Supreme Court dismisses appeal against expropriation ruling, rejecting public's claim of no benefit from land acquisition.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision overturning an expropriation ruling. The State argued that the expropriated properties yielded no benefit, but the appellate court found the lower court's factual findings regarding the properties' agricultural value and lack of buildability sufficient. Consequently, the Supreme Court rejected the appeal, upholding the lower court's decision that the State failed to prove the properties benefited from the expropriation.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may overturn a lower court's decision if the appellate court finds that the lower court's factual findings regarding the lack of benefit from expropriation are unsupported by evidence or lack legal basis.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 631 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 631/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Δ., κατοίκου ...), 2) α. Μ. θυγ. Ι. Σ., χας Α. Σ., β. Α. θυγ. Ι. Σ., χας Ι. Ν., κατοίκων ..., γ. Ε. θυγ. Ι. Σ., συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., δ. Δ. θυγ. Ι. Σ., συζ. Κ. Σ. (...), 3) α. Ν. - Π. Κ. του Κ., Χ. θυγ. Κ. Κ., κατοίκων ..., 4) εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ...), 6) α. Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., β. Ε. Γ. του Α., κατοίκου ...), 7) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ειδικού διαδόχου του αποβιώσαντος στις 6-5-2008 Δ. Γ. του Ε. (...), 8) Ε. Π. του Ν. (...), 9) Ν. Π. του Α., κατοίκου ...), 10) Α. Π. του Ν., κατοίκου ...), 11) Β. Σ. του Χ., 12) Κ. Σ. του Χ., 13) Κ. Σ. του Χ. και 14) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ....
Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των υπό στοιχ. 2δ και 8ου των αναιρεσιβλήτων, Δ. θυγ. Ι. Σ., συζ. Κ. Σ. και Ε. Π. του Ν., αντίστοιχα, που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ο Ε. Π. του Ν. (υπό στοιχ. 8 των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε στις 26-8-2011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του Ε. χα Ε. Π., το γένος Γ. Φ., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, β) διορθώνει το όνομα πατρός του 9ου των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Δ." που αναγράφεται εκ παραδρομής στο αναιρετήριο στο ορθό "Α." και γ) η Δ. θυγ. Ι. Σ., συζ. Κ. Σ. (υπό στοιχ. 2δ των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε την 1η-11-2017 και συνεπώς επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτήν (βλ. και σχ. από 26-1-2018 σημείωμα κατατεθέν επί της έδρας, για τα ως άνω δηλωθέντα).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-2005, 7-12-2005 και 12-4-2006 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 125/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 7-12-2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1122/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 71/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 εδάφ. δ’ Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη (ΑΠ Ολ. 27/1987, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και ειδικότερα, από τα με ίδιο αριθμό με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε στο ακροατήριο, ότι η υπό στοιχείο 2δ αναιρεσίβλητη, Δ.
θυγατέρα Ι. Σ., σύζυγος Κ. Σ., αποβίωσε την 1η-11-2017, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 10-3-2016 (βλ. την έκθεση κατάθεσης με αρ. ...3-2016 στην τελευταία σελίδα του αναιρετηρίου). Συγχρόνως, κατέθεσε στο ακροατήριο επί της έδρας την σχετική έγγραφη δήλωση. Εξάλλου, ο θάνατος προκύπτει και από την με αρ. ...2/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε.
Κορινθίων. Επομένως, η ικανότητα διαδίκου και η ικανότητα παράστασης επί δικαστηρίου ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθρ. 62, 63, 73 ΚΠολΔ) υπήρχαν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση αυτής (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στο πρόσωπο της ανωτέρω υπό στοιχείο 2δ αναιρεσίβλητης, αλλά εξέλειπαν κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Εφόσον δε πρόκειται για δίκη περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, που δικάζεται με την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τον Ν. 2971/2001, επήλθε στο πρόσωπο της ανωτέρω αναιρεσίβλητης βίαιη διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρ. 286 έως 292 σε συνδ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προκύπτει δήλωση επανάληψης από τους κληρονόμους αυτής.
Κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την αποβιώσασα υπό στοιχείο 2δ αναιρεσίβλητη, προκειμένου να κληθεί ο δικαιούμενος σε συνέχιση της δίκης καθολικός διάδοχος αυτής για να επαναλάβει τη δίκη αντ’ αυτής. Εξάλλου, επειδή οι αναιρεσίβλητοι ως δικαιούχοι αποζημίωσης από απαλλοτρίωση συνδέονται μεταξύ τους με την δικονομική σχέση της απλής ομοδικίας, διότι η αξίωσή τους είναι προαιρετική, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς την 2δ αναιρεσίβλητη και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 576 παρ. 3 περ.
β’ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένου των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α’ ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δήλωσε επίσης και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ενώ κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου και έγγραφη σχετική δήλωση, ότι ο 8ος αναιρεσίβλητος, Ε.
Π. του Ν. απεβίωσε στις 26-8-2011 (δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 10-3-2016) και ότι τη δίκη συνεχίζει αντ’ αυτού η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του, Ε. χήρα Ε. Π., το γένος Γ. Φ., νόμιμη όσο αυτός ζούσε σύζυγός του. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από την με ...
τόμος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Στυλίδας, από τα με αρ. 217/11-5-2012 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας περί δημοσίευσης της από 25-4-2011 ιδιόγραφης διαθήκης του ως άνω 8ου αναιρεσιβλήτου, από τα με αρ. πρωτοκόλλου .../ 30-11-2017 πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λαμίας και του Ειρηνοδικείου Λαμίας, αντίστοιχα και από τα με αρ.
πρωτ. ...-11-2017 και ...-12-2017 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λαμίας και του Ειρηνοδικείου Λαμίας, αντίστοιχα, περί μη αποποίησης κληρονομίας. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 10-3-2016, γνώριζε ότι ο 8ος αρχικός αναιρεσίβλητος είχε ήδη αποβιώσει από τις 26-8-2011, ούτε άλλωστε, ισχυρίστηκε τούτο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος 8ου αναιρεσιβλήτου, χωρίς το αναιρεσείον να γνωρίζει το θάνατό του δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμο του αρχικού 8ου αναιρεσιβλήτου, η οποία εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με την ιδιότητα αυτή στη θέση του δικαιοπαρόχου της και προβάλλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. Περαιτέρω, η κρινόμενη από 9-3-2016 (αρ. κατ. …2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ .../2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την διαδικασία του άρθρου 33 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 (ανατροπή τεκμηρίου ωφελείας απαλλοτριωθέντος ακινήτου) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, το αναιρετήριο έχει διορθωθεί επιτρεπτά ως προς το πατρώνυμο του 9ου αναιρεσιβλήτου, από το εσφαλμένο "Δ." στο ορθό "Α.", με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης (άρθρ. 256 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρ. 573 του ίδιου Κώδικα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων +++αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α’ ) είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 410/2015).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/ 2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου (ΑΠ 653/2014, ΑΠ 401/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/ 31-5-1985) "Τροποποίηση των όρων δόμησης και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", όπως το διάταγμα αυτό ισχύει μέχρι σήμερα, ορίζεται ότι: "Άρθρο 1. 1.α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο εικοσιπέντε (25) μέτρα. β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: Ελάχιστο πρόσωπο 45 μ.
Ελάχιστο βάθος 50 μ.
Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2.
2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών, και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-77 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/5-4-77 (ΦΕΚ-133 Δ’ ) ελάχιστο εμβαδόν 2.000 μ2. β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12-11-62 ημέρα δημοσίευσης του από ΒΔ/24-10-62 (ΦΕΚ-142/Δ’ ).
Ελάχιστο πρόσωπο: δέκα (10) μέτρα. Ελάχιστο βάθος δέκα πέντε (15) μέτρα.
Ελάχιστο εμβαδόν επτακόσια πενήντα (750) μ2. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12-9-64 ημέρα δημοσίευσης του από ΒΔ/21-7-64 (ΦΕΚ-141/Δ).
