ΦΕΚ Α΄ 253/2005 (2005-10-13) (3)
Statutory Text (1 Provisions)
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΡΙΘΜ. 210 Μετονομασία του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελληνικού, του Δήμου Μονεμβασίας, νομού Λακωνίας, σε «Δημοτικό Διαμέρισμα Κουλεντίων».
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Έχοντας υπόψη
1. Tις διατάξεις του άρθρου 293 του π.δ. 410/1995(A΄ 231).
2. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του π.δ. 410/1995 (A΄ 231).
3. Την υπ΄ αριθμ. 78/2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Μονεμβασίας του νομού Λακωνίας.
4. Το υπ’ αριθμ. 9/2004 πρακτικό συνεδρίασης του Συμβουλίου Τοπωνυμιών (θέμα 2ο).
5. Τις διατάξεις του άρθρου 90, του άρθρου πρώτου του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).
6. Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΚ/Φ.1/2/6139/24.3.2004 (Β΄ 527) κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης».
Αφού έλαβε υπόψη
α) τις διατάξεις του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και ειδικότερα το άρθρο 55Α, όπως ισχύει,
β) το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 «Όργανα ασκήσεως της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις», σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ν. 2548/1997,
γ) το άρθρο 18 του ν. 2076/1992 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 38, παρ. 3 του ν. 2937/2001,
δ) την ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003, όπως ισχύει, για το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και ιδίως τις διατάξεις της ενότητας 1 υπό στοιχείο γ (1) του έκτου κεφαλαίου αυτής, σύμφωνα με τις οποίες η Τράπεζα της Ελλάδος, δύναται να εξειδικεύσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 50% επί των δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εξασφαλισμένα με κατοικίες,
ε) την εκτίμηση ότι η αύξηση της σχέσης δανείου προς την αξία του υπέγγυου ακινήτου και η διατήρησή της σε υψηλά επίπεδα, σε συνδυασμό με τους λοιπούς παράγοντες κινδύνου, επηρεάζει το ύψος της πιθανής ζημίας, αποφάσισε τα εξής
1. Τροποποιούνται οι διατάξεις της ενότητας 1 υπό στοιχείο γ (1) του έκτου κεφαλαίου της ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003,
όπως ισχύει και καθορίζεται ότι ο συντελεστής στάθμισης 50% εφαρμόζεται στο μέρος του εκάστοτε υπολοίπου του δανείου, το οποίο δεν υπερβαίνει ποσοστό 75% της αγοραίας αξίας της κατοικίας με την οποία αυτή εξασφαλίζεται. Για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 100%.
2. α) Για την έννοια της «αγοραίας αξίας» εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις υπό στοιχείο 1. α (i) του δεκάτου κεφαλαίου της ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003, όπως ισχύει. Ο υπολογισμός της εν λόγω αξίας γίνεται από εκτιμητή ανεξάρτητο από την πιστοδοτική διαδικασία της τράπεζας.
β) Η εκτίμηση της αγοραίας αξίας της υπέγγυας κατοικίας θα πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον ανά τριετία, είτε με την ίδια ως άνω διαδικασία είτε με στατιστικές μεθόδους με βάση αποδεκτούς Δείκτες Τιμών Κατοικιών [π.χ. του Δείκτη Τιμών Κατοικιών για τις αστικές περιοχές που δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος]. Σε περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις ότι η αξία του ακινήτου ενδέχεται να μειωθεί σημαντικά σε σχέση µε τις γενικές τιμές της αγοράς, απαιτείται η αποτίμησή του από ανεξάρτητο εκτιμητή.
γ) Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα θεωρεί την παραπάνω διαδικασία επαναπροσδιορισμού της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου ιδιαιτέρως δυσχερή, εφαρμόζει επί του εκάστοτε υπολοίπου της απαίτησης το συντελεστή στάθμισης που προκύπτει για το σύνολο του δανείου κατά την αρχική χορήγηση, με αντίστοιχη γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος.
