9/2013 — 9/2013 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Structuré par IAΑπόφαση 9 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 9/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο ΖÎ...
Regeste / Sommaire juridique
Structuré par IATexte intégral de la décision — 9/2013
Απόφαση 9 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 9/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. χας Π. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 362/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με την βούλησή του, έχει δικαίωμα, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 141 ΑΚ η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βούλησης, ήτοι η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 2, 3 του Συντάγματος, όπως ίσχυε μετά την αναθεώρησή του από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων με το από 6-4-2001 Ψήφισμα (ΦΕΚ Α'84/17-4-2001) και μέχρι την αναθεώρησή του από την Η' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων με το από 27-5-2008 Ψήφισμα (ΦΕΚ Α'102/2-6-2008) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου του επίδικου επαγγελματικού ασυμβίβαστου στο πρόσωπο του ενάγοντος ως ευρωβουλευτή και της εντεύθεν ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων δωρεάς (25-5-2005): "1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών της επιχείρησης, η οποία: α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα. β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων. γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα... δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας. ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις, τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος... Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης, ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Νόμος ορίζει τις δραστηριότητες, που είναι συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, καθώς και τα σχετικά ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα και τον τρόπο επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Οι δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του νομικού ή άλλου συμβούλου σε επιχειρήσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου αυτής. Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει. 2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν παραληφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή. 3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό, όπως νόμος ορίζει. 4. ....". Με το άρθρο δε 115 παρ. 7 του αναθεωρημένου Συντάγματος ορίσθηκε, ότι "Το προβλεπόμενο στο προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 57 επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών τίθεται σε ισχύ με τη δημοσίευση του προβλεπόμενου στην ίδια διάταξη νόμου και το αργότερο την 1-1-2003". Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 59 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι βουλευτές πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους δίνουν στο Βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο (...)". Σε αρμονία με τη συνταγματική αυτή διάταξη, στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Κανονισμού της Βουλής, ορίζεται ότι: "Από την ορκωμοσία τους οι βουλευτές αναλαμβάνουν την άσκηση των καθηκόντων τους". Από τη διατύπωση της προαναφερθείσης διατάξεως του προσδιοριζόμενου στη παράγραφο 7 του άρθρου 115 ως προτελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέσπισε τον κανόνα, ότι η ιδιότητα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Παραλλήλως, το Σύνταγμα ανέθεσε στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίσει εξαιρέσεις από τον