Ελάχιστο πρόσωπο: είκοσι (20) μέτρα.
Ελάχιστο βάθος τριάντα πέντε (35) μέτρα.
Ελάχιστο εμβαδόν χίλια διακόσια (1.200) μ2. γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 17-10-78 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/6-10-78 (ΦΕΚ-538/Δ’ ).
Ελάχιστο πρόσωπο: είκοσι πέντε (25) μέτρα.
Ελάχιστο βάθος: σαράντα (40) μέτρα.
Ελάχιστο εμβαδόν δύο χιλιάδες (2.000) μ2. δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από τη 17-10-78 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/6-10-78 (ΦΕΚ-538/Δ) μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος Πδ/τος έχουν ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2.
γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεων διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.
Οι αποστάσεις του κτιρίου ορίζονται ως εξής: α) Από τα όρια του γηπέδου δέκα πέντε (15) μέτρα τουλάχιστον. β) Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω: βα) Προκειμένου για ανέγερση κατοικίας σε γήπεδα που υφίστανται κατά τη 15-4-81 ημέρα δημοσίευσης του από ΠΔ/27-3-81 (ΦΕΚ-209/Δ) με ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2 οι πλάγιες αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε επτά και μισό (7,50) μέτρα εφόσον τηρουμένης της απόστασης των δέκα πέντε (15) μ. δεν είναι δυνατή η οικοδόμηση. Το μέγιστο πλάτος του κτιρίου στην περίπτωση αυτή πρέπει να μην υπερβαίνει τα δέκα (10) μέτρα. ββ) Οι πλάγιες και οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων και οικοδομήσιμων γηπέδων της παραγράφου 2 του παρόντος ορίζονται σε δύο και μισό (2,50) μ. τουλάχιστον για τα γήπεδα της υποπερίπτωσης αα της περιπτώσεως β και σε πέντε (5) μ. τουλάχιστον για τα γήπεδα της περίπτωσης α και των υποπεριπτώσεων ββ και γγ της περίπτωσης β. Για τα γήπεδα της περίπτωσης β οι αποστάσεις αυτές ισχύουν μόνον εφόσον τα μήκη προσώπου και βάθους του γηπέδου είναι μικρότερα των: 20 μέτρα για το πρόσωπο και 35 μ. για το βάθος, για τα γήπεδα της υποπερίπτωσης αα της περίπτωσης β, και 45 μέτρα για το πρόσωπο και 50 μ. για το βάθος, για τα γήπεδα των υποπεριπτώσεων ββ, γγ της ίδιας περίπτωσης β.
γγ) Οι διατάξεις της προηγούμενης υποπεριπτώσεως ββ εφαρμόζονται ανάλογα και για γήπεδα των περιπτώσεων γ και δ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. γ) Οι αποστάσεις του κτιρίου ορίζονται εκ του ορίου της ζώνης της απαλλοτριώσεως για τη σιδηροδρομική γραμμή 15 μ. τουλάχιστον, από την όχθη τυχόν ρέματος 10 μ. τουλάχιστον και 10 μ. τουλάχιστον από τα όρια δασικής έκτασης. Οι αποστάσεις αυτές υπερισχύουν των αποστάσεων της προηγούμενης περίπτωσης β για γήπεδα που το όριο της ιδιοκτησίας ταυτίζεται με το όριο της ζώνης απαλλοτριώσεως για την σιδηροδρομική γραμμή, την όχθη ρέματος ή το όριο δασικής έκτασης".
Περαιτέρω, η θέση του κτιρίου εντός του ακινήτου καθορίζεται όσον αφορά την ελάχιστη απόσταση τοποθέτησής του από τον άξονα του οδικού δικτύου από το ΠΔ 209/98 (ΦΕΚ 169/Α/15.7.1998), το άρθρο 2 του οποίου ορίζει ότι: "1. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής:
α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής, β) Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής, γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου...".
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο.
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν εφικτή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε, δυνάμενο να τα εκτιμήσει διαφορετικά, υπάγοντας αυτά, σε άλλον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε η αναιρεθείσα απόφαση, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα περί την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής διατάξεως η απόφασή του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και όχι από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 831/2013, πρβλ. επίσης, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 15/2014, ΑΠ 1663/2008).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παραπεμπτικής υπ’ αρ. 1122/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, διότι 1) δεν προσδιόρισε τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και ειδικότερα, τις διαστάσεις βάθους και μήκους προσώπου των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση από το όριο αυτής και από τον άξονα της οδού και 2) δεν προσδιόρισε τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσης των ένδικων ιδιοκτησιών και ειδικότερα, ποια ακίνητα επιβαρύνονται από ηχητική και χημική ρύπανση και αν ο πρωτεύων σκοπός τους είναι η καλλιέργεια ή η οικοπεδική αξιοποίηση και πώς επηρεάζεται αυτή, ζητήματα ουσιώδη για την εμπορική αξία των ακινήτων, που επιδρούν στο αποτέλεσμα της δίκης περί της ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας.
Σημειωτέον, ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αρκούντως ορισμένος, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσο αναφέρει αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους αναιρέθηκε η υπ αρ. 125/2009 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες κατά το αναιρεσείον Δημόσιο η προσβαλλόμενη δεν συμμορφώθηκε και συνεπώς, η σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί αοριστίας του 1ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι ήδη 1ος έως 10ος αναιρεσίβλητοι με την από 25-11-2005 (αρ. ...2008) αίτησή τους και οι 11ος έως 14η αναιρεσίβλητοι με την από 7-12-2005 (αρ. .../2008) αίτησή τους, που απευθύνονταν στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας, ισχυρίστηκαν, ότι ο Κτηματολογικός Πίνακας της απαλλοτρίωσης, έκτασης 260.193 Μ2, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (κατασκευή αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ Λαμίας - θέση ...), παρά το νόμο όρισε, ότι οι ιδιοκτησίες τους αυτοαποζημιώνονται, διότι δήθεν ως παρόδιοι ωφελούνται από την απόκτηση προσώπου σε εθνική οδό.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να ανατραπεί το ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας και να αναγνωρισθεί ότι δεν έχουν καμιά ωφέλεια, να διορθωθεί ο Κτηματολογικός Πίνακας, ώστε να απαλειφθεί η υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, να τεθούν τα ακίνητά τους στον Κτηματολογικό Πίνακα, ως αποζημιούμενα και να διαγραφούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε βάρος των ιδιοκτησιών τους προς αποζημίωση των παρόδιων ιδιοκτησιών.
Ζήτησαν επίσης, να αναγνωριστεί ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, ώστε να λάβουν πλήρη την αποζημίωση. Οι ανωτέρω αιτήσεις συνεκδικάστηκαν μαζί με αίτηση του Π. Κ., (που δεν αφορά την παρούσα δίκη), στις 13-1-2009, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 125/2009 απόφαση, η οποία δέχθηκε τις ένδικες αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, διόρθωσε τους οικείους Κτηματολογικούς Πίνακες κήρυξης της απαλλοτρίωσης και όρισε ότι οι εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσης δικαιούνται αποζημίωση για ολόκληρη την απαλλοτριούμενη έκταση, που αναφέρεται στο Κτηματολογικό Διάγραμμα, όπως η τιμή μονάδος καθορίσθηκε από την υπ’ αρ. 80/2008 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου.
Το καθού - οι ένδικες ως άνω αιτήσεις περί ανατροπής τεκμηρίου ωφελείας, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης την από 7-12-2009 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1122/2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, μετά από την ουσιαστική παραδοχή του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεσε την ως άνω απόφαση (125/2009) για έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκή αιτιολογία σε σχέση με την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των εναπομεινάντων της απαλλοτρίωσης ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων περί μη αρτιότητας και μη οικοδομησιμότητας αυτών, καθώς και περί μη δυνατότητας πρόσβασης επί της κεντρικής αρτηρίας της κατασκευασθείσης οδού για τις ιδιοκτησίες με αρ. 89, 93 και 245.
