Legislator Giurisprudenza & Legislazione
57/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper service of summons to defendants.

Numero d'incarto 57/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued procedural errors regarding the employment contract type and evidence, but the court found these to be substantive arguments rather than procedural defects. Consequently, the appeal was rejected because the defendants were properly summoned and present, rendering the appellant's procedural claims baseless.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 576 and 143 of the Code of Civil Procedure: The Court examines whether a defendant was properly summoned; if the summons was validly served, the Court proceeds to the hearing despite the defendant's absence, and procedural defects are not found if the defendant participated.

Parole chiave

Generato dall'IA
cassation appeal proper summons service of process procedural defect Code of Civil Procedure hearing attendance dismissal of appeal contratto di consulenza

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 143 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 57 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 57/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κοσμά Κοτέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "(ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ..." πρώην "...", η οποία εδρεύει στην ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή αυτής Σ. Α. του Γ., 2. Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3. Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1576/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2109/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2018 αίτησή του και τους από 18-4-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι", ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 153/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 27.7.2018 με αριθ. κατάθ. 7139/607/2018 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (11.10.2022), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτή, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ι. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 2109/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης αναιρεσίβλητης Δημήτριο Πανοτόπουλο, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015), φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) α) της υπ' αριθμ. 1576/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 25.6.2012 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και β) της υπ' αριθμ. 2109/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 9.7.2013 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εναγομένων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από την απούσα πρώτη αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα η τυχόν αντικατάστασή του.

Συνακόλουθα, εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 649/2020, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 27.7.2018 και με αριθ. κατάθ. 7139/607/27.7.2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 2109/28.7.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 9.7.2013 με αριθμ.

καταθ. 4487/2013 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1576/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 25.6.2012 με αριθ. κατάθ. 114156/2888/2012 αγωγής του ενάγοντος κατά των εναγομένων.

Με την ως άνω αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 2.5.2000 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας, διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία εικονικά εμφανιζόταν ως σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκειμένου να παράσχει την εργασία του ως λογιστής με πλήρη απασχόληση.

Ότι αν και παρείχε επιμελώς την εργασία του η πρώτη εναγόμενη δεν του κατάβαλε τις προβλεπόμενες από το νόμο αμοιβές για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, για εργασία Σάββατα και Κυριακές, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι την 2.1.2012 η πρώτη εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Ότι η τρίτη εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, στην οποία διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος, αποτελεί καθολική διάδοχο της πρώτης εναγομένης, η οποία έπαυσε τη δραστηριότητά της στις 31.12.2011 και ότι από 1.1.2012 συνεχίστηκε αυτή από την τρίτη εναγόμενη. Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθούν οι 1η και 3η εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, για τις ως άνω αιτίες και για το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 131.455,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και να διαταχθεί κατά του δευτέρου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1576/2013 απόφασή του, α) απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης ως προς την πρώτη εναγόμενη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής, ως προς το ως άνω αίτημα, β) απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί προσωπικής κράτησης του δεύτερου εναγομένου και γ) απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα με την πρώτη εναγόμενη δεν ήταν σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (2109/2016) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Καθ'ό, όμως, μέρος η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, αντίδικου του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς τον οποίο η ένδικη αγωγή είχε ως μοναδικό αίτημα να απαγγελθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έναντι του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ούτε με τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά το μέρος που το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως προς αυτόν ως μη νόμιμη και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς αυτόν.

Ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες (1η και 3η) η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ.2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), που κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022 (Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1.

Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.

Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους με το από 18-4-2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμ. κατάθ. 52/18.4.2022 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, κατ' άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11.10.2022) ενώπιον του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως υπ'αριθμ. ..., ...

και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ι. Σ., προς τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης, του δεύτερου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, Δημήτριο Πανοτόπουλο, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης,.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο-δεύτερο των καθών οι πρόσθετοι λόγοι (Σ. Α.), απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτού το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αφού στους διαλαμβανόμενους σ' αυτό προσθέτους λόγους δεν προβάλλονται αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που να τον αφορούν και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Ως προς την πρώτη και την τρίτη των αναιρεσίβλητων-καθών οι πρόσθετοι λόγοι, αυτοί (πρόσθετοι λόγοι) είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 849/2020), η οποία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 953/2020).

