Legislator Giurisprudenza & Legislazione
556/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to non-appealable issues and procedural defects.

Numero d'incarto 556/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Debt Collection Fund against a final first-instance judgment in a voluntary debt enforcement case. The appellant argued that the appellate court erred in rejecting claims regarding the debtor's insolvency and property valuation, but the court found these arguments did not align with the scope of the appeal. Furthermore, the court ruled that the appeal was inadmissible because the new claims had not been properly presented to the second-instance court as required by law. Consequently, the appeal was rejected without the allocation of court costs, as the specific statute governing voluntary debt cases prohibits such fees.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 495, 522, 562, 746 of the Code of Civil Procedure; Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible if it raises issues outside the scope of the second-instance proceedings or if new claims were not properly presented, and court costs are not awarded in voluntary debt enforcement appeals.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal scope of appeal new claims voluntary debt enforcement court costs prohibition procedural defect second instance review reddito fluttuante

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 495, 522, 562, 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 556 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Θ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 26-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 12/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Αυτή έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 30-1-2023 δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν τη πάροδο της (καταχρηστικής) διετούς προθεσμίας από την 29-1-2021, ημερομηνία, που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον κατά την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτή, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνει, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα, όπως εν προκειμένω Κυριακή (ή Σάββατο), αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας, όπως εν προκειμένω (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 400/2022) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον με αριθ. 7070Γ/3-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Ναυπλίου, Α.

Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (και χάριν συντομίας ΤΠΔ), νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 19-7-2017, της ένδικης, από 15-7-2017, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 624/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Έτσι, το Εφετείο, για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, στη περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 344/2020).

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ` αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1141/2001).

Επομένως, επί οριστικής απόφασης, που δέχτηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος, απέρριψε όμως ως αβάσιμο επιμέρους κονδύλιο της αγωγής, όταν αυτή εκκαλείται από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα, σε σχέση με το απορριφθέν κονδύλιο, αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης καθίσταται μόνο το κονδύλιο αυτό και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος.

Το Εφετείο, δηλαδή, δεν μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγόμενου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 543/2019, ΑΠ 1365/2015, ΑΠ 1368/2015, ΑΠ 1473/2012).

Τέλος, κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 350/2025, ΑΠ 332/2024, ΑΠ 883/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1055/2021, ΑΠ 344/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 350/2025, AΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, την, από 15-7-2017 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής του προς το καθού ΤΠΔ, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησε τη διευθέτηση της οφειλής του από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι του μοναδικού πιστωτή του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογενείας του.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 167/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, η οποία, δεχόμενη ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής του μοναδικού ληξιπρόθεσμου χρέους του προς το ΤΠΔ, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία του (οικογενειακή στέγη) και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση αυτής, με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.

Κατά της απόφασης αυτής, το καθού η αίτηση ΤΠΔ άσκησε, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, την από 2-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...) έφεση, με την οποία ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και την απόρριψη της αίτησης του αιτούντος-εφεσίβλητου, επικαλούμενο ότι " με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και εσφαλμένη ερμηνεία των αποδείξεων, έκρινε ότι ο αιτών βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ενώ με ορθή ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και ορθή ερμηνεία των αποδείξεων θα έπρεπε να απορρίψει τη κρινόμενη αίτηση διότι ο αιτών κατά την άσκηση της επαναφερόμενης για κρίση αίτησης δεν είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ΤΠΔ και συνακόλουθα μόνιμη αδυναμία πληρωμής..", ενώ περαιτέρω επικαλέστηκε ότι "με εσφαλμένη ερμηνεία των αποδείξεων προσδιόρισε την εμπορική αξία της εξαιρεθείσας κατοικίας του εφεσίβλητου-αιτούντος στο ποσό των 68.000 ευρώ, ενώ με ορθή ερμηνεία των αποδείξεων έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή είναι αξίας 112.000 ευρώ, αν ληφθεί υπόψη ότι μόνο η χρηματοδότηση της απόκτησής της από το Ταμείο μας ανήλθε στο ποσό των 120.000 ευρώ το 2005..." και τέλος ότι "το δάνειο του αιτούντος ήταν μεγάλο και απλήρωτο".

Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη, απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με την, από 2-11-2019, έφεση του εκκαλούντος-καθού η αίτηση ΤΠΔ και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 167/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, της οποίας οι λόγοι (έφεσης) αφορούσαν, όπως προαναφέρθηκε, (μόνο) την έλλειψη μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του αιτούντος, την ύπαρξη της οποίας (μόνιμης αδυναμίας) εσφαλμένα, κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και το προσδιορισμό της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας του αιτούντος-εφεσίβλητου στο ποσό των 68.000 ευρώ αντί του ορθού 112.000 ευρώ, στη συνέχεια δε για την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσής του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "......

