999/2020 · 999/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Généré par l'IAΑπόφαση 999 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα ΜαυρικοποÏ...
Regeste / Sommaire juridique
Généré par l'IATexte intégral de la décision · 999/2020
Απόφαση 999 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 999/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. του Π., κατοίκου .. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28-6-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ.42/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτήν εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε την από 4-2-2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποίαν ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας. Με την υπ'αριθμ.269/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατ'αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα, η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν. Αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Το Εφετείο με την 42/2018 απόφασή του κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή ενώ απέρριψε την έφεση της εναγομένης. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου πλήττεται από την εναγομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perpetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους. (ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 53 6/2019, ΑΠ 244/2016).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).? Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει καθηγητής φυσικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, υπήρξε από το έτος 1984 πελάτης της εναγομένης τραπεζικής ανωνύμου εταιρείας, όπως αυτή μετονομάστηκε σε ". Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο " ...". Ο ενάγων στις 2-12-1999 συνήψε με την εναγομένη σύμβαση χαρτοφυλακίου (λήψης και εκτέλεσης εντολών αορίστου χρόνου) και την ίδια ημέρα, τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του Γ. Σ., χορήγησαν στην εναγομένη πληρεξουσιότητα να προβαίνει επ' ονόματι τους σε καταθέσεις και αναλήψεις χρημάτων, να αποκτά μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, να αγοράζει κινητές αξίες, να πωλεί κάθε είδους κινητές αξίες, να συμμετέχει στην κάλυψη έκδοσης κινητών αξιών, να ασκεί δικαιώματα μετατροπής ομολογιών σε μετοχές και δικαιώματα προτίμησης σε αυξήσεις μετοχικών κεφαλαίων και σε εκδόσεις ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές, να παραλαμβάνει τις νέες κινητές αξίε8, να εισπράττει χρηματική απαίτηση, απορρέουσα από κάθε είδους κινητές αξίες και να εισπράττει κάθε χρηματική απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία. Στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβαση8 ο ενάγων διατηρεί δυο χαρτοφυλάκια, ένα από κοινού με τη σύζυγο αυτού (υπ' αριθμ. 03/00Θ64497) και έτερο αποκλειστικά, δικό του (υπ' αριθμ. 03/00190036). Τα χαρτοφυλάκια αυτά, περιλαμβάνουν ευρείας κλίμακας επενδύσεις σε καταθέσει, σε προθεσμιακούς λογαριασμούς, σε αμοιβαία κεφάλαια, σε ομόλογα, καθώς και σε μετοχές. Από τα ανωτέρω δε συνάγεται ότι ο ενάγων τυγχάνει ένας σχετικά έμπειρος επενδυτής, ο οποίος επί δεκατρία περίπου έτη δίδει εντολές στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγόμενης για τη διεκπεραίωση κατά μέσο όρο τριών συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα ημερησίως . Ήδη δε από το έτος 1999 ο ενάγων είχε προβεί σε εκατοντάδες πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών, σύναψης προθεσμιακών καταθέσεων και επένδυσης σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 23-11-2004 προέβη στην αγορά του επιδίκου ομολόγου (….), οπότε και έλαβε χώρα η χρέωση του υπ'αριθμ….. λογαριασμού κατά το ποσό των 124.051,19 ευρώ. Την ίδια δε ημέρα ο ενάγων είχε προβεί σε ρευστοποίηση του αμοιβαίου κεφαλαίου .., που του απέφερε το ποσό των 124.669,70 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό του. Το επίδικο δε ομόλογο είχε εκδοθεί από την Εταιρεία "...", θυγατρική της Τράπεζας ... Α.