Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of procedural objection due to lack of oral proposal at first instance.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court improperly rejected a claim of abuse of rights, but the court found no record of an oral proposal at the first instance hearing. Consequently, the procedural objection was deemed inadmissible because it was not properly raised before the court of first instance.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 334(1)(1), (2), (4) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A procedural objection must be raised orally at the first instance hearing to be admissible; failure to do so renders the objection inadmissible on appeal.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 637 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 637/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Κόσμο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μαρούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντία Καζά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8.6.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1557/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3120/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 13.2.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 334 παρ.1 εδ. πρώτο, 2 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., "κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει να μεταρρυθμισθεί τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση, που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών, οι οποίες οφείλονται κατά το νόμο από οποιαδήποτε αιτία και γίνονται απαιτητές στο μέλλον, αν μεσολάβησε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών επάνω στις οποίες βασίστηκε η απαγγελία της καταδίκης (παρ. 1).
Μεταβολή των συνθηκών θεωρείται και η ουσιώδης αυξομείωση του τιμαρίθμού της ζωής (παρ. 2). Η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί μόνο με αγωγή που εισάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο (παρ.4). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να ζητηθεί η μεταρρύθμιση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης αποφάσεως, που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών, οι οποίες οφείλονται κατά το νόμο από οποιαδήποτε αιτία και γίνονται απαιτητές στο μέλλον, πρέπει να μεσολάβησε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες βασίστηκε η απαγγελία της καταδίκης.
Ως συνθήκες, των οποίων η ουσιαστική μεταβολή δικαιολογεί την αναθεώρηση του δεδικασμένου, θεωρούνται εκείνες οι οποίες τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και συγκεκριμένα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά επί των οποίων βασίστηκε η απόφαση που καθόρισε το ποσό της περιοδικής παροχής και τη διάρκειά της.
Στην αποζημίωση δε για στέρηση των προσόδων από εργασία, λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, κρίσιμα γεγονότα είναι το ποσοστό ανικανότητας προς εργασία, οι συνθήκες εργασίας, τα έσοδα του παθόντος από εργασία, τα έσοδα και η περιουσία του υποχρέου καθώς και η ρητώς μνημονευόμενη στην πιο πάνω διάταξη ουσιώδης αυξομείωση του τιμαρίθμου της ζωής.
Εξάλλου, η μεταρρύθμιση αυτή μπορεί να γίνει μόνο με νεότερη απόφαση που θα προέλθει από άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλου ισοδύναμου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου και αντίστοιχα δεν μπορεί να γίνει ύστερα από προβολή ενστάσεως ή αντενστάσεως. Κατά συνέπεια, ο προς απόκρουση της αγωγής, με την οποία ζητείται εξαιτίας ουσιώδους αυξομειώσεως του τιμαρίθμου, η μεταρρύθμιση τελεσίδικης αποφάσεως που καταδικάζει σε καταβολή περιοδικών παροχών ως αποζημίωση για στέρηση των προσόδων από εργασία λόγω βλάβης του σώματος του ενάγοντος, προβαλλόμενος από τον εναγόμενο αυτοτελής ισχυρισμός, ότι λόγω επιγενόμενων της τελεσιδικίας περιστατικών ο παθών-ενάγων είναι πλέον ικανός προς εργασία ή μειώθηκε το ποσοστό της ανικανότητάς του, είναι απαράδεκτος, διότι η τυχόν παραδοχή του συνεπάγεται όχι μόνο την απόρριψη της μεταρρυθμιστικής αγωγής αλλά και τη μεταρρύθμιση της τελεσίδικης αποφάσεως αφού με τον τρόπο αυτό δεν καταλύεται απλώς το προς μεταρρύθμιση αγωγικό δικαίωμα του παθόντος αλλά εν μέρει ή εν όλω και το τελεσικώς κριθέν δικαίωμά του προς αποζημίωση, πράγμα που, κατά τη ρητή διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως, μπορεί να γίνει μόνο με αγωγή.
Περαιτέρω, η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή απαράδεκτο και άρα μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε την λόγω ουσιώδους μεταβολής του τιμαρίθμου της ζωής, μεταρρύθμιση της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 4430/1984 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την είχαν καταδικάσει σε καταβολή περιοδικών παροχών ως αποζημίωση από εργατικό ατύχημα που προκάλεσε στον αναιρεσίβλητο ανικανότητα προς εργασία, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι λόγω εξελίξεως της τεχνολογίας μεταβλήθηκαν οι συνθήκες της συγκεκριμένης εργασίας που εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος με συνέπεια ο τελευταίος να είναι πλέον ικανός γι' αυτήν και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδέκτος και δεν αποτελεί "πράγμα". Επομένως, το Εφετείο, που τον αγνόησε, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αντιδίκου τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά.
Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟΛ.ΑΠ 2/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το κύριο μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτών, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Ακ.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος και ιδίως από τις πρωτόδικες προτάσεις, το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας και το επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (υπ' αριθμ.1557/1999), που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, αποδεικνύεται μεν ότι η εν λόγω ένσταση είχε μεν καταχωρισθεί στις πρωτόδικες προτάσεις της ενισταμένης αναιρεσείουσας προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, χωρίς όμως να προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν θεωρείται ότι προβλήθηκε παραδεκτά.
Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το κύριο μέρος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το επικουρικό μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για την εκ πλαγίου παραβίαση του αυτού πιο πάνω άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, αίτηση ή ένσταση ως μη νόμιμη (ΑΠ 101/2005).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2005 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.3120/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