Legislator Giurisprudenza & Legislazione
625/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's voluntary jurisdiction decision.

Numero d'incarto 625/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding voluntary jurisdiction. The appellants argued for a review of the evidence, but the court noted that the lower court had already considered all legally submitted documents without needing specific mention. Consequently, the court ruled that the lower court's evaluation of evidence was not subject to appellate review and the appeal was inadmissible.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94, 96, 104, 559, 561, 568, 576, 759, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a lower court's evaluation of evidence is inadmissible because appellate courts do not re-evaluate facts but only review legal errors, and the lower court's consideration of all submitted documents precludes claims of omitted evidence.

Parole chiave

Generato dall'IA
voluntary jurisdiction appeal inadmissibility evaluation of evidence procedural defect Code of Civil Procedure appellate review legal error

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 759 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 77/2023
Supreme Court Case 1196/2023

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 625 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 625/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Σ. Π. του Ι. και 3) Μ. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Ε., κατοίκου ... και 3) Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πλατίτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2017 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-12-2017 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 742/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1276/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Επίσης, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 77/2023, ΑΠ 1196/2023).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει ο αντίδικός του, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως, ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την αίτηση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3 του ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται όπως αναφέρθηκε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ. β' του ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 4/1994, Ολ.ΑΠ 2/1992, ΑΠ 77/2023, ΑΠ 113/2023, ΑΠ 459/2020, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 627/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, φέρεται προς συζήτηση η από 8-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4309/567/2021) αίτηση για αναίρεση της 1276/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, παραστάθηκαν νομότυπα οι αναιρεσίβλητοι, ενώ, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα από το ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με την επ` αυτής, από 16-3-2022, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ιονάθαν Ιωάννη Κόππα, που προσκομίζουν οι ανααιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω δικάσιμο, επέσπευσαν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες.

Από το ίδιο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης αποδεικνύεται ότι το δικόγραφο αυτής υπογράφει η δικηγόρος του ΔΣ Αθηνών Αλεξάνδρα Αργυροπούλου (ΑΜ 20053), η οποία έδωσε έγγραφη εντολή στον ως άνω δικαστικό επιμελητή να επιδώσει αντίγραφο αυτής, με κλήση προς συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο στο πρώτο αναιρεσίβλητο.

Η ως άνω δικηγόρος ήταν νόμιμα διορισμένη πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία με αριθμό ...-2021 ειδικό δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Θηρεσίας Δ. Π. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδουν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 6-11-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 593734/3621/ 2017) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενοι ότι η εκλογή του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Προϊόντων Υψηλής Τεχνολογίας", της οποίας είναι κύριοι του 50% των μετοχών της, του υπολοίπου δε 50% των μετοχών της κύριοι είναι οι καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες, είναι άκυρη, για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτουν, ζήτησαν να διοριστεί προσωρινό διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας.

Οι καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 4-12-2017 κύρια παρέμβαση (αριθ. έκθ. κατάθ. 604319/4038/2017), ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και τον ορισμό εκ νέου του υπάρχοντος διοικητικού συμβουλίου. Επί των ως άνω δικογράφων, τα οποία συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 742/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε νόμιμες την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε την τελευταία και δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την αίτηση.

Κατά της απόφασης αυτής οι κυρίως παρεμβαίνοντες, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 13-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2698/2226/2018) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης, την παραδοχή της κύριας παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων τους.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 69 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει αντικατασταθέν με το άρθρο 1παρ. 1 του ν. 4055/2012, καθένας που έχει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να προκαλέσει το δικαστικό διορισμό προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α) αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου και β) αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Η διάταξη αυτή ισχύει και για το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, με την έννοια ότι κάθε μέτοχος έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει το μεταβατικό διορισμό μελών του διοικητικού της συμβουλίου στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις.

Ο διορισμός γίνεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και σύμφωνα με το άρθρο 786 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 1, άρθρο έκτο παρ.2 του ν. 4335/2015, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία. Με την παραπάνω διάταξη (ΑΚ 69), που έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων του νομικού προσώπου και των τρίτων (εταίρων, πιστωτών) που σχετίζονται με αυτό, αλλά και του ευρύτερου συνόλου, ενόψει της σημασίας που έχουν τα νομικά πρόσωπα και ιδιαίτερα οι ανώνυμες εταιρείες ως μέσο άσκησης οικονομικής δραστηριότητας (ΑΠ 561/2018).