Ε που εδρεύει στο .... Τη διάθεσή του δε στην ελληνική αγορά είχε εγγυηθεί η τραπεζική εταιρεία "Τράπεζα .. Ανώνυμη Εταιρεία". Το συγκεκριμένο ομόλογο είχε αξιολογηθεί στο χρόνο έκδοσής του από τον οικονομικό οίκο "..." στη βαθμίδα "Ca" και όχι στην υψηλότερη βαθμίδα "Βαα3", ως ισχυρίζεται η εναγόμενη και από τον οικονομικό οίκο "S..." με "CC+" και όχι με την υψηλότερη βαθμίδα "ΒΒ", ως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Όπως δε αποδείχθηκε εκ των υστέρων, το επίδικο ομόλογο ήταν άληκτο, ήτοι αποτελεί "Perpetual Bond" και δεν παρείχε καμμία εξασφάλιση κεφαλαίου, ενώ δικαίωμα εξαγοράς του τίτλου εκτός της δευτερογενούς αγοράς- στην οποία είχε δικαίωμα να απευθυνθεί ο ενάγων- διατηρούσε μόνον η εκδότρια των τίτλων στην ελληνική αγορά "Τράπεζα.." και στο 100%της ονομαστικής του αξίας, μόνον εφόσον έκανε χρήση του σχετικού δικαιώματος της αυτού έως και την 27η Οκτωβρίου 2014. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απόδοση του συγκεκριμένου ομολόγου ήταν ιδιαίτερα ελκυστική, ήτοι είχε επιτόκιο Euribor τριών μηνών προσαυξημένο κατά 1,25% μέχρι την 27-10-2014, ενώ σε περίπτωση που η εκδότρια του αιωνίου ομολόγου δεν έκανε χρήση του δικαιώματος ανάκλησης το επιτόκιο θα διαμορφωνόταν σε επιτόκιο euriborrpicbv μηνών προσαυξημένο κατά 2,25%, σε αντίθεση με το ήδη κατά το χρόνο αγοράς επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων που ανέρχονταν μόλις σε 1,70%. Όπως, ωστόσο, προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. 18.089/4.12.2013 ένορκη βεβαίωση των Γ. Ψ. του Δ., Σ. Μ. του Μ. και Ι. Π. του Σ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λαμίας Θεοδώρας Ζάχου Πολιτοπούλου, ο ενάγων προέβη στη συγκεκριμένη επένδυση, κατόπιν προσεγγίσεώς του από τον τότε Διευθυντή Α. του υποκαταστήματος της εναγομένης στην πόλη της ..., ο οποίος σε συνεννόηση με τους ειδικούς επενδυτικούς συμβούλους της εναγομένης του ..., τον διαβεβαίωσαν ότι πρόκειται για σοβαρό επενδυτικό προϊόν, το οποίο βάζοντας χρήματα το έτος 2004 θα του απέδιδε ολόκληρο το ποσό το 2014, οποιαδήποτε αυξομείωση και εάν είχε το προϊόν αυτό, ο ίδιος δε ο ενάγων αποσκοπούσε ακριβώς στην επένδυση σε ομόλογο τακτικής λήξεως με εγγυημένο το επενδυθέν από τον ίδιο κεφάλαιο. Με τις διαβεβαιώσεις αυτές των ανωτέρω αναφερομένων προσώπων, οι οποίες εκ των υστέρων αποδείχθηκαν αναληθείς, δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον ενάγοντα - ανεξαρτήτως της ως άνω αναφερόμενης εμπειρίας του ως επενδυτή - ότι επρόκειτο για ομόλογο συγκεκριμένη λήξεως και δη της 27ης Οκτωβρίου 2014 και όχι ότι η ανωτέρω ημερομηνία, αφορούσε -ως ισχυρίζεται η εναγομένη- το δικαίωμα ανάκλησης που αφορούσε αποκλειστικά την εκδότρια εταιρία. Τα ανωτέρω δε επιβεβαίωσαν όλοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι ενόρκως βεβαιούντες, στους οποίους οι ανωτέρω προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης παρείχαν την ίδια ακριβώς πληροφόρηση και διαβεβαιώσεις με τον ενάγοντα και προέβησαν και οι ίδιοι σε επένδυση στο συγκεκριμένο προϊόν. Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο ενάγων ως μισθωτός εκπαιδευτικός επενδύοντας στο συγκεκριμένο προϊόν απέβλεπε στην απόληψη μεγάλων ποσοστών κουπονιών (τόκων) κάθε τρίμηνο, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο ίδιος αποσκοπούσε κυρίως (και) στη διασφάλιση του επενδυθέντος κεφαλαίου του. Τούτο δε συνάγεται από το γεγονός ότι ο ίδιος, ως προκύπτει από τις συναλλαγές που φέρεται να έχει διεξάγει, πάντοτε επένδυε σε ομόλογα τακτικής λήξης. Ειδικότερα, ο ενάγων α) στις 09-11-2007 προέβη στην αγορά ομολόγου εκδόσεως της εναγόμενης αξίας 20.000 Ευρώ και με ημερομηνία λήξεως στις 09-11-2009, β) στις 16- 05-2008 προέβη στην αγορά ομολόγου εκδόσεως της εναγομένης αξίας 30.000 ευρώ και με ημερομηνία λήξεως στις 14-05-2008 και γ) στις 27-08-2008 προέβη στην αγορά ομολόγου εκδόσεως της εναγομένης αξίας 65.000 ευρώ και με ημερομηνία λήξεως στις 27-2-2009, ήτοι ουδέποτε ο ενάγων προέβη σε επένδυση σε άληκτα ομόλογα (perpetual bonds)... Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, πεισθείς από τις ως άνω διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης, επένδυσε το ποσό των 123.000 ευρώ στο συγκεκριμένο ομόλογο αναμένοντας ο ίδιος να απολάβει τις όποιες (ανά τρίμηνο) αποδόσεις είχε το συγκεκριμένο ομόλογο, αλλά και το σύνολο του επενδυθέντος από τον ίδιο κεφαλαίου στις 27-10-2014. Η ως άνω δε πεποίθηση που είχε δημιουργηθεί στον ενάγοντα ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι στις έγγραφες ενημερώσεις (statements) της εναγομένης, που αποστέλλονταν στον ενάγοντα έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010, αναγράφονταν ως ημερομηνία λήξης και όχι ανάκλησης- ως επικαλείται η εναγομένη- η 27η-10-2014, παρά το γεγονός ότι στις ίδιες ως άνω ενημερώσεις εμπεριέχονταν και ο όρος "άληκτο". Παρά ταύτα στις μετέπειτα αποσταλθείσες στον ενάγοντα έγγραφες ενημερώσεις (από 01-11-2010 και εντεύθεν) αναγράφονταν μαζί με την ανωτέρω ένδειξη "άληκτο" ως ημερομηνία λήξης η 27-10- 2049. Τότε δε ήταν για πρώτη φορά που ο ενάγων θορυβήθηκε και απευθύνθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίο για πρώτη φορά εγγράφως ενημέρωσαν τον ενάγοντα ότι το επίδικο ομόλογο δεν είχε τακτή λήξη (perpetual) και ότι μόνο ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα ανάκλησής του (πρόωρη εξόφληση στο 100% της ονομαστικής του αξίας) κατά την 27-10-2014, ενώ ο ίδιος ο ενάγων μπορούσε να προβεί οε διαπραγμάτευση του μόνο μέσω της δευτερογενούς αγοράς και χωρίς εξασφάλιση του κεφαλαίου του. Όλως δε επιπροσθέτως, η εσφαλμένη πεποίθηση του ενάγοντος περί του είδους της επένδυσης στην οποία προέβη, στηριζόμενη στις ως άνω αναφερόμενες αναληθείς διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης, ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι οι όποιες πληροφορίες και όροι αγοράς του επίδικου ομολόγου (λήξη, απόδοση, επικινδυνότητα επένδυσης κλπ) που εκδόθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης στον ενάγοντα, ήταν προφορικές, ως άλλωστε και η σχετική εντολή αγοράς που εδόθη από τον ενάγοντα. Περαιτέρω, η μόνη πηγή πληροφόρησης του ενάγοντος σχετικά, με την πορεία και εξέλιξη της επένδυσης του αποτελούσαν οι έγγραφες ενημερώσεις της Τράπεζας (statements), οι οποίες αποστέλλονταν στον ίδιο ταχυδρομικώς. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων για πρώτη φορά έλαβε γνώση των συγκεκριμένων όρων του επίδικου τίτλου (ομολόγου), όταν ο ίδιος άρχισε να διαμαρτύρεται στην εναγομένη (Βλ, σχετ. την από 31-10-2012 επιστολή της εναγομένης), η οποία μάλιστα του απέστειλε το συγκεκριμένο κείμενο συντεταγμένο στην αγγλική γλώσσα. Ακόμα δε και ο ενόρκως εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου μάρτυρας της εναγομένης, Σ. Π., επιβεβαίωσε με κατηγορηματικό τρόπο όλα τα ανωτέρω... Αλλά και στην από 31-10- 2012 επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα αναφέρεται ρητώς ότι η από 18-11- 2004 εντολή αγοράς του επίδικου ομολόγου έλαβε χώρα κατόπιν προφορικής ενημέρωσης του ενάγοντα από στελέχη της εναγομένης. Οι προστηθέντες, ωστόσο, υπάλληλοι της εναγομένης, όφειλαν να παρέχουν σαφή έγγραφη ενημέρωση στον ενάγοντα περί της συγκεκριμένης επένδυσης, παρέλειψαν δε να επιστήσουν εγγράφως την προσοχή του ενάγοντος- επενδυτή στους κινδύνους της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής, δεδομένου μάλιστα ότι δεν επρόκειτο για μια συνήθη επένδυση επί ομολόγων ή μετοχών, αφού στην Ελλάδα η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων αποδίδει μία ψευδή και εικονική πραγματικότητα, ικανή να παραπλανήσει τον οιονδήποτε, ακόμα και τον πλέον βαθυγνώστη νομικό, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους. Κατ' αυτόν ωστόσο, τον τρόπο οι προστηθέντες από την εναγομένη υπάλληλοι, πέραν των ως άνω αναφερομένων αναληθών παραστάσεών τους, δεν έλαβαν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο, ώστε να προστατευτούν τα συμφέροντα του ενάγοντος πελάτη