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 953/2020).

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017, ΑΠ 133/2014).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1110/2017).

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, Ολ ΑΠ 13/2017, Ολ ΑΠ 8/2011).

Περαιτέρω, με την παρ.1 εδ. α του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998 (Α 205), όπως η παρ. 1 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010 (A 66), ορίζεται ότι "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας" και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.

Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενο τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των εν λόγω συμβάσεων, έτσι, ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1, ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ.2, αλλά, απλώς, τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια υπέρ του ότι στη μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται, στις μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνίες, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και, συνεπώς, παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης, κατ' άρθρο 338 παρ.2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 1242/2014, ΑΠ 229/2011).

Με τη διάταξη, δε, της παρ.1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, με την οποία ορίζεται ότι "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες" καθιερώνεται τεκμήριο υπέρ της εξηρτημένης εργασίας στην περίπτωση απασχόλησης αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα συνεχείς μήνες, το οποίο, επίσης, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 522/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 616/2021, ΑΠ 331/2021, ΑΠ 1106/2020), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 199/2021, ΑΠ 1106/2020., ΑΠ 109/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "...Την 2-5-2000 καταρτίστηκε προφορική σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος τυγχάνει εξειδικευμένος λογιστής Α τάξης και του δεύτερου εναγομένου (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), ως νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), η οποία έχει ως κύριο σκοπό τη διενέργεια πραγματογνωμοσυνών και την εκτίμηση και διακανονισμό ζημιών και αβαριών, δυνάμει της οποίας (προφορικής σύμβασης) ο ενάγων, ανέλαβε τη λογιστική παρακολούθηση της αντισυμβαλλομένης του, συμμετέχοντας όμως παράλληλα και στην προώθηση του εταιρικού σκοπού της τελευταίας, έναντι μηνιαίου ποσού αρχικώς 1.100 ευρώ, διαμορφωθέντος κατά τη λήξη της εν λόγω σύμβασης στις 2-1-2012 σε 3.617,83 ευρώ, καθώς και επιδόματος παραγωγικότητας, κυμαινόμενου αναλόγως με τα επιτυγχανόμενα από τον ίδιο οικονομικά αποτελέσματα.

Προς το σκοπό είσπραξης των ανωτέρω ποσών ο ενάγων εξέδιδε διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αρχικώς ως φυσικό πρόσωπο υπό τον τίτλο "..." και υπό την ατομική του διεύθυνση και τον προσωπικό του ΑΦΜ, ενώ από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 ως ομόρρυθμο μέλος της εδρεύουσας στο Χολαργό Αττικής ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...".

Όλο δε το διάστημα της συνεργασίας του με την πρώτη εναγόμενη δεν λάμβανε επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία ουδέποτε μέχρι την λύση, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, της συνεργασίας τους είχε αξιώσει. Ειδικότερα στα λογιστικά καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβάνονταν η τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της πρώτης εναγομένης, η σύνταξη ισολογισμών και λοιπών ετήσιων λογιστικών καταστάσεων, η σύνταξη δηλώσεων ΦΠΑ και ΦΜΥ, η σύνταξη ημερήσιων, εβδομαδιαίων και μηνιαίων αναφορών εσόδων, καθώς και η διεκπεραίωση της σχετικής με τα ανωτέρω αλληλογραφίας, ενώ αναφορικά με τα καθήκοντά του που αφορούσαν στην προώθηση του εταιρικού σκοπού της πρώτης εναγόμενης, είχε αναλάβει τη συνεργασία με τη μητρική αυτής αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...".