κανόνα του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, δηλαδή να καθορίσει τις επαγγελματικές δραστηριότητες, που είναι συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, καθώς και να ρυθμίσει τα σχετικά με τα ασφαλιστικά και τα συνταξιοδοτικά ζητήματα και τον τρόπο επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 57, σε συνδυασμό με εκείνη της προαναφερθείσης παραγράφου 7 του άρθρου 115 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο κανόνας του ασυμβίβαστου της ιδιότητας του βουλευτή με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος αρχίζει να ισχύει το αργότερο την 1-1-2003 (ΑΕΔ 11/2003, 7/2002), ακόμη και αν δεν έχει μέχρι την ημερομηνία αυτή δημοσιευθεί νόμος, με τον οποίο προβλέπονται επαγγελματικές δραστηριότητες συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα και να ρυθμίζονται τα προκύπτοντα από την αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας των βουλευτών ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα, καθώς και ο τρόπος επανόδου στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Μόνη συνέπεια της μη δημοσιεύσεως νόμου, ο οποίος θα προβλέπει επαγγελματικές δραστηριότητες συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, είναι ότι από 1-1-2003, εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις ο απαγορευτικός κανόνας της άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος από τους βουλευτές. Συναφώς, για την έναρξη ισχύος του επαγγελματικού ασυμβιβάστου από την ημερομηνία αυτή δεν απαιτείται η προηγούμενη δημοσίευση νόμου που να προβλέπει τη διαδικασία για την δήλωση εκ μέρους των βουλευτών της βουλήσεώς τους να αναστείλουν την άσκηση του επαγγέλματος. Τέλος, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 57 του Συντάγματος, βουλευτής της παρούσης Βουλής, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 7-3-2004, που ασκεί επάγγελμα ή επιχειρηματική δραστηριότητα, ρυθμιζόμενα από το νόμο, όπως είναι και η ιδιότητα του ιδιοκτήτη και εκδότη εφημερίδας, από την κτήση της βουλευτικής ιδιότητας και την δόση του όρκου, από την οποία αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του και εντός ευλόγου χρόνου και, πάντως, όχι πέραν του οκταημέρου από την ορκωμοσία του, να υποβάλει δήλωση περί επιλογής μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και του επαγγέλματος που ασκούσε μέχρι την εκλογή του, ή της ιδιότητός του ως ιδιοκτήτη και εκδότη εφημερίδας, ώστε να μην συντρέξει λόγος εκπτώσεώς του από το βουλευτικό αξίωμα, λόγω ασκήσεως επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας μετά το ως άνω χρονικό διάστημα. Παράλειψη δε υποβολής τέτοιας δηλώσεως συνεπάγεται, αναγκαίως, την έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα (ΑΕΔ 5/2006). Τα ως άνω προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άνω άρθρου 57 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 1180/1981 "περί εκλογής αντιπροσώπων εις την Συνέλευσιν των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" και στους αντιπροσώπους της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ευρωβουλευτές) ως εθνικά ασυμβίβαστα, τα οποία ισχύουν παράλληλα με τα κοινοτικά ασυμβίβαστα που προβλέπονται στο άρθρο 6 της Πράξης του Συμβουλίου της 20-9-1976. