Legislator Corpus juridique & Jurisprudence
9/2010 Structuré par IA

9/2010 — 9/2010 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numéro de cause 9/2010 (AP_9_2010)
Autorité / Tribunal
Date de la décision
Juridiction Grèce — Jurisprudence (EL)

Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)

Structuré par IA

Απόφαση 9 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστ...

Regeste / Sommaire juridique

Structuré par IA
Απόφαση 9 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστ...

Vous souhaitez savoir comment cet arrêt s'applique à votre dossier ?

Analysez cette décision avec la législation fédérale, le droit cantonal, la doctrine et la jurisprudence subséquente dans Legislator AI.

Ouvrir dans Legislator →

Texte intégral de la décision — 9/2010

Απόφαση 9 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Καραμανλή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αυγερινού Ανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3727/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4574/2002 μη οριστική και 4629/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2007 αίτησή της και τους από 10/12/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 22/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, φέρονται προς συζήτηση η από 16-5-2007 αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4629/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και οι από 10-12-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν παραδεκτώς, κατ' άρθρον 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να συνεκδικασθούν, εν όψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συμπληρώνουν την αίτηση αναιρέσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτή, και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά των.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν μόνον αυτή, ήτοι η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ' όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υποχρέου, ο οποίος αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, εις τρόπον ώστε η, με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, εν σχέσει προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ήδη αναιρεσείουσα - ενάγουσα, η οποία προτάθηκε νομίμως από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητο, προς απόκρουση της αγωγής, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, αφού προηγουμένως έκρινε ότι το τμήμα του δώματος, επιφανείας 33,35 τ.μ, το οποίο η εναγομένη έχει στην αποκλειστική χρήση της και μεταβιβάσθηκε σ' αυτή από τον δικαιοπάροχο και αρχικό οικοπεδούχο πατέρα της, έχει αποκλεισθεί από την κοινή χρήση, μονομερώς από τον τελευταίο, με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβ/φου Αθηνών, Μαρίας Λάτσου, κατά παράβαση του κανονισμού, που καθορίζει τον χώρο του δώματος ως κοινόχρηστο. "... Ο πατέρας των διαδίκων και λόγω γονικής παροχής αρχικός δικαιοπάροχος όλων των τέκνων του, συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, από το έτος 1978 είχε ανεγείρει το πιο πάνω περιγραφέν αυθαίρετο κτίσμα του δώματος και το χρησιμοποιούσε ως κατοικία του μέχρι το έτος 1986 που το μεταβίβασε στην εναγομένη, η οποία έκτοτε το κατείχε και ήδη το έχει εκμισθώσει σε τρίτο, χωρίς επί μακρά σειρά ετών να έχει δημιουργηθεί θέμα για την στατική επάρκεια της οικοδομής. Η ενάγουσα διαμένουσα στην παραπάνω ιδιοκτησία της του β' ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας γνώριζε την διαμορφωθείσα κατάσταση στο δώμα, έκανε χρήση του υπολοίπου τμήματος αυτού 120 τ.μ. περίπου και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τούτο, όπως και οι λοιποί συνιδιοκτήτες, μέχρι το θάνατο του πατέρα της κατά το έτος 1996. Η πολυκατοικία ήταν οικογενειακή αποτελούμενη από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες όλων των τέκνων της οικογένειας του ..., ώστε η εναγομένη, εύλογα πίστευε ότι δεν επρόκειτο να ασκηθεί το δικαίωμα της ενάγουσας αδελφής της να ζητήσει την καθαίρεση κτισμάτων τα οποία, μάλιστα δεν είχε ανεγείρει η ίδια (εναγομένη), αλλά ο κοινός δικαιοπάροχος πατέρας των διαδίκων. Η ενάγουσα ουδέποτε είχε επίσης θέσει θέμα για την κατασκευή ανελκυστήρα στην πολυκατοικία ή την κατάργηση του χώρου του μηχανοστασίου του ανελκυστήρα που ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό που είχε ανεγερθεί. Η ενάγουσα εξάλλου ουδεμία βλάβη υφίσταται, εφόσον τα πιο πάνω κτίσματα κατά τα εκτεθέντα δεν επηρεάζουν την υπάρχουσα στατική επάρκεια της όλης οικοδομής, ενώ είναι δυνατή η λειτουργία υδραυλικού ανελκυστήρα για την εξυπηρέτηση του διαμερίσματός της, χωρίς δηλαδή τον πιο πάνω χώρο του μηχανοστασίου στο δώμα, ενώ περαιτέρω το πιο πάνω τμήμα του δώματος είναι επαρκές για την εξυπηρέτηση όλων των συνιδιοκτητών για σύγχρηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι μηδαμινή η βλάβη της ενάγουσας σε σχέση με τη βλάβη που θα υποστεί η εναγομένη από την όψιμη άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ή σημαντικό λόγο, αλλά λόγω κυρίως της υπάρχουσας κατά της εναγομένης έντασης των σχέσεών τους και της δημιουργηθείσας εμπάθειας. Ενόψει αυτών, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα και του στενού συγγενικού δεσμού των διαδίκων, αλλά και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού αυτού...