634/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Sintesi Legislator
Generato dall'IAΣυνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρεστένων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Πύργου και 332/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2018 αίτησή της.
Regesto Legislator
Generato dall'IA634/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά από έφεση του αιτούντος - α' αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 332/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και ρυθμίστηκαν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές του αιτούντος.
Testo completo
Απόφαση 634 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 634/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρόπουλο, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρεστένων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Πύργου και 332/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. …46, …51 και …49/25-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 16-1-2018 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25-1-2019), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα: 1) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", αυτοπροσώπως και ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.",
2) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." ως καθολική διάδοχο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και
3) στην τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).
Επί της από 7-8-2012 αιτήσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρεστένων, κατά της αναιρεσείουσας και των ως άνω αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτές χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 26/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, λόγω συγχωνεύσεως σε αυτό, με το π.δ. 110/10-10-2012, του Ειρηνοδικείου Κρεστένων, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και ειδικότερα γιατί κρίθηκε ότι συνέτρεχε το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος κατά το χρόνο αναλήψεως των χρεών του.
Μετά από έφεση του αιτούντος - α' αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 332/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και ρυθμίστηκαν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές του αιτούντος.
Κατά της απόφασης αυτής η εκ των καθών η αίτηση - εκκαλουσών ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υποχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων (π.χ. η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κλπ).
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 322/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη: "Ο αιτών είναι 54 ετών, συνταξιούχος αστυνομικός, έγγαμος με την Κ.
Π., ετών 48, η οποία διατηρεί στην τοπική κοινότητα ..., όπου και η κατοικία τους, εμπορική επιχείρηση ειδών παντοπωλείου, και έχουν δύο τέκνα ηλικίας 20 και 19 ετών, που φοιτούν στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού …. (Σχολή Πλοιάρχων …) και Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού …. (Σχολή Μηχανικών), αντίστοιχα. Οι μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του αιτούντος το έτος 2012 ανέρχονται στο ποσό των 1.511,61 ευρώ...
Περαιτέρω ο αιτών είναι κύριος α) μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου, επιφανείας 95 τ.μ., αποτελούμενη από δύο συνεχόμενες αποθήκες επιφανείας 87 τ.μ. και 8 τ.μ. που είναι κτισμένη σε διώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στην τ.κ. ... και με την υπ' αριθμ. ..52/2000 άδεια οικοδομής της Ν.Α.
…, μεταβλήθηκε η χρήση της από αποθήκη σε κατοικία εμβαδού 115 τ.μ. Το ακίνητο αυτό χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, της οποίας ζητά την εξαίρεση από την εκποίηση. Επίσης, έχει β) την ψιλή κυριότητα μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 87,50 τ.μ., που είναι κτισμένη σε διώροφη οικοδομή στην τ.κ. ..., αξίας 11.200 ευρώ, γ) την πλήρη κυριότητα ενός ακαλλιέργητου αγρού, εκτάσεως τριών στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλατττον και αν είναι, κειμένου στη θέση ''Βουρλιά'' της κτηματικής περιφέρειας της τ.κ. ..., αξίας 1.000 ευρώ, δ) την πλήρη κυριότητα ενός ελαιοστασίου (πρώην σταφιδαμπέλου) εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον και αν είναι, κειμένου στη θάση ''Μπάκα τ' αμπέλι'' της κτηματικής περιοχής της τ.κ. ..., αξίας 1.200 ευρώ, ε) την πλήρη κυριότητα ενός ελαιοστασίου εκτάσεως 4 στρεμμάτων περίπου ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον και αν είναι, κειμένου στη θέση ''Μπάκα τ' αμπέλι'' της κτηματικής περιοχής της τ.κ. ..., αξίας 2.400 ευρώ και στ) την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως 4,534,50 τ.μ., εκ των οποίων 3.534 τ.μ.
είναι ελαιοστάσιο με 60 ελαιόδεντρα και 1.000 τ.μ. αμπέλι με την υπάρχουσα επ' αυτού παλαιά αποθήκη, εμβαδού 21 τ.μ., κείμενο στη θέση ''Μπάκα τ' αμπέλι'' της κτηματικής περιοχής της τ.κ. ..., αξίας 2.900 ευρώ. Τέλος, ο εκκαλών είναι κύριος και κάτοχος ενός ΙΧΦ αυτοκινήτου, τύπου FORD WERKE. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης ο αιτών και ήδη εκκαλών είχε αναλάβει από τις εφεσίβλητες τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στην αίτηση χρέη.
Ειδικότερα
1) από την ... Α.Ε. ποσό 99.041,11 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο,
2) από τη ... A.E. το ποσό των 46.969.90 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο,
3) από τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το συνολικό ποσό των 72.515,96 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο,
4) από την ... το ποσό των 15.502,50 ευρώ και
5) από την ... A.E. το ποσό των 2.503,23 ευρώ, ήτοι η συνολική του οφειλή ανέρχεται σε 236.532,69 ευρώ. Ωστόσο, για τις παραπάνω οφειλές του αιτούντος δεν προσκομίσθηκαν από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, επικαιροποιημένες καταστάσεις για το υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010, και επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ύψος των οφειλών του αιτούντος, όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα του αιτούντος από τη σύνταξή του, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική του αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, αλλά και το εγγύς μέλλον, δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω και της οικονομικής κρίσης, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, κυρίως δε αυτόν της απασχόλησης με την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας και τη συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, αλλά και τη συνεχή μείωση των συντάξεων με την εφαρμογή των μνημονίων, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία του αιτούντος για πληρωμή του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους μετέχοντες πιστωτές. Οι μετέχουσες πιστώτριες προβάλλουν την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, την οποία στηρίζουν στο ότι ο αιτών προέβη αλόγιστα σε υπερβολικό δανεισμό μη ανταποκρινόμενο στις οικονομικές του δυνατότητες, παρότι γνώριζε κατά το χρόνο λήψης των δανείων ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις.