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 362/2011 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: <<Στις 11-7-2004 αποβίωσε στη … ο Π. Γ. Δ., πατέρας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και σύζυγος της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης). Ο θανών, δυνάμει της υπ' αριθ…/16-12-1995 δημόσιας διαθήκης του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λάρισας Πολυξένης Μπραζιώτη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 322/2004 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εγκατέστησε τους διαδίκους μόνους κληρονόμους, μεταξύ άλλων, στην ατομική επιχείρησή του, εκδόσεως της ημερήσιας τοπικής εφημερίδας …, που εκδίδεται στην πόλη της …, αποτελούμενη από ακίνητα (οικόπεδα, κτίρια κλπ) και κινητά πράγματα (μηχανήματα, αυτοκίνητα κλπ), αποτελούσα έτσι οικονομική μονάδα (σχετ. ΑΠ 175/2000), σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου, 55% την εναγομένη και 45% τον ενάγοντα, με τους όρους, η εναγομένη να έχει μέχρι το τέλος της ζωής της τη διοίκηση και διαχείριση της επιχείρησης αυτής, μετά δε το θάνατό της, να περιέλθει και το ανωτέρω ποσοστό 55% της επιχείρησης στον ενάγοντα και να μην μπορεί ο ένας από τους δύο άνω κληρονόμους να πωλήσει το μερίδιό του (55% και 45%) σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ο ένας από τους δύο πωλήσει στον άλλο το μερίδιό του ή οι δύο μαζί αποφασίσουν, να πωλήσουν τα μερίδιά τους συγχρόνως σε τρίτο. Ο ενάγων, ο οποίος στις εκλογές της 13-6-2004 είχε εκλεγεί αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ευρωβουλευτής), δυνάμει του υπ' αριθ…/16-7-2004 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Λάρισας Πολυξένης Μπραζιώτη, παρέσχε στην εναγομένη μητέρα του την "ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα", να αποδεχθεί για λογαριασμό του την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιαία περιουσία του θανόντος Π. Δ. επί της ως άνω εκδοτικής επιχείρησης μετά των αποτελούντων αυτήν ακινήτων και κινητών και στη συνέχεια, να μεταβιβάσει στον εαυτό της, με δωρεά εν ζωή κατά πλήρη κυριότητα, το ποσοστό του (45%) επί της εν λόγω επιχείρησης (μετά των αποτελούντων αυτή κινητών και ακινήτων). Στη συνέχεια, η εναγομένη, δυνάμει της ανωτέρω πληρεξουσιότητας, αποδέχθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος, με τις υπ' αριθ…. Και …/25-5-2005 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, την επαχθείσα σ' αυτήν ως άνω κληρονομία επί της προαναφερόμενης εκδοτικής επιχείρησης και επί των παρακάτω ακινήτων και κινητών, με τα οποία αποτελούσε οικονομική μονάδα, κατά το ιδανικό του μερίδιο (45% εξ αδιαιρέτου), ήτοι: 1) ενός αστικού ακινήτου (οικοπέδου) εμβαδού 165 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της … εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της και συνορεύει ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς, αποτελουμένης από τέσσερις ευθείες, της πρώτης 14 μέτρων με την ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ρ., της δεύτερης μήκους 2,30 μέτρων, της τρίτης μήκους 1,40 μέτρων και της τέταρτης μήκους 8,48 μέτρων με ιδιοκτησία Β. Θ., δυτικώς επί πλευράς μήκους 21, 45 μέτρων με ιδιοκτησία Β. Χ., βόρεια επί πλευράς 6,00 μέτρων με την οδό ... και νότια επί πλευράς μήκους 4,77 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Ρ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής που αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 117,00 τ.μ., πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, εμβαδού 117,00 τ.μ., και δεύτερο υπέρ του ισογείου όροφο, εμβαδού 117,00 τ.μ., στην οποία είναι εγκατεστημένα τα γραφεία της διοίκησης της επιχείρησης με τον εξοπλισμό τους, 2) ενός αστικού ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 2.500 τ,μ., που, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου τους, βρίσκεται στην πόλη της … και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της, στη θέση … και επί της Εθνικής Οδού …και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μήκους 25,00 μέτρων με Εθνική Οδό …, δυτικά επί πλευράς 25,00 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ., βόρεια επί πλευράς μήκους 100,00 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ. και νότια επί πλευράς μήκους 25,00 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Σ. και ήδη βρίσκεται στη πόλη της … και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της, στο υπ' αριθ… Ο.