Legislator Giurisprudenza & Legislazione
637/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against expropriation order due to lack of participation and inadmissible arguments.

Numero d'incarto 637/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple individuals against a First Instance Court decision upholding an expropriation order. The appellants failed to appear at the hearing, and the State did not submit written proposals, leading the court to reject their arguments regarding the legality of the 1964 expropriation. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the original expropriation order stood.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a party fails to participate in the hearing, and specific arguments regarding the substantive legality of the expropriation are rejected as inadmissible if they merely request a fuller analysis of evidence rather than presenting new grounds for review.

Parole chiave

Generato dall'IA
expropriation appeal inadmissible appeal lack of participation State expropriation Code of Civil Procedure expropriation legality procedural default risanamento stradale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 496 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 637 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 637/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Ι., 4) Γ. Π. του Δ., συζ. Ε. Κ., κατοίκων ..., 5) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 6) Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Σ. του Γ., 8) Α. συζ. Μ. Σ., το γένος Ν. Χ., 9) Γ. Σ. του Μ., κατοίκων ..., 10) Β. συζ. Κ. Κ., το γένος Ν. Β., 11) Σ. Ι. του Χ. και 12) Β. συζ. Σ. Ι., το γένος Ι. Χ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 3ος, 4η, 6ος, 11ος και 12η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Προκόπιο Εξαρχάκο, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 294/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-1-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-1-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 294/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 παρ. 1του ν. 2882/2001, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητήθηκε η αποβολή των καθών η αίτηση αυτή και ήδη αναιρεσειόντων από τα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, τα οποία οι τελευταίοι αρνήθηκαν να του τα αποδώσουν, παρά την πρόσκλησή τους η οποία επακολούθησε της παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ολόκληρου του ποσού της προσδιορισθείσας με άλλη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου προσωρινής αποζημιώσεως και της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής γνωστοποίησης για την παρακατάθεση της αποζημίωσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δικ., όπως το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/20-3-2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει στη δίκη, όπως η προκείμενη, μεταξύ των περισσοτέρων ιδιοκτητών, ενός ή περισσοτέρων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, για την αποβολή τους, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, οι οποίοι αρνούνται να τα παραδώσουν ελεύθερα στον υπερού η απαλλοτρίωση (ΑΠ 52/1991), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο οι δεύτερος, πέμπτος, έβδομος, όγδοη, ένατος και δέκατη, αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από την υπ' αριθμ. ...13-2-2017 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Π., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι στη συζήτηση πρώτη, τρίτος, τέταρτη, έκτος, εντέκατος και δωδέκατος αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας προς τον ως άνω δικαστικό επιμελητή, του νομίμως διορισμένου πληρεξούσιου δικηγόρου των παρασταθέντων αναιρεσειόντων Προκοπίου Εξαρχάκου, φερόμενου στην ως άνω έκθεση ως πληρεξούσιου δικηγόρου και των λοιπών μη παρασταθέντων αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 6-1-2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως δικασίμου της 20-10-2017 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και επομένως, η συζήτηση φέρεται ότι επισπεύδεται από όλους τους αναιρεσείοντες.

Δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η χορήγηση της αναγκαίας πληρεξουσιότητας από τους μη παριστάμενους αναιρεσείοντες προς τον ως άνω δικηγόρο που επέσπευσε την παρούσα συζήτηση και για λογαριασμό τους, οι εν λόγω αναιρεσείοντες δεν θεωρούνται ότι επισπεύδουν εγκύρως τη συζήτηση, η οποία έτσι επισπεύδεται εγκύρως μόνον από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες.

Ενόψει τούτου, και δεδομένου ότι, δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση από τους νομίμως παριστάμενους διαδίκους οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου από το οποίο να προκύπτει ότι οι μη παρασταθέντες αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως να παρασταθούν κατά την παρούσα συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους εν λόγω διαδίκους (ΑΠ 96/2014) και αφού η σχέση, μεταξύ των αναιρεσειόντων ως περισσοτέρων του ενός υποχρέων αντίστοιχα, ανάγεται σε απλή ομοδικία, πρέπει, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576 § 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους διαδίκους αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μεταξύ των λοιπών παρασταθέντων αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου.

Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος ασκεί την αναίρεση. Ενόψει τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που ασκείται από τους παριστάμενους από τους αναιρεσείοντες: α) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη, β) Γ. Π. του Δ. και Θ. - Μ., συζ. Ε. Κ. και γ) Σ. Ι. του Χ., πρώτη, τέταρτη και ενδέκατο, αντίστοιχα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον οι παραπάνω αναιρεσείοντες, δεν ήταν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η ένδικη από 17-12-2014 αίτηση του τότε αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου δεν στράφηκε και κατ' αυτών, ούτε είχαν παρέμβει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πιο πάνω δίκη, ούτε εξάλλου, αυτοί επικαλούνται ότι κατέστησαν καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, μετά την άσκηση της ως άνω αίτησης και συνεπώς αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Μετά απ' αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθεί, ως προς τους κατ' ιδίαν λόγους της, μόνον ως προς τους παριστάμενους από τους αναιρεσείοντες Ε. Κ. του Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα …), Β. Σ. του Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα ..) και Β. σύζ. Σ. Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα …).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως τελεί, σύμφωνα με την άνω διάταξη υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, το ίδιο δε ισχύει, και για τις αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου, σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς".

Η τελευταία αυτή, εξάλλου, διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέραν των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 Κ.Πολ.Δ., περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ' ύλην πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται (AΠ 344/2010).

Επομένως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που το Εφετείο, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, κρίνοντας ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 19 παρ. 1 και 9 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 καθ' ύλην αρμόδιο είναι αυτό και όχι το κατώτερο αυτού δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δίκασε κατ' ουσίαν την ως άνω αίτηση, κρίνοντας εσφαλμένως ότι κατ' εφαρμογήν των άρθρων 19 παρ. 1 και 9 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 4 του ν. 2882/2001 ήταν αυτό καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ως άνω αίτησης και όχι το κατώτερο αυτού δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Α.Ν. 1731/1939 (Α'/192/15.5.1939) που κωδικοποιήθηκε με το β.δ της 29/30.4.1953 (Α'/109) και τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 3979/1959 (Α'/191/18.9.1959) "Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις θεωρείται κηρυχθείσα από της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως του σχετικού Β. Διατάγματος ή κατά τας περιπτώσεις του άρθρ. 1 παρ. 1 εδ. 2 του παρόντος νόμου, από της δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως ή πράξεως.

Συντέλεσις της απαλλοτριώσεως, δια μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας εις τον υπέρ ου ενηργήθη αύτη, επέρχεται μόνον από της εις το δικαιούχον καταβολής της ορισθείσης προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως, ή από της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της γενομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το άρθρον 24 του παρόντος νόμου καταθέσεως της δικαστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως ή αν υπόχρεον προς καταβολήν είναι το Δημόσιον, είτε από της ως άνω δημοσιεύσεως της καταθέσεως, είτε από της υπέρ του δικαιούχου εκδόσεως χρηματικού εντάλματος πληρωμής.

Μετά πάροδον οκτώ ημερών από της καθ' οιονδήποτε των ανωτέρω τρόπων συντελέσεως της απαλλοτριώσεως, δύναται το απαλλοτριωθέν πράγμα να καταληφθή ακωλύτως, πάσα δ' εμπράγματος επ' αυτού αξίωσις οιουδήποτε τρίτου, προσκληθέντος ή μη κατά την διαδικασίαν του καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής, τρέπεται εφεξής εις προσωπικήν απαίτησιν επί του καταθέματος ή κατά του οπωσδήποτε εισπράξαντος την αποζημίωσιν ή του υπέρ ου εξεδόθη το χρηματικόν ένταλμα πληρωμής.

Εντός της αυτής οκταημέρου από της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως προθεσμίας οφείλει πας νομεύς ή οπωσδήποτε κάτοχος απαλλοτριωθέντος ακινήτου να καταλίπη εις τον υπέρ ου η απαλλοτρίωσις ελευθέραν την χρήσιν και κατοχήν αυτού, άλλως το Δημόσιον δύναται, ασχέτως των άλλων δικαιωμάτων του να αιτήσηται δικαστικώς την αποβολήν του και δια προσωρινών μέτρων εφαρμοζομένων και εν τη περιπτώσει ταύτη πασών των διατάξεων του νόμου ΓΠΝΖ' του 1911 ως ετροποποιήθη".

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 63 του ΕισΝΚΠολΔ (που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του β.δ. 657/1971, ΦΕΚ Α' 219/1.11.1971 και μεταγλωττίστηκε στη δημοτική με το ΠΔ 503/1985, ΦΕΚ Α' 182/24.10.1985 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 74 αυτού, από 16.9.1968): "1. Το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει να διαταχθεί η αποβολή κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του β.διατάγματος της 29/30 Απριλίου 1953 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ.