Μάλιστα, προκειμένου να μπορεί να ανταποκρίνεται στα προπεριγραφόμενα καθήκοντά του προσερχόταν στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης συνήθως από Δευτέρα έως και Παρασκευή περί τις 8.30 π.μ. και αποχωρούσε περί τις 17.00 μ.μ., χωρίς, όμως, αυτό να τον εμποδίζει να διεξαγάγει τις λογιστικές υποθέσεις και τρίτων πελατών του, δυνατότητα την οποία, άλλωστε, και ο ίδιος διαφήμιζε μέσω σχετικής καταχώρισής του στο διαδίκτυο.

Η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στον ως άνω καθορισμένο χώρο, ήταν αναγκαία λόγω των αυξημένων καθηκόντων που είχε αναλάβει και κυρίως από τη φύση της ως άνω παρεχόμενης από αυτόν εργασίας. Εξάλλου, το παραπάνω ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος δεν επιβαλλόταν σ' αυτόν από τον δεύτερο εναγόμενο ή από κάποιο άλλο αρμόδιο όργανο της πρώτης εναγόμενης, ούτε ήταν δεσμευτικό γι' αυτόν, με την έννοια ότι η πρώτη εναγόμενη ούτε καθόριζε ούτε ζητούσε και μάλιστα με απειλή συγκεκριμένων κυρώσεων, την ακριβή τήρησή του, αλλά όπως προαναφέρθηκε ήταν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένο.

Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν τελούσε σε νομική και υπηρεσιακή εξάρτηση με την πρώτη εναγόμενη κατά την έννοια που αναπτύχθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία ασκούσε (δια των αρμοδίων οργάνων της) σ' αυτόν εποπτεία και έλεγχο, ως προς τις παρεχόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, ούτε του παρείχε οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, και επομένως, η μεταξύ των διαδίκων σχέση είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Το γεγονός ότι καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας του ενάγοντος με την πρώτη εναγόμενη καταχωρείτο η ώρα άφιξης και αποχώρησης αυτού από τα γραφεία της, καθώς και το γεγονός ότι αυτός υπέβαλε στο δεύτερο εναγόμενο προς έγκριση, αιτήσεις για χορήγηση άδειας καλοκαιριού, δεν αρκεί στην συγκεκριμένη περίπτωση για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του ως εξαρτημένης, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, λόγω της φύσεως των παρεχόμενων απ' αυτόν υπηρεσιών, ήταν αναγκαίο να υπάρχει προγραμματισμός της εργασίας του λόγω του όγκου και του αντικειμένου των παρεχομένων από αυτόν ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και στη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (όπως σε κάθε σύμβαση με την οποία αναλαμβάνονται ενοχικές υποχρεώσεις) υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε τα όρια της χαλαρής εξάρτησης ώστε να προσδώσει στην επίδικη σύμβαση τη μορφή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη φύση της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων πολύ πριν την υποβολή της κρινόμενης αγωγής, ήτοι σε ανύποπτο χρόνο και συγκεκριμένα στις 21-2-2007, είχε αποστείλει στο δεύτερο εναγόμενο επιστολή με θέμα "Αναδιάρθρωση-Διαφοροποίηση Παρούσης Μορφής Συνεργασίας", στην οποία αφού παρέθετε την πρότασή του σχετικά με την τροποποίηση της μέχρι τότε υφιστάμενης μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι για την περίοδο από 1-3-2007 έως 30-4-2007 η παρουσία του στην εταιρία θα ήταν επί τετραήμερο οκτάωρο (Δεύτερα έως Πέμπτη) και ότι από 1-5-2007 και μετά τριήμερο επτάωρο ανάλογα με τις εβδομαδιαίες ανάγκες, χαρακτήριζε τη μεταξύ τους σχέση, ως σχέση μη εξαρτημένης εργασίας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προαναφέρθηκαν, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναλυτικά εκτέθηκαν και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Κατόπιν αυτών και παρελκουμένης της εξέτασης των λοιπών λόγων έφεσης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά και με τη μη ορθή υπαγωγή αυτών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου έκρινε ότι η συναφθείσα μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης σύμβαση ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ από τα πραγματικά περιστατικά αποδεικνυόταν πλήρως ότι η σχέση που συνέδεε αυτόν με την πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι διαχειριστής και η τρίτη αναιρεσίβλητη αποτελεί διάδοχο σχήμα αυτής, έχοντας υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι σχέση εξηρτημένης εργασίας.