3. Η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω παραγράφους, το δικαίωμα να ζητήσει συχνότερη επανεκτίμηση των υπέγγυων ακινήτων είτε με στατιστικές μεθόδους, είτε από ανεξάρτητο εκτιμητή, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς.
4. Οι διατάξεις της παρούσας Πράξης εφαρμόζονται για πρώτη φορά με την υποβολή των στοιχείων της 31.12.2005.
5. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος για την παροχή οδηγιών και διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας Πράξης.
Από τις διατάξεις της Πράξης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Η Πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 11 Οκτωβρίου 2005 Ο Διοικητής
Ν. ΓΚΑΡΓΚΑΝΑΣ (5) Τροποποίηση και συμπλήρωση της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει, σχετικά με την επάρκεια των προβλέψεων των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι απαιτήσεών τους από πιστοδοτήσεις.
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Πράξη Διοικητή αριθμ. 2565) Αφού έλαβε υπόψη
α) τις διατάξεις του Καταστατικού της Τράπεζας της
Ελλάδος και ειδικότερα το άρθρο 55Α, όπως ισχύει,
β) το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 «Όργανα ασκήσεως της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις», σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ν. 2548/1997,
γ) το άρθρο 18 του ν. 2076/1992 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 38, παρ. 3 του ν. 2937/2001,
δ) την ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999 «Επάρκεια των προβλέψεων των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι απαιτήσεών τους από πιστοδοτήσεις», όπως ισχύει,
ε) την ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003, σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα, όπως τροποποιήθηκε με την ΠΔ/ΤΕ 2564/2005, στ) τη σκοπιμότητα εναρμόνισης της έννοιας της επαρκούς εξασφάλισης των δανείων με ακίνητα όσον αφορά την εφαρμογή των εποπτικών κανόνων καθώς και την ανάγκη ενσωμάτωσης στο μηχανισμό διαχείρισης κινδύνων κάθε τράπεζας και των λοιπών παραμέτρων κινδύνου και ιδίως της σχέσης τοκοχρεωλυτικής δόσης δανείου προς το διαθέσιμο εισόδημα, με βάση τη διεθνή πρακτική,
ζ) τη σκοπιμότητα ταχύτερης διαγραφής των επισφαλών δανείων, αποφάσισε: Να τροποποιήσει και να συμπληρώσει τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύουν, ως ακολούθως
1. Τροποποιούνται οι σχετικές διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύουν (τελ. τροποπ. ΠΔ/ΤΕ 2557/ 26.1.2005) και καθορίζονται τα εξής
α) Η μείωση των συντελεστών υπολογισμού προβλέψεων επί απαιτήσεων εξασφαλισμένων με κατοικίες θα εφαρμόζεται στο τμήμα της απαίτησης, που δεν υπερβαίνει ποσοστό 75% της αγοραίας αξίας του ακινήτου (παρ. 3(α) της Πράξης, όπως ισχύει).
Για την έννοια της «αγοραίας αξίας» και τον τρόπο υπολογισμού και περιοδικής επανεκτίμησής της θα εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις της ενότητας 1 υπό στοιχείο γ (1) του έκτου κεφαλαίου της ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003, όπως τροποποιήθηκαν με την ΠΔ/ΤΕ 2564/2005.
β) Παύει να ισχύει η μείωση των συντελεστών πρόβλεψης επί των υπολοίπων απαιτήσεων από πιστοδοτήσεις εξασφαλισμένες με κατοικίες, που βρίσκονται σε καθυστέρηση άνω των 12 μηνών (σχετικά εδάφ. (δ), (ε), και (στ) της παρ. 1 της ΠΔ/ΤΕ 2442/1999, όπως ισχύει).
