9/2008 — 9/2008 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Structuré par IAΑπόφαση 9 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 9/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και ΒÎ...
Regeste / Sommaire juridique
Structuré par IATexte intégral de la décision — 9/2008
Απόφαση 9 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 9/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ........ και 2) ............, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σέμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9221/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 26-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες διακρίσεις και εξαιρέσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ. ΑΠ 3/1997, 7/1993, 6/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού ή αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ΝΔ 53/1974 και έχει , σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. ΑΠ 40/1998). Τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου, που στρέφονται κατά του Κράτους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από τακτικές αποδοχές (μισθούς κ.λ.π.), που καταβάλλονται σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, η συνδρομή της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 3/1998). Επίσης, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, αποβλέπει να διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο εσωτερικό δίκαιο καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον. Ακόμη, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 4 παρ. 1α και 2 του ΠΔ 178/2002, που προσάρμοσε την Ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29-6-1998, με τη μεταβίβαση επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο, ο οποίος με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, εξακολουθεί μετά τη μεταβίβαση να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 1α, 2α, 3 και 4α του ν. 2414/1996 "περί εκσυγχρονισμού των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών κ.λ.π.", επιτρέπεται η μετάταξη των εργαζομένων στα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΑΕ ανεξαρτήτως της ηλικίας αυτών, σε όλες τις υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α' έως και στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Η μετάταξη των άνω εργαζομένων διενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του εποπτεύοντος την οικεία υπηρεσία, οργανισμό ή νομικό πρόσωπο, Υπουργού σε κλάδο ή ειδικότητα της εκπαιδευτικής βαθμίδας, που ανήκει ο μετατασσόμενος. Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογα με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας που έχει αναγνωριστεί από τα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΑΕ και σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο μετατάσσονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από τη χορήγηση επομένου μισθολογικού κλιμακίου ή επιδόματος χρόνου υπηρεσίας μέχρι την εξαφάνιση τους. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου που έχει αναγνωριστεί από τα ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΑΕ θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης. Για την κατά τα ανωτέρω μετάταξη απαιτείται αίτηση του εργαζόμενου, συνοδευόμενη από πλήρη βιογραφικά του στοιχεία, που θα πρέπει να υποβληθεί το βραδύτερο μέχρι 30-6-1996. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 3 εδ. α' β' γ' του ν. 2515/1997, οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ. 1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2414/1996, του ν. 2436/1996 και του άρθρου 13 του ν. 2367/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο. Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεως τους με τις απολαβές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η ΑΤΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές πρωτοδικείο το οποίο δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: "Oι ενάγοντες είχαν απασχοληθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στα Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ μέχρι 15-12-1997 με ειδικότητα ο πρώτος του μανουβραδόρου και ο δεύτερος του εφαρμοστή και αποδοχές, προβλεπόμενες από την επιχειρησιακή ΣΣΕ. Στη συνέχεια μετετάγησαν στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας Γ.Ε.Ν Ναύσταθμο Σαλαμίνας, όπου εργάστηκαν με σύμβαση επίσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με τις ίδιες ειδικότητες με παροχές καθοριζόμενες από την κλαδική ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Πολεμικό Ναυτικό. Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε, ότι με το με το άρθρο 20 του ν. 2414/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997 το ύψος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των μεταταγέντων αναιρεσιβλήτων μειώθηκε κατά το ποσό των 378.810 δρχ. για τον πρώτο και κατά το ποσό των 741.635 δρχ. για τον δεύτερο, γιατί: α) ως τακτικές αποδοχές για την εξαγωγή της ενδεχόμενης προσωπικής διαφοράς θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα και η ΑΤΑ, β) η μείωση της προσωπικής διαφοράς θα προκύψει από οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται και γ) για τον καθορισμό των αποδοχών λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρόνος υπηρεσίας που υπηρέτησαν στα Ναυπηγεία και όχι ο συνολικός χρόνος που τους έχει αναγνωριστεί εκεί, τα οποία (ποσά) τελικώς επεδίκασε σ' αυτούς, διότι έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 3 του ν. του ν. 2535/1997 αντίκειται στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, παραβιάζει δε τη γενικώς παραδεδεγμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μεταβολή των ισχυουσών εννόμων σχέσεων. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις για τους εξής λόγους: α) Ο νομοθέτης θέσπισε με ειδική διάταξη (άρθρο 20 παρ. 3 ν. 2515/1997), η οποία εντάχθηκε στο ν. 2414/1996, το δικαίωμα των εργαζομένων στην εταιρία με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ ΑΕ" να μεταταγούν σε όλες τις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, ανεξαρτήτως ηλικίας, με μόνη εξαίρεση εκείνους τους εργαζόμενους που πληρούσαν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το Κράτος να εφαρμόσει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβαση του στην καθόλου εργατική αγορά με σκοπό τη διαμόρφωση της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η με το σκοπό αυτό νομοθετική ρύθμιση αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για τη διασφάλιση τόσο του δικαιώματος στην εργασία, όσο και των ήδη κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του μετατασσόμενου προσωπικού των Ναυπηγείων Ελευσίνας ΑΕ, που τέθηκε σε εκκαθάριση και υπήρχε κίνδυνος να παραμείνει χωρίς εργασία. β) Εξάλλου η νομοθετική πρόβλεψη για διατήρηση της προσωπικής διαφοράς αμοιβής των μετατασσομένων μέχρι την αύξηση των αμοιβών της νέας θέσεως τους στο ύψος των αμοιβών που λάμβαναν κατά τη μετάταξη (άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2515/1997), δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τη μη μεταβολή μονομερώς των ισχυουσών εννόμων σχέσεων (άρθρα 2 παρ 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος), γιατί οι μετατασσόμενοι προνομιακά σε σχέση με τους λοιπούς εργαζόμενους της αυτής κατηγορίας, λαμβάνουν μεγαλύτερες αποδοχές από τους ήδη υπηρετούντες στις υπηρεσίες που μετατάχθηκαν, έως ότου οι αποδοχές των λοιπών εργαζομένων εξισωθούν με τις δικές τους δια των παρεχομένων μισθολογικών αυξήσεων, η δε προσωπική μισθολογική διαφορά που παρέχεται στους μετατασσόμενους αποτελεί ειδική προσωπική αμοιβή, παρεχόμενη κατ' εξαίρεση των καταβαλλομένων αμοιβών στους λοιπούς απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα σε ειδική κατηγορία μισθωτών, προ της μετατάξεως τους από τον ιδιωτικό τομέα, με μοναδικό σκοπό να διατηρηθεί το οικονομικό επίπεδο που είχαν αυτοί ως εργαζόμενοι στο ιδιωτικό τομέα. γ) Η πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί δεν οδηγεί σε μείωση (παρούσα ή μελλοντική) των τακτικών αποδοχών των μετατασσομένων, αφού αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν μεγαλύτερο μισθό από εκείνο που λαμβάνουν οι λοιποί εργαζόμενοι της αυτής κατηγορίας και ειδικότητας, οι οποίοι δεν προέρχονται από μετάταξη και ακολούθως τον ίδιο με τους τελευταίους και έτσι αυτοί (μετατασσόμενοι) δεν αποστερούνται αδικαιολογήτως περιουσιακού στοιχείου (ενοχικού δικαιώματος) ενόψει του ότι στον εργασιακό τομέα, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (περιορισμό ανεργίας), επέρχονται συνεχώς προσαρμογές στο υφιστάμενο νομικό καθεστώς, οι οποίες τελούν σε άμεση συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής κατάστασης με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής απασχόληση των μισθωτών. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ, 9221/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από διαφορετικούς δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