Πιο συγκεκριμένα, η ανωτέρω υπ’ αρ. 1122/2012 αναιρετική απόφαση δέχτηκε (κατ’ ακριβή αντιγραφή στη σελ. 17 και 18 αυτής), ότι η υπ’ αρ. 125/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας δεν διευκρίνισε: "...α) τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ.) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως, β) τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, γ) την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ενδίκων ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο κατά κανόνα, όσο και κατά παρέκκλιση, δ) τις δυνατότητες προσβάσεως, που είχαν τα ένδικα ακίνητα προ της απαλλοτρίωσης και αυτές που διαθέτουν μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ε) τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην αγοραία αξία τους".
Ακολούθως ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. Με τις από 13-2-2013 και 21-10-2013 κλήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων η υπόθεση επαναφέρθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ .../2015 οριστική απόφαση, η οποία κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση της (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αρ. 1051765/47772/0010/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 702/5-8-2004 Φ.Ε.Κ (τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 260.193 τ.μ., που βρίσκεται στις περιοχές των δημοτικών διαμερισμάτων ...
και εικονίζεται με κλίμακα 1:100 στα από Ιούνιο 2003 και με αριθμούς σχεδίων 01 έως 06 κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. που έχουν συντάξει οι μηχανικοί Π. Τ. κ.λπ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Κ.
Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται και ειδικότερα για την διαπλάτυνση του αυτοκινητοδρόμου Π.Α.Θ.Ε. στο τμήμα Λαμίας -..., υποτμήμα: τέλος ανισόπεδου κόμβου ... έως αρχή ανισόπεδου κόμβου ....
Με την υπ’ αριθμ. 80/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας προσδιορίστηκε οριστικά η αποζημίωση των απαλλοτριουμένων ακινήτων στα ποσά που αναγράφονται στο διατακτικό της. Σύμφωνα με τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, μεταξύ των άλλων, οι αιτούντες - κύριοι των ακινήτων που απαλλοτριώνονται, πρέπει, κατά ένα μέρος, όπως η αντίστοιχη έκταση για τον καθένα προσδιορίζεται στον πίνακα αυτό, να αυτοαποζημιωθούν ή να αποζημιώσουν παρόδιους ιδιοκτήτες, διότι εξ αιτίας του κατασκευαζομένου έργου απέκτησαν πρόσωπο σε δημόσια εθνική οδό και συνεπώς ωφελήθηκαν.
Ωστόσο καμία ωφέλεια δεν προέκυψε για τα ως άνω ακίνητα των αιτούντων εξ αιτίας του έργου που συντελέστηκε με την απαλλοτρίωση για τους εξής λόγους. Η οδός που κατασκευάστηκε είναι κλειστή και υπερυψωμένη. Δημιουργείται οδικός άξονας επιβαρυμένος κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά, με συνέπεια την μείωση της αγοραστικής αξίας των παρόδιων ιδιοκτησιών, αντί την αύξηση αυτών και επιπτώσεις στις χρήσεις αυτών.
Ειδικότερα κατ’ αρχήν και όσον αφορά τους ισχύοντες όρους δόμησης στην περιοχή των ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν, αυτοί (όροι δόμησης) καθορίζονται από το Π.Δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) "Τροποποίηση των όρων δόμησης και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των υφισταμένων προ το έτους 1923 οικισμών", όπως το διάταγμα αυτό ισχύει μέχρι σήμερα...".
Ακολουθεί αναλυτική παράθεση των νομικών διατάξεων του άρθρου 1 του ΠΔ 24/1985, αναφορικά με τους όρους δόμησης που ισχύουν για τα ένδικα ακίνητα και του άρθρου 2 του ΠΔ 209/1998 που αφορά την ελάχιστη απόσταση αυτών από τον άξονα του οδικού δικτύου και, στη συνέχεια, το Εφετείο δέχεται, επίσης ανελέγκτως αναιρετικά, τα εξής:
"Η Ν.Ε.Ο. αποτελούσε το Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο και δεν είχε φυσικά κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομος επομένως για τον έλεγχο της δυνατότητας δόμησης του ακινήτου προ κατασκευής του νέου αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ οι αποστάσεις εφαρμογής του ΠΔ 209/98 ήταν 60 μ. από τον άξονα της οδού και 40 μ. από το όριο απαλλοτρίωσης.
Για τον αντίστοιχο έλεγχο οικοδομησιμότητας μετά την κατασκευή της ΠΑΘΕ, οι αποστάσεις εφαρμογής είναι 60 μ. από τον άξονα της νέας οδού, 40 μ. από το όριο απαλλοτρίωσης και 20 μ. από τον άξονα της παράπλευρης οδού (αν έχει). Περαιτέρω, αποδεικνύονται τα εξής : Α) Αναφορικά με την με αριθμό κτηματολογίου … ιδιοκτησία του Π.
Α., προκύπτουν τα εξής: α) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία, είχε εμβαδόν 2.491,52 τ.μ. και ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και η εναπομένουσα μετά την απαλλοτρίωση, εδαφική έκταση έχει εμβαδόν 1.515,95 τ.μ και παραμένει μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, επιβάλλεται δε σε βάρος αυτής η υποχρέωση να αποζημιώσει την υπ’ ...
ιδιοκτησία, για 162,54 τ.μ., β) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σε αγροτική οδό, η οποία βρίσκονταν στα νοτιοδυτικά όρια της ιδιοκτησίας, η οποία οδός οδηγούσε, μετά από μικρή απόσταση, στο κέντρο του οικισμού της .... Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 1.515,95 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στη δεξιά παράπλευρη οδό 1, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 40 περίπου μέτρα δυτικά σε κάθετη οδό προς την ...
και αντίστοιχα μετά από περίπου 1,2 χιλιόμετρα ανατολικά σε κάθετη επίσης τοπική οδό προς τη ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο νέος αυτοκινητόδρομος σε κυμαινόμενο ύψος από 0,25 μ. έως 0,55 μ., χαμηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση ανάλογης σήμανσης (βλ.
σχετ. το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ. κα την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου Β. Σ.). Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, όπως άλλωστε αναφέρει το υπ’ αριθμ. 2 πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2.971/ 2001.
Αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, αφού μειώνεται η έκτασή της. Β) Αναφορικά με την με αριθμό κτηματολογίου … ιδιοκτησία των 1) Μ. Ι. Σ., χήρας Α. Σ., 2) Α. Ι. Σ. χήρας Ι. Ν., 3) Ε. Ι. Σ. συζύγου Α. Σ. και 4) Δ. Ι. Σ. συζύγου Κ. Σ., προκύπτουν τα εξής: α) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία των ανωτέρω αιτούντων, είχε εμβαδόν 3.380,33 τ.μ.
και ήταν άρτια κατά παρέκκλιση και μη οικοδομήσιμη, καθόσον οι αποστάσεις του πίσω ορίου της ιδιοκτησίας από το όριο της απαλλοτρίωσης (40 μ. για το βασικό εθνικό οδικό δίκτυο) επικαλύπτουν την απαιτούμενη οπίσθια απόσταση των 15 μ., σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-5-1985 Π.Δ. και το σχήμα της ήταν ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με μεγάλο γενικά πρόσωπο κα μικρότερο βάθος, η δε εναπομένουσα μετά την απαλλοτρίωση έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 1.813,33 τ.μ.
παραμένει άρτια κατά παρέκκλιση και μη οικοδομήσιμη, με ακανόνιστο όμως σχήμα, στην?ουσία είναι μία μακρόστενη λωρίδα με μικρό πλέον βάθος, εκ της εκτάσεως δε που απαλλοτριώθηκε, συνολικού εμβαδού 1.567 τ.μ., 1.303,80 τ.μ. αποζημιώνονται και σε 263,20 τ.μ. επιβλήθηκε η υποχρέωση της αυτοαποζημιώσεως, β) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτική οδό, η οποία βρίσκονταν στα ανατολικά όρια της ιδιοκτησίας, η οποία οδός οδηγούσε μετά από μικρή απόσταση, στο κέντρο του οικισμού της ....
