Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to inadmissible procedural grounds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Hellenic Railways Organization (OSE) against a lower court's expropriation compensation ruling. The appellant argued that the court of first instance left an objection regarding abuse of rights without trial and violated substantive law, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the objection was not a standalone request creating a separate legal dispute and that the lower court correctly noted the absence of an abuse claim rather than finding the exercise of rights abusive.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 17(4)(g) Const. 1975; Art. 11(3) Law 797/1971; Art. 559(9)(g) CPC: An appeal based on the failure to hear an objection regarding abuse of rights is inadmissible if the objection does not constitute an independent request for legal protection creating a separate legal dispute.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 631 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ζαχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τρανσβαλίδη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 4) Ψ4, 5) Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τρανσβαλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη Ψ3 απεβίωσε στις 29/6/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν η εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Ψ5, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2000 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2401/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 10/2/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ γ' του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του νδ 797/1971, προκειμένου να συντελεσθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 του νδ 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδίκαια.
Όμως, στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του νδ 797/1971, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν 212/1975, ορίζεται, ότι η ως άνω επερχόμενη αυτοδίκαια ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλει στη διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με εκείνη του άρθρου 8 παρ. 1-3 του νδ 797/1971, προκύπτει ότι η αξίωση του καθού η απαλλοτρίωση για καταβολή της αποζημίωσης είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ευθύς ως παρέλθει η προθεσμία του ενός και ημίσεως έτους, που τάσσεται από το Σύνταγμα στον υπόχρεο για καταβολή της.
Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση. Από την εκ μέρους του τελευταίου έγερση αγωγής για την αναγνώριση του ως δικαιούχου της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την πάροδο της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, συνάγεται σαφώς η βούληση του να μην ασκήσει το δικαίωμα, που θεσπίστηκε προς το συμφέρον του, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενος την αυτοδίκαιη ανάκληση της, αλλά η βούληση του να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση θεωρείται ως μη γενόμενη, έστω και αν αυτός δεν υπέβαλε την πιο πάνω δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού η υποβολή αυτής απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης που έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 7/2007).
Και τούτο, διότι η, κατά τα ανωτέρω, αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης αποβλέπει μόνο στο συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυχθείσα εις βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρύ χρόνο εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων τους, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, και γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971, μπορεί να προταθεί μόνο από αυτόν και όχι από τον υπερού η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης.
Η εκδοχή αυτή ενισχύεται και από την παρ. 6 του άρθρου 11 του νδ 797/1971, με την οποία ορίζεται ότι εφόσον επήλθε ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν χωρεί, χωρίς τη θέληση του ιδιοκτήτη νέα απαλλοτρίωση του ίδιου ακινήτου για τον ίδιο σκοπό πριν από την πάροδο δύο ετών (ΑΠ 215/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά, περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1107366/7610/0010/17-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών καιΕπικοινωνιών που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκεαναγκαστικά απαλλοτριωτέα για δημόσια ωφέλεια καισυγκεκριμένα για την επέκταση και διαρρύθμιση τουΣιδηροδρομικού Σταθμού ..., έκταση41.154 τμ, η οποία αποτυπώνεται στο από 1-9-1999κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα του τοπογράφουμηχανικού της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών τηςΝομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας ..., με το οποίο συμπληρώθηκε, διευκρινίστηκε και ολοκληρώθηκε το από 25-2-1997 κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακας της Διεύθυνσης Νέων Έργων της Υπηρεσίας μελετών του ΟΔΕ ΑΕ, που είχε συντάξει η μηχανικός ....
Στην άνω απαλλοτριωθείσα έκταση συμπεριλαμβάνονται και τα παρακάτω οικόπεδα με τα επικείμενα τους, όπως εικονίζονται στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα-πίνακα και ειδικότερα: 1) οικόπεδο εμβαδού 4800 τμ, που φέρει αύξοντα αριθμό 4 στον κτηματολογικό πίνακα, το οποίο βρίσκεται στο 175 ΟΤ, εντός του οποίου υπάρχει ακατοίκητο κεραμοσκεπές κτίσμα, που κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1940, 715 κ.μ, με φερόμενους συνιδιοκτήτες τους κληρονόμους ..., β) οικόπεδο συνολικού εμβαδού 2760 τμ, που φέρει αύξοντα αριθμό 6 στον κτηματολογικό πίνακα του .., το οποίο βρίσκεται στο 175 ΟΤ, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον ... (5° των αιτούντων), εντός του οποίου υπάρχουν τρεις κατοικίες καλής κατασκευής ήτοι ισόγεια κατοικία 581 κ.