Τ. και επί της Εθνικής Οδού … και της οδού …, έχει έκταση 1.980,50 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Α-Β 25,80 μέτρων με Εθνική Οδό .., δυτικά επί πλευράς Γ-Δ 25,70 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ., βόρεια επί πλευράς Α-Δ μήκους 73,60 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ. και νότια επί πλευράς μήκους 75,70 μέτρων με την οδό …, μετά της υπ' αυτού υφισταμένης διωρόφου οικοδομής, που αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 465,24 τ.μ., και πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου, εμβαδού 605,85 τ.μ., με τον μέσα σ' αυτά εξοπλισμό της επιχείρησης, 3) ενός αστικού ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 2.273,59 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση … και στο υπ' αριθ…ΟΤ επί της Εθνικής Οδού …και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Α-Β μήκους 30,23 μέτρων με Εθνική Οδό …, δυτικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 33,04 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ., βόρεια επί πλευράς Β-Γ μήκους 70,88 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ. και νότια επί πλευράς Α-Δ μήκους 73,5 μέτρων με το υπό στοιχείο (2) αναφερόμενο ακίνητο, μετά του επ' αυτού διώροφης οικοδομής που αποτελείται από υπόγειο, εμβαδού 563,67 τ.μ., ισόγειο, εμβαδού 532,48 τ.μ., και πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, εμβαδού 437,90 τ.μ., που αποτελείται από δύο γραφεία και τους βοηθητικούς αυτών χώρους, με τον μέσα σ' αυτά εξοπλισμό της επιχείρησης, 4) ενός αστικού ακινήτου, εμβαδού 198,24 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση …και στο υπ' αριθ… ΟΤ και συνορεύει επί πλευράς Γ-Δ μήκους 33,04 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Δ., δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 33,04 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ. και ήδη εγκεκριμένο πεζοδρόμιο, βόρεια επί πλευράς Α-Δ μήκους 6,00 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Λ. Χ. και ήδη με εγκεκριμένη δημοτική οδό και νότια επί πλευράς Γ-Δ μήκους 6,00 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Δ. που συνενώθηκε με αυτό προς επέκταση των κτιριακών και τεχνολογικών εγκαταστάσεων της εν λόγω επιχείρησης, 5) του με στοιχεία Κ-6 καταστήματος, εμβαδού 105,30 τ.μ. και ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο 50/1000, που βρίσκεται στην πόλη της … στο ισόγειο της επί της οδού … αριθμός … οικοδομής, 6) της με στοιχεία Α-6 αποθήκης, εμβαδού 61,00 τ.μ. και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο 1/1000, που βρίσκεται στη … και στο υπόγειο της επί της οδού … αριθμός …οικοδομής, 7) του υπ' αριθ. Β-& γραφείου, εμβαδού 139,45 τ.μ. και ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο 29,099/1000, το οποίο αποτελείται από ένα ενιαίο χωρο και ένα WC και βρίσκεται στην πόλη του …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της και στο δεύτερο υπέρ του ισογείου όροφο της πολυώροφης οικοδομής επί της συμβολής των οδών ..., και 8) του υπ' αριθ. 6 διαμερίσματος, εμβαδού 110,00 τ.μ. και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο 22/1000, που αποτελείται από τέσσερα (4) κύρια δωμάτια, χωλ, λουτρό κουζίνα, office και δωμάτιο υπηρεσίας και βρίσκεται στην … και στο δεύτερο υπέρ του ισογείου όροφο της επί της συμβολής των οδών ... αριθ. ..