Μετά την απαλλοτρίωση η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 1.813,33 τ.μ. αποκτά πρόσωπο στην αριστερή παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 200 περίπου μέτρα δυτικά σε κάθετη οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο νέος αυτοκινητόδρομος σε κυμαινόμενο ύψος από 0,15 μ.
έως 2,00 μ., χαμηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση ανάλογης σήμανσης (βλ.
σχετ. το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ. κα την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Σ.). Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία των ως άνω αιτούντων ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, όπως άλλωστε αναφέρει το υπ’ αριθμ. 2 πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2.971/200.
Αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, αφού μειώνεται η έκτασή της. Γ) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογίου 78 των 1) Ν. - Π. Κ. και 2) Χ. Κ. Κ., προκύπτουν τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία, είχε εμβαδόν 3.472 τ.μ. και ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και η εναπομένουσα μετά την απαλλοτρίωση εδαφική της έκταση, έχει εμβαδόν 2.634,40 τ.μ.
και παραμένει μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, εκ της εκτάσεως δε που απαλλοτριώθηκε συνολικού εμβαδού 837,60 τ.μ., 561,40 τ.μ. αποζημιώνονται και σε 276,20 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως, β) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και πρόσβαση σε αγροτικό οδό η οποία βρίσκονταν στα δυτικά όρια της ιδιοκτησίας, η οποία οδός οδηγούσε, μετά από μικρή απόσταση, στο κέντρο του οικισμού της ....
Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 2.634,40 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην δεξιά παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 800 περίπου δυτικά σε κάθετη οδό προς τη ... και αντίστοιχα μετά από περίπου 3 χιλιόμετρα ανατολικά σε κάθετη επίσης τοπική οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε.
Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο νέος αυτοκινητόδρομος σε κυμαινόμενο ύψος από 0,90 μ. έως 2,30 μ., χαμηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση ανάλογης σήμανσης (βλ.
σχετ. το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ. κα την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Σ.). Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία των ως άνω αιτούντων ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, όπως άλλωστε αναφέρει το υπ’ αριθμ. 2 πρακτικό της αρμόδιας Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2.971/200.
Αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, αφού μειώνεται η έκτασή της. Δ) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογίου … της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.Β.Ε." αποδεικνύονται, σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Β.
Σ. σε συνδυασμό με το από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ., τα εξής: Απαλλοτριώνονται 1.953,50 τ.μ., εκ των οποίων αποζημιώνονται 1.936,20 τ.μ., ενώ σε 17,30 τ.μ., επιβάλλεται υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι α) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία της ως άνω αιτούσας εταιρίας, ήταν 10.074,49 τ.μ.
και άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-5-1985 Π.Δ. και δεν υφίστατο πριν την απαλλοτρίωση κανένας περιορισμός ως προς την χρήση της. Έτσι η ως άνω αρχική πριν την απαλλοτρίωση ως άνω ιδιοκτησία, μπορούσε να αξιοποιηθεί ενδεικτικά: 1) για την ανέγερση γεωργοκτηνοτροφικών, γεωργοπτηνοτροφικών και γεωργικών εν γένει αποθηκών, δεξαμενών και θερμοκηπίων (άρθρο 2 του ως άνω Π.Δ/τος), με μέγιστο ποσοστό κάλυψης 30% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 2 παρ. 1β), δηλαδή 10.074 χ 0,30 = 3.022,35 τ.μ.
και μέγιστο συντελεστή δόμησης 0,9 (άρθρο 2 παρ. 1ε), δηλαδή η συνολική επιφάνεια του κτιρίου θα ανέρχονταν σε 0,9 χ 10.074,49 = 9.071,54 τ.μ., 2) για την ανέγερση βιομηχανικών εγκαταστάσεων - κτιρίων, αποθηκών και δεξαμενών (άρθρο 4 παρ. 5β), με μέγιστο ποσοστό κάλυψης για μεν την περίπτωση βιομηχανικού κτιρίου 30% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 4 παρ. 5β), δηλαδή 10.074,49 χ 0,30 = 3.022,35 τ.μ., για δε την περίπτωση αποθήκης κατακόρυφου τύπου (SILOS), συναρμολογούμενων (βιδωτών), βιομηχανικών ή εμπορικών αποθηκών κ.λπ. 40% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 4 παρ. 5β ), δηλαδή 10.074,49 χ 0,40 = 4.029,80 τ.μ., σε αμφότερες δε τις ως άνω περιπτώσεις, ήτοι κτιρίων ή αποθηκών και δεξαμενών με μέγιστο συντελεστή ορόφων 3 και μέγιστο ύψος 11 μέτρα (άρθρο 4 παρ. 5γ) και μέγιστο συντελεστή δόμησης 0,9 (άρθρο 4 παρ. 5δ), δηλαδή η συνολική επιφάνεια της εγκατάστασης θα ανέρχονταν σε 0,9 χ 10.074,49 = 9.071,54 τ.μ. 3) Για την ανέγερση κατοικίας μεγίστης επιφανείας ίση με 300,74 τ.μ. (άρθρο 6 παρ.
β του ως άνω Π.Δ/τος). β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε εμβαδόν 10.074,49 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, σύμφωνα με το από 24-05-1985 Π.Δ., η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 8.120,99 τ.μ. παραμένει μεν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, μειώνεται όμως ουσιωδώς η δυνατότητα χρήσης και αξιοποίησής της για όλες τις προαναφερόμενες στο παραπάνω στοιχείο α χρήσεις, για τις οποίες μπορούσε ενδεικτικά να χρησιμοποιηθεί και αξιοποιηθεί η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία.
Πράγματι, για μεν τη χρήση της για ανέγερση γεωργοκτηνοτροφικών, γεωργοπτηνοτροφικών και γεωργικών εν γένει αποθηκών, δεξαμενών και θερμοκηπίων καθώς και βιομηχανικών κτιρίων υφίσταται μείωση σε ποσοστό 19,38% όσον αφορά την κάλυψή της, αφού η κάλυψή της περιορίζεται από τα 3.022,35 τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας στα 2.436,30 τ.μ.
της εναπομένουσας έκτασης και σε ποσοστό 19,43% όσον αφορά τη δόμησή της, αφού η δόμησή της περιορίζεται από τα 9.071,54 τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας στα 7.308,79 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης, για δε την ανέγερση βιομηχανικών αποθηκών υφίσταται μείωση σε ποσοστό 14,92% όσον αφορά την κάλυψή της, αφού η κάλυψή της περιορίζεται από τα 4.029,80 τ.μ.
της αρχικής ιδιοκτησίας στα 3.428,40 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης και σε ποσοστό 19,43 τ.μ. όσον αφορά τη δόμησή της, αφού η δόμησή της περιορίζεται από τα 9.071,54 τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας στα 7.308,89 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης και τέλος για ανέγερση κατοικίας υφίσταται μείωση 6,49% τόσο όσον αφορά την κάλυψη όσο και όσον αφορά τη δόμησή της, αφού και η κάλυψή της και η δόμησή της περιορίζεται από τα 300,74 τ.μ.
της αρχικής ιδιοκτησίας στα 281,21 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης. γ) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση τόσο στην υφιστάμενη Εθνική οδό όσο και σε αγροτική οδό, η οποία βρίσκονταν στα δυτικά όρια της ιδιοκτησίας. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 8.120,99 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην αριστερή παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 360 περίπου μέτρα ανατολικά σε κάθετη οδό προς την ...
και αντίστοιχα μετά από περίπου 700 μ. δυτικά σε επίσης κάθετη τοπική οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., σε κυμαινόμενο ύψος από 0,20 μ. έως 0,40 μ. χαμηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία της ως άνω αιτούσας, ουδεμία επί πλέον ωφέλεια απέκτησε από την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το Π.Δ. 24-5-1985. Αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, αφού μειώνεται η έκτασή της, με συνέπεια την μείωση της επιφανείας των οικοδομών, που ενδέχεται να κατασκευασθούν.
