Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, remanding case for retrial on statutory grounds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a First Instance Court decision dismissing her labor dispute. The appellant argued that the employer violated labor laws by using successive fixed-term contracts instead of a single indefinite-term contract and failed to grant statutory holiday allowances. The court found these arguments valid, ruling that the initial contract structure was illegal and the employer must pay the claimed benefits directly. Consequently, the appeal was granted, the lower court decision was annulled, and the case was remanded for retrial with a new judge.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 8(1) and 3 of Law 2112/1920; Articles 281, 671 of the Civil Code; Article 25(1) and 3 of the Constitution: Successive fixed-term employment contracts violating the principle of a single indefinite-term contract are invalid, and statutory holiday allowances are due to the employee regardless of the contract's formal validity.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 598 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 598/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Βερβεσό, Δημήτριο Βασιλείου και Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο, που κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.)", που υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ήδη καταργηθέντος "Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Δημητροπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Συλλόγου των Υπαλλήλων Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Αθηναίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 829/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2731/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1078/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 12/7/2018 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12 Ιουλίου 2018 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτήν ασκηθείσα από 4 Ιουλίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 4886/445/6.7.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 2731/2.6.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1078/8.6.2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η λαβούσα χώρα κατά τη δικάσιμο της 27ης Φεβρουαρίου 2017 συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε κλήτευση του κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προσθέτως παρεμβάντος συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" και την στη συνέχεια της έκδοσης αυτής κλήτευση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του εν λόγω προσθέτως παρεμβάντος σωματείου να παραστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθμούς 4708/28.9.2018 και 4709/28.9.2018 εκθέσεις επίδοσης της από 4.7.2017 αίτησης αναίρεσης και της από 12.7.2018 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση αντίστοιχα προς το προσθέτως παρεμβάν σωματείο, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τ.
Ο.. Με την από 12 Ιουλίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 4886/445/6.7.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ.2731/2.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 829/13.3.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 5618/29.8.2014 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από 16.9.2010 και με αριθ. κατάθ. 168684/5632/29.9.2010 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Οργανισμού, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 19.7.2010 (σιωπηράς) καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής [που είχε τον χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου], λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων (έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης), είχε υποχρεώσει το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της και είχε επί πλέον υποχρεώσει το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 13.541 ευρώ με το νόμιμο τόκο και ειδικότερα το ποσό των 7.916 για αποδοχές υπερημερίας κατά τα αναγραφόμενα εκεί χρονικά διαστήματα της περιόδου από 25.8.2010 έως 25.10.2010 και από 23.5.2012 έως 3.6.2012 και το ποσό των 5.625 ευρώ για (δεδουλευμένα) επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2008 - 2010.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση του στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι στο σκεπτικό της διαλαμβάνει, το μεν ανεπαρκείς (με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο), το δε αντιφατικές αιτιολογίες (με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο), σχετικά με την απορριπτική της κρίση, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ως προς τον χρόνο έναρξης αυτής αντίστοιχα.
Εφόσον όμως με την προσβαλλομένη απόφαση η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη, χωρίς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι επικαλούμενες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επομένως, οι ως άνω δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Εάν, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 12/1991). Και τούτο διότι η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό, ανεξάρτητα αν αυτός δεν έγινε δεκτός. Τέλος δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει συνεπώς τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς του δικαιώματος αυτής αγωγικούς ισχυρισμούς της για τα επί μέρους χρονικά διαστήματα της απασχόλησής της από το έτος 2000 και εντεύθεν στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά και έργου στη συνέχεια, από τις οποίες προέκυπτε ο χαρακτήρας της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου δε δεν έλαβε υπ' όψη του τις επί μέρους έγγραφες συμβάσεις εργασίας και έργου που αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς της αυτούς.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς, αναγράφοντας στο σκεπτικό του (φύλλο 2ο της προσβαλλομένης απόφασης) τα επί μέρους χρονικά διαστήματα της απασχόλησης της αναιρεσείουσας από 9.10.2000 έως 17.7.2010 στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ και στον Δήμο Αθηναίων, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά και στη συνέχεια διαδοχικών συμβάσεων έργου, όπως τα διαστήματα αυτά διαλαμβάνονταν στην αγωγή αυτής και στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή (και συνακόλουθα τους θεμελιούντες αυτήν ως άνω ισχυρισμούς) για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους, με την ειδικότερη μνεία μάλιστα ότι οι συμβάσεις αυτές διανύθηκαν σε διαφορετικούς φορείς (εναγόμενο και Δήμο Αθηναίων) και ότι απείχαν μεταξύ τους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, με συνέπεια να μην υπάρχει μεταξύ αυτών η αναγκαία συνοχή και χρονική ενότητα (φύλλο 7ο προσβαλλομένης απόφασης).
Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπ' όψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε στη συνέχεια, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η μη λήψη υπόψη των επικαλουμένων εγγράφων συμβάσεων, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα], τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη την αγωγή (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη της τις επί μέρους διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου και χρόνου και έργου που είχε καταρτίσει με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., τις οποίες επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση και προσκόμισε ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων, από τις οποίες αποδεικνυόταν ο θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός της ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με χρονικό σημείο έναρξής της πριν την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001. Εφόσον όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπ' όψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων [εγγράφων]. Επομένως, ο ως άνω έκτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπομένη στο άρθ. 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1080/2014). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ.
προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 18/2006).
Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 ( σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206), με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη σύμβαση μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα και φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγουμένη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από τους υπαλλήλους του, ότι με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και λεπτομέρειες σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου και ότι σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, ενώ με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου [αναριθμηθείσα σε παρ. 9 με το Ν. 3812/2009) ορίσθηκε ότι για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το υπ' αυτού εξουσιοδοτημένο όργανο.
Με τις παρ. 2, 3 και 4 του ιδίου άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, όπως αυτές ίσχυαν ως εκ του κρίσιμου χρόνου στις 10.10.2007, 14.10.2008 και 30.9.2009 (χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων έργου μεταξύ των διαδίκων), πριν την αντικατάσταση της πρώτης από τις πιο πάνω παραγράφους και την αναρίθμηση όλων με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28.12.2009) ορίσθηκε ότι για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ. 2, αναριθμηθείσα σε παρ. 5 με το Ν. 3812/2009, και παράλληλη τροποποίησή της με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο ΑΣΕΠ), ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, ότι παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ότι απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή εργασίες άσχετες με εκείνες που περιγράφονται στη σύμβαση απαγορεύονται και συνεπάγονται τον καταλογισμό ολικώς ή μερικώς της αμοιβής του αναδόχου σε βάρος του υπευθύνου υπηρεσιακού οργάνου και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3, αναριθμηθείσα σε παρ. 6 με το Ν. 3812/2009) και ότι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων παραπέμπονται υποχρεωτικώς στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία κατά τις οικείες διατάξεις και διώκονται αυτεπαγγέλτως ή κατ' έγκληση οποιουδήποτε πολίτη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 4, αναριθμηθείσα σε παρ. 7 με το Ν. 3812/2009).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ.2 του ιδίου Δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση).
Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.
Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1 ) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.
Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω διατάγματος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίσθηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο.
Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Τέλος, με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι κατ' εξαίρεση και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες για άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δέκα οκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιαμέσων χρονικών μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσυνδέει τη διάρκεια του χρόνου διακοπής μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου για την αναγνώριση της σχέσης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 11 μόνο για την κατηγορία απασχολουμένων μισθωτών με αναπηρία άνω του 50%, συνάγεται εξ αντιδιαστολής, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου που ρητώς παραπέμπει στη ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου απασχολουμένου σε δημόσιο φορέα μισθωτού, όταν τα μεταξύ αυτών διαστήματα διακοπής υπερβαίνουν το διάστημα των τριών μηνών (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013), είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες για την εφαρμογή της στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις.
Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ.
ΟλΑΠ 16/2017). Ανεξάρτητα όμως από την Οδηγία αυτή και των προς εφαρμογή αυτής ρυθμίσεων του πιο πάνω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920.
Με τη διάταξη αυτή, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου [ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία], ανεξάρτητα αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο κ.λ.π. α) πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2002), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν κατά τα προλεχθέντα την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ή που ήσαν ενεργείς μέχρι τρεις μήνες πριν την έναρξη ισχύος του), και οι οποίες (συμβάσεις) συνεχίσθηκαν δε και είναι ενεργείς κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών και εφεξής, καλύπτουν δε κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 13/2017). Επομένως είναι νομικά αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, λόγω έλλειψης κάποιας από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η σχετική ρύθμιση, ή ότι η παροχή της εργασίας από τον μισθωτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου συνεχίσθηκε να παρέχεται στον φορέα, από κάποιο χρονικό σημείο και εφεξής, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997.