Η δικαστική κρίση στο πλαίσιο της εν λόγω διάταξης οριοθετείται με αυστηρό τρόπο από τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 εδ.γ' Συντ.), η οποία εξειδικεύεται με τις αρχές της προσωρινότητας, της φειδούς και της επικουρικότητας και σκοπός είναι η εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της εταιρείας και όχι η καθυπόταξη της πλειοψηφίας στις επιδιώξεις της μειοψηφίας και η επιβολή των απόψεών της για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ή και η διάλυση της εταιρείας, ούτε, άλλωστε, η προστασία της μειοψηφίας επιτυγχάνεται, χωρίς άλλο, με την εφαρμογή της διάταξης αυτής και το διορισμό προσωρινού διοικητικού συμβουλίου.

Έλλειψη διοίκησης και συνεπώς περίπτωση διορισμού προσωρινού διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας υπάρχει και όταν το διοικητικό συμβούλιο εκλέχθηκε με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, κατά τα άρθρα 35β' και 35γ' του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 3604/2007 (Ολ.ΑΠ 18/2001, ΑΠ 547/2019, ΑΠ 1392/2014).

Συγκεκριμένα, στα σχετικά άρθρα του ν. 2190/1920, όπως είχαν αντικατασταθεί με το ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α` 189/8-8-2007) και ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους από 1-1-2019, δυνάμει των άρθρων 189 και 190 του ν. 4548/2018, ορίζονταν τα ακόλουθα: Α) Στο άρθρο 35α' παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, με τον τίτλο "Ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης": "1.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 35β και 35γ, απόφαση της γενικής συνέλευσης που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για αποφάσεις τις οποίες έλαβε γενική συνέλευση που δεν είχε νόμιμα συγκληθεί ή συγκροτηθεί. 2. Ακυρώσιμη είναι και η απόφαση που λήφθηκε:

α) χωρίς να παρασχεθούν οφειλόμενες πληροφορίες, που ζητήθηκαν κατά το άρθρο 39 από μετόχους, οι οποίοι ζητούν την ακύρωση σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο ή β) κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα", ενώ στις λοιπές παραγράφους αναφέρονται οι προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, με αγωγή που στρέφεται κατά της εταιρίας, εκδικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και ασκείται εντός αποσβεστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Μητρώο.

Β) Εξάλλου, στο άρθρο 35β' του ίδιου νόμου με τον τίτλο "Ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης": "1. Σε περίπτωση που δεν υπήρξε σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή το περιεχόμενο της απόφασής της είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό, η απόφαση είναι άκυρη. 2. Με την επιφύλαξη εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου, θεωρείται ότι συγκλήθηκε η γενική συνέλευση, εάν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά το νόμο. 3.

Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, εάν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωση του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως. 4. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώριση της στο Μητρώο... 5.

Η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί υπ` όψιν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 4". Τέλος, κατά το άρθρο 35γ' του ως άνω Νόμου, με τον τίτλο "Ανυπόστατες αποφάσεις": "1. Οι διατάξεις των άρθρων 35α και 35β δεν εφαρμόζονται στις ανυπόστατες αποφάσεις. 2. Μια απόφαση είναι ανυπόστατη όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων τα οποία:

α) δεν είχαν μετοχική ιδιότητα ή β) είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα". Οι προαναφερθείσες διατάξεις παρατίθενται, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 42-44 του ν. 3604/2007, με τον οποίο αναμορφώθηκε το καθεστώς της ακυρότητας και της ακυρωσίας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας, ενώ παράλληλα και για πρώτη φορά, έγινε ρύθμιση για τις ανυπόστατες αποφάσεις.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης. Είναι, δηλαδή, νομικά ανύπαρκτη και δεν αναπτύσσει από τη λήψη της έννομες συνέπειες σύμφωνα με το άρθρο 180 του ΑΚ και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεραπευθεί και δεν απαιτείται για το σκοπό αυτό η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει με τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι υποστατές (ΑΠ 547/2019, ΑΠ 1392/2014).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2, 18 παρ. 1 και 2 και 34 παρ. 1 στοιχ. β' και 2 στοιχ. β' του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", η ανώνυμη εταιρεία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό της, εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο εκλέγεται από τη γενική συνέλευση, εκτός από το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου ορίζονται κατά την ίδρυσή της με το καταστατικό και ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι την πρώτη από την ίδρυση τακτική γενική συνέλευση των μετόχων.

