία των ληξιπροθέσμων χρεών τους, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, 330 ΑΚ και 27 ΠΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, ενώ επίσης διέλαβε σαφή και πλήρη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αιτούντες-φυσικά πρόσωπα στερούνται πτωχευτικής ικανότητας, διότι ο 1ος είναι υπολοχαγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και η 2η σύζυγός του είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ, ότι μαζί με την ηλικίας 18 ετών θυγατέρα τους διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία στο Διδυμότειχο, που ανήκει στη συγκυριότητα αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα αιτούντα, ότι το μοναδικό οικογενειακό εισόδημα προέρχεται από το μισθό του συζύγου, ύψους 1.499,38 ευρώ, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ότι αναφορικά με τις δανειακές τους υποχρεώσεις αμφότεροι είχαν λάβει το έτος 2007 από το ..., καθολικός διάδοχος του οποίου είναι η αναιρεσείουσα τράπεζα, δύο δάνεια, για τα οποία το έτος 2013 ενεγράφη εμπράγματη ασφάλεια, με βάση τις υπ' αρ. ...46-0 και ...47-0 συμβάσεις στεγαστικού δανείου, έναντι των οποίων οφείλουν αντίστοιχα ως συνοφειλέτες το ποσό των 126.099,38 και 7.042,46 ευρώ, αντίστοιχα, ότι επίσης ο 1ος τούτων οφείλει στην 3η αναιρεσίβλητη 1.176,83 ευρώ μέσω πιστωτικής κάρτας και ότι επομένως οι οφειλές τους ανέρχονται συνολικά σε 134.318,67 ευρώ για τον 1ο αναιρεσίβλητο, εκ των οποίων το ποσό των 133.141,84 ευρώ το οφείλει από κοινού με τη σύζυγό του, ήδη 2η αναιρεσίβλητη.

Επίσης, με σαφή αιτιολογία το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι οι 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι-σύζυγοι περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, διότι ο μισθός του 1ου τούτων, που ήταν το μοναδικό οικογενειακό εισόδημα, υπέστη συνεχείς μειώσεις από το έτος 2010 και εφεξής στα πλαίσια της περικοπής των δαπανών του Δημόσιου Τομέα.

Για την κρίση του αυτή το Εφετείο Α) παραθέτει αναλυτικά το ύψος του οικογενειακού εισοδήματος το οποίο από το έτος 2007, που είναι ο χρόνος ανάληψης των δύο στεγαστικών δανείων, έως το έτος 2010 αυξανόταν ετησίως και έκτοτε παρουσίασε σημαντική πτώση (ενδεικτικά το 2010 ανερχόταν σε 24.449,35 ευρώ και το 2014 σε 17.878,26 ευρώ) για να παρουσιάσει μικρή επουσιώδη αύξηση το έτος 2015, Β) δέχεται ότι αντίθετα το κόστος διαβίωσης της τριμελούς οικογένειας αυξανόταν και ενδεικτικά προσδιορίζει ως αιτία την έκτακτη φορολογία, την πληρωμή ΕΝΦΙΑ, την αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης και τη δαπάνη πετρελαίου, που σημειωτέον είναι σημαντική για ένα νοικοκυριό στο Διδυμότειχο και ότι η εξυπηρέτηση των δανείων είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής, Γ) αιτιολογεί με πληρότητα την έλλειψη δόλου κρίνοντας ότι οι αιτούντες δεν μπορούσαν αντικειμενικά να προβλέψουν το έτος 2007 την οικονομική κρίση της Χώρας μας κατά την ανάληψη των δύο στεγαστικών δανείων, το ποσό των οποίων κατά τις παραδοχές δεν ήταν υπερβολικό για τα ελληνικά δεδομένα το έτος 2007 και Δ) ότι από την ανωτέρω συνολική οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων συζύγων η ρευστότητά τους προερχόμενη από το μισθό του 1ου αιτούντα, έναντι των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών τους είναι αρνητική και σύμφωνα με τις παραδοχές, εάν αφαιρεθούν οι δαπάνες για την κάλυψη των αναγκαίων βιοτικών αναγκών της τριμελούς οικογένειας, τις οποίες το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο περιγράφει κατ' είδος αναλυτικά, η υπολειπόμενη ρευστότητα αυτών δεν επαρκεί για να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