του ΚΠολΔ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ΦΕΚ A' 1): "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των από της ενάρξεως της ισχύος αυτού και εφεξής κηρυσσομένων αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Αναγκαστικαί απαλλοτριώσεις κηρυχθείσαι προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος εξακολουθούν διεπόμεναι υπό των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 32 ν.δ. 797/1971 "η ισχύς του παρόντος άρχεται μετά τριάκοντα ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως", δηλαδή από 31.01.1971. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 29 του ν. 2882/2001 "Επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την 1η Φεβρουαρίου 1971 εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις από τις οποίες διέπονταν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Για τον καθορισμό όμως της οριστικής τιμής μονάδας εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 5 έως και 8 του άρθρου 20 του παρόντος, εκτός εάν έχει κοινοποιηθεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού η σχετική προσφυγή". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, υπό το καθεστώς ισχύος του Α.Ν. 1731/1939, όπως η ένδικη, η απαλλοτρίωση συντελείται, με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στον υπερού η απαλλοτρίωση, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ της ανωτέρω παρακατάθεσης της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημίωσης και του αριθμού του αντίστοιχου σχετικού γραμματίου, ή αν υπόχρεο προς καταβολή είναι το Δημόσιο είτε από την ως άνω δημοσίευση της καταθέσεως είτε από την έκδοση υπέρ του δικαιούχου χρηματικού εντάλματος πληρωμής, σύμφωνα με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 7 του α.ν. 1731/1939 (όμοιες διατάξεις του β.δ.

της 29/30-4-1953 και του ν.δ. 3979/1959) που διέπουν τη σχετική απαλλοτρίωση, σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 29 του ν. 2882/2001. Μετά πάροδο δε οκτώ ημερών από τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κάθε νομέας ή κάτοχος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε ή οποιοσδήποτε τρίτος έλκει από αυτούς δικαιώματα, υποχρεούται να αφήσει στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ελεύθερη τη χρήση ή κατοχή του, άλλως, σε περίπτωση που υπερού η απαλλοτρίωση είναι το Δημόσιο, τούτο δύναται, ασχέτως των άλλων δικαιωμάτων του, να ζητήσει, με σχετική αίτησή του, να διαταχθεί η αποβολή του κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του β.δ/τος της 29/30 Απριλίου 1953 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ.

του ΚΠολΔ. Για το ορισμένο της ως άνω αίτησης που υποβάλλεται μετά τη συντέλεση της απαλλοτριίωσης, για την αποβολή του ιδιοκτήτη, του νομέα ή του κατόχου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, το οποίο τα πρόσωπα αυτά αρνούνται να παραδώσουν ελεύθερο στο υπερού η απαλλοτρίωση, αρκεί ο αιτών, αφ' ενός μεν να προσδιορίζει τις αποδοτέες ιδιοκτησίες που απαλλοτριώθηκαν με αναφορά της πράξης κήρυξης της απαλλοτριώσεώς τους και των στοιχείων τους (αριθμών) στο κτηματολογικό διάγραμμα που συντάχθηκε για την εν λόγω απαλλοτρίωση και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, αφετέρου δε να επικαλείται την με οποιοδήποτε από τους παραπάνω τρόπους συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των οκτώ ημερών από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε πλήρως ορισμένη την ένδικη αίτηση, αντί να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων τους, κατά παραδοχή της προβληθείσας με τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις τους, σχετικής ένστασής τους περί αοριστίας της εν λόγω αίτησης, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης από 17-12-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/19-12-2014 αίτησης, του τότε αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναφερομένων σ' αυτή καθών, δώδεκα τον αριθμό, μεταξύ των οποίων, οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες Ε.

Κ. του Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα …), Β. Σ. του Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα …) και Β. σύζ. Σ. Ι. (αριθμός κτηματολογικού πίνακα …), ως προς τους οποίους ερευνάται η αναίρεση, ως προς τους κατ' ιδίαν λόγους της τα ακόλουθα, τα οποία προκύπτουν και από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχόμενου της αίτησης αυτής, και ειδικότερα τα εξής: "Το αιτούν ελληνικό Δημόσιο ζητεί, δια της αποβολής των καθών, την παράδοση των ακινήτων που περιγράφονται στην αίτηση και τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και δη των υπ.

αριθμ. ΚΠ …, …, …, …, …, …, …, … και … ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ. ...18.11.1964 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος Δ/194/30.12.1964, που κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Κερυνίτης - Καμάρες, μετά των δευτερευουσών και παραλλήλων οδών και των κόμβων εισόδου και εξόδου Αιγίου της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, συνολικού εμβαδού 98.801,00 τ.μ., ως αυτή εικονίζεται στα από μηνός Σεπτεμβρίου 1964 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχουν νομίμως συνταχθεί και θεωρηθεί, η οποία (απαλλοτρίωση) συντελέστηκε με την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της επιδικασθείσας δυνάμει της με αρ. 846/1965 απόφασης του Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ...29.04.1966 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα.