Η γενική συνέλευση κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 στοιχ. β' είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζει περί εκλογής μελών του διοικητικού συμβουλίου και ελεγκτών, κατά δε τη διάταξη του αυτού άρθρου 34 παρ. 2 στοιχ. γ', στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν υπάγεται (εκτός άλλων) η κατά το καταστατικό εκλογή προσωρινών μέχρι της συνεδρίας γενικής συνέλευσης συμβούλων σε αντικατάσταση παραιτηθέντων, αποθανόντων ή οπωσδήποτε άλλως γενομένων εκπτώτων.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι ο υπό του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, υπό την προϋπόθεση ότι τα εναπομένοντα μέλη αυτού αρκούν για να υπάρξει απαρτία, διορισμός προσωρινών συμβούλων κατά τις ρητώς και αποκλειστικώς οριζόμενες περιπτώσεις παραίτησης, θανάτου ή έκπτωσης ενός η μερικών των συμβούλων, σε αντικατάσταση τούτων, ισχύει μόνο μέχρι την πρώτη μετά τον τοιούτο διορισμό τους γενική συνέλευση, μετά την οποία, επομένως, παύουν αυτοδικαίως οι εξουσίες των προσωρινώς διοριζόμενων συμβούλων.

Τούτο ανταποκρίνεται και προς τη ratio του επιτρεπτού της από το διοικητικό συμβούλιο αυτοσυμπλήρωσης των κενών του, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, η οποία συνίσταται στο επείγον πολλές φορές του πράγματος, αλλά και στην αποφυγή των εξόδων σύγκλησης γενικής συνέλευσης σε καθεμία εμφανιζόμενη τέτοια περίπτωση, η οποία (ratio) και εκλείπει, από τη στιγμή που συγκληθεί γενική συνέλευση, η οποία και κατ' αποστολή προβαίνει στην εκλογή των (οριστικών) μελών του διοικητικού συμβουλίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, 8/2018, ΑΠ 19/2022). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1276/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Με την με αριθμό ....2002 πράξη του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ. Ε., συστάθηκε, από μετασχηματισμό της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. & Ε.

Π. Ο.Ε ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ", η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "METALTECH PAPADAKIS GROUP", με έδρα το Δήμο Σπάτων Αττικής, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με Κωδικό Αριθμό ... και το καταστατικό της δημοσιεύθηκε νόμιμα στο τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε.

της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Με την από 1.7.2015 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ....2015, τροποποιήθηκε το άρθρο 5 του Καταστατικού της εταιρίας, μειώθηκε το μετοχικό κεφάλαιο και ορίσθηκε σε 527.682,00 ευρώ διηρημένο σε 527.682,00 μετοχές ονομαστικής αξίας του ενός (1) ευρώ.

Όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, οι αιτούντες-εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι κάτοχοι του 50% του μετοχικού κεφαλαίου και οι κυρίως παρεμβαίνοντες του υπόλοιπου 50%. Συγκεκριμένα: 1. Από τους αιτούντες κάτοχοι είναι: α) ο πρώτος Γ. Π., 15.8305 μετοχών, ήτοι 30%, β) η δεύτερη, Ε. Π., 52.768 μετοχών, ήτοι 10% και γ) η τρίτη, Μ.-Ν.

Π., 52.768 μετοχών, ήτοι 10% και 2. Από τους κυρίως παρεμβαίνοντες: α) ο πρώτος, Ι. Π., μιας μετοχής και καθένας από τους λοιπούς 131.919,5 μετοχών. Κατά το άρθρο 21 του Καταστατικού, η εταιρία διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από 3 έως 7 συμβούλους, οι οποίοι εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, για πενταετή θητεία, παρατεινόμενη, αυτομάτως, μέχρι την πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση μετά τη λήξη της θητείας τους, η οποία όμως δεν δύναται να υπερβεί την εξαετία.

Κατά δε το άρθρο 24 του Καταστατικού αυτού, αν για οποιοδήποτε λόγο κενωθεί θέση συμβούλου, επιβάλλεται στους υπόλοιπους συμβούλους, εφόσον έχουν τη νόμιμη απαρτία, να εκλέξουν τον προσωρινό αντικαταστάτη για το υπόλοιπο της θητείας του συμβούλου που αναπληρώνεται, η εκλογή δε αυτή υποβάλλεται προς έγκριση στην αμέσως επομένη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση, οι πράξεις όμως του εκλεγέντος κατ' αυτόν τον τρόπο συμβούλου θεωρούνται έγκυρες, ακόμη και αν η εκλογή του δεν εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση.

