99/2010 — 99/2010 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Structuré par IAΑπόφαση 99 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και ...
Regeste / Sommaire juridique
Structuré par IATexte intégral de la décision — 99/2010
Απόφαση 99 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουκοδήμο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-1991 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9-10-1991 ανταγωγή δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4010/1991 μη οριστική, 861/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8824/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-11-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί. Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί πριν από τη συγκεκριμένη δίκη, για οποιονδήποτε λόγο ή στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τρεις πρώτους λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα περί διατάραξης της νομής του επίδικου ακινήτου, καθώς και περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης ανταγωγής των αρχικών εναγομένων, στη δικονομική θέση του δεύτερου από τους οποίους λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθαν οι πρώτος εναγόμενος και η Ψ2, τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (και ήδη αναιρεσίβλητοι), περί αναγνώρισης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου και περί αναγνώρισης της νομής διαιρετού τμήματος του τελευταίου (εμβαδού 5.262,79 τετρ. μέτρων) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτούς -λόγους- αποδεικτικά μέσα, δηλαδή: Α) α) το από 18.06.1990 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... στο οποίο φαίνεται ολόκληρο το αγρόκτημα του αναιρεσείοντα, έκτασης 22.578 τ.μ. β) το με αριθμό .../.../27.01.1982 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασαρχείου Πεντέλης, που στράφηκε κατ' αυτού και των δύο αρχικών εναγομένων και αφορούσε κυρίως τη βορείως του κτήματός του έκταση που από τότε διακατείχον οι τελευταίοι, γ) το από 14.12.1981 διάγραμμα που συνοδεύει το πιο πάνω πρωτόκολλο δ) τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης 175/282 ανακοπή που κατέθεσε ο ίδιος κατά του πιο πάνω πρωτοκόλλου, η οποία συνεκδικάστηκε με ανάλογη ανακοπή των αντιδίκων του κατά του ίδιου πρωτοκόλλου και περιγράφει το κτήμα του, ως έχον έκταση 24 στρεμμάτων περίπου. ε) Τις από 20.06.1983 προτάσεις του επί της πιο πάνω ανακοπής του, στις οποίες περιγράφεται το τμήμα του αγροκτήματός του, που περιλαμβάνεται παραπάνω πρωτόκολλο και έχει φωτοσκιαστεί και οριστεί απ' αυτόν με τα γράμματα ΕΖΖ'-Ε'Ε. στ) Το από 14.06.1983 σημείωμα των εναγομένων-αντεναγόντων επί της ανακοπής τους κατά του ίδιου πρωτοκόλλου στο οποίο περιγράφεται το κτήμα τους ως περιλαμβανόμενο στο πιο πάνω πρωτόκολλο "... πλην μικρού τεμαχίου προς νότο περίπου ενός στρέμματος το οποίο διεκδικείται από τον Χ και του το αναγνωρίζουμε ...". ζ) Τα με αριθμό 331/1983 Πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κρωπίας που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση των πιο πάνω ανακοπών. η) Την ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση, που έκανε δεκτές αμφότερες τις ανακοπές. θ) Δύο (2) φωτογραφίες που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια των διεξαγωγών, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες απόδειξης και προσαρτήθηκαν στην εισηγητική έκθεση, απεικονίζοντας το επίδικο κτήμα του, από τις οποίες, η μεν πρώτη, που λήφθηκε από δυσμάς, δείχνει το κατηφορικό μέρος του μέχρι τη διακρινόμενη ξερολιθιά στο ανατολικό όριό του, η δε δεύτερη, που λήφθηκε από ανατολάς, δείχνει, μετά τον καλλιεργημένο αγρό του ΑΑ, τη ξερολιθιά-ανατολικό όριο του επίδικου κτήματός του και πέραν αυτής το κτήμα του,- Β) Τις με αριθμούς .../14-3-1991, .../21-3-1991 και .../3-7-1991, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντα ..., ..., ... και ..., που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γ. Χούντα σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης της ένδικης αγωγής και "ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα" έπρεπε να μνημονεύονται ειδικά στο κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Και Γ) Τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ... και ..., που περιέχονται στη 1843/1992 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του περί της συνεχούς, αδιάλειπτης και απρόσκοπτης άσκησης της νομής του όλου στην αγωγή περιγραφόμενου ακινήτου, εμβαδού 22 στρεμμάτων από του έτους 1981 και εφεξής μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 1991. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα και περιέχονται στην 1843/1992 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή, που διορίστηκε με την 4010/1991 πράξη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση (περιλαμβανομένων και των επικαλούμενων ένορκων βεβαιώσεων που χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες δίκες)", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία μάλιστα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, όλα τα έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που προμνημονεύθηκαν, οι οποίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντα περί της ενιαύσιας παραγραφής εν επιδικία της ανταγωγικής αξίωσης του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισης της νομής του στο επίδικο ακίνητο, ενόψει του ότι από την έκδοση της 7058/1991 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικύρωσε την 141/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, -η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,- συνέχισε ο ίδιος να κατέχει και να νέμεται ανενόχλητος το εν λόγω ακίνητο, από το οποίο δεν αποξενώθηκε, ούτε αποβλήθηκε ποτέ, ούτε, επίσης, οι αντίδικοί του του κοινοποίησαν ποτέ αντίγραφο της 141/1991 απόφασης, που προμνημονεύθηκε, καθώς και της 140/1980 απόφασης, που οι ίδιοι επικαλέστηκαν, με επιταγή προς συμμόρφωση ή εκτέλεση, που προτάθηκε απ' αυτόν -αναιρεσείοντα- στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντα κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, δεν προτάθηκε παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο η αμέσως πιο πάνω ένστασή του με βάση ορισμένο λόγο έφεσης.