Το αίτημα αυτό προβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο για το λόγο ότι οι καθών, παρά τη νόμιμη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την τήρηση της νομίμου διαδικασίας (επίδοση απ' αυτό στους καθών των αναφερόμενων στην αίτηση με αριθμούς πρωτοκόλλου (αναφέρονται 14 αριθμοί πρωτοκόλλου έτους 2013), εξώδικων οχλήσεων, στις οποίες αναφέρει συνοπτικά τον τρόπο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης και με τις οποίες κάλεσε τους καθών η αίτηση να του παραδώσουν ελεύθερα τα ακίνητα εντός προθεσμίας 10 ημερών), αρνούνται να του παραδώσουν τα προαναφερόμενα ακίνητα".

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της από 17-12-2014 αίτησης, τα αποδοτέα ακίνητα, ενόψει του ότι πρόκειται για απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες, η απαλλοτρίωση των οποίων είχε ήδη συντελεστεί, εξατομικεύονται επαρκώς σ' αυτή, με αναφορά της πράξης κήρυξης της απαλλοτριώσεώς τους και των στοιχείων τους (αριθμών) στο κτηματολογικό διάγραμμα που συντάχθηκε για την εν λόγω απαλλοτρίωση και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά την προβληθείσα από τους καθών, ένσταση αοριστίας της πιο πάνω αίτησης, έκρινε επαρκώς ορισμένη την αίτηση και ως προς την περιγραφή των επιδίκων ακινήτων και ακολούθως, αφού ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της δέχτηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν έσφαλε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο από την ως άνω διάταξη δεύτερος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. ...18.11.1964 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος Δ/194/30.12.1964, κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, υπό το κράτος ισχύος του αναγκαστικού νόμου 1731/1939 (Α'/192/15.5.1939) κωδικοποιηθέντος με το β.δ.

της 29/30.4.1953 (Α/109) και τροποποιηθέντος με το νομοθετικό διάταγμα 3979/1959 (Α1 191/18.9.1959), αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Κερυνίτης - Καμάρες, μετά των δευτερευουσών και παραλλήλων οδών και των κόμβων εισόδου και εξόδου Αιγίου της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, συνολικού εμβαδού 98.801,00 τ.μ., ως αυτή εικονίζεται στα από μηνός Σεπτεμβρίου 1964 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της τεχνικής εταιρείας "...", νομίμως θεωρηθέντων από την Διεύθυνση Μελετών, Οδών και Γεφυρών του Υπουργείου Δημοσίων Έργων.

Η ανωτέρω απαλλοτρίωση συντελέστηκε με την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της επιδικασθείσας με την υπ' αριθμόν 846/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών αποζημίωσης, με την οποία (απόφαση) καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, συνολικού ύψους 2.744.300 δρχ., ενώ εκδόθηκε για το λόγο αυτό και το υπ' αριθμ. ...29.04.1966 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, η δε σχετική υπ' αριθμ. .../15.05.1966 ειδοποίηση παρακατάθεσης δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ τεύχος Δ/91/08.07.1966).

Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων με την ανωτέρω ΚΥΑ ακινήτων περιλαμβάνονται και οι με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα …, …, …, …, …, …, …, … και … ιδιοκτησίες, όπως εντοπίζονται με ακρίβεια μέσω της εφαρμογής του ανωτέρω απαλλοτριωτικού ορίου επί των κτηματολογικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν την κήρυξη της νέας συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης βάσει της υπ' αριθμ. 1072503/4967/Δ0010/31.7.2009 (ΑΑΠ/400/13.08.2009) κοινής υπουργικής απόφασης περί κήρυξης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης, για τις ανάγκες κατασκευής του αυτοκινητόδρομου.

Επομένως, εφόσον από την ημερομηνία δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ της ανωτέρω παρακατάθεσης της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημίωσης και του αντίστοιχου σχετικού γραμματίου, έχει κατά νόμο -σύμφωνα με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 7 του α.ν. 1731/1939, ως και των σχετικών διατάξεων του β.δ. της 29/30.4.1953 και του ν.δ. 3979/1959 που διέπουν την ένδικη απαλλοτρίωση, σε συνδυασμό με την μεταβατική διάταξη της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 29 του ν. 2882/2001- συντελεστεί η εν λόγω απαλλοτρίωση, κατά τα όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας έχουν εκτεθεί, και η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, ο ιδιοκτήτης, ο νομέας ή ο κάτοχος των ακινήτων αυτών, αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος έλκει από αυτούς δικαιώματα, υποχρεούνται κατά νόμο να τα παραδώσουν ελεύθερα, παρά τα όσα αντίθετα αβάσιμα υποστηρίζουν οι καθ' ων η κρισιολογούμενη αίτηση, περί μη συντέλεσης εισέτι της ένδικης απαλλοτρίωσης.