Σημειουμένου ότι, το εν λόγω άρθρο δεν συμπεριελήφθηκε στις τροποποιηθείσες διατάξεις του Καταστατικού, που έλαβε χώρα, στις 24.9.2015, όπως συνομολογούν τα διάδικο μέρη. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ίδιου Καταστατικού, η Γενική Συνέλευση των μετόχων συγκαλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο και συνέρχεται τακτικώς στην έδρα της εταιρίας τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, πάντοτε εντός του πρώτου εξαμήνου από τη λήξη κάθε εταιρικής χρήσεως, κατά δε την παράγραφο 3 αυτού, η Γενική Συνέλευση, με εξαίρεση τις επαναληπτικές συνελεύσεις και εκείνες εξομοιώνονται με αυτές πρέπει να καλείται είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την οριζόμενη για την συνεδρίαση της, συνυπολογίζονται δε οι μη εργάσιμες ημέρες, ενώ η ημέρα δημοσιεύσεως της προσκλήσεως της ΓΣ και η ημέρα συνεδριάσεώς της δεν συνυπολογίζονται.

Με το από 30.6.2014 πρακτικό της Γ.Σ. των μετόχων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και ΚΑΚ ....3015, εκλέχθηκε το νέο τριμελές Δ.Σ. της εταιρίας, η θητεία του οποίου έληγε στις 30.6.2019, ενώ με το από 1.7.2014 πρακτικό του Δ.Σ. συγκροτήθηκε σε σώμα, ως εξής: 1. Ι. Π., πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, 2. Ε. Π., αντιπρόεδρος και 3. Ε. Π., μέλος.

Ακολούθως, στις 11.5.2017 παραιτήθηκε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Ι. Π. και την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε αυτόκλητη καθολική Γ.Σ. των μετόχων με αποκλειστικό θέμα την εκλογή του νέου διοικητικού συμβουλίου. Κατά τη Γενική αυτή Συνέλευση δεν κατέστη δυνατή η εκλογή του νέου Δ.Σ. και αποφασίσθηκε ομόφωνα από τους μετόχους να ζητηθεί ορισμός Δ.Σ.

από το αρμόδιο Πρωτοδικείο. Παρά την ομόφωνη αυτή απόφαση, την 1η.6.2017 οι αιτούντες έλαβαν, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πρόσκληση για έκτακτη Γενική Συνέλευση, στις 21.6.2017, με θέμα την εκλογή νέου Δ.Σ. Οι εφεσίβλητοι, με την από 5.6.2017 εξώδική δήλωσή τους, διαμαρτυρήθηκαν και δήλωσαν ότι δεν θα λάβουν μέρος κατά την Συνέλευση αυτή.

Έτσι στη Γενική αυτή Συνέλευση της 21.6.2017 έλαβαν μέρος μόνο οι εκπροσωπούντες το υπόλοιπο 50%, ήτοι οι κυρίως παρεμβαίνοντες ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι αποφάσισαν την σύγκληση επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης στην έδρα της εταιρίας, στις 5.7.2017, με θέμα την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, συγχρόνως δε με ηλεκτρονική πρόσκληση κάλεσαν τους αιτούντες-εφεσιβλήτους να συμμετάσχουν σ' αυτήν.

Κατά την επαναληπτική αυτή Γενική Συνέλευση έλαβαν και πάλι μέρος μόνο οι κυρίως παρεμβαίνοντες-εκκαλούντες, οι οποίοι προέβησαν στην εκλογή νέου τετραμελούς Διοικητικού Συμβουλίου για μία πενταετία (μέχρι 4.7.2022) αποτελούμενη από τους: 1. Σ. Π. του Ι., 2. Π. Χ. του Γ., 3. Γ. Π. του Ε. (πρώτου εφεσιβλήτου) και 4. Ι.-Α.

Κ. του Ε. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων της 21.6.2017 που διέταξε την επαναληπτική δεν επικυρώθηκε από μεταγενέστερη απόφαση. Στις 7.7.2017 συνήλθε το Διοικητικό αυτό Συμβούλιο, πλην του πρώτου εφεσιβλήτου, Γ. Π., ο οποίος παραιτήθηκε στις ....2017 και συγκροτήθηκε σε σώμα, ως εξής: 1. Σ. Π., πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος, 2.

