Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling lower court correctly applied substantive law.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the termination of a labor contract. The appellant argued the termination was abusive and violated substantive law, while the opposing party maintained the dismissal was lawful. The court found the lower court properly evaluated all evidence, including prior case law, and correctly applied the relevant legal provisions without error.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 para. 1, 8, 11, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the law to the proven facts, and arguments regarding the consideration of prior case law are rejected if the lower court explicitly took them into account.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 625 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 625/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.
Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στύλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/2/2002 και 20/6/2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 15/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσοντος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ δικαίωμα του καταγγέλοντος που ασκείται με μονομερή δικαιοπραξία, απευθυντέα και εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα.
Η άσκηση του προς καταγγελία δικαιώματος υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική του άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αν λοιπόν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από το μισθωτό που απολύθηκε προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως ότι η απόλυση έγινε προς το σκοπό της εκδίκησης, ο από το άρθρο 281 ισχυρισμός απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας.
Αν, παρά ταύτα, το δικαστήριο, αφού δεχθεί ότι η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν αποδείχθηκε, δεχθεί περαιτέρω ως πραγματικό αίτιο της καταγγελίας αυτής τους λόγους που επικαλέστηκε ο καταγγείλας εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, η κρίση του αυτή δεν αφορά σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως η τυχόν ανεπάρκεια της κρίσης αυτής δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το διατακτικό στηρίζεται πλήρως στην παραδοχή ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τ' ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Με την υπ' αρ. 111/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, καταστάσα τελεσίδικη δι' απορρίψεως της κατ' αυτής εφέσεως, με την 425/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κρίθηκαν τελεσίδικα τα ακόλουθα ουσιαστικά ζητήματα που αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερης δίκης επί της από 9-6-2000 αγωγής της ίδιας της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά του ιδίου αναιρεσιβλήτου - εναγομένου: 1) ότι η αναιρεσείουσα με την ένδικη σύμβαση εργασίας προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως λαντζέρα στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του αναιρεσιβλήτου από 12-3-1997 έως 26-5-2000, αντί του νομίμου ημερομισθίου 2) ότι η καταγγελία που έγινε εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου στις 26-5-2000 είναι άκυρη ως ασκηθείσα καταχρηστικώς καθ' υπέρβαση των υπό του άρθρ. 281 Α.Κ.
επιτρεπομένων ορίων 3) ότι ο αναιρεσίβλητος που δεν αποδεχόταν τις προσφερθείσες από την αναιρεσείουσα υπηρεσίες μέχρι την 31-10-2000, ως υπερήμερος εργοδότης, ήταν υπόχρεος να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας μέχρι την 31-10-2000. 4) ότι ο αναιρεσίβλητος έχει υποχρέωση να ανέχεται την αναιρεσείουσα να εργάζεται στο εργαστήριό τους ως λαντζέρα ζαχαροπλαστικής σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.
Τα θέματα αυτά, επειδή έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου δεν επανεξετάζονται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνέχισε κα από 1-11-2000 έως 17-6-2002 να μην αποδέχεται τις πραγματικώς προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας. Στις 17-6-2002 ο αναιρεσίβλητος προέβη εγγράφως σε νέα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι λόγω της μεσολαβήσασας αντιδικίας του με την αναιρεσείουσα διαταράχθηκαν οι σχέσεις τους, ώστε να καθίσταται γιαυτόν αδύνατη η εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, συγχρόνως δε, προσφέρθηκε στην καταβολή του ποσού των 1029 ευρώ ως αποζημίωση.
Η νέα αυτή καταγγελία δεν έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του εργοδότη - αναιρεσιβλήτου, καθόσον αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της μεσολαβήσασας αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, διαταράχθησαν σοβαρά οι μεταξύ των σχέσεις, και επήλθε άρση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο της ενάγουσας εκ μέρους του εργοδότη της αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να είναι αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης, αφού ουδεμία εκτίμηση, επικοινωνία, και κατανόηση, υπάρχει μεταξύ τους, ώστε να μπορέσει να συνεχισθεί η συνεργασία τους στα πλαίσια που υπαγορεύει η ένδικη σύμβαση εργασίας.
Ως εκ τούτου η γενόμενη από 17-6-2002, δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία έγινε νομοτύπως και για την οποία καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, είναι καθόλα έγκυρη, και η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται έκτοτε μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα πέρα από την άνω ημερομηνία και ότι η αγωγή ως προς αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές, με τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η γενόμενη στις 17-6-2002 από τον αναιρεσίβλητο καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, που συνέδεε αυτόν με την αναιρεσείουσα, ήταν καταχρηστική αλλά έγκυρη με συνέπεια τη λύση της εργασιακής σύμβασης δεν παραβιάστηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, από τον αρ. 1 του εν λόγω άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 - 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών. Στην προκείμενη υπόθεση με τον από τα εδ. 8 περ. β' και 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη της την 45/2005 απόφαση του Άρειου Πάγου και τον ισχυρισμό της ότι με την απόφαση έγινε αμετακλήτως δεκτό, ύστερα από εξέταση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που προηγήθηκε της κρινόμενης, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προαποφασίσει την απόλυσή της όχι μόνο διότι αρνήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον συναδέλφου της, που ήταν σε αντιδικία με αυτόν, αλλά και διότι, απεναντίας, κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ του ίδιου συναδέλφου της.
Ο λόγος αυτός, που παρά την αναφορά του και στο εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται, σύμφωνα με το περιεχόμενό του, στην πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του ίδιου άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, αναφορικά με την εγκυρότητα της δεύτερης από 17-6-2002 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης και την λύση, ως εκ τούτου, αυτής έκτοτε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη απόφαση του Άρειου Πάγου, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Από τη βεβαίωση δε αυτή και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την ανωτέρω αρειοπαγιτική απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 264/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