Η δε μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, Ε. Γ., εξεταζόμενη στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, εξήγησε με σαφήνεια ότι, η απαλλοτρίωση η οποία κηρύχθηκε το έτος 1964 συντελέστηκε με την παρακατάθεση της καθορισθείσας προσωρινής τιμής και με τη δημοσίευση του σχετικού γραμματίου στο ΦΕΚ, ότι δε μεταγράφηκε κατά το χρόνο κήρυξης ή συντέλεσης αυτής, γιατί σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε νόμο δεν απαιτείτο η μεταγραφή αυτής από την προδικασία.

Όπως, προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. ...12. 07.2006 έγγραφο της Ανώνυμης Εταιρίας Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων ΤΕΟ ΑΕ, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, συντάχθηκε μελέτη με θέμα την απογραφή των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στην ΤΕΟ ΑΕ από το οδικό δίκτυο Πάτρα - Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Εύζωνοι (ΠΑΘΕ), η οποία παραλήφθηκε από την αρμόδια Επιτροπή παραλαβής της ΤΕΟ ΑΕ την 10.12.2004 και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 33 και με αριθμό 1447 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείάς (βλ.

σχ. το με αρ. πρωτ. 37/4592/29.03.2004 έγγραφο - βεβαίωση μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας). Στη συνέχεια, μεταγράφηκε εκ νέου η δια του άρθρου 2 του Ν. 3621/2007 (ΦΕΚ A 279) μεταβίβαση στο Δημόσιο των παρόδιων εκτάσεων του τμήματος του οδικού άξονα του διευρωπαϊκού δικτύου Ελευσίνα - Κόρινθος - Πάτρα, από τον Ανισόπεδο Κόμβο Θηβών έως και τον Ανισόπεδο Κόμβο Κ1 (είσοδος Πατρών) του ίδιου οδικού άξονα (συγκεκριμένα του τμήματος χθ 157 + 589 έως χθ 183 + 624), στον τόμο 1537 και με αριθμό 93 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας, ως προκύπτει από την υπ' αριθμ.

πρωτ. .../22. 02.2008 βεβαίωση μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας. Πιθανότατα να δημιουργήθηκε καταρχήν σύγχυση σε ορισμένους εκ των δικαιούχων της αποζημίωσης - θιγόμενων ιδιοκτητών, με την κήρυξη νέας απαλλοτρίωσης, το έτος 2009, ωστόσο, προκειμένου να γίνει συσχετισμός των κτηματολογικών διαγραμμάτων της απαλλοτρίωσης του έτους 1964 και εκείνης του έτους 2009, και δη προκειμένου να εφαρμοστεί επί του εδάφους η παλαιά συντελεσθείσα απαλλοτρίωση, ελήφθησαν υπόψιν τα διαγράμματα της ΤΕΟ ΑΕ, και ειδικότερα, όπως προκύπτει και από το με αριθ.

πρωτ. 4522/13.05.2015 έγγραφο της ΜΕΘΟΔΟΥ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΕ, και τα συνημμένα σε αυτό Σχέδια (1 και 2), έγινε εφαρμογή του κτηματολογικού διαγράμματος της ΚΥΑ Δ.8992/1964 στην ΚΥΑ Δ1009500/08, λαμβάνοντας υπόψιν τα ίδια στοιχεία, τα οποία έλαβαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να αποφανθούν ότι τα επίδικα έχουν ήδη απαλλοτριωθεί από το έτος 1964 και συγκεκριμένα:

α) το κτίσμα που απεικονίζεται και στα δύο κτηματολογικά διαγράμματα με κωδικό ιδιοκτησίας 53 στην ΚΥΑ 8992/1964 και με κωδικό ιδιοκτησίας 06075183 στην ΚΥΑ Δ1009500/08, β) την κάτω διάβαση αγροτικής οδού στην χθ 1 + 255 (ΚΥΑ Δ8992/64) που αντιστοιχεί στην χθ 96 + 150 (ΚΥΑ Δ1009500/08), γ) τον άξονα του διαγράμματος της ΚΥΑ Δ8992/64 με την νότια οριογραμμή της υφιστάμενης Π.Ε.Ο., ο οποίος ταυτίζεται με την νότια οριογραμμή της Π.Ε.Ο., ως προκύπτει από το διάγραμμα της ΚΥΑ Δ8992/64 από χθ 1 + 850 έως χθ 1 + 918, δ) τη θέση της εκκλησίας στην χθ 1 + 335 (ΚΥΑ Δ 8992/1964), που αντιστοιχεί στην χθ 96 + 220 (ΚΥΑ Δ1009500/2008).