μ, 2ος όροφος 75 κ.μ, ημιυπόγειος χώρος 234 κ.μ, μια αποθήκη κατασκευασμένη από τσιμεντόλιθους με επικάλυψη λαμαρίνας 288 κ.μ, περίφραξη από τσιμεντόλιθους 40 τμ, περίφραξη από συρματόπλεγμα 55 μμ, περίφραξη με τοιχίο και κάγκελα 100 τμ, τρεις γεωτρήσεις, αποστακτήριο 56 κμ, μία αποθήκη , δύο μεταλλικές πόρτες, μια μεταλλική τέντα, σκεπαστή βεράντα και δέκα δένδρα μη συστηματικής καλλιέργειας και γ) οικόπεδο εμβαδού 1040 τμ, που φέρει αύξοντα αριθμό 12 στον κτηματολογικό πίνακα του ..., το οποίο βρίσκεται στο 78 ΟΤ, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον 7° των αιτούντων, ..., εντός του οποίου υπάρχουν μία παλιά οικία 510 κμ, με ημιυπόγειο 336 κμ, μία αποθήκη 216 κμ, μία περίφραξη από συρματόπλεγμα 65 μμ, και 5 δένδρα μη συστηματικής καλλιέργειας. .......
Με την υπ' αριθμ 35/ΑΠΛ/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος των επιδίκων οικοπέδων και επικειμένων τους ως εξής: .......... Η άνω προσωρινά καθορισθείσα αποζημίωση, όπως συνομολογείται, δεν καταβλήθηκε από τον υπόχρεο καθού η αίτηση εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 παρ. 1 του νδ 797/1971 των 18 μηνών από τη δημοσίευση (27-10-2000) της άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Ο καθού η αίτηση, με τις έγγραφες προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι δεν οφείλεται αποζημίωση για τα άνω ακίνητα και τα επικείμενα τους, διότι στις 27-4-2002 επήλθε η αυτοδίκαιη ανάκληση της άνω απαλλοτρίωσης, καθόσον δεν συντελέσθηκε αυτή δια της καταβολής εντός 18 μηνών από τη δημοσίευση της άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, της ορισθείσας με αυτήν προσωρινής αποζημίωσης και ότι επιπλέον οι ίδιοι οι αιτούντες έχουν αποδεχθεί την αυτοδίκαιη ανάκληση της με την άσκηση των υπ' αριθμ.
καταθ. 2643/ΤΜ/247, 2640/ΤΟ/249 και 2641/ΤΟ/251/18-8-2004 αγωγών τους, με τις οποίες επικαλούνταν ότι δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση λόγω μη καταβολής της προσωρινής αποζημίωσης μέσα στην νόμιμη προθεσμία και ζητούσαν την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης μπορεί να προτείνει μόνο ο καθού η απαλλοτρίωση, που στην προκείμενη περίπτωση είναι οι αιτούντες.
Με την άσκηση δε της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους των τελευταίων (κατατέθηκε στις 2-4-2001 στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού) και στη συνέχεια της υπό κρίση κλήσης, με την οποία επαναφέρουν προς συζήτηση την αίτηση τους, συνάγεται η βούληση τους να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση. Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί αποδοχής εκ μέρους των αιτούντων της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης με τις άνω αγωγές τους, αλυσιτελώς προβάλλεται από τον καθού η αίτηση, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της ένδικης αίτησης, αφού δεν γίνεται συγχρόνως επίκληση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο προχώρησε στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα των αιτούντων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ότι οι αιτούντες δικαιολογούν έννομο συμφέρον για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, αφού το γεγονός ότι δεν υπέβαλαν μέσα στην προθεσμία του έτους τη προβλεπόμενη δήλωση στη διοίκηση ότι επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης δεν νομιμοποιείται να προβάλλει ο υπερού η απαλλοτρίωση, αλλά μόνο ο καθού η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι αναιρεσίβλητοι και αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές η ένδικη αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας έχει κατατεθεί πριν από την πάροδο του δεκαοκταμήνου, και με την επαναφορά προς συζήτηση συνάγεται η βούληση τους για διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται αληθώς η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Απορριπτέος, επίσης, είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η ίδια πλημμέλεια στην απόφαση, αφού το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΝΔ 797/1971 (σ' αυτές άλλωστε αναφέρεται στις παραδοχές του), δεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, ότι μόνο ο καθού η απαλλοτρίωση μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό για αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης και απορρίπτοντας και τον ισχυρισμό ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι είχαν αποδεχθεί την άρση με την άσκηση των αγωγών αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, εφόσον δεν γινόταν επίκληση για κατάχρηση δικαιώματος.
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1486/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων οργανισμός προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση, και ειδικότερα την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, που κατά τους ισχυρισμούς του υπέβαλε.
Η αίτηση αυτή απόφανσης, όμως, δεν εμπίπτει στην αίτηση, υπό την έννοια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
III. Τέλος, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων οργανισμός αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο δεν εφάρμοσε, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι-αιτούντες είχαν αποδεχθεί την άρση της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, απλώς αναφέρει, ότι δεν είχε υποβληθεί ένσταση κατάχρησης δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος και όχι ότι τα υποβληθέντα περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων οργανισμός, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2009 αίτηση του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) ΑΕ για αναίρεση της 2401/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα οργανισμό στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