Από τη διάταξη του άρθρου 216§1 περίπτ. α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντα ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/2005). Περαιτέρω, έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλούμενου κινδύνου από αυτή στο συμφέρον του ενάγοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επικουρική επίκληση των αριθμών 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ανταγωγή του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισης του δικαιώματος νομής του σε τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 5.262,79 τετρ. μέτρων αντί να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του, αλλιώς, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντός του προς άσκησή της (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.), για το λόγο ότι το δικαίωμα της νομής του είχε ήδη υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι οι περιεχόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα προτάθηκαν παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντα, δεν συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής καμιάς από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., εξαιρέσεις και, ειδικότερα, εκείνης που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι "ο πατέρας του αναιρεσείοντα, ΩΩ, ήταν πράγματι στο παρελθόν νομέας έκτασης δυτικά του επιδίκου", ότι με το με αριθμό .../1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη μεταβίβασε την πιο πάνω έκταση στο ΦΦ, ότι "βεβαίως στο δεύτερο αυτό συμβόλαιο αναφέρεται ως βορειοανατολικό όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου ιδιοκτησία του πωλητή (πατέρα του) απροσδιορίστου μήκους της πλευράς αυτής", ότι δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι υπήρξε τέτοιο όριο και, σε κάθε περίπτωση, ότι άσκησε αυτός -αναιρεσείων- νομή σε έκταση πέραν από το όριο αυτό του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και, τέλος, δέχθηκε, ότι στα με αριθμούς ... /1958 και .../1963 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη το επίδικο που περιγράφεται ως βόρειο όριο των πωλούμενων ακινήτων, "φέρεται" ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του δεύτερου από τους εναγομένους-αντενάγοντες ΔΔ και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., έχει εμβαδόν 19.179.16 τ.μ., φαίνεται με τα στοιχεία 1.2 και 4 στο από Ιουλίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, ... και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη γραμμή με αγροτικό δρόμο, νότια επί τεθλασμένης γραμμής εν μέρει με ιδιοκτησία ΑΑ (πρώην ιδιοκτησία ...), εν μέρει με ιδιοκτησία ΒΒ και ΓΓ και εν μέρει με ιδιοκτησία ΕΕ και ΣΤ, θυγατέρων ΦΦ, ανατολικά επί τεθλασμένης γραμμής με ιδιοκτησία ΑΑ και δυτικά, επί τεθλασμένης γραμμής, εν μέρει με ιδιοκτησία ΖΖ και εν μέρει επί ευθείας γραμμής με ιδιοκτησία ... Η ανωτέρω έκταση περιήλθε στο ΔΔ, δεύτερο εναγόμενο - αντενάγοντα, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1935 πατέρα του, ΗΗ, ο οποίος έκτοτε νεμήθηκε αυτήν με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιάλειπτα, στο σύνολό της μέχρι το 1976, καλλιεργώντας την κάθε χρόνο με δημητριακά, καταστάς κατά συνέπεια κύριος αυτής με έκτακτη χρησικτησία. Το έτος 1976 ο ΔΔ παραχώρησε στον πρώτο εναγόμενο - αντενάγοντα Ψ1 (γιο του), νομή σε μέρος της έκτασης αυτής, επιφανείας 5.262,79 τ.μ. που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του μείζονος ακινήτου, το οποίο φέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό 4 με τα στοιχεία 49 - 62 - 70 - 71 - 61 - 60 - 59 - 58 - 57 - 76 - 49 και συνορεύει βόρεια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ανωτέρω ΔΔ, νότια με ιδιοκτησία πρώην ... και ήδη ΑΑ, ανατολικά με ιδιοκτησία ΑΑ και δυτικά με ιδιοκτησία ΒΒ και ΓΓ. Από τότε, το τελευταίο αυτό τμήμα νέμονταν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιάλειπτα, μέχρι την έγερση της αγωγής και της ανταγωγής ο πρώτος των εναγομένων-αντεναγόντων Ψ1 (1ος των εναγομένων-αντεναγόντων), καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου συνέχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιάλειπτα, ο ΔΔ (2ος των εναγομένων - αντεναγόντων), καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, μέχρι την άσκηση της αγωγής και της ανταγωγής. Τον Οκτώβριο του 1980 η νομή του ΔΔ διαταράχτηκε από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο και τον ΑΑ, σε έκταση συνολικά 14 στρεμμάτων. Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας, με την 140/1991 απόφασή του, που κατέστη τελεσίδικη (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), δέχτηκε σχετική αίτηση του προσβληθέντος νομέα (ΔΔ) και αναγνώρισε αυτόν προσωρινά νομέα του επιδίκου, απαγορεύοντας στους καθών, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του. Επίσης τον Νοέμβριο του 1990 έγινε και νέα προσβολή της ανωτέρω νομής του ΔΔ από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο, επί της ίδιας έκτασης των 14 ανωτέρω στρεμμάτων. Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, απέρριψε την αίτηση του ενάγοντος - αντεναγομένου και δέχτηκε κατ' ουσίαν την αίτηση των εναγομένων - αντεναγόντων, με την 141/1991 απόφασή του, που επικυρώθηκε με την 7058/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Ειρηνοδικείο Κρωπίας αναγνώρισε τους εναγομένους - αντενάγοντες προσωρινά νομείς της επίδικης έκτασης και απαγόρευσε στον ενάγοντα - αντεναγόμενο κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής τους με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Ο ΩΩ, πατέρας του ενάγοντος - αντεναγομένου ήταν πράγματι στο παρελθόν νομέας δυτικά του επιδίκου, συνεχόμενης έκτασης. Την έκταση όμως αυτή τη μεταβίβασε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με αιτία την πώληση, με τα .../46 και .../48 συμβόλαια του συμβ/φου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, στο ΦΦ. Βεβαίως, στο δεύτερο από τα συμβόλαια αυτά αναφέρεται, ως βορειανατολικό όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου, ιδιοκτησία του πωλητή, απροσδιόριστου μήκους της πλευράς αυτής. Δεν αποδείχτηκε όμως και ότι πράγματι υπήρξε τέτοιο όριο και σε κάθε περίπτωση ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος ήσκησε ποτέ νομή σε έκταση πέρα από το όριο αυτό (του πωληθέντος). Αντίθετα αποδείχτηκε ότι, την πέρα από το όριο αυτό του πωληθέντος έκταση, ανέκαθεν, από το έτος 1936 και εφεξής, τη νέμονταν ο δεύτερος των εναγομένων αντεναγόντων, ΔΔ. Νότια του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται η ιδιοκτησία του ΑΑ, πρώην ιδιοκτησία ... Η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του τελευταίου (...) στον ΑΑ έγινε σε δύο φάσεις, τμηματικά, με τα .../1958 και .../1963 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη, που νόμιμα μεταγράφηκαν. Και στα δύο αυτά συμβόλαια το επίδικο, που περιγράφεται ως βόρειο όριο των πωλουμένων τούτων ακινήτων, φέρεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του δεύτερου των εναγομένων - αντεναγόντων ΔΔ. Σημειωτέον ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος, με την από 10.10.81 αγωγή του (αριθμ. κατ. 9931/81), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του δευτέρου των εναγομένων - αντεναγόντων, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος 4040,38 τ.μ. από το επίδικο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Από την αγωγή του αυτή όμως παραιτήθηκε, με δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου που εκκρεμούσε η αγωγή του αυτή (αριθμ. κατ. δήλωσης 11988/1981). Στις 25.4.93 πέθανε ο δεύτερος των εναγομένων - αντεναγόντων, ΔΔ, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα δύο τέκνα του, τον πρώτο των εναγομένων - αντεναγόντων Ψ1 και την Ψ2, σύζυγο ..., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα τους και τη σύζυγό του ..., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, που υπεισήλθαν στην κληρονομιά του, συνεχίζοντες νεμόμενοι το επίδικο, με διάνοια κυρίου. Η τελευταία πέθανε, στις 12.6.93, χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τα προαναφερόμενα τέκνα της, Ψ1 και Ψ2, τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομίας της. Έτσι, οι τελευταίοι υπεισήλθαν δικονομικά στη θέση του αποβιώσαντος δεύτερου των εναγομένων-αντεναγόντων ΔΔ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, αφενός μεν, ότι δεν αποδείχθηκε η κτήση και η άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, αφετέρου δε, ότι αποδείχθηκε η κυριότητα του δεύτερου εναγομένου-αντενάγοντα στο ίδιο ακίνητο και η κτήση και άσκηση νομής του πρώτου εναγομένου-αντενάγοντα στο προμνημονευόμενο εδαφικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα περί διατάραξης της νομής του επίδικου ακινήτου από μέρους των αντιδίκων του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη ανταγωγή και αναγνώρισε τους καθολικούς διαδόχους του δεύτερου αντενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου συγκυρίους κατ' ισομοιρίαν του ακινήτου αυτού, τον πρώτο δε αντενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομέα του τμήματος του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 5.262, 79 τετρ. μέτρων, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς ενδοιασμούς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης και άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους του αναιρεσείοντα, καθώς και της κυριότητας του δεύτερου εναγομένου-αντενάγοντα στο ίδιο ακίνητο και της νομής του πρώτου εναγομένου-αντενάγοντα στο επίδικο εδαφικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8824/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