Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding debt insolvency proceedings and statute of limitations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment declaring the respondent insolvent. The appellant argued the lower court failed to prove permanent insolvency and ignored the wife's unemployment status, but the court rejected these as inadmissible attacks on the facts. The court ruled that the appeal was procedurally barred by the statute of limitations and that the lower court's factual findings were legally unreviewable.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 560, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; Article 74 of Law 4690/2020: Appeals challenging factual findings regarding insolvency are inadmissible as they attack the unreviewable discretion of the court of first instance, and specific procedural laws may bar costs even in ordinary appeals.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 624 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 624/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καραγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 17-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10/18-9-2020), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 191/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Και ναι μεν η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 12-6-2018, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 18-9-2020, πλην όμως δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης) η διετής καταχρηστική προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), στην οποία ορίζεται ότι : "1.
Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, Συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Στην ερευνώμενη υπόθεση, επομένως, η διετής προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, που άρχιζε την 13-6-2018 (επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης) και έληγε στις 13-6-2020, διεκόπη στις 13-3-2020 και συνεχίσθηκε εκ νέου στις 31-5-2020, οπότε υπολειπόταν χρονικό διάστημα εκατόν δέκα ημερών [80ημ. (χρόνος αναστολής)+30 ημ.) για να συμπληρωθεί η ως άνω διετής προθεσμία, η οποία συνακόλουθα συμπληρωνόταν στις 30-9-2020, απορριπτομένου του περιεχομένου στις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί εκπρόθεσμης άσκησης αυτής (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1170/2022).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του (μοναδικού) λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:
Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, από 18-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 749/2014) αίτησή του κατά των καθών πιστωτών του, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές του, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας της οικογενείας του σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας του, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής του κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή του από αυτά.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 11/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το χρέος του προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, ενώ εξαίρεσε από την ρευστοποίηση τη κύρια κατοικία του. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε την από 20-2-2018 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 27/2018) έφεση, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ν. 3869/2010 και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης του αιτούντος-οφειλέτη. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή κατ' ουσία. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά:
''.... Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι ... ετών και έχει τελέσει γάμο με την Α. Κ. του Π., ηλικίας ... ετών. Έχουν αποκτήσει δύο δίδυμα τέκνα, το Σ. και τον Π., ηλικίας ... ετών, οι οποίοι είναι μαθητές Γυμνασίου. Διαμένουν σε μονοκατοικία κείμενη στην ..., αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 55,06 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 55,06 τ.μ.
και πρώτο όροφο εμβαδού 36,71 τ.μ. και δύο ημιυπαίθριους χώρους συνολικού εμβαδού 18,35 τ.μ., η οποία περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2008 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Α. Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα. Για την αγορά του ακινήτου αυτού, που αποτελεί την πρώτη κατοικία της οικογένειάς του, ο αιτών συνήψε με το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) την επίδικη υπ' αριθ. ...-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 145.000€, με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής 360 μηνών και ποσό δόσης 716,43€.
Επίσης, ο αιτών είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας VW μοντέλο ΡΑSSΑΤ, 1598 κυβικών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2005, το οποίο χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις από και προς την εργασία του, καθώς και για τις ανάγκες της οικογένειάς του. Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση του αιτούντος και της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας των τέκνων του, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, η μόρφωση των τέκνων, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, δεν υπολείπεται των 1.100€ μηνιαίως.
Σημειωτέον ότι, οι δαπάνες αυτές θα βαίνουν αυξανόμενες τα επόμενα έτη, καθώς τα τέκνα του αιτούντος θα υποχρεωθούν να υποβληθούν σε πρόσθετες δαπάνες για την προετοιμασία τους για τη συμμετοχή τους στις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο αιτών είναι υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του κατά το χρόνο σύναψης της ανωτέρω δανειακής σύμβασης (Ιούνιος 2008), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος του ιδίου για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), ανέρχονταν στο ποσό των (19.910,57€ : 12) = 1.659,21€.