τους, παρέχοντάς του ορθές και πλήρεις συμβουλές με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια και γνωστοποιώντας του όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη επένδυση, κατά σαφή παραβίαση των διατάξεων του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος, ωστόσο, τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση επρόκειτο για ένα νέο χρηματοοικονομικό προϊόν, υψηλού κινδύνου, άγνωστο στο καταναλωτικό κοινό. Δεν επρόκειτο για αποταμίευση κεφαλαίου, αλλά για επενδυτικό προϊόν που συνδεόταν με σοβαρούς κινδύνους, καθώς ούτε οι αποδόσεις του ήταν εγγυημένες, ούτε το κεφάλαιο του σε περίπτωση που το επιθυμούσε πριν τη λήξη του ο πελάτης ή σε περίπτωση που δεν ασκούσε το δικαίωμα ανάκλησης η εκδότρια τράπεζα. Αν ο ενάγων γνώριζε ότι προέβαινε στην αγορά ομολόγου άληκτης διάρκειας και ότι σε περίπτωση που επιθυμούσε το κεφάλαιο του θα μπορούσε να προβεί σε διαπραγμάτευση μόνο μέσω της δευτερογενούς αγοράς, με κίνδυνο, εξ αιτίας της φύσης του προϊόντος, να απωλέσει ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου, δεν θα προέβαινε στην κατά τον παραπάνω τρόπο διάθεση του κεφαλαίου του. Μια τέτοια δε επιλογή αποκλειόταν, τόσο από την ηλικία του ενάγοντος, όσο και από την προηγούμενη μηδενική επενδυτική του εμπειρία σε ομόλογα ιδίας φύσεως. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν να επενδύσει τις οικονομίες του σε ασφαλή τραπεζικά και επενδυτικά προϊόντα με σταθερό επιτόκιο και σε καμία περίπτωση σε μια ριψοκίνδυνη, υψηλού ρίσκου και απόδοσης επένδυση, ενώ δεν διέθεταν οικονομικές γνώσεις ούτε εμπειρία ώστε να επιλέγει ο ίδιος τα προϊόντα, στα οποία θα τοποθετούσε το διαθέσιμο κεφάλαιο του και βρισκόταν εκτός του κύκλου όσων προσώπων θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν και κατά μείζονα λόγο να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν ένα εκτεταμένο σύνολο ειδικών πληροφοριών που αφορούν στη μορφή, το περιεχόμενο και κυρίως τις διακρίσεις με γνώμονα τους κινδύνους των διαφόρων προτεινόμενων επενδυτικών επιλογών. Με δεδομένους τους όρους αυτούς, που προσδιορίζουν ποια ήταν η θέση κάθε μέρους στην υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, είναι βέβαιο ότι η τελευταία δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους των προστηθέντων της εναγομένης όσων επενδυτικών επιλογών απέδιδαν αντίστοιχες αποφάσεις του ενάγοντος, στις οποίες είχε καταλήξει ο ίδιος, αφού προηγουμένως είχε απλά ενημερωθεί σχετικώς από την ως άνω αντισυμβαλλόμενη του. Επιπλέον, παρά την ως άνω αναφερθείσα σχετική εμπειρία του ενάγοντος, είναι σαφές ότι οι προστηθέντες της εναγομένης διέθεταν πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις σχετικά με αυτές συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές των τελευταίων να είναι άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος με τη σειρά του βασιζόταν στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους της εναγομένης. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ενάγων, κατά τον παραπάνω χρόνο, αποδέχθηκε την εκ μέρους των προστηθέντων της εναγομένης προτεινόμενη σ' αυτόν επενδυτική επιλογή της αγοράς του επίδικου ομολόγου στο πλαίσιο της σιωπηρώς καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας -εναγομένης και πελάτη της υπήρχε οπωσδήποτε σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα, σιωπηρώς συναφθείσας, αφού, για την παρέχουσα-εναγομένη επενδυτικές υπηρεσίες, είναι προφανές ότι η πληροφόρηση είχε μεγάλη σημασία για τον ενάγοντα, αφού θα αποτελούσε γι' αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του, ενώ περαιτέρω η εναγομένη είχε και η ίδια οικονομικό όφελος, για την παροχή των συμβουλών της, ως η ίδια ομολογεί στη σελίδα 17 των προτάσεών της (προμήθεια 0,20% της ονομαστικής αξίας). Εξ αιτίας δε της πιο πάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης και η οποία αρχικά συνίστατο στο ποσό των 123.000 ευρώ που ο ενάγων δαπάνησε για τη συγκεκριμένη επένδυση. Παρά ταύτα, αποδείχθηκε ότι η αγοραστική αξία του επιδίκου ομολόγου κατά τον χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής και σε περίπτωση που ο ενάγων απευθυνθεί στη δευτερογενή αγορά προς διάθεση του συγκεκριμένου ομολόγου, ανέρχεται σε 42% της ονομαστικής του αξίας, ήτοι ο ενάγων δύναται να διαθέσει το συγκεκριμένο ομόλογο έναντι του συνολικού ποσού των 51.660 ευρώ.