Αντιθέτως, εάν η πρώτη από τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις πιο πάνω προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει.
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/81 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν.133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται από το νόμο ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους αλλά και από το ότι - αντιθέτως - στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/80 , του άρθρου 1 παρ. 2 της ΚΥΑ 19040/81 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση και όχι για σύμβαση εργασίας.
Επομένως και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται ευθέως εκ του νόμου και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 859/2003) και κατά συνέπεια, είναι νομικώς αδιάφορη η εγκυρότητα ή μη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την επιδίκαση των πιο πάνω παροχών στο μισθωτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 16.9.2010 και με αριθ. κατάθ. 168684/5632/2010 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), [όπως αυτή διευκρινίσθηκε κατά περιεχόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας (άρθ. 224 του ΚΠολΔ) με την απάλειψη ειδικότερα της μνείας των χρονικών διαστημάτων που η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε καταρτίσει με το Δήμο Αθηναίων πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης της με το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
και κατά τα μεσοδιαστήματα], η (δεύτερη) ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, διαλαμβάνοντας σε αυτήν και το περιεχόμενο προγενέστερης από 1.11.2006 αγωγής αυτής [της οποίας δεν προκύπτει η διαδικαστική της πορεία], ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου παρείχε την εργασία της ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής στο (αρχικά) εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" [του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη πριν τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων"] κατά τα χρονικά διαστήματα από 9.10.2000 έως 30.6.2001, από 16.10.2001 έως 30.6.2002, από 2.9.2002 έως 30.6.2003, από 20.10.2003 έως 30.6.2004, από 20.7.2004 έως 20.6.2005, από 4.10.2005 έως 4.9.2006.
Ότι το αντικείμενο της εργασίας της συνίστατο στην παροχή υπηρεσιών φυσικής αγωγής στον εναγόμενο Οργανισμό και στην υλοποίηση ομαδικών προγραμμάτων και προγραμμάτων μυϊκής ενδυνάμωσης, παράδοση μαθημάτων κλασσικού αθλητισμού καθώς και σε κάθε φύσης υπηρεσίες άθλησης και εκγύμνασης. Ότι αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο του αρχικά εναγομένου, που καθόριζε τον τόπο, χρόνο, είδος και τρόπο παροχής της εργασίας της για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών λειτουργικών αναγκών αυτού στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού του, που είναι η παροχή υπηρεσιών αθλοπαιδιών, εκγύμνασης και φυσικής αγωγής των δημοτών του Δήμου, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές κατ' επίφαση να έχουν ονομασθεί συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού δεν εξυπηρετούσαν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες του αρχικά εναγομένου, και συνακόλουθα να φέρουν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.
Ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου έλαβε χώρα προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της και εκμετάλλευσή της. Ότι μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004, αυτή κατέθεσε κατά το άρθρο 11 αυτού αίτηση αναγνώρισης της εν λόγω σχέσης ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνοδευομένη με σύμφωνη απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου ότι η εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, επί της οποίας όμως αποφάνθηκε αρνητικά το ΑΣΕΠ, διότι ο μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων χρόνος διακοπής ήταν μεγαλύτερος του τριμήνου.
Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αυτή εξακολούθησε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες, όπως και προηγουμένως, προς το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου, που υπέκρυπταν όμως κατά τα άνω εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου, για τα χρονικά διαστήματα από 13.9.2006 έως 13.6.2007, από 10.10.2007 έως 10.7.2008, από 14.10.2008 έως 14.8.2009 και από 3.9.3009 έως 17.7.2010.
Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω συμβάσεις έργου, το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. αρνήθηκε από 19.7.2010 ν' αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία σύμβαση είχε λήξει και δεν επρόκειτο ν' ανανεωθεί, με συνέπεια να καταγγείλει σιωπηρά τη σύμβαση αυτή, που φέρει κατά τα προεκτεθέντα χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι δεν έλαβε χώρα εγγράφως, ούτε της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, ενώ, επί πλέον το αρχικά εναγόμενο δεν την είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ, ως όφειλε (άρθ. 2 παρ. 4 του Ν. 2556/1997), με συνέπεια το αρχικά εναγόμενο να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη και να οφείλει να της καταβάλει κατά το άρθρο 656 του ΑΚ αποδοχές υπερημερίας, με βάση τις καταβαλλόμενες σε αυτήν αποδοχές, συνολικού ύψους 1.250 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και του με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος για τη φύση της σχέσης αυτής με το αρχικά εναγόμενο, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε με την ένδικη αγωγή της ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 19.7.2010 καταγγελίας αυτής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της υπό τους ιδίους ως και προηγουμένους όρους με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 34.375 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 20.7.2010 έως 31.12.2012, επικουρικά δε, εφόσον η ανωτέρω καταγγελία ήθελε κριθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 7.291,66 ευρώ γι' αποζημίωση απόλυσης και επί πλέον, επικαλούμενη τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.375 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2008 - 2010.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθ. 829/2014 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κατά μερική παραδοχή αυτής ως βάσιμης κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 19.7.2010 (σιωπηράς) καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής, λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων (έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης), η οποία (σύμβαση) κατά την κρίση του δικαστηρίου μετά από εκτίμηση των αποδείξεων έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της και υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 13.541 ευρώ με το νόμιμο τόκο και συγκεκριμένα το ποσό των 7.916 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα της περιόδου από 25.8.2010 έως 25.10.2010 και από 23.5.2012 έως 3.6.2012 [μετ' αφαίρεση του χρονικού διαστήματος που αυτή απασχολήθηκε στο εναγόμενο με προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών] και το ποσό των 5.625 ευρώ για (δεδουλευμένα) επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2008 - 2010.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε την από 27.8.2014 και με αριθ. κατάθ. 5618/2014 έφεση αυτού. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε κατά την αυτή διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία αφού διέλαβε σχετικές σκέψεις ότι μετά την Συνταγματική αναθεώρηση δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920, ούτε και μετά την ενσωμάτωση της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη με το Π.Δ/μα 164/2004, καθότι η Οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά προβλέπει τούτο ως μέτρο δυνητικό, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, καθ' όλες τις επί μέρους βάσεις της, κύριες και επικουρικές, ως μη νόμιμη, με το ακόλουθο σκεπτικό: "...διότι οι ως άνω επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας, με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, διανύθηκαν σε διαφορετικούς φορείς (εναγόμενο και Δήμο Αθηναίων), απείχαν μεταξύ τους και κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, όπως ειδικότερα προεκτέθηκε, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτουμένη κατά νόμο (άρθ. 8 παρ.1 β και 3 του ν. 2112/1920, 21 παρ.1 ν. 2190/1994) συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών, επιπροσθέτως δε διότι από το άρθρο 6 παρ. 1 και 6 του ν. 2527/1997 συνάγεται ότι οι συμβάσεις μισθώσεως έργου που συνάπτονται με υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, καθώς και τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών με φυσικά πρόσωπα έχουν πάντοτε το χαρακτήρα μισθώσεως έργου, έστω και αν ο συμβασιούχος παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, στα πλαίσια της οποίας καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντισυμβαλλομένου του, και επομένως δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, τέλος δε, καθό μέρος οι ένδικες συμβάσεις έγιναν μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (17.4.2001) απαγορεύεται από το νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ή να επέλθει μονιμοποίηση της ενάγουσας, ακόμη και αν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, προκειμένου οι επικαλούμενες από την ενάγουσα διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Εξάλλου εργασία που προσφέρεται κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμία αξίωση αμοιβής, ούτε κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από το άρθρο 22 παρ.1 εδ.