Αξίζει, πάντως να σημειωθεί ότι, με τα άρθρα 26 παρ. 1 και 26 παρ. 2 της Σύμβασης Παραχώρησης του Αυτοκινητόδρομου Ελευσίνα - Κόρινθος - Πάτρα - Πύργος - Τσακώνα, επιχειρήθηκε στα πλαίσια της πρόσφατης Συμφωνίας επανεκκίνησης των έργων, υπογραφείσας μεταξύ του Δημοσίου και του Παραχωρησιούχου, η κατάληψη των διατεθέντων στον Παραχωρησιούχο για τις ανάγκες κατασκευής του Έργου μέσω Πρωτοκόλλων διάθεσης χώρων εκτέλεσης του Έργου.

Όπως, όμως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου .../20.07.2013 έγγραφο της ΕΥΔΕ/Μ-Κ/ΕΠΠ, δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση των αναγκαίων τεχνικών εργασιών, λόγω άρνησης των νομέων ορισμένων εδαφικών τμημάτων του ως άνω απαλλοτριωθέντος χώρου, ο οποίος μάλιστα έχει παραδοθεί ήδη από το Δημόσιο στον Παραχωρησιούχο με το από 06.08.2008 Πρωτόκολλο διάθεσης χώρου εκτέλεσης του Έργου και παραλαβής υφισταμένων τμημάτων.

Οι καθ' ων ισχυρίζονται ότι έχουν προβεί στην αποστολή πλείστων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και της από 13.01.2010 εξώδικης διαμαρτυρίας - αίτησης προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου στην Πάτρα, τη ΔΕΣΕ Δυτικής Ελλάδας, τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ στην Αθήνα, το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τον υπεύθυνο του εργοταξίου κλπ, αλλά δεν έλαβαν πειστική απάντηση.

Το ερευνώμενο, όμως, στην ένδικη υπόθεση ήταν η συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατά τα ήδη αναφερόμενα. Ειδικότερα, προέκυψε ότι, οι καθ' ων η αίτηση παρά τις συνεχείς οχλήσεις του αιτούντος - υπόχρεου προς αποζημίωση, αρνούνται να παραδώσουν τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, όπως αυτά εντοπίζονται μέσω της εφαρμογής του ανωτέρω απαλλοτριωτικού ορίου επί των κτηματολογικών διαγραμμάτων που συνοδεύουν την κήρυξη της νέας συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης βάσει της υπ' αριθμ. 1072503/4967/Δ0010/31.7.2009 (ΑΑΠ/400/13.08.2009) κοινής υπουργικής απόφασης κήρυξης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης για τις ανάγκες κατασκευής του αυτοκινητόδρομου.

Για το λόγο αυτό, εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην επίδοση προς αυτούς σχετικών εξωδίκων οχλήσεων, στις οποίες μάλιστα αναφέρεται συνοπτικά ο τρόπος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης και καλούνται να παραδώσουν ελεύθερα τα ακίνητα, εντός ταχθείσας προθεσμίας 10 ημερών, ενώ επισυνάπτεται η κατάσταση παρακατάθεσης των καθορισθεισών αποζημιώσεων λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτων, με τη με αρ. 846/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών, το ΦΕΚ 194/30.12.1964 στο οποίο δημοσιεύθηκε η κήρυξη της απαλλοτρίωσης, το ΦΕΚ 91/08.06.1966 στο οποίο δημοσιεύθηκε η ειδοποίηση της γενομένης καταθέσεως της αποζημίωσης ακινήτων απαλλοτριωθέντων για διάνοιξη του τμήματος Κερυνίτη - Καμορών της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, κτηματολογικός πίνακας και κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, ως και αντίγραφο της σχετικής υπ' αριθμ. 846/65 αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι καθ' ων, περί μη πληροφόρησής τους.

Ειδικότερα, προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, συγκεκριμένα, μαζί με όλα τα προαναφερόμενα σχετικά: η με αριθμό πρωτοκόλλου .../06.09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αρθμ. 1761Δ/18.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Σ. Γ., προς τον Π. Μ., η με αρ. πρ. .../ 06.09.20/3 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθ. 5976Ε/ 17.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ.

Τ., προς τον Δ. Τ., η με αρ. πρ. .../17.12.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5978Ε/16.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., η με αρ. πρ. .../06. 09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5978Ε/ 16.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς τον Α.

Κ., η με αρ. πρ. .../06.09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5970Η/18.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς τον Β. Λ., η με αρ. πρ. .../06.09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5970Η/18.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς τον Α.

Τ., η με αρ. πρ. .../06. 09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5966Η/18.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς τον Α. Τ., η με αρ. πρ. .../06.09.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5963Η/16.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς τον Ι.

Σ., η με αρ. πρ. .../09.10.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5970Η/18.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς το Μ. Σ., η με αρ. πρ. .../09.10. 2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5964Η/16. 10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς την Β.