Συνεπώς, η ζημία του ενάγοντος που οφείλεται στην άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 71.340 ευρώ. (123.000-51.660=71.340) ευρώ. Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται (με τις προτάσεις της πρωτοδίκως) ότι θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ως άνω ποσό, το οποίο αφορά στη ζημία του ενάγοντος, το εισπραχθέν από τον τελευταίο ποσό των αποδόσεων του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ανερχόταν για το διάστημα από 27-1-2005 μέχρι στις 30-1-2012 στο ποσό των 34.665,48 ευρώ. Ωστόσο, οι ως άνω τόκοι που έλαβε ο ενάγων ως απόδοση του επίδικου προϊόντος είναι μεν κέρδος του από την κυριότητα του επενδυτικού αυτού προϊόντος, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από τη ζημία που υπέστη εξ αιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον ενάγοντα. Έτσι ο ενάγων δικαιούται να κρατήσει το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων. Άλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία του τελευταίου, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού ο ενάγων τους έχει ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου του ή του μεγαλυτέρου μέρους της, αν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει το χρεώγραφο, η δε καλή πίστη δεν ανέχεται, όπως προαναφέρθηκε το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Τέλος ο ενάγων από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε, ή οποία πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 7.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο σταθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, την υπαιτιότητα των διαδίκων στην πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την περί συνυπολογισμού κέρδους- ζημίας ένσταση της εναγομένης ως προς τους εισπραχθέντες τόκους, επιδικάζοντας υπέρ του τελευταίου ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά.? Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει δηλαδή την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας περί συνυπολογισμού στη ζημία του αναιρεσιβλήτου του κέρδους που ο τελευταίος έλαβε από τα τοκομερίδια, ως απόδοση των επιδίκων ομολόγων, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α', 914 και 930 παρ. 3 και 288 ΑΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε, καθόσον υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο δε διότι το ως άνω ποσό των 34.665,48 ευρώ δεν συνιστά κέρδος του αναιρεσιβλήτου συνδεόμενο με το ως άνω ζημιογόνο γεγονός, αλλά είναι απότοκο της συναφθείσας μεταξύ της τράπεζας και του ενάγοντος συμβάσεως με τις εν λόγω συγκεκριμένες απολήψεις. Εφόσον δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, συνιστά αποκαταστατέα ζημία και δεν οδηγεί σε πλουτισμό του ζημιωθέντος ενάγοντος, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ώστε να (αφαιρεθεί) από την προκληθείσα ζημία. Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος. Επιπροσθέτως το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα α) του μη συνυπολογισμού του οφέλους του ενάγοντος από τους τόκους του επιδίκου ομολόγου στην επελθούσα ζημία ως μη συνδεομένου με το γεγονός που την προκάλεσε και β) του είδους της συμβάσεως των διαδίκων στο πλαίσιο της οποίας (και υπό τις παρατιθέμενες στις οικείες παραδοχές συνθήκες) έλαβε χώρα η αγορά του επιδίκου ομολόγου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα, αφενός την προέλευση των τοκομεριδίων ως προϊόντος της ανωτέρω συμβάσεως, μη συνδεομένων με την προπαρατεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης που επέφερε τη ζημία του, αφετέρου τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) επένδυση στο επίμαχο (υψηλού κινδύνου, ικανό να παραπλανήσει ως προς τη φύση και λειτουργία του ακόμη και ειδικό) ομόλογο, κατόπιν αποδοχής από τον ενάγοντα της σχετικής προτάσεως των προστηθέντων της εναγομένης, συνοδευόμενης από αναληθείς διαβεβαιώσεις περί του είδους της και χωρίς την αναγκαία κατά τον ως άνω Κανονισμό Δεοντολογίας πληροφόρηση , με μνεία της διαφοράς της τελευταίας αυτής συμβάσεως από την μέχρι τότε λειτουργούσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λήψεως και διαβιβάσεως εντολών συνήθων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, κατ'αντιδιαστολή προς τους κινδύνους που ενείχε η πρώτη ακόμη και για νομικούς συγκρινόμενη προς την εξειδικευμένη γνώση των προστηθέντων της εναγομένης και τη μηδενική επ' αυτής επενδυτική εμπειρία του ενάγοντος. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα), η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων (υπό στοιχείο α και β), η παραδοχή του Εφετείου : 1) "περί οικονομικού οφέλους της εναγομένης από την είσπραξη προμηθείας σε σχέση με το επίδικο ομόλογο δεν συνιστά αντίφαση προς τις παραδοχές ότι "το κεφάλαιο του ενάγοντος παραχωρήθηκε στην εναγομένη που το εκμεταλλεύτηκε...αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς, ούτε προς τις παραδοχές ότι το επίδικο ομόλογο "εκδόθηκε από την ..., θυγατρική της Τράπεζας ... που εδρεύει στο ... και ότι τη διάθεσή του στην ελληνική αγορά είχε εγγυηθεί η τελευταία (Τράπεζα ...). Εξ άλλου υπό τις ως άνω παραδοχές η επίκληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας ότι η εκδότρια του ομολόγου και όχι η εναγομένη ήταν υπόχρεη για την εξόφληση των τοκομεριδίων , πέραν του ότι απαραδέκτως το πρώτον προβάλλεται με την αναίρεση, πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Συνεπώς τυγχάνει αλυσιτελής και απαράδεκτη. Τέλος, η παραδοχή ότι " ο ενάγων ετύγχανε σχετικά έμπειρος επενδυτής και ότι επί σειρά ετών προέβαινε καθημερινώς σε τρείς περίπου συναλλαγές δίδοντας εντολές στους υπαλλήλους της τράπεζας για τη διεκπεραίωσή τους... (στο πλαίσιο της μεταξύ τους καταρτισθείσας την 2-12-1999 συμβάσεως λήψης και εκτέλεσης εντολών)...", δεν συνιστά αντίφαση προς την παραδοχή ότι "... για το επίμαχο perpetual bond, που αγοράσθηκε στις 23/11/2004, καταρτίστηκε σιωπηρώς , με την αποδοχή κατά το παραπάνω χρόνο από τον ενάγοντα της εκ μέρους των προστηθέντων της εναγομένης προτεινόμενης επιλογής της αγοράς του, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών... ", καθόσον κατά τις προμνημονευθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, αφενός γίνεται διάκριση μεταξύ των συνήθων επιλογών του ενάγοντος (με τη χορήγηση των σχετικών εντολών προς εκτέλεση στην εναγομένη) και της τελευταίας επίμαχης αγοράς του άνω ομολόγου (κατόπιν σχετικής προτάσεως, συνοδευόμενης από αναληθείς διαβεβαιώσεις περί του είδους της επένδυσης και χωρίς την αναγκαία κατά τον ως άνω Κανονισμό Δεοντολογίας πληροφόρηση , αφετέρου το Εφετείο δέχεται ότι "παρά τη σχετική εμπειρία του ενάγοντος... οι προστηθέντες της εναγομένης διέθεταν πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και αυτές τις συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές τους να είναι άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος (έχοντας ως καταναλωτής) μηδενική προηγούμενη επενδυτική εμπειρία σε ομόλογα ίδιας φύσεως (με το επίδικο), βασιζόταν στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους της εναγομένης...που είχε μεγάλη σημασία γι' αυτόν...αφού θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων του (συμπεριφορά που κατά τις ανωτέρω παραδοχές, δεν επέδειξαν οι προστηθέντες της εναγομένης), ούτε θα προχωρούσε στη συγκεκριμένη αγορά εάν γνώριζε τα ανωτέρω.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος τόσο ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, όσο και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της 42/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.