Ακολούθως και σε συνάρτηση με τον ως άνω πρώτο λόγο, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν περιέλαβε καμία αιτιολογία επί του ισχυρισμού του ότι προσλήφθηκε από το έτος 2000, ενώ η ετερόρρυθμη "..." συστήθηκε το έτος 2008, τον οποίο αναφέρει μεν αλλά χωρίς να λάβει υπόψη της, ως όφειλε, τις συνθήκες και την αιτία σύστασης της εταιρείας αυτής, που είχε παραθέσει στην προσθήκη των προτάσεών του και που αφορούσαν φορολογικούς λόγους για να μειώσει τη φορολογική του επιβάρυνση, εφόσον, καίτοι μισθωτός εργαζόμενος με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, φορολογείτο ως ελεύθερος επαγγελματίας.

Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγων αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες αναιρετικές πλημμέλειες και οι ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν συνδεόταν με την πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Κατά το μέρος, δε, που με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι δεν γνωστοποιήθηκε από τον εργοδότη η καταρτισθείσα σύμβαση εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και ότι υπήρχε τεκμήριο υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, που απέρρεε από το άρθρο 1 το Ν. 3846/2010, εφόσον η εργασία αυτή παρεχόταν αυτοπροσώπως στον ίδιο εργοδότη για περισσότερο από εννέα (9) μήνες, ο ως άνω λόγος, κατά το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, προκειμένου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν συνδεόταν με την πρώτη αναιρεσίβλητη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά ότι συνδεόταν με αυτή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ο αναιρεσείων δεν υπόκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από αυτήν και ως εκ τούτου δέχθηκε κατ' αποτέλεσμα, ότι ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, περί ύπαρξης εξηρτημένης εργασίας, στην περίπτωση που η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες, όπως αυτό συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτέθηκαν παραπάνω, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση περί τούτου (ΑΠ 1432/2018).

Τέλος και καθό μέρος με τους ως άνω λόγους αναίρεσης , υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών εκ των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, επίσης, ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 322/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν εκτίμησε τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από αυτόν έγγραφα και ειδικότερα α) το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο από το οποίο αποδεικνύεται ότι του καταβλήθηκε αποζημίωση με προσαύξηση 100% για τις ημέρες αδείας που δεν του είχαν χορηγήσει, β) τα από 2.12.2009 έως 9.12.2011 εβδομαδιαία παρουσιολόγια από τα οποία αποδεικνυόταν το καθημερινό ωράριο εργασίας του, γ) τις από 4.7.2011, 19.12.2011, 21.5.2010, 9.7.2010, 27.10.2010, 11.11.2010, 8.12.2010, 18.5.2009, 15.8.2008, 20.10.2008, 13.11.2008, 15.12.2008, 2.4.2007, 25.4.2007, 21.5.2007, 22.10.2007, 22.11.2007, 21.11.2006, 23.10.2006, 4.7.2006, 5.6.2006, 24.11.2005, 8.12.2005, και 20.10.2005 αιτήσεις του προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο για να λάβει άδεια, δ) επαγγελματική κάρτα στο όνομά του, ε) υπ' αριθμ. ...

ομαδικό ασφαλιστήριο προσωπικού που υπέγραψε η πρώτη αναιρεσίβλητη για την ασφαλιστική εταιρεία "..." στο οποίο εντασσόταν και αυτός, στ) το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης όπου αυτός οριζόταν ως αναπληρωτής εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, ζ) σχετική αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, όπου διαπραγματεύονταν το ποσό της αποζημίωσής του, τα οποία ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, γιατί κατέτειναν στην απόδειξη του αγωγικού του ισχυρισμού περί σύναψης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και κατέρριπταν τον αβάσιμο ισχυρισμό των αντιδίκων του ότι αυτός δεν τελούσε σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, από τις αναγραφόμενες σ' αυτή ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι .

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν συνδεόταν με αυτή με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη της και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από αυτούς εγγράφων στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, δε, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτή αναφορά στην παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στα γραφεία της πρώτης εναγομένης από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 8.30 π.μ. έως 17.00 μ.μ., για την οποία δέχεται ότι ήταν αναγκαία λόγω της φύσης της παρεχόμενης από αυτόν εργασίας και ότι επίσης γίνεται σ' αυτή αναφορά στις υποβαλλόμενες από αυτόν αιτήσεις για χορήγηση αδείας, γεγονός που αποδεικνύει ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα εβδομαδιαία παρουσιολόγια και τις αιτήσεις χορήγησης αδείας που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων.

Συνακόλουθα ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η, δε, άποψη του αναιρεσείοντος ότι η εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2017, ΑΠ 1097/2017).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 303/2020).

Η κρίση, για το αν συνάγεται ομολογία, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 1099/2019). Ακόμη ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 174/2017).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1241/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι με την παραδοχή της ότι "Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη φύση της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων πολύ πριν την υποβολή της κρινόμενης αγωγής, ήτοι σε ανύποπτο χρόνο και συγκεκριμένα στις 21-2-2007, είχε αποστείλει στο δεύτερο εναγόμενο επιστολή με θέμα 'Αναδιάρθρωση-Διαφοροποίηση Παρούσης Μορφής Συνεργασίας', στην οποία αφού παρέθετε την πρότασή του σχετικά με την τροποποίηση της μέχρι τότε υφιστάμενης μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι για την περίοδο από 1-3-2007 έως 30-4-2007 η παρουσία του στην εταιρία θα ήταν επί τετραήμερο οκτάωρο (Δεύτερα έως Πέμπτη) και ότι από 1-5-2007 και μετά τριήμερο επτάωρο ανάλογα με τις εβδομαδιαίες ανάγκες, χαρακτήριζε τη μεταξύ τους σχέση, ως σχέση μη εξαρτημένης εργασίας" εσφαλμένα προσέδωσε στο ως άνω αποδεικτικό μέσο (από 21.2.2007 επιστολή) αυξημένη αποδεικτική δύναμη και ισχύ εξώδικης ομολογίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση . Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε σε εξώδικη ομολογία του ενάγοντος προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν συνδεόταν με αυτή με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ούτε δέχθηκε ότι στην από 21-2-2007 επιστολή του ενάγοντος προς το δεύτερο εναγόμενο υπήρχε εξώδικη ομολογία του, ούτε απέδωσε στο έγγραφο αυτό οποιαδήποτε αυξημένη αποδεικτική ισχύ, αλλά με βάση τις προσαχθείσες αποδείξεις, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και το ως άνω έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς τα αμφότερα τα ως άνω σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 409/2022, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018) , ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 990/2022, ΑΠ 1377/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 990/2022, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 990/2022 ΑΠ 1108/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι "Όλο δε το διάστημα της συνεργασίας του με την πρώτη εναγόμενη δεν λάμβανε επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία ουδέποτε μέχρι την λύση, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, της συνεργασίας τους είχε αξιώσει.

Ειδικότερα στα λογιστικά καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβάνονταν η τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της πρώτης εναγομένης, η σύνταξη ισολογισμών και λοιπών ετήσιων λογιστικών καταστάσεων, η σύνταξη δηλώσεων ΦΠΑ και ΦΜΥ, η σύνταξη ημερήσιων, εβδομαδιαίων και μηνιαίων αναφορών εσόδων, καθώς και η διεκπεραίωση της σχετικής με τα ανωτέρω αλληλογραφίας, ενώ αναφορικά με τα καθήκοντά του που αφορούσαν στην προώθηση του εταιρικού σκοπού της πρώτης εναγόμενης, είχε αναλάβει τη συνεργασία με τη μητρική αυτής αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ''...''.