Ε) Αναφορικά με την ιδιοκτησία, με αριθμό κτηματολογικού ... του ήδη ενηλικιωθέντος αιτούντος Α. Μ., αποδεικνύονται, σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Σ. σε συνδυασμό με το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ., τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος 8.510,12 τ.μ., ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ.
και δεν υφίστατο πριν την απαλλοτρίωση κανένας περιορισμός ως προς τη χρήση της, εκ της έκτασης δε που απαλλοτριώθηκε, εμβαδού 1.372,70 τ.μ., αποζημιώνονται 959,90 τ.μ. και σε τμήμα της απαλλοτριουμένης έκτασης εμβαδού 412,80 τ.μ. επιβάλλεται υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ενώ επιβάλλεται και υποχρέωση αποζημίωσης τρίτης ιδιοκτησίας (της υπ’ αριθμ. ...), εμβαδού 1.338,10 τ.μ.
Έτσι η ως άνω αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία μπορούσε να αξιοποιηθεί, ενδεικτικά: 1) Για την ανέγερση γεωργοκτηνοτροφικών, γεωργοπτηνοτροφικών και γεωργικών εν γένει αποθηκών, δεξαμενών και θερμοκηπίων (άρθρο 2 του ως άνω Π.Δ/τος), με μέγιστο ποσοστό κάλυψης 30% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 2 παρ. 1β), δηλαδή 8.510,12 χ 0,30 = 2.553,04 τ.μ.
και μέγιστο συντελεστή δόμησης 0,9 (άρθρο 2 παρ. 1ε), δηλαδή η συνολική επιφάνεια του κτιρίου θα ανέρχονταν σε 0,9 χ 8.510,12 = 7.659,11 τ.μ. 2) Για την ανέγερση βιομηχανικών εγκαταστάσεων - κτιρίων, αποθηκών και δεξαμενών (άρθρο 4 του ως άνω Π.Δ/τος), με μέγιστο ποσοστό κάλυψης, για μεν την περίπτωση βιομηχανικού κτιρίου 30% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 4 παρ. 5β), δηλαδή 8.510,12 χ 0,30 = 2.553,04 τ.μ., για δε την περίπτωση αποθήκης κατακόρυφου τύπου (SILOS), συναρμολογούμενων (βιδωτών), βιομηχανικών ή εμπορικών αποθηκών κ.λπ. 40% της επιφάνειας του γηπέδου (άρθρο 4 παρ. 5β), δηλαδή 8.510,12 χ 0,40 = 3.404,05 τ.μ., σε αμφότερες δε τις ως άνω περιπτώσεις, ήτοι κτιρίων ή αποθηκών και δεξαμενών με μέγιστο συντελεστή ορόφων 3 και μέγιστο ύψος 11 μέτρα (άρθρο 4 παρ. 5γ) και μέγιστο συντελεστή δόμησης 0,9 (άρθρο 4 παρ. 5δ), δηλαδή η συνολική επιφάνεια της εγκατάστασης θα ανέρχονταν σε 0,9 χ 8.510,12 = 7.659,11 τ.μ. 3) Για την ανέγερση κατοικίας μεγίστης επιφανείας ίση με 285,10 τ.μ. (άρθρο 6 παρ.
β του ως άνω Π.Δ/τος). β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε εμβαδόν 8.510,12 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, σύμφωνα με το από 24-05-1985 Π.Δ., η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 7.137,42 τ.μ. παραμένει μεν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, μειώνεται όμως ουσιωδώς η δυνατότητα χρήσης και αξιοποίησής της για όλες τις προαναφερόμενες στο παραπάνω στοιχείο α χρήσεις, για τις οποίες μπορούσε ενδεικτικά να χρησιμοποιηθεί και αξιοποιηθεί η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία.
Πράγματι, για μεν τη χρήση της για ανέγερση γεωργοκτηνοτροφικών, γεωργοπτηνοτροφικών και γεωργικών εν γένει αποθηκών, δεξαμενών και θερμοκηπίων καθώς και βιομηχανικών κτιρίων υφίσταται μείωση σε ποσοστό 16,13% όσον αφορά τόσο την κάλυψή της όσο και τη δόμησή της, αφού τόσο η κάλυψή της όσο και η δόμησή της περιορίζονται από τα 2.553,04 τ.μ.
και 7.659,11 τ.μ., αντίστοιχα, της αρχικής ιδιοκτησίας στα 2.141,23 τ.μ. και 6.423,68 τ.μ., αντίστοιχα, της εναπομένουσας έκτασης, για δε την ανέγερση βιομηχανικών αποθηκών υφίσταται μείωση σε ποσοστό 37,10% όσον αφορά την κάλυψή της, αφού η κάλυψή της περιορίζεται από τα 3.404,05 τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας στα 2.141,23 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης και σε ποσοστό 16,13 τ.μ.
όσον αφορά τη δόμησή της, αφού η δόμησή της περιορίζεται από τα 7.659,11 τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας στα 6.423,68 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης και τέλος για ανέγερση κατοικίας υφίσταται μείωση 7,84% τόσο όσον αφορά την κάλυψη όσο και όσον αφορά τη δόμησή της, αφού και η κάλυψή της και η δόμησή της περιορίζονται από τα 285,10 τ.μ.
της αρχικής ιδιοκτησίας στα 262,75 τ.μ. της εναπομένουσας έκτασης. γ) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση τόσο στην υφιστάμενη Εθνική οδό όσο και σε αγροτική οδό, η οποία βρίσκονταν στα βόρεια όρια της ιδιοκτησίας. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 7.137,42 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στη δεξιά παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 1,4 περίπου χιλιόμετρα δυτικά σε κάθετη οδό προς τη ...
και αντίστοιχα μετά από περίπου 1,6 χιλιόμετρα ανατολικά σε επίσης κάθετη τοπική οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., σε επίχωμα κυμαινόμενου ύψους από 1,05 μ. έως 2,25 μ.
ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω?εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος, ουδεμία επί πλέον ωφέλεια απέκτησε από την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης. Αντίθετα μάλιστα ζημιώθηκε, αφού μειώνεται η συνολική της έκταση με συνέπεια την μείωση της επιφανείας των οικοδομών, που ενδέχεται να κατασκευασθούν.
ΣΤ) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … των αιτούντων 1) Β. Γ. και 2) Ε. Γ., σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Σ., σε συνδυασμό με το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά. Χ., αποδεικνύονται τα εξής: α) η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία των ως άνω αιτούντων, εμβαδού 4.222,03 τ.μ., ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ.
η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 3.942,33 τ.μ. καθίσταται πλέον μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, εκ της εκτάσεως δε που απαλλοτριώνεται, εμβαδού 279,70 τ.μ., 186,22 τ.μ. αποζημιώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ μέρος εκτάσεως 93,48 τ.μ. αυτοαποζημιώνεται, ενώ σε βάρος αυτής επιβλήθηκε και υποχρέωση να αποζημιώσει την υπ’ ...
παρόδια ιδιοκτησία, για 0,24 τ.μ. β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην υφιστάμενη Εθνική οδό. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 3.943,53 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στη δεξιά παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 640 περίπου μέτρα ανατολικά σε κάθετη οδό προς τη ΒΙ.ΠΕ.
Λαμίας και αντίστοιχα μετά από περίπου 2,4 χιλιόμετρα δυτικά σε επίσης κάθετη τοπική οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., σε κυμαινόμενο ύψος από 0,20 μ. έως 0,50 μ.
ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία των ως άνω αιτούντων, ουδεμία επί πλέον ωφέλεια απέκτησε από την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, αφού τα πλεονεκτήματα που είχε και τα οποία απορρέουν από το Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης, τα χάνει μετά την ένδικη απαλλοτρίωση. Ζ) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού ...