Κατά τον ίδιο χρόνο η σύζυγος του εσόδευε σε μηνιαία βάση από την εργασία της ως ιδιωτική υπάλληλος το ποσό των (5.076,52€ : 12) = 423,04€, συνεπώς το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των (1.659,21€ + 423,04€) = 2.082,25€. Κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (Δεκέμβριος 2014), οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.220,69€ (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας μηνός Οκτωβρίου έτους 2014).
Κατά τον ίδιο χρόνο η σύζυγος του εσόδευε σε μηνιαία βάση από την εργασία της ως ιδιωτική υπάλληλος το ποσό των (6.569,25€ : 12) = 547,44€ (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος της ιδίας για το φορολογικό έτος 2014 [χρήση 2014]), συνεπώς το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των (1.220,69€+547,44€) = 1.768,13€.
Τέλος, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.316,27€ (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2017). Την ίδια στιγμή η σύζυγός του ήταν άνεργη (βλ.
την προσκομιζόμενη κάρτα ανεργίας), συνεπώς το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ισούταν με τις καθαρές αποδοχές του αιτούντος ύψους 1.316,27€. Άλλα οικογενειακά εισοδήματα, όλα αυτά τα χρόνια, δεν αποδεικνύονται. Πιο συγκεκριμένα, η σύζυγος του αιτούντος είναι κυρία ενός διαμερίσματος στη ..., εμβαδού 22 τ.μ., το οποίο όμως δεν της αποφέρει κανένα εισόδημα, καθώς σ' αυτό φιλοξενεί τον νεφροπαθή αδελφό της χωρίς να λαμβάνει κάποιο αντάλλαγμα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, ενώ κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης δανειακής σύμβασης, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 2.082,25€, δηλαδή επαρκούσε για την κάλυψη των βασικών δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του και την καταβολή της οφειλόμενης δόσης προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στη συνέχεια μειώθηκε, ανερχόμενο κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης στο ποσό των 1.768,13€, και κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο ποσό των 1.316,27€.
Ως συνέπεια τούτου, εφόσον η δόση προς εξόφληση του δανείου παρακρατούνταν κατά νόμο από το μισθό του αιτούντος μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης, αφενός τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος υπέστησαν στερήσεις, αφετέρου δημιούργησαν χρέη προς τρίτους. Το τελευταίο ευχερώς αποδεικνύεται από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, της οποίας οι απαιτήσεις ορθώς μεν κρίθηκε ότι δεν μπορούν να υπαχθούν σε ρύθμιση, από αυτές όμως προκύπτει ότι ο αιτών περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών.
Η οφειλή του αιτούντος από το παραπάνω δάνειο κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανερχόταν στο ποσό των 130.770,85€ (όπως προκύπτει από την από 9-8-2017 κατάσταση οφειλών του ΤΠΔ) και είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με υποθήκη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, λόγω του ύψους των δανειακών του υποχρεώσεων και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα, έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι μετά την πληρωμή κάθε δόσης προς το εκκαλούν, το υπόλοιπο του μισθού του δεν επαρκεί για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου, ο αιτών, ο οποίος δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή πραγματική αδυναμία πληρωμών.
Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον, ούτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών αυτών ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή τους, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, ούτε προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ένα επίπεδο πολυτελούς διαβίωσης ανώτερο αυτού που του επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες, ούτε βρέθηκε από υπαιτιότητά του μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η οποία, αποδίδεται στη μείωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην αύξηση του μηνιαίου κόστους διαβίωσης με βάση πασίδηλα γεγονότα (αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος) ... Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η αίτηση επειδή με σειρά δικαστικών αποφάσεων έχουν κριθεί αντισυνταγματικές οι περικοπές στους μισθούς των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και για το λόγο αυτό οι αποδοχές τους θα αποκατασταθούν στα επίπεδα του Ιουλίου 2012, πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα τέτοια αποκατάσταση δεν υπήρξε.
Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, με διαφορετική έστω εν μέρει αιτιολογία, και ακολούθως ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ορίζοντας 28 μηνιαίες καταβολές προς το εκκαλούν ποσού 350,00€, ταυτόχρονα υποχρέωσε τον αιτούντα να καταβάλει μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των παραπάνω καταβολών το ποσό των 3.200,00€ στον ανωτέρω πιστωτή του, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του και επέβαλε στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως στον παραπάνω πιστωτή του για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του το ποσό των 256,67€ μηνιαίως για 15 έτη (180 δόσεις), ορθά εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά του περί επανασυζήτησης της αίτησης και μη υπαγωγής της οφειλής του αιτούντος σε ρύθμιση κατά το χρόνο που επιλήφθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επειδή είναι πιθανή η μεταβολή των εισοδημάτων της συζύγου του λόγω ανεύρεσης εργασίας ή αύξησης των αποδοχών του ιδίου στο άμεσο μέλλον. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφενός διότι δεν αναμένεται να διαφοροποιηθεί σημαντικά η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του αιτούντος εντός των επόμενων ετών λόγω της υπάρχουσας οικονομικής συγκυρίας που έχει επηρεάσει βαθύτατα την ελληνική οικονομία, αφετέρου διότι η αναβολή της κρίσης του Δικαστηρίου θα συνεπαγόταν νέα δικαστικά έξοδα για τον αιτούντα, στερήσεις για την οικογένειά του και δημιουργία πρόσθετων χρεών προς τρίτους, αφού θα εξακολουθούσε η αδυναμία πληρωμών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι έχουν ήδη παρέλθει τέσσερα έτη από την κατάθεση της ένδικης αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, το εκκαλούν διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την τροποποίηση της απόφασης αυτής, εφόσον τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ρύθμισε το χρέος του αιτούντος προς το εκκαλούν, κρίνοντας ότι δεν είναι αναγκαίο να ορίσει νέα δικάσιμο για επανασυζήτηση της αίτησης, επειδή δεν έκρινε πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την ουσιώδη βελτίωση της οικονομικής κατάστασής του, δεν έσφαλε κατά το μέρος που παραπονείται το εκκαλούν...''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της με αριθμ. 11/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη από 18-12-2014 αίτηση του αναιρεσίβλητου.
Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αναιρεσίβλητου-αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της χρηματικής του οφειλής.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος της δανειακής σύμβασης που ανέλαβε ο αιτών από το αναιρεσείον, το οποίο ανέρχεται στα ποσά των 145.000 ευρώ, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου (Ιούνιος 2008), συμπεριλαμβανομένου και αυτό της συζύγου του, ως ιδιωτικής υπαλλήλου, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 2.082,25 ευρώ, γ) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (Δεκέμβριος 2014), συμπεριλαμβανομένου και αυτό της συζύγου του, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 1.768,13 ευρώ, δ) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (19.9.2017), το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 1.316,27 ευρώ, ε) ότι η σύζυγός του κατά τον ως άνω χρόνο ήταν πλέον άνεργη λόγω αδυναμίας εύρεσης εργασίας, στ) την ηλικία του αιτούντος, ο οποίος είναι υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, της συζύγου του και των δύο ανήλικων τέκνων τους, οι οποίοι είναι μαθητές Γυμνασίου, ζ) ότι ο αιτών-οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων του λόγω της οικονομικής κρίσης, η) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας του το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.100 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή τους, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 716,43 ευρώ, το Εφετείο έκρινε ότι ο αιτών-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να καταγνωστεί ότι ο αναιρεσίβλητος τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθεται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύζυγος του αιτούντος ήταν άνεργη, ούτε προσκομίζονται σχετικά έγγραφα για την εξαγωγή του συμπεράσματος αυτού, β) αν μελλοντικά το καθεστώς ανεργίας της συζύγου του αιτούντος θα μεταβληθεί και γ) η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αναιρεσίβλητου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της μη περιέλευσης του αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο σχετικός από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για το ότι αυτός δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του ληξιπρόθεσμου χρέους του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 17-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10/18-9-2020), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 191/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