Επομένως, με τις παραδοχές του αυτές το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο αιτιολογεί με πληρότητα την οικογενειακή και περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων, τις οφειλές τους προς τους πιστωτές τους, τα έξοδα διαβίωσης, που αν και δεν προσδιορίζει αριθμητικά, εν τούτοις εκτίμησε συνολικά με βάση το οικογενειακό εισόδημα και τα μέλη της οικογένειας, σε συνδυασμό με τις συναφείς υποχρεώσεις προς την ηλικίας 18 ετών θυγατέρα τους και κατέληξε, ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη είναι αρνητική και ότι οι αναιρεσίβλητοι αιτούντες περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Ας σημειωθεί, ότι κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010 ο προσδιορισμός των βιοτικών αναγκών από το Δικαστή ουσίας αρκεί να είναι και σιωπηρός. Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1α' Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Εξάλλου, πλεοναστικά το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο και ως επιχείρημα, για την έλλειψη δόλου περί της οποίας υπάρχει σαφής παραδοχή, αναφέρει ότι οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι δεν αποδείχθηκε ότι εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτών τους. Οι πλεοναστικές αυτές παραδοχές δεν επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του, που αυτοτελώς στηρίζεται στις λοιπές παραδοχές του αιτιολογικού της απόφασης, ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας τράπεζας περί ελλειπούς αιτιολογίας, διότι όπως υποστηρίζει δεν αναφέρεται το ύψος της μηνιαίας δόσης, που όφειλαν οι αιτούντες και το ακριβές ποσό των δανείων που έλαβαν το έτος 2007 είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.

Επίσης, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν αναφέρει, εάν οι αιτούντες διέθεταν ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι επίσης αλυσιτελής, διότι τυχόν απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων δικαιολογεί την ένσταση του άρθρου 10 Ν. 3869/2010 (ανειλικρινής δήλωση), την οποία προτείνει ο πιστωτής (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 636/2017). Τέτοιος όμως ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ούτε άλλωστε επικαλείται τούτο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Τέλος και η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει, εάν η 2η αναιρεσίβλητη - 2η αιτούσα εργαζόταν το έτος 2007, είναι επίσης αλυσιτελής, εφόσον η έλλειψη αυτή καλύπτεται από την παραδοχή ότι ήταν εγγεγραμμένη στον ΟΑΕΔ, η εγγραφή δε αυτή συνεπάγεται ότι ήταν άνεργη. Σε κάθε περίπτωση με τις ανωτέρω αιτιάσεις του 1ου αναιρετικού λόγου κατ' αμφότερα τα σκέλη του η αναιρεσείουσα υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, προβάλλεται απαράδεκτα.

Κατόπιν αυτών ο 1ος αναιρετικός λόγος κατ' αμφότερα τα σκέλη του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω και ο 2ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α' σκέλος του εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με πληρότητα τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας με την αντιπαραβολή των οικογενειακών εισοδημάτων με τις μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της τριμελούς οικογένειας και παράλληλα, αυτά, με τα χρέη προς τους πιστωτές και ορθά δέχτηκα ότι οι αιτούντες "εκ του πράγματος" δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους και ότι συνεπώς περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, η οποία, σε κάθε περίπτωση είναι ένα πραγματικό ζήτημα που κρίνει ο Δικαστής ουσίας με βάση τα ανωτέρω στοιχεία (οικογενειακό εισόδημα, βιοτικές ανάγκες), που αρκούντως περιέχονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015).

Με το 2ο λόγο αναίρεσης κατά το επικουρικό σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι δεν ερεύνησε τον 2ο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι οι αιτούντες σύζυγοι ουδέποτε περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και ότι με δόλο ανέλαβαν τις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά είναι αιτιολογημένος αρνητικός ισχυρισμός της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, με τον οποίο η αναιρεσείουσα - 1η καθής η αίτηση - εκκαλούσα αρνείται το στοιχείο της αίτησης, ότι οι αιτούντες δανειολήπτες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που είναι προϋπόθεση για τη νομιμότητα της αίτησής τους κατ' άρθρ. 1α' Ν. 3869/2010 (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017). Σε κάθε περίπτωση ο επικουρικός ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε το 2ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που αυτή θεωρούσε ορθό, με το να δεχθεί ότι οι ήδη 1ος και 2η αναιρεσίβλητοι - αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών χωρίς δόλο και συνεπώς δικαιούνται να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα τράπεζα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 122/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