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμο την, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ένσταση, ως προς τα ανωτέρω κτίσματα του δώματος και απέρριψε, ως προς αυτά, την αγωγή, κατά τα σχετικά αιτήματά της, απορρίπτοντας την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας, κατ' αποτέλεσμα, την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι προαναφερόμενοι όροι της διατάξεως αυτής. Διέλαβε δε το Εφετείο σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικώς με την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ήδη αναιρεσείουσα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ οι κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ελλείψεις και αντιφάσεις, που εκτίθενται στο αναιρετήριο, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του, σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση, αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπ' όψη, για την στοιχειοθέτηση του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα, ισχυρισμού, περιστατικά που δεν προτάθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, από τις προτάσεις της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι με αυτές, η τελευταία, επαναφέροντας τον, ως άνω, ισχυρισμό της, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, προς απόκρουση της εφέσεως και απόρριψη της αγωγής, διέλαβε και ότι ένα τμήμα της ταράτσας 33,35 τ.μ. χρησιμοποιήθηκε από αρχής της κατασκευής της πολυορόφου οικοδομής από τον δικαιοπάροχο, πατέρα των διαδίκων, ως κατοικία, ενώ η κατασκευή του διαμερίσματος στο δώμα έγινε προ του έτους 1983 από τον πατέρα των, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα και δεν διαμαρτυρήθηκε.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στην μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 § 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, εφ' όσον δεν αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που προσβάλλονται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως, ή τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά. Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατά το πρώτο μέρος του (υπό στοιχ. 1α), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας και την έκθεση του τεχνικού της συμβούλου και κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα, δεχόμενο ότι ουδεμία βλάβη υφίσταται αυτή από τα παράνομα κτίσματα στο δώμα, εφ' όσον αυτά δεν επηρεάζουν την στατική επάρκεια της όλης οικοδομής. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπ' όψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Από την βεβαίωση δε αυτή, την αιτιολογία και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα - αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, με τον αυτό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχ. 1β) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, εν σχέσει με την δήθεν συμμόρφωση της ήδη αναιρεσιβλήτου προς τις υποδείξεις της Πολεοδομίας και την αφαίρεση από αυτή της παρανόμου προσθήκης επί του ακαλύπτου χώρου του β' ορόφου της οικοδομής. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι αφορά σε κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο δεν πλήττεται με την κύρια αίτηση αναιρέσεως, ούτε συνέχεται αναγκαίως με το κεφάλαιο που πλήττεται με αυτή και αναφέρεται στην απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που αφορά στο κτίσμα επί του δώματος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 368 παρ. 1, 388 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διάταξη, στη δίκη, πραγματογνωμοσύνης, περί κάποιου ζητήματος ή συμπληρώσεως της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν διέταξε επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου ο πραγματογνώμων να αποφανθεί και περί της καθαιρέσεως ή μη των κτισμάτων "από ελενίτ" στο δώμα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2007 αίτηση της ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4629/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