Legislator Giurisprudenza & Legislazione
550/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against bank insolvency judgment as grounds are legally inadmissible.

Numero d'incarto 550/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding the insolvency of a major Greek bank. The appellant argued for fraud and negligence by bank employees, but the court ruled these claims constituted an unreviewable assessment of facts and evidence. Consequently, the court held that the appeal was inadmissible because the challenged reasoning did not affect the final decision.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 561, 566, 577, 578, 495, 746, 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeal grounds challenging the factual assessment or reasoning of a lower court are inadmissible if the decision rests on alternative, sufficient grounds, and that no court costs are awarded in such dismissals under specific insolvency laws.

Parole chiave

Generato dall'IA
bank insolvency proceedings appeal admissibility factual assessment review alternative reasoning grounds insolvency law procedure court costs waiver unreviewable fact finding

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph 2, letter b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, letter b of Law 3869/2010

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Plenary 25/2003
Supreme Court 1400/2019
Supreme Court 755/2018
Supreme Court 156/2018
Supreme Court 154/2018
Supreme Court 1207/2017
Supreme Court 763/2016
Supreme Court 1379/2019
Supreme Court 882/2019

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 550 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 550/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λυδία Δράμπα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ειδικού Εκκαθαριστή -ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και το δ.τ. "... Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα-, της ευρισκόμενης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που έδρευε στην … και εκπροσωπείτο νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ....", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που έδρευε στην … και εκπροσωπείτο νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "...", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ TΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ … ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ήταν δε νόμιμα εγκατεστημένη στην …, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MILLENIUM BANK ΑΕ", που έδρευε στην ...

και εκπροσωπείτο νόμιμα και υπό την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στη ... και έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name)/διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK" με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη και διεύθυνση αλληλογραφίας στο ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, 9) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που έδρευε στην … και εκπροσωπείτο νόμιμα και 10) Ένωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας" (μέτοχος της γαλακτοβιομηχανίας "….

ΑΕ"), κηρυχθείσα υπό πτώχευση με την με αριθμό 14/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που εδρεύει στην …, θέση "…" και εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο της πτώχευσης Δ. Κ., δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Καπελλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, η 6η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί των διαδίκων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 5ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις ..., με ημερομηνία 6-11-2018, και ...'/23-11-2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Δ. (οι πέντε πρώτες) και Εφετείου Ιωαννίνων Α. Δ. (η έκτη), που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων - οφειλέτης, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 13-10-2017, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 25-1-2019 που είχε οριστεί αρχικά, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας (24-1-2020), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, όγδοη, ένατη και δέκατο (υπό τις αναγραφόμενες ιδιότητές τους) των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η αίτηση - πιστωτές του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που έλαβαν μέρος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρ. 769 εδάφ.β' και 762 ΚΠολΔ, οι οποίοι και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2, 226 παρ.4 εδάφ.γ' και δ', 575 εδάφ.β' ΚΠολΔ).

ΙΙ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 104/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Ο αιτών, ήδη εκκαλών, ηλικίας 50 ετών, είναι από το έτος 1989 παραγωγός γεωργικών προϊόντων, ειδικότερα δε καλλιεργητής υπαίθριας ντομάτας και άλλων λαχανικών, τα οποία πωλεί σε εμπόρους και συνεταιρισμούς, διαθέτει δε για την άσκηση της αγροτικής του δραστηριότητας σύγχρονα θερμοκήπια πλήρως εξοπλισμένα.

Είναι παντρεμένος με την Γ. Σ., η οποία ομοίως απασχολείται στην αγροτική επιχείρηση του συζύγου της και έχει δυο ενήλικες θυγατέρες, ηλικίας σήμερα 21 και 19 ετών, αντίστοιχα. Ο αιτών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη, τα οποία υπολογίζονται, όπως εισφέρονται με την κρινόμενη αίτηση και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 448.688,54 ευρώ.

Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες οφειλές: 1) Προς την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", οφειλή ύψους 8.250,13 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. 439/2007 σύμβαση βραχυπρόθεσμου ανοιχτού δανείου αγροτών, 2) Προς την "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", οφειλή ύφους 4.395,19 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης και οφειλή ύψους 38.144,80 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 3) Προς την "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ....", οφειλή ύψους 13.100,00 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό χορήγησης δανείου, οφειλή ύψους 37.231,10 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό χορήγησης δανείου (για την εν λόγω οφειλή η Τράπεζα ενέγραψε πρώτη προσημείωση υποθήκης, ποσού 110.000,00 ευρώ, σε αγροτικό ακίνητο του αιτούντος κείμενο στις ...), οφειλή ύψους 4.173,09 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό χορήγησης δανείου και οφειλή ύψους 39.654,49 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό χορήγησης δανείου (για την εν λόγω οφειλή η Τράπεζα ενέγραψε πρώτη προσημείωση υποθήκης, ποσού 110.000,00 ευρώ, σε αγροτικό ακίνητο του αιτούντος), 4) Προς την Τράπεζα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", οφειλή ύψους 11.052,66 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό, 5) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", οφειλή ύψους 33.086,64 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης, οφειλή ύψους 19,80 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταθέσεως όψεως, οφειλή ύψους 1.302,80 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 1.563,11 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 1.059,79 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 5.792,40 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 15.739,56 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και οφειλή, ποσού 1,28 ευρώ,προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 6) Προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", οφειλή ύψους 10.537,28 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, οφειλή ύψους 5.099,81 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 1.325,10 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 89.598,21 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση στεγαστικής πίστης (για την εν λόγω οφειλή η Τράπεζα ενέγραψε πρώτη προσημείωση υποθήκης, ποσού 100.000,00 ευρώ, σε αγροτικό ακίνητο του αιτούντος κειμένου στις ... όπου βρίσκεται και η Α' κατοικία του) και οφειλή ύψους 3.001,25 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, 7) Προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", οφειλή ύψους 3.107,65 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 8) Προς την "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", την οποία διαδέχθηκε η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", οφειλή ύψους 3.890,35 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση δανείου, οφειλή ύψους 13.839,21 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, οφειλή ύψους 63.190,81 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας (για την εν λόγω οφειλή η Τράπεζα ενέγραψε πρώτη προσημείωση υποθήκης ποσού 87.500,00 ευρώ σε αγροτικό ακίνητο του αιτούντος εκτάσεως 4.055,00 τ.μ. με θερμοκήπια 3.000 τ.μ.), 9) Προς την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", την οποία διαδέχθηκε η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", οφειλή ύψους 41,69 ευρώ, προερχόμενη από τον υπ' αριθ. ...

τρεχούμενο λογαριασμό όψεως, οφειλή ύψους 2.757,90 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση ανοιχτής πίστωσης, οφειλή ύψους 7.464,03 ευρώ, προερχόμενη από την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, 10) Προς την "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ …", οφειλή ύψους 22.497,95 ευρώ και 11) Προς τον Π. Κ. του Π., ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως, οφειλή ύψους 7.770,33 ευρώ βάσει της υπ' αριθ. 7/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκε αγροτικό ακίνητο του αιτούντος, επιφανείας 4.164,87 τ.μ.

Συνολικά, λοιπόν, ο αιτών έλαβε τριάντα (30) πιστωτικά προϊόντα (ήτοι επιχειρηματικά - στεγαστικά - καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) από εννέα (9) πιστωτικά ιδρύματα, δημιουργώντας προς αυτά τα ιδρύματα, αλλά και προς τους έτερους οφειλέτες του, χρέη, ύψους 448.688,54 ευρώ. Περαιτέρω, και όσον αφορά την περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος, αποδείχθηκε ότι αυτός διαθέτει μεγάλη και αξιόλογη ακίνητη περιουσία.

Ειδικότερα διαθέτει: 1)... και 21)... Επίσης ο αιτών έχει στην κυριότητά του ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής SUZUKI BALENO, 1600 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1990, αξίας 2.000,00 ευρώ. Τέλος, και όσον αφορά τα εισοδήματα του αιτούντος, αποδείχθηκε ότι τα ακαθάριστα εισοδήματά του, δηλαδή ο ετήσιος τζίρος του για τα έτη 2005 έως και 2014, από την άσκηση της γεωργικής του επιχείρησης, ανήλθαν το έτος 2005 στο ποσό των 51.381,90 ευρώ, το έτος 2006 στο ποσό των 52.578,38 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 58.818,30 ευρώ, το έτος 2008 στο ποσό των 53.384,34 ευρώ, το έτος 2009 στο ποσό των 40.107,11 ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό των 61.311,46 ευρώ, το έτος 2011 στο ποσό των 56.139,17 ευρώ, το έτος 2012 στο ποσό των 44.366,00 ευρώ, το έτος 2013 στο ποσό των 52.421,04 ευρώ και το έτος 2014 στο ποσό των 26.405,53 ευρώ...