ο αιτών, ηλικίας 53 ετών κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης, τυγχάνει έγγαμος με την Α. Τ. και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο θήλεα τέκνα, ήδη ενήλικα, την Μ. που γεννήθηκε στις 2.4.2001 και την Α. που γεννήθηκε στις 4.7.2002. Ο εφεσίβλητος- αιτών εργάζεται στο Πυροσβεστικό Σώμα με τον βαθμό του Πυρονόμου και ο μηνιαίος μισθός του ανέρχεται στο ποσό των 1.547,79 ευρώ, κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης (...) από το οποίο, όμως, παρακρατείται εξαμηνιαίως το ποσό των 639,72 ευρώ ως τοκοχρεωλυτική δόση προς το καθ' ου η αίτηση ΝΠΔΔ Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την εξόφληση του μέρους του ληφθέντος στεγαστικού δανείου, το δε παρακρατηθέν από το μισθό του αιτούντος ποσό συμπεριλαμβάνεται στο διαθέσιμο εισόδημά του.

Διαμένει με την οικογένειά του στη Τρίπολη Αρκαδίας, σε διαμέρισμα αποκλειστικής κυριότητάς του, επί της οδού .... Η σύζυγος του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία "... Ο.Ε.", με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας, με μηνιαίες αποδοχές 330,00 ευρώ κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης (...) και ήδη 238,97 ευρώ (..).

Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει εισοδήματα από άλλη πηγή, ούτε υπάρχει δυνατότητα τακτικής οικονομικής συνδρομής από συγγενικά πρόσωπα. Οι θυγατέρες του κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης φοιτούσαν στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου (η πρώτη στην Γ' Λυκείου και η δεύτερη στην Β' Λυκείου). Ήδη η πρώτη εξ αυτών από το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020 φοιτά στο Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Εργασίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών, προς τούτο δε ο αιτών μίσθωσε διαμέρισμα στην πόλη αυτή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως φοιτητική κατοικία της κόρης του, αντί μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ, και συνακόλουθα αυξήθηκε το κόστος των οικογενειακών αναγκών, ενώ παράλληλα, αναμένεται η εισαγωγή και της δεύτερης σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας, γεγονός που επίσης θα αυξήσει έτι περαιτέρω τις μηνιαίες δαπάνες.

Ως εκ τούτου, τα τέκνα του εφεσιβλήτου-αιτούντος δεν δύνανται να απασχοληθούν σε κάποια εργασία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του εφεσιβλήτου, ήτοι για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας και οι λοιπές που περιγράφονται στο άρθρο 15 του Κεφ.Β της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 4346/2015, με βάση τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής του και την ηλικία του, καθώς και τις εκπαιδευτικές ανάγκες των τέκνων του, προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα και με τα διδάγματα κοινής πείρας για τον σύγχρονο τρόπο διαβίωσης, στο ύψος των 1.650 ευρώ, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειάς του (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.).

Ο εφεσίβλητος - αιτών, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης είχε αναλάβει ένα και μοναδικό χρέος, το οποίο προέρχεται από το στεγαστικό δάνειο που έλαβε από το εκκαλούν- καθ' ου η αίτηση, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης, από το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης το συνολικό ποσό (κεφάλαιο με τόκους και έξοδα) των 92.678,73 ευρώ και η εξαμηνιαία δόση του ανέρχεται στα 639,72 ευρώ (...), η οποία εξοφλείται με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των απολαβών του.

Το δάνειο αυτό, καίτοι δεν παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές, πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, όπως προκύπτει από το προμνησθέν έγγραφο, θεωρείται με την κοινοποίηση της κρινόμενης αίτησης κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμο, κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010 και υπόκειται σε ρύθμιση ως μη εξαιρετέα εκ του νόμου απαίτηση.