Κ., η με αρ. πρ. ...09.10.2013 εξώδικη δήλωση με συνημμένη την υπ' αριθμ. 5965Η/16.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Θ. Τ., προς την Β. Ι.. Άλλωστε, στην σχετική κατάθεσή της η ως άνω μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, τόνισε ότι είναι σύνηθες να συντελείται μία απαλλοτρίωση, αλλά να μην καταλαμβάνεται από το έργο ολόκληρη η απαλλοτριωθείσα έκταση, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει, εάν παραδόθηκε ολόκληρη η απαλλοτριωθείσα έκταση σε όλο το μήκος του έργου.

Στη συνέχεια της κατάθεσής της εξηγεί ότι, τα δίκτυα που κατά καιρούς κατασκευάζονται από διάφορες υπηρεσίες (ΔΕΚΕ, ΔΕΗ κλπ) κατά μήκος της εθνικής οδού, δεν λαμβάνουν υπόψη το όριο της απαλλοτρίωσης, αλλά συνήθως κατασκευάζονται, είτε εντός του κατασκευασμένου έργου, είτε στο όριο του έργου, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό των καθ' ων ότι όλα τα δίκτυα περνούν έξω από τις ιδιοκτησίες τους, επειδή ακριβώς δεν έχει συντελεστεί η ένδικη απαλλοτρίωση.

Η ίδια μάρτυρας αναφέρθηκε στα εκτός σχεδίου δόμησης ακίνητα (ως και τα επίδικα), όπου η ρυμοτομική γραμμή καθορίζεται με βάση το τοπογραφικό της οικοδομικής άδειας, τα όρια του οποίου υποδεικνύονται από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, στο εξώδικο που εστάλη το έτος 2013 στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, οι οποίοι "...όμως αρνήθηκαν.

Δεν έδιναν στοιχεία ως προς τα όρια που θεωρούσαν εκείνοι ότι είναι συντελεσμένη η απαλλοτρίωση. Όμοροι ιδιοκτήτες παρέδωσαν τα ακίνητα...", καταλήγοντας ότι "...το Δημόσιο έχει υποστεί ζημιά". Πράγματι, εξαιτίας της άρνησης παράδοσης των απαλλοτριωθέντων τμημάτων από του ιδιοκτήτες με την απαλλοτριωτική απόφαση του έτους 1964, δεν είναι δυνατή και η κατάληψη του τμήματος της νέας απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε το 2009 και έχει ήδη συντελεσθεί.

Το γεγονός αυτό συνιστά καθυστέρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26.1 και 26.2 της Σύμβασης Παραχώρησης, όπως και γεγονός ευθύνης του Δημοσίου, σύμφωνα προς το υπ' αριθ. πρωτ. .../2015 έγγραφο της "ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΟΔΟΥ", το οποίο προσκομίζεται κατ' επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο, που θα κληθεί να καταβάλει, λόγω της καθυστέρησης αυτής ποσό άνω των 40 εκατομμυρίων ευρώ.

Ώστε, η μοναδική δυνατότητα που έχει το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να προχωρήσει το έργο είναι η διαδικασία της αποβολής των καθ' ων από την απαλλοτριωθείσα έκταση. Και καταλήγει η Ε. Γ. στην κατάθεσή της ότι, σαφώς το κόστος μίας απαλλοτρίωσης για τα επίδικα, των οποίων οι ιδιοκτήτες δεν αποχωρούν είναι πολύ μικρότερο από τη ζημία που υφίσταται το Ελληνικό Δημόσιο από την καθυστέρηση που έχει προκληθεί και την αποζημίωση την οποία θα κληθεί να καταβάλει, εξηγώντας ότι ο λόγος για τον οποίο καθυστέρησε την διαδικασία αποβολής των καθ' ων ήταν ότι, το έτος 2010 ανεστάλη η εκτέλεση του έργου και η εταιρία, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεσή του, ενημέρωσε το Ελληνικό Δημόσιο μόνον όταν χρειάστηκε να εισέλθει στα επίδικα.

Ενόψει των ανωτέρω, απορριπτέα κρίνονται τα σχετικά αιτήματα των καθ' ων περί "διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας της επίδικης περιοχής", αλυσιτελώς δε προβάλλονται από τους τελευταίους ενστάσεις περί "ιδίας κυριότητας των επιδίκων", εφόσον το ζητούμενο στην ερευνώμενη υπόθεση ήταν το εάν και με ποιο τρόπο συντελέσθηκε η κρινόμενη απαλλοτρίωση, το εάν ειδοποιήθηκαν οι καθών σχετικά με την παρακατάθεση της αποζημίωσης, προκειμένου να παραδώσουν τα απαλλοτριωθέντα ελεύθερα στο αιτούν - υπερού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο, θέματα τα οποία διασαφήθηκαν επαρκώς, και για τα οποία δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την από 17-12-2014 αίτηση του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου ως βάσιμη και στην ουσία της και διέταξε τους καθών η αίτηση, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους, κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ή τον τρίτο που κατέχει στο όνομά τους να παραδώσουν στο αιτούν "τις υπ' αριθμ.