Επίσης τα δηλωθέντα εισοδήματα της συζύγου του, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, αφού πρόκειται για οικογενειακό εισόδημα, ανήλθαν το έτος 2005 στο ποσό των 3.707,85 ευρώ, το έτος 2006 στο ποσό των 3.707,85 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 5.724,45 ευρώ, το έτος 2009 στο ποσό των 5.903,40 ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό 5.959,38 ευρώ και το έτος 2011 στο ποσό των 5.959,38 ευρώ...

Επίσης αποδείχθηκε ότι ο αιτών διαθέτει μεγάλη και οργανωμένη αγροτική επιχείρηση με σύγχρονα και πλήρως εξοπλισμένα θερμοκήπια δώδεκα (12) στρεμμάτων, στα οποία καλλιεργεί ντομάτα θερμοκηπίου, καθώς και ντομάτα υπαίθρου σε έκταση τριών (3) στρεμμάτων, στην επιχείρησή του δε απασχολεί και εργατικό προσωπικό.

Από την εν λόγω δραστηριότητά του ο ετήσιος τζίρος του κατά τα προαναφερόμενα έτη ήταν μεγάλος (βλ. την ανωτέρω παράθεση του ετήσιου τζίρου του). Ομοίως και τα εισοδήματά του ήταν υψηλά, παρά το γεγονός ότι τα δηλωθέντα στις φορολογικές του δηλώσεις εισοδήματα παρέμεναν χαμηλά. Ενδεικτικό δε των υψηλών εισοδημάτων του ήταν ότι το έτος 2014 οι αμοιβές για το προσωπικό που απασχολούσε ανέρχονταν στο ποσό των 20.000,00 ευρώ και το σύνολο των δαπανών χρήσης για το ίδιος έτος στο ποσό των 29.526,98 ευρώ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα έτη που έλαβε τα επίδικα δάνεια μέχρι και το έτος 2009, που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά του έπαυσε να εξυπηρετεί τα δάνειά του, ουδόλως μεταβλήθηκε η οικονομική του κατάσταση, ούτε περιορίστηκε η ρευστότητά του, αφού το έτος αυτό (2009) αλλά και τα επόμενα έτη τα εισοδήματά του παρέμειναν αμετάβλητα και υψηλά.

Συνεπώς, τα εισοδήματά του επαρκούσαν για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των δανειακών του υποχρεώσεων, όσο και των βιοτικών αναγκών του ιδίου και της συζύγου του, οι οποίες αποκλείεται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να ήταν μεγαλύτερες των 600,00 ευρώ μηνιαίως. Τυχόν δε δυσκολίες που αντιμετώπισε ο αιτών, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, ήταν παροδικές και αφορούσαν το σύνολο των εργαζομένων, συνταξιούχων, επιχειρηματιών και ενδημούντων εν γένει στην Ελληνική επικράτεια και σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται μόνιμη και διαρκή οικονομική αδυναμία για την αποπληρωμή των οφειλών του και των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του.

Άλλωστε ο αιτών διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία..., την οποία δύναται να εκμεταλλευτεί προσηκόντως ή και να ρευστοποιήσει προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πρόσκαιρες οικονομικές του ανάγκες. Επίσης δεν προέκυψε κάποιο έκτακτο ή απρόοπτο γεγονός (λ.χ. ανυπαίτια χρόνια αποδεδειγμένη ανεργία ή ανίατη χρόνια ασθένεια), που να τον οδήγησε, χωρίς υπαιτιότητα, στη μη εξυπηρέτηση των δανείων του.

Εξάλλου και σε σχέση με το πρόβλημα υγείας που επικαλείται (κατάθλιψη και έντονη νευρική υπερδιέγερση), από κανένα ιατρικό έγγραφο δεν προκύπτει πότε προέκυψε ή τυχόν επιδεινώθηκε το πρόβλημα της υγείας του, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτό τον εμπόδισε ή δυσχέρανε την εργασία του, αφού δεν προκύπτει μείωση των εισοδημάτων του λόγω αυτού του προβλήματος, ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας αυτού αυξήθηκαν ουσιωδώς οι ιατρικές του δαπάνες.