πολυώροφης οικοδομής. Επί των ακινήτων αυτών βρισκόταν ο εξοπλισμός της εκδοτικής επιχείρησης, αποτελούμενος από: 1) ένα πιεστήριο τύπου SOLNA σουηδικής προέλευσης, 2) ένα πιεστήριο LM αγγλικής προέλευσης, 3) ένα πιεστήριο τύπου HEIDELBERG, γερμανικής προέλευσης, 4) οκτώ (8) μηχανήματα τύπου MANINTOSH, για σχεδιασμό σελίδων, 5) είκοσι (20) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, 6) μία ενθετική μηχανή και ένα μηχάνημα τύπου STAKER για το δέσιμο δεμάτων εφημερίδων, 7) ένα ανυψωτικό μηχάνημα (clark) εργοστασίου κατασκευής NISSAN, 8) οκτώ αυτοκίνητα και δη, ένα φορτηγό εργοστασίου κατασκευής NISSAN (1993), ένα φορτηγό εργοστασίου κατασκευής NISSAN (1999), δύο φορτηγά εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI 4011 (2002), ένα λεωφορείο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES 308 (1993), ένα επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES 450 SE (1977) και ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN τύπου PASSAT (1991). Με την αποδοχή αυτή δυνάμει των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων και τη μεταγραφή αυτών, ο ενάγων κατέστη, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, κύριος των ανωτέρω ακινήτων, και αυτοδικαίως κύριος των άνω κινητών, σύμφωνα με το άρθρο 1846 ΑΚ, από το θάνατο του κληρονομουμένου Π. Δ. (11-7-2004), κατά ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια η εναγομένη, ως πληρεξούσιος του ενάγοντος υιού της, δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου, ενεργώντας ατομικώς και στο όνομα και για λογαριασμό αυτού (ενάγοντος), προέβη με αυτοσύμβαση, με τα υπ' αριθ. .../25-5-2005 συμβόλαια της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Πολυξένης Μπραζιώτη, στην κατάρτιση συμβάσεων δωρεάς εν ζωή, με τις οποίες ο ενάγων της μεταβίβασε το 45% επί των προαναφερόμενων ακινήτων, των οποίων όπως προαναφέρθηκε είχε καταστεί (συγ)κύριος κατά το ανωτέρω ποσοστό (45%), με έννομη συνέπεια, η εναγομένη να καταστεί κυρία αυτών κατά το εν λόγω ποσοστό. Ειδικότερα, η τελευταία δυνάμει του υπ' αριθ…/25-5-2005 συμβολαίου δωρεάς (που μεταγράφηκε νόμιμα), απέκτησε το 45% εξ αδιαιρέτου επί των άνω υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6 ακινήτων μετά των εντός αυτών εγκαταστάσεων της εκδοτικής επιχείρησης, δυνάμει του υπ' αριθ…/25-5-2005 δωρητηρίου συμβολαίου (που μεταγράφηκε νόμιμα) απέκτησε το 45% εξ αδιαιρέτου του άνω υπό στοιχείο 8 ακινήτου και δυνάμει υπ' αριθ…/25-5-2005 άνω δωρητηρίου συμβολαίου (που μεταγράφηκε νόμιμα) απέκτησε το 45% εξ αδιαιρέτου του άνω υπό στοιχείο 7 ακινήτου. Μαζί με τα ως άνω ακίνητα η εναγομένη απέκτησε κατά κυριότητα, κατά ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου και τον εξοπλισμό της εκδοτικής επιχείρησης, αποτελούμενο από τα προαναφερόμενα κινητά πράγματα. Στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων δωρεάς εν ζωή προέβησαν οι διάδικοι, λόγω του ότι κατά το χρόνο της κατάρτισής τους, συνέτρεχε στο πρόσωπο του ενάγοντος, ως εκλεγμένου αντιπροσώπου της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ευρωβουλευτή) που είχε εκλεγεί μετά τη γενομένη αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6-4-2001 Ψήφισμα, το επαγγελματικό ασυμβίβαστο που προβλεπόταν από την προαναφερόμενη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 57 παρ. 1 του ισχύοντος τότε Συντάγματος, που ισχύει από την 1-1-2003, εφόσον αυτός ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα ως συνιδιοκτήτης επιχείρησης έκδοσης ημερήσιας τοπικής εφημερίδας, γεγονός που γνώριζαν οι διάδικοι, προκειμένου ο ενάγων να αποξενωθεί από την εν λόγω επιχείρηση και να μην απωλέσει την ιδιότητα του ευρωβουλευτή. Τούτο αποδεικνύεται ιδίως, από το