Μάλιστα, προκειμένου να μπορεί να ανταποκρίνεται στα προπεριγραφόμενα καθήκοντά του προσερχόταν στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης συνήθως από Δευτέρα έως και Παρασκευή περί τις 8.30 π.μ. και αποχωρούσε περί τις 17.00 μ.μ., χωρίς, όμως, αυτό να τον εμποδίζει να διεξαγάγει τις λογιστικές υποθέσεις και τρίτων πελατών του, δυνατότητα την οποία, άλλωστε, και ο ίδιος διαφήμιζε μέσω σχετικής καταχώρισής του στο διαδίκτυο.

Η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στον ως άνω καθορισμένο χώρο, ήταν αναγκαία λόγω του αυξημένων καθηκόντων που είχε αναλάβει και κυρίως από τη φύση της ως άνω παρεχόμενης από αυτόν εργασίας" δεν έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα στοιχεία και πραγματικά γεγονότα τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθότι έτειναν στη θεμελίωση της αγωγικής του αξίωσης ήτοι της πραγματικής απασχόλησης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως μισθωτού και πιο συγκεκριμένα α) ότι μηνιαίως ελάμβανε για την παρεχόμενη εργασία του το ίδιο ποσό ως μισθό, όπως αποδεικνυόταν από το προσκομιζόμενο μπλοκ αποδείξεων και από το υπ'αριθμ....

τιμολόγιο από το οποίο αποδεικνυόταν ότι οι αντίδικοι του κατέβαλαν αποζημίωση με προσαύξηση 100% για τις ημέρες αδείας προηγουμένων ετών, β) το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης όπου αυτός οριζόταν ως αναπληρωτής εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, γ) τις προσκομιζόμενες από 17.12.2018 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ της επιχειρησιακής διευθύντριας της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε.

Χ. και της C. v. K. στις οποίες αναφερόταν τα "bonus" που έπρεπε να λάβει το προσωπικό το έτος 2008 και ότι στη σχετική κατάσταση περιλαμβανόταν και αυτός με "bonus" 11.000 ευρώ και ότι από τα τεύχη των ετών 2005 και 2010 που εκδίδει ετησίως η C. αναφερόταν ως ένας από τους υπαλλήλους της που είχαν συμπληρώσει 5 και 10 χρόνια υπηρεσίας αντίστοιχα, δ) σχετική αλληλογραφία από την οποία προέκυπτε ότι το δεύτερος των αντιδίκων βρισκόταν μαζί του σε διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσής του, ε) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του με αριθμ. ...

Γ. Α., ... Ε. Ν. και ... Ά. Λ., στ) την από 28.5.2013 ένορκη κατάθεση της Κ. Μ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ζ) την αιτιολογία της με αριθμ. ΑΤ852.2017 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία απαλλάχθηκε της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Ότι, επιπρόσθετα, η σχέση εξηρτημένης εργασίας του αποδεικνύεται α) από τη με αριθμ.

Α 1673/2021 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που απέρριψε την ασκηθείσα τριτανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος του και σε βάρος του ΕΦΚΑ και κατά της με αριθμ. Α 5516/2019 απόφασης του ως άνω διοικητικού δικαστηρίου, β) από τη με αριθμό ... διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία τέθηκε στο Αρχείο μήνυση του δεύτερου αναιρεσίβλητου σε βάρος του, γ) από το ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος άσκησε σε βάρος του την με αριθμ.

καταθ. 84667/1351/2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης η οποία ουδέποτε συζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι αυτός συνδεόταν με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απάντησε επ' αυτού με την παραδοχή ότι αυτός δεν συνδεόταν με την πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αλλά με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καταλήγοντας δηλαδή σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Επιπρόσθετα τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, προς στοιχειοθέτηση της αναιρετικής εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειας, δεν συνιστούν "πράγματα" - ισχυρισμούς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, άλλα επιχειρήματα αυτού που αναφέρονται στον ως άνω ισχυρισμό του ότι αυτός εργαζόταν με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας.

Καθ'ό, δε, μέρος με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της αναιρετικής εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερου και τρίτης αναιρεσίβλητων που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 7139/607/27.7.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 18 Απριλίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 52/18.4.2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της υπ' αριθ. 2109/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