Πέραν δε τούτου, το εισόδημα του εφεσιβλήτου- εκκαλούντος και της συζύγου του δεν επαρκεί για την κάλυψη των μηνιαίων αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση ρευστότητας του αιτούντος προς τη ληξιπρόθεσμη υποχρέωσή του, υπό την έννοια ότι μετά την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στην οφειλή του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος της, αφού οι μηνιαίες δόσεις δεν μπορούν να καλυφθούν χωρίς περιορισμό των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το Τ.Π.Δ. παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του εφεσίβλητου-αιτούντος, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά την έρευνα των βιοτικών αναγκών του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, σύμφωνα με τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Εξάλλου, δέον να επισημανθεί, ότι ο εφεσίβλητος- αιτών, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προσδιόρισε το ποσό της μηνιαίας δόσης στο ποσό των 170-200 ευρώ, όπως αβάσιμα διατείνεται το εκκαλούν, διότι από το σύνολο της κατάθεσής του προκύπτει ότι αναφερόταν στο ύψος του μισθώματος αν δεν είχε προβεί στην αγορά κατοικίας και στον δανεισμό, που ουσιωδώς διαφέρει από την δόση του δανείου, αφού δεν περιλαμβάνει τόκους.

Ακόμη, αποδεικνύεται, ότι ο εφεσίβλητος- αιτών έχει στην κυριότητά του το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του, για το οποίο θα γίνει λόγος αναλυτικά κατωτέρω, καθώς και κατά 50% εξ αδιαιρέτου δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, εργο... κατασκευής ..., των οποίων συγκύριος κατά το υπόλοιπο ποσοστό τυγχάνει ο αδελφός του Κ.

Θ.. Το μεν πρώτο τύπου ..., κυβισμού 1761 κ.εκ., παλαιότητας 24 ετών, που χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο εφεσίβλητος- αιτών, το δε δεύτερο κυβισμού 1.360 κ.εκ., παλαιότητας 23 ετών, που χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο αδελφός του. Η εμπορική αξία εκάστου εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.000 ευρώ, ενόψει της παλαιότητας και του ποσοστού συγκυριότητας και ως εκ τούτου δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν.

Ισχυρίζεται, βέβαια το τελευταίο, ότι στη προσωπική περιουσία της συζύγου του εφεσιβλήτου- αιτούντος ανήκουν 1) κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο εμβαδού 305 τ.μ. ευρισκόμενο στην Τοπική Κοινότητα ... Δήμου ... Π.Ε. Μεσσηνίας, 2) κατά πλήρη κυριότητα ένα γεωτεμάχιο εμβαδού 317,61 τ.μ. ευρισκόμενο στο Δημοτικό Διαμέρισμα ...

του Δήμου ... Π.Ε. Ανατολικής Αττικής, τα οποία είναι δεκτικά αξιοποίησης, προκειμένου να απομειωθεί το χρέος. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, λόγω της θέσης τους και του ότι δεν προσφέρουν δυνατότητες αξιοποίησης, το πρώτο ακίνητο είναι πολύ μικρής αξίας, 6.439,67 ευρώ (...), ενώ το δεύτερο περίπου 3.000 ευρώ και ως εκ τούτου, δεν παρουσιάζουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ακόμη και αν πωλούνταν, το τίμημα που θα απέφεραν θα ήταν ελάχιστο και ως εκ τούτου, είναι απρόσφορη η εκποίησή τους.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και έκρινε, αφενός μεν ότι οι βιοτικές ανάγκες του εφεσιβλήτου-αιτούντος ανέρχονται σε 1.650 ευρώ και ότι έστω και αν το μοναδικό δάνειο του προς το Τ.Π.Δ. είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του, και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό του είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι η κύρια κατοικία της αιτούντος είναι ένα διαμέρισμα αποκλειστικής κυριότητάς του, τρίτου ορόφου, επιφάνειας 112,44 τ.μ., που ευρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου ..., στο Ο.Τ. ... και στην οδό ... αριθμ. 1, έτους κατασκευής 1987. Αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια, ενιαίο χώρο κουζίνας- τραπεζαρίας- καθιστικού και λουτρό.

Σύμφωνα με την από 28.1.2019 μελέτη εκτίμησης εμπορικής αξίας του πολιτικού μηχανικού, Χ. Π., η εμπορική αξία της εν λόγω κατοικίας ανέρχεται στις 68.000€. Η τιμή αυτή είναι καθ' όλα εύλογη με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά της πόλης της ..., καθόσον το ακίνητο ευρίσκεται μεν σε πολύ καλή περιοχή της πόλης, ωστόσο, έχει κατασκευαστεί προ του 1991, δηλαδή προ τουλάχιστον τριακονταετίας, και χωρίς να συνοδεύεται από αποθήκη ή χώρο στάθμευσης.