Εφόσον, λοιπόν, δεν επήλθε κάποιο αιφνίδιο και απρόοπτο γεγονός που ανέτρεψε τα οικονομικά δεδομένα του αιτούντος και η περιουσιακή του κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη, αφού δεν επήλθε δραστική μείωση των εισοδημάτων του, ο αιτών δεν βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπαχθεί στις ευεργετικές, διατάξεις του ν. 3869/2010.

Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτή η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, από τα παραπάνω προέκυψε ότι δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, αφού, με τη λήψη των ως άνω δανείων και εν γένει πιστωτικών προϊόντων, διόγκωσε αλόγιστα και αδικαιολόγητα το παθητικό της περιουσίας του.

Ειδικότερα και όσον αφορά τον υπερδανεισμό του, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα επίδικα δάνεια, πλην του στεγαστικού δανείου, ελήφθησαν για την αντιμετώπιση άμεσων βιοτικών αναγκών του ιδίου ή των μελών της οικογενείας του, όπως ο ίδιος διατείνεται στην αίτησή του, αφού διέθετε υψηλό οικογενειακό εισόδημα και μ' αυτό μπορούσε να ανταποκριθεί πλήρως στις οικογενειακές του ανάγκες.

Επ' αυτού, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς του της απόδειξης και αδελφός του, παρόλο που το έτος 1989, όταν δηλαδή ανέλαβε αποκλειστικά ο ίδιος τις γεωργικές επιχειρήσεις με θερμοκήπια του πατέρα του, αγρότη επίσης στο επάγγελμα, επιβαρύνθηκε και με χρέη αυτού, ωστόσο συνέχιζε να προβαίνει σε συνεχή δανεισμό, επεκτείνοντας με τα χρήματα που ελάμβανε από τις Τράπεζες τις γεωργικές του επιχειρήσεις, φτιάχνοντας σύγχρονα θερμοκήπια και αγοράζοντας αγροτικά ακίνητα.

Επίσης ο μάρτυράς του καταθέτει επί λέξει ότι: "μέχρι το έτος 2009 πλήρωνε κανονικά μηνιαίως τις δόσεις στη μία τράπεζα και έπαιρνε από την άλλη...". Κατόπιν όλων αυτών το Δικαστήριο άγεται στην ασφαλή κρίση ότι η λήψη των δανείων αυτών, τριάντα (30) στον αριθμό από εννέα (9) πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων δώδεκα (12) πιστωτικές κάρτες και δύο (2) καταναλωτικά δάνεια (ενδεικτικά βλ.

οφειλή ύψους 63.190,81 ευρώ από σύμβαση πιστωτικής κάρτας), συνιστά αλόγιστη από πλευράς του αιτούντος διόγκωση του παθητικού της περιουσίας του, ο αιτών δε από τον χρόνο λήψης των ως άνω τραπεζικών προϊόντων διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, αφού, αφενός μεν έλαβε πιστωτικά προϊόντα με υψηλά επιτόκια (λ.χ.

πιστωτικές κάρτες), αφετέρου δε το μοναδικό οικογενειακό του εισόδημα ήταν μεν υψηλό, πλην όμως δεν ήταν σταθερό, αφού η δραστηριότητά του ως "επιχείρηση" ενείχε το στοιχείο του ρίσκου και της μη επίτευξης ικανού κέρδους. Απ' όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύεται ότι ο αιτών ζήτησε και έλαβε τα ως άνω τραπεζικά προϊόντα, λαμβάνοντας υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των συσσωρευμένων χρεών του και, αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη των ως άνω τραπεζικών προϊόντων.

Η συνεχής δε λήψη δανείων εκ μέρους του, σε συνδυασμό με την χωρίς σύνεση και μέτρο διαχείριση της διόλου ευκαταφρόνητης ακίνητης περιουσίας του, ενόψει των ως άνω χρεών του, καταδεικνύει τη δόλια περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες Τράπεζες, αφού, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, αποδέχτηκε πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψήφησε τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον έλαβε μεγάλο αριθμό τραπεζικών προϊόντων, γνωρίζοντας ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεκτής γενόμενης ως βάσιμης κατ' ουσίαν της προβληθείσας σχετικής ένστασης των πιστωτριών Τραπεζών.

Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών να ενεργήσουν επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του αιτούντος - δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι οι πιστωτές θα πρέπει να αναλάβουν άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του αιτούντος, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι πιστωτές έχουν προνοήσει να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξαν η "Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου", η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και η πρώην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εκ των πιστωτριών, οι οποίες εξασφάλισαν τις απαιτήσεις τους με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων του αιτούντος...].

Με βάση τις παραδοχές αυτές, δηλαδή, επειδή, κατά την κύρια αιτιολογία, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των χρεών του και, σε κάθε, πάντως, περίπτωση, επειδή, κατά την επάλληλη αιτιολογία, και με την εκδοχή ακόμη ότι περιήλθε σε τέτοια αδυναμία, τούτο οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 5-5-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 25/8-5-2014 έφεση του αιτούντος οφειλέτη και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 84/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας που είχε κρίνει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατ' αποτέλεσμα, ομοίως, ως προς την επάλληλη μόνο πιο πάνω αιτιολογία της δευτεροβάθμιας απόφασης, απορρίπτοντας, για την αιτία αυτή, την ένδικη, από 2-8-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 73/7-8-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος.

III. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή, όπως θα αναπτυχθεί παρακάτω.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ.19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ή από τον αριθμό 6 του άρθρου 560, αντίστοιχα, του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 6 (κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται σε αυτόν, ότι, προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αιτιολογήσει την κρίση του για το ότι αυτός δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δεν έλαβε υπόψη α) τα καθαρά εισοδήματά του αλλά μόνο τα ακαθάριστα (ετήσιους "τζίρους" της γεωργικής του δραστηριότητας), β) το άδηλο εισόδημα της συζύγου του από την παράλληλη εργασία της σε βιοτεχνία της Πρέβεζας κατά τα έτη 2005 έως και 2010, ύψους 1000 ευρώ ανά μήνα και γ) το καθαρό εισόδημα της ίδιας από το έτος 2013 και εφεξής ως καθαρίστριας και όχι ως αγρότισσας, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διακριβωθεί αν το καθαρό οικογενειακό τελικό εισόδημα που θα διατίθεται για την κάλυψη των αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του και την ικανοποίηση των πιστωτών, σε συνδυασμό με τις μηνιαίες δόσεις που θα οριστούν, επαρκεί για το σκοπό αυτόν, δηλαδή για την αξιοπρεπή διαβίωση αυτών και τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών ή αν, αντίθετα, δεν επαρκεί, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής.

Ο λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχείο α' σκέλος του, είναι μεν βάσιμος, διότι για το ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζει, πράγματι, ποία είναι τα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσείοντος, μέσω των οποίων θα καλύπτονται τόσο οι βιοτικές ανάγκες του ίδιου (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) σε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης όσο και οι πληρωμές του άρθρου 8 του ν.3869/2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, πλην, όμως, εν προκειμένω δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα παρακάτωστην υπό στοιχ.

V σκέψη εκτιθέμενα. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές, υπό στοιχ. β' και γ', δύο αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, καθόσον με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα των επόμενων δεύτερου έως και έκτου λόγων της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 5 εδάφ. β' και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην ίδια - κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, κατά την προαναφερόμενη, υπό στοιχ.

α', αιτίαση, ως προς την οποία κρίθηκε βάσιμος καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.

