Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to cite specific substantive law articles.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the appellate court violated substantive laws and failed to consider evidence, but the court found all grounds inadmissible. The court ruled that the appeal grounds were vague because they did not specify the exact legal provisions violated or the specific nature of the reasoning error, nor did they properly challenge the admissibility of evidence.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1)(a), 559(19), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact substantive law provision violated or the specific nature of the reasoning error.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 640 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 640/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Παπαστράτος Ανώνυμος Βιομηχανικής Εταιρία Σιγαρέτων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσούλας Κουράση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1239/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4760/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 19.11.2018 (Γ.Α.Κ. 10745 / Ε.Α.Κ. 873 / 22.11.2018 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΩΝ', που νομίμως εκπροσωπείται, κατά του αναιρεσίβλητου Γ. Π.. Με αυτή, προσβάλλεται η 4760/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 17.10.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 5.11.2013 εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 1239/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 27.5.2013, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 18.5.2012 αγωγής του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας. Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, έναντι της εναγομένης - εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας, από παροχή εργασίας.
Με την 1239/2013 πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, κατ' ουσία. Με την 4760/2017 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 1239/2013 απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 22.11.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 17.10.2017, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 4760/2017 αποφάσεως, που προσβάλλεται, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 147 παρ. 2, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚΠολΔ].
Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ. 3, 578, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος• ενώ η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 194/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του• δηλ., αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών• δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 106/2020).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν με επίκληση και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη όσα αποδεικτικά μέσα οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στα αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα έγγραφα και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη [άρθρα 339, 432 επ., 352 ΚΠολΔ].
Ως έγγραφα νοούνται τα αποδεικτικά, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη• έτσι, δεν θεωρούνται έγγραφα, υπό την ως άνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι και το δικόγραφο της αγωγής. Η ομολογία (δικαστική ή εξώδικη) είναι η δήλωση, με την οποία διάδικος εκθέτει ή αναγνωρίζει την αλήθεια κρίσιμου - ουσιώδους πραγματικού περιστατικού [άρθρο 335 ΚΠολΔ], επιβλαβούς γι' αυτόν (ομολογούντα), δηλ.
γεγονότος, με την απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικος του ομολογούντος. Η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου, που ομολόγησε [άρθρο 352 παρ.1 ΚΠολΔ] και μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 114/2017, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 80/2015, ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 597/2001). Τέλος, το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α).- για παράβαση, που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β).- για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, (γ).- για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη".
Έτσι, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 577 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 240, 520 ΚΠολΔ].
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ ολ. 43/1990, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 30/2006, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 194/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο πρώτος λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 4760/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν έχει νόμιμη βάση και, ειδικότερα, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, όπως εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και περαιτέρω διέλαβε αντιφατική αιτιολογία. Ο δεύτερος λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι (i).- με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το εφετείο στην 4760/2017 απόφασή του, κατά τις (ουσιαστικές) παραδοχές της, παραβίασε, ευθέως, τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/190, 1 και 5 ν. 3198/1955 και (ii).- με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, υπάρχει στην 4760/2017 απόφαση και κατά τις παραδοχές της, εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955. Ο τρίτος λόγος, κατ' εκτίμηση, περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ τις μερικότερες αιτιάσεις ότι (i).- το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο και δη, δεν έλαβε υπ' όψη την από 18.5.2012 ένδικη αγωγή και (ii).- το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη δικαστική ομολογία του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στο δικόγραφο της από 18.5.2012 ένδικης αγωγής. Κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και, ειδικότερα:
-Ο πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται καμία διάταξη ουσιαστικού νόμου, σχετικά με την εφαρμογή της οποίας υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως.
-Ο δεύτερος λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος, ως αόριστος και δη: Ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται, σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις παραδοχές της 4760/2017 αποφάσεως, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, το υπαγωγικό σφάλμα. Ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται, σε σχέση με τις παραδοχές της 4760/2017 αποφάσεως, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής (ελλιπής) αιτιολογία ή αντιφατική αιτιολογία.
-Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και, συγκεκριμένα: Ως προς την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση είναι απαράδεκτος διότι το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ως διαδικαστικό έγγραφο της ενεστώσης δίκης, δεν θεωρείται "αποδεικτικό" έγγραφο. Ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη δεν προβάλλει πως τον ισχυρισμό για τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου της είχε προτείνει, ως όφειλε [άρθρο 240 ΚΠολΔ], στο εφετείο ή πως συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 19.11.2018 αίτηση για αναίρεση της 4760/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.11.2018 αίτηση για αναίρεση της 4760/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