του αιτούντος Ε. Γ. του Δ. αφενός για τον εαυτό του ατομικά και αφετέρου ως διαδόχου του αποβιώσαντος, την 6-5-2008 Δ. Γ. και άρα αποκλειστικά πλέον τούτου κυρίου αυτής της έκτασης, σύμφωνα με την από Φεβρουαρίου 2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Σ. σε συνδυασμό με το από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ά.
Χ., αποδεικνύονται τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος, εμβαδού 4.121,62 τ.μ. ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ., η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 3.828,23 τ.μ. καθίσταται πλέον μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, εκ της έκτασης δε που απαλλοτριώνεται εμβαδού 293,39 τ.μ, τμήμα αυτής εκ 217,53 τ.μ.
αποζημιώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ σε τμήμα αυτής εκ 75,86 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως. β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση στην υφιστάμενη Εθνική οδό. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 3.828,23 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στη δεξιά παράπλευρη οδό 2, η οποία είναι τοπική οδός, αφού οδηγεί μετά από 580 περίπου μέτρα ανατολικά σε κάθετη οδό προς τη ΒΙ.ΠΕ.
Λαμίας και αντίστοιχα μετά από περίπου 2,5 χιλιόμετρα δυτικά σε επίσης κάθετη τοπική οδό προς την ..., χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., σε κυμαινόμενο ύψος από 0,30 μ. έως 0,50 μ.
ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος, ουδεμία επί πλέον ωφέλεια απέκτησε από την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, αφού, μεταξύ των άλλων και τα πλεονεκτήματα που είχε και τα οποία απορρέουν από το Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης, τα χάνει μετά την ένδικη απαλλοτρίωση.
Η) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … του αιτούντος Ε. Π. του Ν., σύμφωνα με το από Μαΐου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Ζ., αποδεικνύονται τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος εμβαδού 2.379,47 τ.μ. ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ., η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 2.165,04 τ.μ.
παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση, εκ της απαλλοτριωθείσας δε εκτάσεως εμβαδού 214,43 τ.μ., 100,66 + 2,07 αποζημιώνονται, σε 111,70 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ενώ σε βάρος της ιδιοκτησίας αυτής, επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης της υπ’ ... ιδιοκτησίας, εμβαδού 3,05 τ.μ. β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση από τη βόρεια πλευρά της στην υφιστάμενη Εθνική οδό.
Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 2.165,04 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρη τοπική οδό, χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε. Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τις διατάξεις του Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης. Αντίθετα ζημιώνεται αφού μειώνεται η συνολική της έκταση με συνέπεια την μείωση της επιφανείας των οικοδομών που ενδέχεται να κατασκευασθούν.
Θ) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού ... του αιτούντος Ν. Π. του Α., σύμφωνα με το από Μαΐου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Ζ., αποδεικνύονται τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος, εμβαδού 2.161,06 τ.μ., ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ.
η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 2.013,45 τ.μ. παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση, εκ της απαλλοτριωθείσας δε εκτάσεως, εμβαδού 147,61 τ.μ.,, 74,63 + 1,81 τ.μ. = 76,44 τ.μ. αποζημιώνονται, ενώ σε 71,17 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημίωσης και τέλος στην ιδιοκτησία αυτή επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης της υπ’ ...
ιδιοκτησίας, για 2,07 τ.μ. β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση από τη βόρεια πλευρά της στην υφιστάμενη Εθνική οδό. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 2.013,45 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρη τοπική οδό, χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε.
Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τις διατάξεις του Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης. Αντίθετα ζημιώνεται αφού μειώνεται η συνολική της έκταση με συνέπεια την μείωση της επιφανείας των οικοδομών που ενδέχεται να κατασκευασθούν.
I) Αναφορικά με την ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογίου … του αιτούντος Α. Π., σύμφωνα με το από Μαΐου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Ζ., αποδεικνύονται τα εξής: α) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση, ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος, εμβαδού 2.350,99 τ.μ., ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24-05-1985 Π.Δ.
η δε εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 1.994,23 τ.μ. παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη κατά παρέκκλιση, εκ της απαλλοτριωθείσας δε εκτάσεως εμβαδού 356,79 τ.μ., τμήμα αυτής εμβαδού 227,59 + 1,62 τ.μ. αποζημιώνεται, ενώ σε τμήμα αυτής 127,58 τ.μ. επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημίωσης και τέλος σε βάρος αυτής επιβλήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης της υπ’ ...
ιδιοκτησίας, για 1,81 τ.μ. β) Η αρχική πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση από τη βόρεια πλευρά της στην υφιστάμενη Εθνική οδό. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής εμβαδού 1.994,23 τ.μ., αποκτά πρόσωπο στην παράπλευρη τοπική οδό, χωρίς όμως δυνατότητα πρόσβασης στον αυτοκινητόδρομο Π.Α.Θ.Ε.
Έμπροσθεν της ως άνω εναπομένουσας έκτασης της ιδιοκτησίας κατασκευάζεται ο αυτοκινητόδρομος Π.Α.Θ.Ε., ψηλότερα από την ως άνω εναπομένουσα έκταση με συνέπεια, η πρόσβαση στην ως άνω εναπομένουσα έκταση, ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας να είναι δυνατή μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και κατάλληλη διαμόρφωση οριζοντιογραφικά και υψομετρικά καθώς και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης.
Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος ουδεμία ωφέλεια απέκτησε από την ένδικη απαλλοτρίωση, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τις διατάξεις του Π.Δ. 24-5-1985, όσον αφορά τους όρους δόμησης. Αντίθετα ζημιώνεται αφού μειώνεται η συνολική της έκταση με συνέπεια την μείωση της επιφανείας των οικοδομών που ενδέχεται να κατασκευασθούν.
Περαιτέρω και όσον αφορά την από 21-10-2013 αίτηση - κλήση των αιτούντων 1) Β. Σ., 2) Κ. Σ., 3) Κ. Σ. και 4) Ε. Σ. και το υπ’ αριθμ. Κτηματολογικού ... ακίνητο αυτών, αποδεικνύονται τα εξής: Η αρχική, πριν από την απαλλοτρίωση έκταση του ακινήτου των ως άνω αιτούντων, ήταν εμβαδού 5.519,59 τ.μ. και ήταν άρτιο κατά κανόνα και μη οικοδομήσιμο, καθόσον οι αποστάσεις του πίσω ορίου της ιδιοκτησίας από το όριο απαλλοτρίωσης (40 μ.
για το βασικό εθνικό οδικό δίκτυο) επικαλύπτουν την απαιτούμενη οπίσθια απόσταση των 15 μ. Επομένως, μη έχοντας δικαίωμα σε δόμηση, η μοναδική χρήση του εν λόγω ακινήτου ήταν η αγροτική καλλιέργεια. Το σχήμα της ήταν ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με μεγάλο γενικά πρόσωπο και μικρότερο βάθος. Επίσης είχε πρόσωπο στην Εθνικό Οδό και χρησιμοποιούνταν για την πρόσβαση της ιδιοκτησίας και που οδηγούσε μετά από μικρή απόσταση στο κέντρο του οικισμού ....
Από το πιο πάνω ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 3.250 τ.μ, εκ της οποίας έκταση 2.983,50 τ.μ. αποζημιώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο και έκταση 267,40 τ.μ. αυτοαποζημιώνεται, απέμενε δε έκταση 2.268,50 τ.μ. η οποία παραμένει άρτια κατά παρέκκλιση και μη οικοδομήσιμη και επομένως η μοναδική χρήση του εν λόγω ακινήτου εξακολουθεί να παραμένει η αγροτική καλλιέργεια.
Εκτός αυτού, η ως άνω ιδιοκτησία μετά την απαλλοτρίωση αποκτά πρόσωπο στην αριστερή παράπλευρη οδό 2 και συγκεκριμένα περί την Χ.Θ. 1 + 000, η οποία είναι τοπική οδός εφόσον οδηγεί μετά από 1,4 χλμ. περίπου δυτικά στην .... Επί πλέον όπως φαίνεται και από τις κατασκευαστικές διατομές της οδού, έμπροσθεν του εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου κατασκευάζεται η οδός σε κυμαινόμενο υψόμετρο από 1,20 μ.