IV. Σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ.1 εδάφ.α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ.1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 986/2018, ΑΠ 755/2018). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 ν.3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ιδρύεται λόγος αναίρεσης (όπως και από το αντίστοιχο άρθρο 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα) και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Να σημειωθεί ότι κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους έβδομο έως και δέκατο λόγους της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 5 εδάφ.β' και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι, με την πληττόμενη απόφασή του παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν.3869/2010, καθώς και τις ΑΚ 300 και ΠΚ 27 παρ.1, αλλά και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές, αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι δόλου στην πρόκληση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας του για την πληρωμή των χρεών του, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ, επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους ισχυρισμούς του, όπως θα εκτεθούν στη συνέχεια, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, διότι: Α) σκοπός των ένδικων δανεισμών του τελευταίου ήταν, σε αντίθεση με όσα δέχθηκε το δικαστήριο, και μάλιστα με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, η κάλυψη βιοτικών αναγκών του (δημιουργία κύριας κατοικίας, ενίσχυση - επέκταση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εξόφληση χρέους που κληρονομήθηκε από τον πατέρα του και που αναλήφθηκε από την ανάγκη να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, δαπάνες εκπαίδευσης των τέκνων του και παροχή εγγύησης σε στεγαστικό δάνειο του αδελφού του), χωρίς να λάβει υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του (έβδομος λόγος από τους αριθμούς 1, 5 και 6), Β) α) δεν έχει νομική σημασία ο αριθμός και το ύψος των δανείων που έλαβε, όπως δέχθηκε το δικαστήριο (30 προϊόντα από 9 πιστωτικά ιδρύματα), αλλά η αιτία ανάλωσης αυτών, β) δεν επρόκειτο στην πραγματικότητα για πιστωτική κάρτα, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, αλλά για μεταφορά δανείου με "ανακυκλούμενη πίστωση" με συμφωνημένες μηνιαίες καταβολές μέσω της κάρτας αυτής και γ) ενώ αρχικά το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν μεταβλήθηκε η οικονομική του κατάσταση, ούτε περιορίστηκε η ρευστότητά του μέχρι και το έτος 2009, αφού το έτος αυτό αλλά και τα επόμενα τα εισοδήματά του παρέμειναν αμετάβλητα και υψηλά, ακολούθως, έκρινε, αντιφατικά, ότι "...το μοναδικό οικογενειακό του εισόδημα ήταν μεν υψηλό, πλην όμως δεν ήταν σταθερό, αφού η δραστηριότητά του - ως επιχείρηση - ενείχε το στοιχείο του ρίσκου και της μη επίτευξης ικανού κέρδους..." (όγδοος λόγος από τους αριθμούς 1 και 6), Γ) δεν αναφέρονται ποίες είναι οι συγκεκριμένες ενέργειές του που αποδεικνύουν τη χωρίς μέτρο και σύνεση διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του (ένατος λόγος από τον αριθμό 6) και Δ) οι ίδιες οι πιστώτριες του χορήγησαν αρκετά προϊόντα, αφού προέβησαν προηγουμένως στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητάς του πριν από τη χορήγησή τους, χωρίς, όμως, να του επιστήσουν την προσοχή για τους ενδεχόμενους κινδύνους και να τον ενημερώσουν κατάλληλα, όπως αναλυτικά εκτίθεται, και, ως εκ τούτου, βαρύνονται τουλάχιστον με συνυπαιτιότητα, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη οι σχετικοί ισχυρισμοί του (δέκατος λόγος από τους αριθμούς 1 και 5).

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το δικαστήριο με την κρίση του ότι συντρέχει περίπτωση ενδεχόμενου δόλου και όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην, όμως, δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση, κατά τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που παρατέθηκαν στη σκέψη

ΙΙ της παρούσας, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε, ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Εξάλλου, όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που θεμελιώνουν τους από τον αριθμό 5 εδάφ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς. Ειδικά, σε σχέση 1) με την υπό στοιχείο Βγ αιτίαση:

Ανεξάρτητα από το ότι αυτή αναφέρεται στην κύρια αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης (μη περιέλευση του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών) και όχι στην επάλληλη (συνδρομή του στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου), δεν υπάρχει αντίφαση, καθόσον, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, το εισόδημα του αναιρεσείοντος ήταν πάντα υψηλό και 2) με την υπό στοιχείο Δ αιτίαση:

Όπως έχει αναπτυχθεί στην αρχή της παρούσας σκέψης, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, με την επίφαση αναιρετικών πλημμελειών, ανάγονται στην, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα της συνδρομής του στοιχείου του (ενδεχόμενου) δόλου του οφειλέτη - αναιρεσείοντος.

V. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρ.566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 154/2018). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).

Στην παρούσα περίπτωση, ύστερα από όσα προεκτέθηκαν, εφόσον η επάλληλη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, παρά τη βασιμότητα του πρώτου λόγου αυτής που αναφέρεται στην πρώτη - κύρια αιτιολογία της απόφασης, δεν ευδοκιμεί, γιατί η ευδοκίμησή της εξαρτάται τελικά από το αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 9/13-10-2017 αίτηση του Δ. Β. του Σ. για αναίρεση της 104/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μα?ου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