ότι στο προαναφερόμενο υπ' αριθ…/16-7-2004 ειδικό πληρεξούσιο αναφέρεται, ότι ο ενάγων χορηγεί την εν λόγω πληρεξουσιότητα στην εναγομένη, λόγω του ότι τυγχάνει ευρωβουλευτής και δεν επιθυμεί να αναμειχθεί, ούτε να συμμετάσχει με οποιοδήποτε τρόπο και υφ' οιανδήποτε νομική ή πραγματική μορφή στη (εκδοτική) επιχείρηση, προφανώς για να μην απωλέσει την ευρωβουλευτική του ιδιότητα. Η θέσπιση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου με την ως άνω διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 57 παρ. 1 του ισχύοντος κατά την 25-5-2005 Συντάγματος, εφαρμόζεται, όπως προεκτέθηκε και στους εκλεγμένους μετά την 1-1-2003 ευρωβουλευτές σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 1180/1981, ως περιορισμός του παθητικού δικαιώματος ψήφου ("εκλέγεσθαι"), επιτρέπεται από το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο "Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως διενεργώσι κατά λογικά διαστήματα, ελευθέρας μυστικάς εκλογάς, υπό συνθήκας επιτρεπούσας την ελευθέραν έκφρασιν της λαϊκής θελήσεως ως προς την εκλογήν του νομοθετικού Σώματος", όπως έγινε δεκτό με την από 15-6-2006 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Ο επιδιωκόμενος δε με τη θέσπιση του εν λόγω επαγγελματικού ασυμβιβάστου σκοπός είναι δικαιολογημένος σε μία δημοκρατική κοινωνία, όπως η ελληνική, αφού αποσκοπεί στην αποτροπή: α) της δημιουργίας δεσμών οικονομικής εξάρτισης μεταξύ του βουλευτή και των οικονομικών φορέων, οι οποίοι με τη σειρά τους τελούσαν σε σχέση εξάρτησης από την πολιτεία, δηλαδή την διασφάλιση της "κατά συνείδηση" (άρθρο 60 παρ. 1 Συντ.) γνώμης και ψήφου του βουλευτή, β) της οικονομικής εκμετάλλευσης του αξιώματος του βουλευτή για την επίτευξη εκ μέρους του οικονομικού κέρδους, με επακόλουθο αρνητικές επιπτώσεις για την αξιοπιστία των κοινοβουλευτικών θεσμών, γ) της σώρευσης θεσμικής και εξωθεσμικής πολιτικής ισχύος (ταυτόχρονη κατοχή του βουλευτικού αξιώματος και των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της αφοσίωσης των βουλευτών στην επαγγελματική τους δραστηριότητα). Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, υφίσταται σχέση αναλογικότητας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού της διαφύλαξης του κύρους και της ανεξαρτησίας του βουλευτή και του μέσου που χρησιμοποιείται (θέσπιση επαγγελματικού ασυμβιβάστου) και ως εκ τούτου δεν παραβιάσθηκε ούτε το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ που προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του προσώπου υπό την έννοια, ότι το πρόσωπο και η οικογένειά του εξαρτώνται διά βίου από την άσκηση του επαγγέλματός του, διά της οποίας διασφαλίζεται διά βίου η συντήρηση του ιδίου και της οικογένειάς του και ως εκ τούτου η απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματός του συνιστά παραβίαση του εν λόγω άρθρου 8, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων. Τούτο διότι, ο τελευταίος ως συνιδιοκτήτης επιχείρησης έκδοσης ημερήσιας τοπική πολιτικής εφημερίδας, που ήταν πρώτη σε πωλήσεις στο νομό … και τέταρτη πανελληνίως, είχε ήδη εξωθεσμική πολιτική ισχύ, ενώ η παράλληλη ιδιότητά του ως ευρωβουλευτή θα οδηγούσε στη σώρευση θεσμικής και εξωθεσμικής ισχύος στο πρόσωπό του, ενώ η αξιοπιστία των κοινοβουλευτικών θεσμών θα αμφισβητούνταν, εφόσον η εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", που διαμορφώνει την κοινή γνώμη και ασκεί κριτική στη νομοθετική εξουσία, ανήκει κατά (συγ)κυριότητα στον ενάγοντα ευρωβουλευτή. Εξάλλου, σύμφωνα με το Ζ' Ψήφισμα της Αναθεωρητικής Βουλής του έτους 1975, το ύψος της βουλευτικής αποζημίωσης προσδιορίζεται στο εκάστοτε επίπεδο του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων του Προέδρου του Αρείου Πάγου, οπότε ο ενάγων με τον αποκλεισμό άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητος και με μόνη την καταβαλλόμενη βουλευτική αποζημίωση που ήταν αρκετά υψηλή, επαρκώς εξασφάλιζε τη διαβίωση του ίδιου και της οικογένειάς του. Επομένως, η επιβολή του επαγγελματικού ασυμβιβάστου στο πρόσωπο του ενάγοντος δεν παρίσταται δυσανάλογη, αλλά εύλογη και θεμιτή. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι με την υπ' αριθ. 11/2003 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) κηρύχθηκε έκπτωτος από το βουλευτικό αξίωμα βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο οποίος είχε εκλεγεί στις βουλευτικές εκλογές της 9-4-2000, με την αιτιολογία, ότι μετά την 1-1-2003 ημερομηνία έναρξης ισχύος του επαγγελματικού ασυμβιβάστου (άρθρο 57 παρ. 1 εδαφ. γ' Συντάγματος) αυτός συνεχίζει να ασκεί δικηγορικό λειτούργημα. Κατά της απόφασης αυτής ο εκπεσών βουλευτής άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), επικαλούμενος παραβίαση του άνω άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άνω άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ, με την απόφασή του 33554/03 της 15-6-2006, δέχθηκε την προσφυγή με την αιτιολογία, ότι με την απόφαση ΑΕΔ 11/2003 παραβιάσθηκε το άρθρο 3 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προβλέπει τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών, διότι παραβιάσθηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω εφαρμογής του θεσπισθέντος με την αναθεώρηση του Συντάγματος 2001 επαγγελματικού ασυμβιβάστου και σε βουλευτή που είχε εκλεγεί πριν από τη θέσπισή του, ήτοι στις βουλευτικές εκλογές της 9-4-2000. Το ΕΔΔΑ απείχε από οποιαδήποτε κρίση σχετικά με το ως άνω επαγγελματικό ασυμβίβαστο, κρίνοντας ότι δεν έχει αρμοδιότητα να εκφράσει την άποψή του, σχετικά με τη γενική απαγόρευση της άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος, εκ μέρους εκλεγέντος βουλευτή μετά τη γενόμενη άνω αναθεώρηση. Κατά συνέπεια, το ερμηνευτικό δεδικασμένο της ανωτέρω απόφασης της ΕΔΔΑ καταλαμβάνει μόνον περιπτώσεις βουλευτών (και ευρωβουλευτών), που εκλέχθηκαν πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 και μόνον όσον αφορά την εφαρμογή σ' αυτούς του προβλεπόμενου από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 57 παρ. 1 του Συντάγματος επαγγελματικού ασυμβιβάστου.
Συνεπώς, ήταν ασυμβίβαστη η επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος ως ιδιοκτήτη επιχείρησης εκδόσεως εφημερίδας με τα καθήκοντά του ως βουλευτή, που εκλέχθηκε στις εκλογές της 13ης Ιουλίου 2004. Ενόψει αυτών, έκρινε το Εφετείο, ότι ουδεμία διάσταση υπήρξε κατά την κατάρτιση των επίδικων δικαιοπραξιών και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, με την οποία επιδιώκετο, η ακύρωση της άνω πληρεξουσιότητας και των συμβάσεων δωρεάς, λόγω ουσιώδους πλάνης, συνακόλουθα δε και το αίτημά της περί αποδόσεως στον ενάγοντα νομιμοτόκως του συνολικού ποσού των 318.728,99 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 45% επί των κερδών της κληρονομίας των ετών 2005, 2006 και 2007, κατά το οποίο η εναγομένη, μετά την ακυρότητα λόγω πλάνης των επίδικων δικαιοπραξιών, κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη. Ακολούθως ερεύνησε την αγωγή ως προς την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της, ως προς την οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι η εναγομένη, κάνοντας χρήση της πληρεξουσιότητας που του είχε δώσει ο ενάγων με το υπ' αριθ…/16-7-2004 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας Πολυξένης Μπραζιώτη, προέβη στην κατάρτιση των επίδικων ως άνω δικαιοπραξιών δωρεάς εν ζωή, τόσον ατομικά, όσο και για λογαριασμό