έως 2,00 μ., ψηλότερα από την ιδιοκτησία και η πρόσβαση πλέον στην ιδιοκτησία ακόμη και για τις ανάγκες της καλλιέργειας μπορεί να γίνει μόνο μετά από αδειοδότηση κόμβου εισόδου - εξόδου και τοποθέτηση της ανάλογης σήμανσης. Ενόψει των ανωτέρω είναι προφανές ότι η ως άνω ιδιοκτησία των ως άνω αιτούντων, ουδεμία επί πλέον ωφέλεια έχει από την κατασκευή του έργου, αφού είχε ήδη τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που απορρέουν από τις διατάξεις του Π.Δ.
της 24-5-1985, χωρίς να αποκτήσει πολεοδομικά κάποιο επί πλέον πλεονέκτημα από την κατασκευή του έργου, αντίθετα διατήρησε το μειονέκτημα του μη οικοδομήσιμου, ενώ ζημιώνεται από αυτό (έργο), αφού μειώνεται η συνολική της έκταση και έτσι θα καλλιεργείται μικρότερη επιφάνεια. Η αρμόδια επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, στη σχετική έκθεσή της, εισηγείται ομόφωνα την άρση της αυτοαποζημιώσεως, όπως αναλυτικά σημειώθηκε ανωτέρω.
Μετά από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι για τα υπό εκτίμηση ακίνητα δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφέλειας. Πρέπει επομένως να γίνου δεκτές οι υπό κρίση κλήσεις - αιτήσεις και να αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω ιδιοκτησίες δεν υποχρεούνται σε αυταποζημίωση και να διορθωθούν οι αντίστοιχοι κτηματολογικοί πίνακες και οριστεί ότι οι ιδιοκτησίες αυτές αποζημιώνονται και για τις ανωτέρω εκτάσεις, όπως η τιμή μονάδας προσδιορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 80/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Πρέπει δε ακόμη να αναγνωρισθεί ότι οι ιδιοκτησίες των αιτούντων 1) Π. Α. (...), 2) Α. Μ., ήδη ενηλικιωθέντος (...), 3) Β. Γ. και Ε. Γ. (...), 4) Ε. Π. του Ν. (Α...), 5) Ν. Π. του Δ. (...) και 6) Α. Π. του Ν. (...), για τις οποίες έγινε ήδη δεκτό, κατά τα προαναφερόμενα, ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, δεν υποχρεούνται επίσης σε αποζημίωση τρίτων...".
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω προκύπτει κατ’ αρχήν ότι η ΑΠ 1122/2012 αναίρεσε την υπ’ αρ. 125/2009 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, που δεν καθιστούσαν εφικτή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που είχε κρίνει το Εφετείο ότι είχαν αποδειχθεί, στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος από το Εφετείο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα και το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε και μπορούσε να εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά. Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο του 1ου αναιρετικού λόγου, ο λόγος αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς κενά αιτιολογίες, ιδιαίτερες για κάθε ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και παρέχουν τις διευκρινίσεις της παραπεμπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου, τις οποίες είχε, κατά τα ανωτέρω, (με στοιχεία α’ έως ε’ ) αξιώσει, όπως έχουν αντιγραφεί προηγουμένως.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται α) για όλες τις ιδιοκτησίες γενικά ότι η οδός - αυτοκινητόδρομος που κατασκευάστηκε είναι κλειστή και υπερυψωμένη, ότι δημιουργείται οδικός άξονας επιβαρυμένος κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά με συνέπεια τη μείωση της αγοραστικής αξίας των παρόδιων ιδιοκτησιών και με επιπτώσεις στις χρήσεις τους, σύμφωνα με τους όρους δόμησης, που καθορίζει το ΠΔ 24/1985 (το οποίο ειδικά αναλύει) και ότι μετά την κατασκευή της ΠΑΘΕ για όλα τα ακίνητα της περιοχής, άρα και για τα επίδικα, οι αποστάσεις εφαρμογής για τον έλεγχο της οικοδομησιμότητας αυτών είναι 60 μέτρα από τον άξονα της νέας οδού, 40 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης και 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, (για όσα ακίνητα έχουν παράπλευρη οδό).
Ακολούθως, το Εφετείο ξεχωριστά για κάθε ιδιοκτησία αναφέρει: Αα) το εμβαδόν πριν και μετά την απαλλοτρίωση, β) εάν κάθε ιδιοκτησία ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμη (όπως ειδικότερα οι με αρ. ΚΠ ... ιδιοκτησίες) καθώς και εάν το δεδομένο αυτό παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση (όπως ειδικά στις ΚΠ ...
ιδιοκτησίες), γ) ποιες από τις ιδιοκτησίες ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιες κατά παρέκκλιση και μη οικοδομήσιμες και εάν το δεδομένο αυτό διατηρήθηκε και μετά από την απαλλοτρίωση, όπως η ιδιοκτησία ..., δ) ποιες από τις ιδιοκτησίες ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες αλλά μετά την απαλλοτρίωση παρέμειναν άρτιες και οικοδομήσιμες κατά παρέκκλιση (όπως ειδικά οι ..., ...
ιδιοκτησίες), ε) ποιες ιδιοκτησίες ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτιες και μη οικοδομήσιμες και το δεδομένο αυτό παρέμεινε και μετά από την απαλλοτρίωση (όπως ειδικά οι ιδιοκτησίες ... και ...), στ) ποιες ιδιοκτησίες ήταν μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες πριν και μετά την απαλλοτρίωση όπως η .... Επίσης, Β) η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη και σαφή αιτιολογία αναφέρει ποιες ιδιοκτησίες πριν την απαλλοτρίωση είχαν άμεση πρόσβαση σε εθνική οδό, (όπως οι ...
και η ...) ή πρόσβαση σε αγροτική οδό (όπως οι ..., ...) και ότι όλες οι ένδικες ιδιοκτησίες μετά την απαλλοτρίωση δεν έχουν πλέον άμεση πρόσβαση στο νέο αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ. Επίσης, Γ) το Εφετείο αναφέρει με πλήρη αιτιολογία α) ποιες ιδιοκτησίες αποκτούν πρόσωπο μετά την απαλλοτρίωση σε παράπλευρες οδούς -τοπικές οδούς (όπως ειδικά οι ιδιοκτησίες ..., ..., ...
και η ...), β) προσδιορίζει ειδικά την υψομετρική διαφορά του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ με κάθε ιδιοκτησία ξεχωριστά, διότι, είτε αυτός έχει κατασκευαστεί χαμηλότερα από την εναπομείνασα έκταση (όπως στις ..., ... ... ιδιοκτησίες), γ) είτε υψηλότερα (όπως στις ιδιοκτησίες ΚΠ ... και ...), δ) ότι για το λόγο αυτό όλα τα ακίνητα, που δεν είναι δομήσιμα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, να μην έχουν πλέον πρόσβαση και για τις ανάγκες καλλιέργειας, εκτός εάν αδειοδοτηθεί η κατασκευή κόμβου εισόδου - εξόδου και τοποθετηθεί η ανάλογη σήμανση και ε) ότι ειδικά οι ιδιοκτησίες ΚΠ ...
πριν την απαλλοτρίωση μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση αποθηκών, δεξαμενών και θερμοκηπίων αλλά μετά την απαλλοτρίωση μειώθηκε η επιφάνεια κάλυψης και δόμησης αυτών, την οποία ειδικά αναφέρει το Εφετείο κατά ποσοστό για καθεμιά ιδιοκτησία. Τέλος, το Εφετείο με σαφείς αιτιολογίες καταλήγει στην παραδοχή, ότι καμιά ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησε ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, διότι δεν έχει πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο και επί πλέον ακόμη και εάν είναι οικοδομικά αξιοποιήσιμη, μετά την απαλλοτρίωση επήλθε μείωση της δομήσιμης επιφάνειας αυτής και συνακόλουθα μειώθηκε η αξία της και ότι για όσες ιδιοκτησίες είναι καλλιεργήσιμες μειώθηκε η έκταση καλλιέργειας αυτών, πλέον της αδυναμίας που έχουν για άμεση πρόσβαση στον ΠΑΘΕ, εκτός εάν μελλοντικά αδειοδοτηθεί ο κόμβος εισόδου και εξόδου και τοποθετηθεί η κατάλληλη οδική σήμανση.