Η ένσταση αυτή στερείται βασιμότητας, καθόσον..., από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος ούτε αρχικός, αλλά ούτε μεταγενέστερος δόλος, ενώ η οικονομική του κατάσταση κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, ήταν τέτοια που του δημιουργούσε την πεποίθηση ότι σε κάθε περίπτωση θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις των πιστωτών.
Εξάλλου, ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος ουδέποτε απέκρυψε την περιουσιακή του κατάσταση στις πιστώτριες, οι οποίες κάθε φορά κατά τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης, ελέγχουν τα εισοδήματά του, την περιουσία του και την εν γένει πιστοληπτική του ικανότητα, κρίνοντας εν τέλει ότι είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στις ένδικες δανειακές του υποχρεώσεις.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, στην οποία έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από τον ίδιο, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη της εκάστοτε δανειακής σύμβασης, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη των χρεών του. Διαπιστώνεται πλέον ότι από τότε που η χώρα μας πέρασε στην εποχή του μνημονίου έχει επέλθει μια σοβαρή εσωτερική υποτίμηση, η οποία υπερβαίνει πλέον το 25% και ανάγεται προεχόντως στις δραστικές περικοπές που έγιναν την τελευταία διετία σε μισθούς και συντάξεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιβεβλημένη η ανάγκη αναθεώρησης συμβατικών παροχών.
Συνεπώς οι πιστωτές του αιτούντος θα μπορούσαν να αρνηθούν τη δανειοδότησή του, εφόσον διαπίστωναν ότι ήταν μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και ότι εν τέλει δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ωστόσο όμως στα πλαίσια της επιθετικής πρακτικής προώθησης πιστώσεων και του μεταξύ τους ανταγωνισμού, που κυριάρχησε κατά τα τελευταία χρόνια στο τραπεζικό σύστημα, χορήγησαν πληθώρα δανείων, αποβλέποντας στα πρόσκαιρα οφέλη από αυτά, συντελώντας έτσι στην υπερχρέωσή του.
Προσθέτως, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ο δανειολήπτης δεν έχει καμία εξουσία διαμορφώσεως ή τροποποιήσεως όρων των δανειακών συμβάσεων που συνάπτονται με τις τράπεζες, διότι πρόκειται επί συμβάσεων προσχωρήσεως προς εκτέλεση των οποίων αυτές, αφού εκτιμούσαν ορισμένες παραμέτρους στο πρόσωπο του δανειολήπτη και βαθμολογούσαν την πιστοληπτική του ικανότητα, χορηγούσαν το τραπεζικό προϊόν.
Με βάση, επομένως, τα μηνιαία εισοδήματα του εκκαλούντος, όπως αυτά προεκτέθηκαν, το γεγονός ότι η σύζυγός του έχει χαμηλά εισοδήματα, το δικαστήριο κρίνει ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του εκκαλούντος ανέρχονται στο ποσό των 850 ευρώ, δεδομένου ότι επιβαρύνεται και με τα έξοδα των τέκνων του, τα οποία σπουδάζουν....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 21-10-2014 έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 26/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, που είχε κρίνει διαφορετικά και, αφού την εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και δέχθηκε την ένδικη από 7-8-2012 αίτηση του ως άνω αναιρεσίβλητου για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την προβληθείσα από τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών.
Η αναιρεσείουσα πιστώτρια Τράπεζα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο α) αρνούμενο την ύπαρξη (ενδεχόμενου) δόλου κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων εκ μέρους του δανειολήπτη και β) με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο και ειδικότερα παραπλάνηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, από το οποίο δανειοδοτήθηκε, ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα, καθώς και εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε, απέρριψε την ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος δανειολήπτη σε αδυναμία πληρωμών ως ουσιαστικά αβάσιμη, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ανερχομένων στο ποσό των 236.532,69 ευρώ, καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, η οικονομική του κατάσταση ήταν τέτοια που του δημιουργούσε την πεποίθηση ότι σε κάθε περίπτωση θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις των πιστωτών του, ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στην οποία έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από τον ίδιο, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη της εκάστοτε δανειακής σύμβασης, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη των χρεών του και ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του ούτε αρχικός, αλλά ούτε και μεταγενέστερος δόλος.
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον επίμαχο ισχυρισμό - ένσταση της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της πλεοναστικής και, ταυτόχρονα, εσφαλμένης αιτιολογίας, κατά την οποία απαιτείται, για τη δόλια περιέλευση του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, άμεσος δόλος αυτού και, ειδικότερα, εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την απόκρυψη της περιουσιακής του κατάστασης και των υποχρεώσεών του από τις πιστώτριες, αποκλείοντας τη συνδρομή της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή σε περίπτωση παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης, η οποία διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της ως άνω αναφερόμενης κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 595 παρ. 3 εδαφ, ε', όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "'...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2018 αίτηση για αναίρεση της 332/2015 απόφάσεως του ως Εφετειο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