ΚΠ …, …, …, …, …, …, …, … και … ιδιοκτησίες που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ. ...18.11.1964 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος Δ/194/30.12.1964, η οποία κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Κερυνίτης - Καμάρες, μετά των δευτερευουσών και παραλλήλων οδών και των κόμβων εισόδου και εξόδου Αιγίου της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, συνολικού εμβαδού 98.801,00 τ.μ., ως αυτή εικονίζεται στα από μηνός Σεπτεμβρίου 1964 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχουν νομίμως συνταχθεί και θεωρηθεί, η οποία συντελέστηκε με την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της επιδικασθείσας με την υπ' αριθμ. 846/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ...29.04.1966 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, συνολικού ποσού 2.744.300 δρχ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία προς τούτο πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι μεταξύ των αποδοτέων ακινήτων περιλαμβάνονται οι με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα …, …, και … ιδιοκτησίες, των παριστάμενων αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους ερευνάται η αίτηση, Ε.

Κ. του Ι. (ακπ …), Β. Σ. του Ι. (ακπ …) και Β. συζ. Σ. Ι. (ακπ …), αντίστοιχα, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ. ...18.11.1964 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος Δ/194/30.12.1964, που κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Κερυνίτης - Καμάρες, μετά των δευτερευουσών και παραλλήλων οδών και των κόμβων εισόδου και εξόδου Αιγίου της Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών, συνολικού εμβαδού 98.801,00 τ.μ., ως η έκταση αυτή εικονίζεται στα από μηνός Σεπτεμβρίου 1964 κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχουν νομίμως συνταχθεί και θεωρηθεί, ότι η απαλλοτρίωση των ακινήτων αυτών συντελέστηκε με τον περιγραφόμενο σ' αυτή νόμιμο τρόπο και ότι εξαιτίας της άρνησης παράδοσης σ' αυτό των απαλλοτριωθεισών με την απαλλοτριωτική απόφαση του έτους 1964 ιδιοκτησιών το Ελληνικό Δημόσιο, καίτοι δεν ήταν αναγκαίο, υπό το καθεστώς που κατά τα άνω συντελέστηκε η απαλλοτρίωση (ΑΝ 1731/1939), προέβη στην επίδοση προς αυτούς σχετικών εξωδίκων οχλήσεων, στις οποίες κατά τα προαναφερόμενα αναφέρεται συνοπτικά ο τρόπος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης και καλούνται να παραδώσουν ελεύθερα τα ακίνητα, εντός ταχθείσας προθεσμίας 10 ημερών, ενώ επισυνάπτονται και τα ως άνω έγγραφα που αφορούν στη συντέλεση της κηρυχθείσας με την υπ' αριθμ ... 18.11.1964 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος Δ/194/30.12.1964, απαλλοτρίωσης, καθώς και κτηματολογικός πίνακας και κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης αυτής, και ότι η ως άνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ περαιτέρω, οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης (από τον αριθμό 19) επί μέρους αιτιάσεις, που έχουν σχέση κυρίως με τη συμπληρωματική απαλλοτρίωση του έτους 2009, και όχι με την ενδιαφέρουσα στην προκειμένη περίπτωση αρχική απαλλοτρίωση του έτους 1964, στην οποία εντάσσονται οι επίδικες ιδιοκτησίες, απαραδέκτως προβάλλονται και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη κατά την άποψη των εν λόγω αναιρεσειόντων ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και δεν αποτελούν αναγκαίες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς τους λοιπούς, τρίτο, έκτο και δωδέκατη αναιρεσείοντες Ε. Κ. του Ι. (ακπ ..), Β. Σ. του Ι. (ακπ …) και Β. συζ. Σ. Ι. (ακπ …), αντίστοιχα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.), να μην επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, εφόσον το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του δικαστικού πληρεξουσίου του και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους δεύτερο, πέμπτο, έβδομο, όγδοη, ένατο και δέκατη, αναιρεσείοντες.

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη, την από 6-1-2016 αίτηση αναίρεσης, ως προς την πρώτη, τέταρτη και ενδέκατο των αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την από 6-1-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 294/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ως προς τους τρίτο, έκτο και δωδέκατη αναιρεσείοντες, Ε. Κ. του Ι., Β. Σ. του Ι. και Β. συζ. Σ. Ι., αντίστοιχα. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