2. α) Κατά τον υπολογισμό των προβλέψεων που λαμβάνονται υπόψη, με βάση την ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει για την εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος θα αναγνωρίζει, μέχρι την 31.12.2007, τμήμα των διαγραφών που θα διενεργήσουν τα πιστωτικά ιδρύματα εντός των ετών 2005 και 2006 , ως εξής: Με στοιχεία κεφαλαιακής επάρκειας: i) της 31ης Δεκεμβρίου 2005, θα ληφθεί υπόψη ποσοστό 30% των διαγραφών που θα διενεργηθούν εντός του έτους αυτού, ii) της 31ης Δεκεμβρίου 2006, θα ληφθεί υπόψη το 30% των διαγραφών που θα έχουν διενεργηθεί το έτος αυτό, πλέον ποσοστού 20% επί των διαγραφών του
έτους 2005, iii) της 31ης Δεκεμβρίου 2007 θα ληφθεί υπόψη ποσοστό 20% των διαγραφών του έτους 2006.
Διευκρινίζεται ότι κατά την εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας στα ενδιάμεσα τρίμηνα της ανωτέρω χρονικής περιόδου (31.12.2005 έως 31.12.2007), η Τράπεζα της Ελλάδος θα συνυπολογίζει στις προβλέψεις της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει, το ποσό των διαγραφών που θα έχει εκάστοτε προσδιοριστεί με τα στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου του αμέσως προηγουμένου έτους, σύμφωνα με τα ανωτέρω.
β) Από την 1.1.2007 και εφεξής, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προσαυξάνουν με τη μορφή ειδικού αποθεματικού τα ίδια κεφάλαιά τους κατά το ποσό των απαιτήσεων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πέραν της τριετίας από την ημέρα που έπαυσαν να θεωρούνται ενήμερες, με βάση την ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει, στην περίπτωση που δεν θα έχουν διενεργηθεί για τις απαιτήσεις αυτές ισόποσες ειδικές προβλέψεις.
3. Η τυχόν υστέρηση των προβλέψεων που εκάστοτε διενεργούνται από το πιστωτικό ίδρυμα έναντι των υπολογιζόμενων με βάση την ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει, θα υπολογίζεται κατά ποσοστό 50% επί των βασικών στοιχείων και κατά το υπόλοιπο 50% επί των συμπληρωματικών στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων, που προβλέπονται στην ΠΔ/ΤΕ 2053/1992, όπως ισχύει.
4. Σε περίπτωση διαγραφής του ακάλυπτου από εξασφαλίσεις τμήματος των απαιτήσεων οφειλέτη, θα
εφαρμόζονται επί του υπολοίπου της απαίτησης οι διατάξεις της παρ. 5 (β) της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999, όπως ισχύει (περί ρυθμιζόμενων οφειλών).
5. Εξουσιοδοτείται η Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος
α) Να παρέχει οδηγίες και διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας Πράξης.
β) Να παρέχει οδηγίες σχετικά με την ενσωμάτωση στο μηχανισμό διαχείρισης κινδύνων κάθε τράπεζας των παραγόντων που προσδιορίζουν το ύψος της πιθανής ζημίας κατά χαρτοφυλάκιο δανείου και ιδίως της σχέσης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων δανείων σε φυσικά πρόσωπα προς το διαθέσιμο εισόδημά τους.
γ) Να προσδιορίζει, ανά τράπεζα, το ποσοστό κάλυψης κατά το οποίο οι προβλέψεις που προκύπτουν με βάση τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2442/1999, όπως ισχύει, θα πρέπει να καλύπτονται είτε από λογιστικές γενικές ή ειδικές προβλέψεις, είτε από ειδικά αποθεματικά.
Οι διατάξεις της παρούσας Πράξης εφαρμόζονται για πρώτη φορά με την υποβολή των στοιχείων της 31.12.2005.
Η διάταξη της παραγρ. 5(α) της ΠΔ/ΤΕ 2513/15.1.2003 καταργείται.
Από τις διατάξεις της Πράξης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Η Πράξη αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 11 Οκτωβρίου 2005 Ο Διοικητής