Συμπερασματικά, η προσβαλλόμενη απόφαση για καθεμιά ιδιοκτησία εξειδικεύει, με σαφείς παραδοχές, τους λόγους για τους οποίους η υπ’ αρ. 1122/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναίρεσε την υπ’ αρ. 125/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και συνεπώς έχει συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη εξειδικεύει τις αποστάσεις εφαρμογής από τον άξονα της οδού, από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα των παράπλευρων τοπικών οδών, το εμβαδόν κάθε ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τις δυνατότητες χρήσεως αυτού ως δομήσιμο με οικοπεδική αξία ή ως καλλιεργήσιμο και τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στις χρήσεις τους και στον προορισμό τους, είτε για οικιστική αξιοποίηση (για όσα είναι δομήσιμα κατά τα προεκτεθέντα), είτε για γεωργική καλλιέργεια.
Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεοείοντος ότι το Εφετείο δεν αναφέρει ειδικά, ποια ακίνητα επιβαρύνονται με ηχητική και χημική ρύπανση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η έλλειψη αυτή καλύπτεται από την παραδοχή, που αφορά όλα τα ακίνητα, σύμφωνα με την οποία ο οδικός άξονας είναι επιβαρυμένος κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά και συνεπώς, ως άμεσο επακόλουθο προκαλεί ηχητική και χημική ρύπανση από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Κατόπιν όλων αυτών, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος στο σύνολό του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι’ αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ’ αρ. 576/17-3-2014 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φθιώτιδος, που είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του, αναφορικά με την ... ιδιοκτησία των 11ου έως 14ης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την οποία το ακίνητό τους είναι εκτός σχεδίου και εμπίπτει σε ζώνες ειδικής προστασίας (NATURA), με συνέπεια να διαφοροποιείται το ελάχιστο όριο αρτιότητας και οικοδομησιμότητος αυτού και να απαγορεύεται σ’ αυτό η εγκατάσταση βιομηχανικών εγκαταστάσεων υψηλής όχλησης, ζήτημα που είναι ουσιώδες και ασκεί επίδραση στην άρση του τεκμηρίου ωφέλειας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και σύμφωνα με όσα αναφέρει ρητά στη σελίδα 3 της απόφασής του έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο (κατά τη δικάσιμο της 13-1-2009, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αρ. 125/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας) και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την αναιρεθείσα ως άνω απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα.
Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω τεχνική έκθεση, η οποία περιλαμβάνεται στην κατηγορία των εγγράφων, την οποία το Δημόσιο είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, ως Σχετικό με αριθμό 4, με τις από 10-2-2015 προτάσεις του
ενώπιον του Δικαστηρίου ουσίας. Και είναι μεν αληθές ότι η προσβαλλόμενη
απόφαση δεν μνημονεύει ειδικά το ανωτέρω έγγραφο, (άλλωστε δεν είχε τέτοια υποχρέωση, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η εν λόγω τεχνική έκθεση δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο), πλην όμως από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και περιέλαβε ειδική αιτιολογία για την ιδιοκτησία ... των 11ου έως 14ης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο αυτό πριν και μετά την απαλλοτρίωση ως μοναδική χρήση έχει την αγροτική καλλιέργεια, διότι ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτιο κατά κανόνα, αλλά μη οικοδομήσιμο και ότι το δεδομένο αυτό διατηρήθηκε και μετά από την απαλλοτρίωση. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις του 2ου αναιρετικού λόγου είναι και αλυσιτελείς, διότι το όριο οικοδομησιμότητας και η απαγόρευση βιομηχανικής εγκατάστασης, που επιβάλλουν οι ζώνες NATURA, προϋποθέτουν δομήσιμη ιδιοκτησία, που δεν ήταν η ... πριν την απαλλοτρίωση, αλλά ούτε και μετά από αυτήν.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν επιδρούν στο αποτέλεσμα της δίκης, εφόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δηλαδή η ... ιδιοκτησία είναι δομικά αξιοποιήσιμη. Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον τελευταίο 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1-7 Ν. 653/1977 και 33 παρ. 1-4 Ν. 2971/2001: Α) με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς όλες τις ιδιοκτησίες, διότι δεν προσδιορίζει ποια ακίνητα έχουν υποστεί χημική και ηχητική ρύπανση από την διανοιγείσα νέα οδό και τις επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης στον πρωτεύοντα σκοπό αυτών, που επίσης δεν προσδιορίζει και Β) με αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ιδιοκτησία ..., η οποία ταυτοχρόνως φέρεται ως αξιοποιήσιμη οικοπεδικά, αλλά με γεωργική καλλιέργεια με συνέπεια να αποδυναμώνεται το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των επίδικων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι πέραν των όσων έχουν εκτεθεί αναλυτικά στον 1ο αναιρετικό λόγο, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, το Εφετείο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για κάθε ιδιοκτησία ξεχωριστά προσδιορίζει τον πρωτεύοντα σκοπό για καθεμιά πριν και μετά την απαλλοτρίωση και τη χρήση της, είτε για οικοπεδική αξιοποίηση, είτε για βιομηχανική ή βιοτεχνική χρήση, είτε για γεωργική καλλιέργεια και εάν τα δεδομένα αυτά διατηρήθηκαν ή όχι μετά την απαλλοτρίωση.
Επίσης, για όλες τις ιδιοκτησίες αναφέρει ότι έχουν επιβαρυνθεί κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά από τον νέο αυτοκινητόδρομο, παραδοχή που καλύπτει την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την ηχητική και χημική ρύπανση, που είναι η άμεση συνέπεια στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ενός αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας, στον οποίο κινείται μεγάλος αριθμός οχημάτων με υψηλές ταχύτητες και κατά συνέπεια μολύνεται το περιβάλλον ηχητικά και χημικά από τις εκπομπές των οχημάτων.
Ειδικά για την ... ιδιοκτησία ουδεμία αντίφαση υπάρχει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, εφόσον το Εφετείο δέχεται ότι το ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο κατά κανόνα, αλλά μη δομήσιμο λόγω μικρού βάθους από τον άξονα της εθνικής οδού, στην οποία είχε πρόσοψη και ότι συνακόλουθα η μοναδική του χρήση (πριν την απαλλοτρίωση) ήταν η αγροτική καλλιέργεια και ότι μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε το μειονέκτημα της μη οικοδομησιμότητας, αλλά επίσης ζημιώθηκε, διότι μειώθηκε η καλλιεργούμενη έκτασή του.
Συνακόλουθα, από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν με πληρότητα και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησαν ωφέλεια από το έργο της απαλλοτρίωσης, αλλά ότι ζημιώθηκαν και εκ του λόγου αυτού δικαιολογείται η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας αυτών.
Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου στηρίζουν με επάρκεια το διατακτικό της απόφασής του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους εφάρμοσε ανατρέποντας το τεκμήριο ωφελείας.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα μειωμένα κατ’ άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1129/2014), που παραστάθηκαν όλοι με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-3-2016 (αρ. κατ. ...3-2016) αίτησης αναίρεσης ως προς την υπό στοιχείο 2δ αναιρεσίβλητη, Δ. θυγατέρα Ι. Σ. σύζυγο Κ. Σ..
Απορρίπτει την από 9-3-2016 (αρ. κατ. ...3-2016) αίτηση, όπως αυτή διορθώθηκε, ως προς το πατρώνυμο του 9ου αναιρεσίβλητου, για την αναίρεση της υπ’ 71/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (που εκδόθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001 - ανατροπή τεκμηρίου ωφέλειας). Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε τριακόσια (300 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