του ενάγοντος. Ωστόσο, στα προαναφερόμενα υπ' αριθ. .../25-5-2005 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου αναγράφηκε εσφαλμένα, ότι στην εναγομένη χορηγήθηκε από τον ενάγοντα η σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθ…/16-7-2004 ειδικού πληρεξουσίου, αντί του ορθού αριθμού …/16-7-2004. Τούτο έγινε προφανώς από παραδρομή, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο του πληρεξουσίου, δεδομένου ότι η Συμβολαιογράφος Πολυξένη Μπραζιώτη που το συνέταξε, δεν ήταν δυνατό να καταρτίσει και δεν καταρτίσθηκε ειδικό πληρεξούσιο με αριθμό … της ίδιας ημεροχρονολογίας (16-7-2004). Κατάρτισε μόνο το ανωτέρω υπ' αριθ…/16-7-2004 πληρεξούσιο. Η εσφαλμένη δε αυτή αναγραφή δεν επιδρά στην εγκυρότητα των πιο πάνω συμβολαίων και των περιεχομένων σε αυτά δικαιοπραξιών, εφόσον τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, ρητώς δε αναγράφεται, ότι η εναγομένη ενήργησε ως πληρεξουσία και αντιπρόσωπος του δωρητή ενάγοντος, ο οποίος και της είχε χορηγήσει την σχετική πληρεξουσιότητα με το άνω υπ' αριθ…/16-7-2004 ειδικό πληρεξούσιο. Ακολούθως απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και ως προς την επικουρική βάση της, με την οποία επιδιώκετο η επιδίκαση στον ενάγοντα του αυτού ως άνω ποσού των 318.728,99 ευρώ, διότι η εναγομένη χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα και εντολή του προέβη στις άνω δικαιοπραξίες, καταστάσα έτσι πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό αυτό. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 211, 216, 235, 361 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 57 παρ.1, 2, 3, 59 παρ. 1 και 115 παρ. 7 του Συντάγματος, όπως το πρώτο εξ αυτών ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που αφορά την επίδικη υπόθεση, 2 παρ. 3 του ν. 1180/1981, 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 8 της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ουδεμία διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως των διαδίκων υπήρξε κατά την κατάρτιση των επίδικων δικαιοπραξιών, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της άνω πληρεξουσιότητας και των συμβάσεων δωρεάς, λόγω ουσιώδους πλάνης, και συνακόλουθα απόδοση στον ενάγοντα των κερδών που απεκόμισε η εναγομένη λόγω της ακυρότητας αυτής, ως καταστάσα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, ενώ επίσης, είναι σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της, ότι η εναγομένη προέβη στις επίδικες δικαιοπραξίες βάσει του ειδικού πληρεξουσίου που χορήγησε σ' αυτήν ο ενάγων και όχι χωρίς πληρεξουσιότητα όπως ο τελευταίος διατείνεται. Εξάλλου, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του ενάγοντος το ασυμβίβαστο του άρθρου 57 παρ. 1 περ.γ'του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, αφού κατά την περίοδο εκείνη είχε την ιδιότητα συνιδιοκτήτη επιχείρησης έκδοσης ημερήσιας τοπικής πολιτικής εφημερίδας, που ήταν πρώτη σε πωλήσεις στο νομό … και τέταρτη πανελληνίως, γεγονός που του απέδιδε εξωθεσμική πολιτική ισχύ, με συνέπεια, η παράλληλη ιδιότητά του ως ευρωβουλευτή, να θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των κοινοβουλευτικών θεσμών, αφού η άνω εφημερίδα, που κυκλοφορούσε πανελλαδικά, ήταν διαμορφωτής της κοινής γνώμης και ασκούσε κριτική στη νομοθετική εξουσία, ώστε να καθίσταται ασυμβίβαστη η άνω επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος ως ιδιοκτήτη επιχείρησης εκδόσεως εφημερίδας με τα καθήκοντά του ως ευρωβουλευτή, που εκλέχθηκε στις εκλογές της 13ης Ιουλίου 2004. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-10-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 362/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