Ο ανωτέρω δε μελετητής στην προμνησθείσα μελέτη εκτίμησης της αξίας του ακινήτου αναφέρει, ότι η πρόσφατη παγκόσμια μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση έχει οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρη κρίση εμπιστοσύνης στην αγορά ακινήτων, με αποτέλεσμα να υφίστανται πτωτικές τάσεις στις αγοραίες αξίες των ακινήτων.

Εξάλλου, η εκτίμησή του κρίνεται αληθής, καθώς με βάση τη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α 2016 η αξία του ανέρχεται στο ποσό των 62.336,74 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό του πλειστηριάσματος, σε περίπτωση που εκπλειστηριαζόταν η κύρια κατοικία του εφεσίβλητου-αιτούντος, αφαιρουμένου του ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκποίησής της (άρθρα 993 παρ. 2 εδ.

γ' και 954 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ) σε πλειστηριασμό και των εξόδων που συνδέονται με αυτόν εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 42.300 ευρώ (68.000 Χ 2/3=45.300-3.000=42.300). Σημειωτέον, ότι το εκκαλούν ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η εμπορική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 112.000 ευρώ, ενώ το επιχείρημά του ότι το ποσό του δανείου που έλαβε ο εφεσίβλητος-αιτών προς απόκτησή του το 2005 ανερχόταν στα 120.000 ευρώ το δε τίμημα στα 140.000 αναιρείται πλήρως από το πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2016 και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ότι η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του εφεσίβλητου- αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 68.000 ευρώ ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο τρίτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...) έφεση του αναιρεσείοντος (ΤΠΔ) κατά της με αριθ. 167/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από 15-7-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση του αιτούντος - αναιρεσίβλητου και ακολούθως ρύθμισε τα χρέη του, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία αυτού, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της.

Με τους αναιρετικούς λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και ειδικότερα: α) με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι, δέχθηκε το προσδιορισμό της εμπορικής αξίας της κυρίας κατοικίας του αιτούντος με βάση την έκθεση εκτίμησης πολιτικού μηχανικού, ενώ η διαδικασία για το διορισμό πιστοποιημένου εκτιμητή προβλέπεται επί ποινή απαραδέκτου από τον νόμο, β) με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ότι, προσδιόρισε όλως εσφαλμένως την οφειλή του αιτούντος για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του βάσει των 2/3 της εμπορικής της αξίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 954 παρ. 2 εδ.

γ'του ΚΠολΔ και του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ενώ εφαρμοστέα ήταν η ειδική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και γ) με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ότι αρκέσθηκε στη κρίση μόνο της περί της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του αιτούντος και όχι και της μελλοντικής, ενώ ο νόμος υποχρεώνει, για το προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας του οφειλέτη, να λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο η τρέχουσα ικανότητα, αλλά και η μελλοντική τοιαύτη.

Οι λόγοι αυτοί, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, όφειλε να ερευνήσει, όπως και ορθώς ερεύνησε, μόνο τους λόγους της, από 2-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), έφεσης του εκκαλούντος ΤΠΔ, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθώς ή όχι επί τη βάσει των περιεχόμενων στο εφετήριο λόγων έφεσης, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στη πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης και επομένως σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους έφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ` αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.

Με την ως άνω έφεση, κατά τα προαναφερόμενα, προσβλήθηκε η (εκκαλούμενη) απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από το καθού η αίτηση ΤΠΔ μόνο ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούσαν την έλλειψη μόνιμης αδυναμίας πληρωμής του αιτούντος - εφεσίβλητου λόγω έλλειψης ληξιπρόθεσμης οφειλής προς αυτό (ΤΠΔ) και την εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας της εξαιρεθείσας κύριας κατοικίας του στο ποσό των 68.000 ευρώ, ενώ αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ανέρχονταν στο ποσό των 112.000 ευρώ και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν όφειλε να ερευνήσει, όπως και δεν ερεύνησε, ισχυρισμούς που δεν είχαν προταθεί ενώπιον του, απέρριψε δε τους ως άνω λόγους έφεσης.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΤΠΔ που αφορούν ισχυρισμούς οι οποίοι προτείνονται το πρώτον με το αναιρετήριο, είναι απαράδεκτοι, ως μη συναπτόμενοι με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 350/2025, ΑΠ 705/2024). Επιπρόσθετα δε κρίνονται απορριπτέοι και κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, έστω και αν ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχαν προταθεί παραδεκτά από αυτό (ΤΠΔ) ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως όφειλε, τυχόν δε έρευνα τέτοιων νέων ισχυρισμών από το δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 35/2025, ΑΠ 1510/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 26-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 12/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