β του Συντάγματος, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 243/2008), καθόσον η ενάγουσα ανήκει σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων εκείνης των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε όμως και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ), ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του παρά τις ως άνω διατάξεις διατηρηθέντος προσωπικού δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής του (μισθός κλπ) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό, που διατηρείται παράνομα, ποσά καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήρια εσφαλμένα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 13.451 ευρώ [...], κατά παραδοχή των σχετικών λόγων εφέσεως ως βάσιμων". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: Α) παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, 174, 180, 656, 349, 350 του ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντιθέτως εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 Ν.2190/1994, 6 παρ.1 και 6 του Ν. 2527/1997, 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 164/2004 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, καθότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της, ως καθηγήτρια φυσικής αγωγής, στο αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, από 9.10.2000, αφού η αρχική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, εννεάμηνης διάρκειας, είχε καταρτισθεί στις 9.10.2000, ήτοι πριν τις 18.4.2001, οπότε οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ, η δε παροχή της εργασίας αυτής συνεχίσθηκε με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά και μίσθωσης έργου στη συνέχεια και μετά την εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, όπως και εκείνων της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και του εφαρμοστικού αυτής με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, ενώ ο καθορισμός του είδους των άνω επί μέρους συμβάσεων, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια, με βάση τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή, η εν λόγω σύμβαση εργασίας είχε προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση (9.10.2000) και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης της ως τέτοιας (αορίστου χρόνου).
Μετά δε την απάλειψη της μνείας των χρονικών διαστημάτων, κατά τα οποία η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε καταρτίσει με το Δήμο Αθηναίων, τόσο πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης της με το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., όσο και κατά τα μεσοδιαστήματα των διακοπών, με τις πρωτόδικες προτάσεις αυτής (άρθ. 224 του ΚΠολΔ), δεν γεννάται ζήτημα παροχής της εργασίας της ενάγουσας σε διαφορετικούς φορείς (αρχικά εναγόμενο και Δήμο Αθηναίων), ως εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ούτε συντρέχει περίπτωση έλλειψης συνοχής και χρονικής ενότητας των επικαλουμένων με την αγωγή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά και έργου στη συνέχεια που είχαν το ίδιο περιεχόμενο και αντικείμενο, ως εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον τα χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της άλλης, με βάση τα όσα εκτίθενται στην αγωγή, δεν είναι πολύμηνα, αφού κυμαίνονταν από εννέα (9) ημέρες έως τρεις (3) μήνες και είκοσι τρείς (23) ημέρες το πολύ, καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετούς εργασιακής σχέσης από 9.10.2000 έως 17.10.2010 της ενάγουσας με το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (σχετ.
ΑΠ 1005/2017, ΑΠ 20/2014, ΑΠ 335/2013, ΑΠ 2103/2013, ΑΠ 16/2012). Σημειώνεται ότι η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 164/2004 που περιορίζει το διάστημα διακοπής σε τρεις το πολύ μήνες, προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι συμβάσεις εργασίας διαδοχικές, δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση, όπου η αρχική σύμβαση και οι επόμενες αυτής τρείς διαδοχικές συμβάσεις μέχρι τις 19.7.2004 είχαν καταρτισθεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Δ/τος.
Εξ άλλου είναι νομικά αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις της εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 για το χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας των διαδίκων ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ειδικότερα η προϋπόθεση διαστημάτων διακοπής μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων μικροτέρων του τριμήνου, με συνέπεια η αγωγή να μην ευρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου
ΙΙ του Π.Δ/τος 164/2004, εφόσον η αγωγή επαρκώς ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επίσης είναι νομικά αδιάφορο το ότι η παροχή της εργασίας από την ενάγουσα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά, συνεχίσθηκε να παρέχεται στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
μετά τις 13.9.2006 και εφεξής, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, καθότι η εν λόγω σύμβαση εργασίας είχε προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση (9.10.2000) και το αντικείμενο της τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό.
Συνακόλουθα δεν είναι επιτρεπτός ο διαχωρισμός της ενιαίας αυτής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σε τμήματα, βάσει των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων μετά τις 18.4.2001, και η αυτοτελής αξιολόγηση αυτών ως αντιθέτων προς τις άνω συνταγματικές και λοιπές διατάξεις.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Β) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/81 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και 2 της κυρωθείσας με το Ν.133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, καθότι των επιδομάτων εορτών και αδείας δικαιούται ο μισθωτός ο οποίος παρείχε την εργασία του απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές, ακόμη και εάν η συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή έργου υποκρύπτουσα σχέση εργασίας είναι άκυρη αντιβαίνουσα σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στην αρχή της ίσης μεταχείρισης ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επόμ), που είναι (οι τελευταίες) επιβοηθητικής φύσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας γεννώνται απ' ευθείας από το νόμο.
Κρίνοντας δε αντιθέτως η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλλε, καθότι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης ως βάσιμων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 2731/2.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαϊου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