Π. Χ., μέλος, 3. Γ. Π., μέλος, 4. Ι.-Α. Κ., μέλος. Στις ....2017 το Διοικητικό Συμβούλιο με το υπό ίδια ημερομηνία πρακτικό του, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ με ΚΑΚ ....2017, αντικατέστησε τον παραιτηθέντα Γ. Π. με τον Σ. Κ. και με το από 27.7.2017 πρακτικό του, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ με ΚΑΚ ....2017, αντικατέστησε την παραιτηθείσα ήδη στις 8.7.2017 Ι.-Α.

Κ. με τον Μ. Κ. Για την αυτή εκλογή του νέου Διοικητικού Συμβουλίου και την επίσης αντικατάσταση των παραιτηθέντων μελών, διαμαρτυρήθηκαν οι αιτούντες- εφεσίβλητοι με την από 27.7.2017 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στους κυρίως παρεμβαίνοντες-εκκαλούντες και τον Π. Χ. στις 7.9.2017, ενώ άσκησαν κατά της εταιρίας τη με αριθμό καταθέσεως ....2017 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της αρχικώς συγκληθείσας στις 21.6.2017 και της από 5.7.2017 Επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας, δυνάμει της οποίας εξελέγη το νέο Διοικητικό Συμβούλιο.

Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3132/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή αναγνωρίζοντας την ακυρότητα αυτών, με την αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκε η κατ' άρθρο 26 παρ 1 του Ν. 2190/1920 εικοσαήμερη προθεσμία δημοσίευσης της πρόσκλησης ως την πρώτη και αφετέρου ότι η επαναληπτική γενική συνέλευση ως νέα γενική συνέλευση δεν συγκλήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο που έχει τη σχετική αρμοδιότητα αλλά από την προηγηθείσα γενική συνέλευση.

Ωστόσο, ανεξάρτητα με το πως έκρινε το ως άνω Δικαστήριο, εν προκειμένω το υπό εξέταση ζήτημα τυγχάνει η έλλειψη προσωρινής διοίκησης της ως άνω εταιρίας, αναφορικά με τη νόμιμη συγκρότηση του ανωτέρω διοικητικού συμβουλίου, λόγω της παραίτησης των μελών της, ώστε τα εναπομείνοντα μέλη της να μην αποτελούν την απαιτούμενη απαρτία του Διοικητικού Συμβουλίου για τη λήψη αποφάσεων, το οποίο είναι διάφορο από το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο θέμα.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ούτε οι κυρίως παρεμβαίνοντες-εκκαλούντες επικαλούνται ότι οι προσωρινές αντικαταστάσεις των παραιτηθέντων μελών, Γ. Π. και Ι.-Α. Κ., από τους Σ. Κ. και Μ. Κ., αντίστοιχα, υποβλήθηκαν προς έγκριση στην αμέσως επόμενη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920 και το προπαρατεθέν άρθρο 24 του Καταστατικού της εταιρίας και επομένως είναι άκυρη η εκλογή τους, τα δε εναπομείνοντα δύο μέλη, Σ.

Π. και Π. Χ., δεν έχουν την απαιτούμενη απαρτία για τη λήψη αποφάσεων. Συνακόλουθα, η ανώνυμη εταιρία στερείται Διοικητικού Συμβουλίου, δοθέντος ότι οι διατάξεις του Καταστατικού που αφορούν (σύγκληση, συγκρότηση, λειτουργία, αρμοδιότητες του ΔΣ και των ΓΣ, κλπ) δεν ανήκουν στο υποχρεωτικό περιεχόμενο που προβλέπει ο Ν. 2190/1920, ώστε να συμμορφώνονται πλήρως με το Ν. 3604/2007, αλλά αντίθετα αντιστοιχούν σε ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ως άνω νόμου και συνεπώς δύνανται να προβλέψουν διαφορετικά οι διάδικοι (...).

Με γνώμονα δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 79 αρθρ. 10 του Ν. 3604/2007 οι υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες έχουν τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση στις ως άνω περιπτώσεις σύγκλησης και συγκρότησης των ΔΣ και ΓΣ, να εναρμονίσουν τα συνταχθέντα, υπό το προγενέστερο καθεστώς καταστατικά τους με τις προβλέψεις του τελευταίου αυτού νόμου, απορριτπομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης.

Ενόψει τούτων πρέπει να διορισθεί προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, από τα προτεινόμενα από τους αιτούντες πρόσωπα, κατόπιν παραδεκτής μεταβολής της αίτησής τους, καθώς δεν βλάπτονται τα συμφέροντα των μετεχόντων στη δίκη....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 742/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ'ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση των αναιρεσίβλητων.

To Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και του ν. 2190/1920, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτά τον αναιρετικά έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 69 του ΑΚ, κρίνοντας ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν τον ορισμό προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Προϊόντων Υψηλής Τεχνολογίας" και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920, καθώς και του άρθρου 24 του Καταστατικού της εταιρίας, το οποίο δεν συμπεριελήφθηκε στις τροποποιηθείσες διατάξεις αυτού (καταστατικού) που έγιναν στις 24-9-2015, έκρινε ότι οι προσωρινές αντικαταστάσεις των παραιτηθέντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Γ.

Π. και Ι.-Α. Κ., από τους Σ. Κ. και Μ. Κ.), υποβλήθηκαν για έγκριση στην αμέσως επόμενη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων κατά τις ως άνω διατάξεις και επομένως η εκλογή τους ήταν άκυρη, τα δε εναπομείνοντα δύο μέλη, Σ. Π. και Π. Χ., δεν είχαν την απαιτούμενη απαρτία για τη λήψη αποφάσεων, με αποτέλεσμα η ανώνυμη εταιρία να στερείται Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον οι διατάξεις του Καταστατικού που αφορούν τη σύγκληση, συγκρότηση, λειτουργία, αρμοδιότητες του Δ.Σ.

και της Γ.Σ. δεν ανήκουν στο υποχρεωτικό περιεχόμενο που προβλέπει ο ν. 2190/1920, ώστε να συμμορφώνονται πλήρως με το ν. 3604/2007. Η έλλειψη δε μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του Δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 14/2021).

Περαιτέρω, το Εφετείο, αιτιολόγησε με σαφήνεια και ότι εν προκειμένω ερευνητέο ζήτημα ήταν η έλλειψη προσωρινής διοίκησης της εταιρίας, αναφορικά με τη νόμιμη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου της, λόγω της παραίτησης των μελών της, ώστε τα εναπομείνοντα μέλη της να μην αποτελούν την απαιτούμενη απαρτία του διοικητικού συμβουλίου για τη λήψη αποφάσεων, το οποίο είναι διαφορετικό από την ακυρότητα της αρχικώς συγκληθείσας στις 21-6-2017 και 5-7-2017 επαναληπτικής γενικής συνέλευσης της εταιρίας, με την οποία εξελέγη το νέο διοικητικό συμβούλιο και η οποία (ακυρότητα) αναγνωρίστηκε με την με αριθ. 3132/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 πλημμέλεια. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 24/2023, ΑΠ 3/2021).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 8/2013, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ.3).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για τη, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α' και β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε, δηλ. ότι "το υπό εξέταση ζήτημα τυγχάνει η έλλειψη διοίκησης της εταιρίας αναφορικά με τη νόμιμη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου, λόγω παραίτησης των μελών της, ώστε τα εναπομείναντα μέλη της να μην αποτελούν την απαιτούμενη απαρτία του Δ.Σ.

για τη λήψη αποφάσεων και ακολούθως ότι οι εν λόγω αντικαταστάσεις ήταν άκυρες, γιατί έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 24 του καταστατικού", ενώ "το εξεταστέο ζήτημα ήταν η έλλειψη νόμιμης διοίκησης λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας των από 21-6-2017 και 5-7-2017 αποφάσεων Γ.Σ. της εταιρείας" και δεν έλαβε υπόψη "τους αντίθετους δικούς μας ισχυρισμούς που αποδεικνύονται και από έγγραφα ....".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον: α) οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού αυτοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της ένδικης αίτησης και β) κατά το μέρος που προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος α) την παραίτηση της Ι.-Α. Κ. και β) το από 15-1-2018 πρακτικό Γ.Σ.

O λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε "... τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και από τις με αριθμό ...-2017 και ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις των συμβολαιογράφων Αθηνών Δ.

Μ. και Α. Μ., που προσκομίζουν με επίκληση οι αιτούντες-εφεσίβλητοι, οι οποίες παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη κατά την παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 759 παρ 3 ΚΠολΔ και χωρίς κλήτευση των καθ' ων η αίτηση αντιδίκου (...), καθώς και από τα δικόγραφα και τις δικαστικές αποφάσεις από άλλες, προηγηθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων, δίκες και από τις ομολογίες των διαδίκων ...".

Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το ως άνω δικαστήριο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις αποδείξεις που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 8-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4309/567/2021) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1276/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.

Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