Legislator Corpus juridique & Jurisprudence
998/2013 Généré par l'IA

998/2013 — 998/2013 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numéro de cause 998/2013 (AP_998_2013)
Autorité / Tribunal
Date de la décision
Juridiction Grèce — Jurisprudence (EL)

Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)

Généré par l'IA

Απόφαση 998 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικό...

Regeste / Sommaire juridique

Généré par l'IA
Απόφαση 998 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικό...

Vous souhaitez savoir comment cet arrêt s'applique à votre dossier ?

Analysez cette décision avec la législation fédérale, le droit cantonal, la doctrine et la jurisprudence subséquente dans Legislator AI.

Ouvrir dans Legislator →

Texte intégral de la décision — 998/2013

Απόφαση 998 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Τo αναιρεσείον: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Μ. του Ι. και 2) Κ. συζ. Γ. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τάντση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6212/2000 μη οριστική, 7753/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5081/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/12/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, και αν ο απολειπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 10347 Γ'/26-1-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 21-12-2011 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-3-2013 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσιβλήτους. Πλην όμως το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, χωρίς να είναι αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός ούτε του σχήματος αυτού, ούτε των πλευρικών του διαστάσεων, εφόσον και χωρίς αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Αν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει ο ενάγων να προσδιορίσει και τη θέση του στο μεγαλύτερο ακίνητο. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου. Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 340/1985). Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (ΑΠ 1392/2010, ΑΠ 426/1987, 1894/1986). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝακ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημοσία δάση, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 191/1997). Καλή πίστη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέως ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, τη συνδρομή δε αυτής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα αντικειμενικώς διαπιστώσιμα περιστατικά (ΑΠ 1281/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 12-7-1998 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του λεπτομερώς περιγραφόμενου αγροτεμαχίου εκτάσεως 11.949 τ.μ., το οποίο απέκτησαν αφενός μεν κατά παράγωγο τρόπο και δη αρχικά κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας λόγω εξ αδιαθέτου διαδοχής του πατέρα τους Ι. Μ., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν μαζί με την επίσης κληρονόμο μητέρα τους με την .../1974 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Παπαηλιοπούλου, την οποία μετέγραψαν, και κατά το υπόλοιπο 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας λόγω δωρεάς της μητέρας τους με το .../1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Πλάτωνος Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και αφετέρου κατά πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, διότι από τους ως άνω χρόνους το νέμονταν με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο τα αναφερόμενα συμβόλαια, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, ο απώτατος των οποίων νεμόταν και κατείχε το ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1876, όταν το απέκτησε με το .../1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γερασίμου Αφεντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβησαν δε στη συνέχεια ο ίδιος ο απώτατος δικαιοπάροχος και οι διάδοχοί του στην περαιτέρω μεταβίβασή του λόγω πωλήσεως, με τα λεπτομερώς αναφερόμενα συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα και με τα οποία επήλθε και διαδοχή στη νομή του ακινήτου από τους εν συνεχεία αποκτήσαντες αυτό, οι οποίοι το νέμονταν με τα ίδια προσόντα πέραν της τριακονταετίας μέχρι και την 11-9-1915 και ότι έτσι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου και έναντι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι εκθέτουν στην ένδικη αγωγή, ότι άπαντες οι αναφερόμενοι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους "και έκαστος αλληλοδιαδόχως προς τον έτερον από του χρόνου και λόγου κτήσεως καθώς και οι ίδιοι ασκούσαν την διανοία κυρίων νομή, καλή τη πίστει και διά των συναφών προς την φύση αυτού πράξεων νομής, διαφυλάξεως και συντηρήσεως, κτηματογραφήσεων, ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, καταβολής των πάσης φύσεως φόρων, ανεπιφυλάκτου αναγνωρίσεως, ως εκ της αναγκκαστικής απαλλοτριώσεως του όλου και μείζονος κτήματος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, καταβολής των εξ αυτών αποζημιώσεων στους καθ' ου αύτη αναγνωρίσεων, χορηγήσεων αδειών διά την εξ αυτού εκποίηση τεμαχίων, και είναι κύριοι, νομής και κάτοχοι αυτού παραγώγως και διά των αναφερομένων τίτλων όλων των κατά καιρούς ιδιοκτημόνων αυτού, άλλως και πρωτοτύπως δι' εκτάκτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου χρησικτησίας και προσμετρήσεως του χρόνου της νομής των προκτητόρων, καθότι έκαστος των κατά διαδοχήν τελεί εις την απόλυτον πεποίθησιν ότι κτάται παρ' αληθούς κυρίου και νομέως αυτού κατ' αναφοράν προς τους μνημονευομένους εν διαδοχή τίτλους κυριότητος εκάστου και ότι διά της κτήσεως της κυριότητος αυτού δεν παραβλάπτεται δικαίωμα τρίτου και αυτού τούτου του Ελληνικού Δημοσίου". Τέλος, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο-αναιρεσείον, κατά την κτηματογράφηση που έγινε το έτος 1983, στον προσωρινό κτηματολογικό χάρτη που συνέταξαν τα όργανα της Δασικής Υπηρεσίας του χαρακτήρισε το ακίνητο αυτό "δημόσια δασική έκταση", αρνείται δε έκτοτε να αναγνωρίσει την κυριότητά τους επί του επίδικου ακινήτου. Ζήτησαν δε, ενόψει της ως άνω αμφισβήτησης του δικαιώματός τους επί του επιδίκου, να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, εκτίθεται δε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), προσδιορίζουν το επίδικο σαφώς και ορισμένως κατά θέση, έκταση και όρια καθώς και το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αυτό αποτελεί και αναφέρονται αναλυτικά οι αλλεπάλληλοι τίτλοι των απώτερων και απώτατου δικαιοπαρόχου τους, καθώς και οι εμφανείς υλικές πράξεις αυτών με ειδική αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη καλή πίστη, πολύ πριν το έτος 1876 μέχρι το έτος 1915, τις οποίες πλήρως εκθέτουν καθ' υποφορά και συνεπώς, μετά την αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσείοντος της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, δεν απαιτείται περαιτέρω συμπλήρωση της αγωγής ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας των αμέσων ή και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του ίδιου άρθρου, καθώς και δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο - αγροτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Άνοιξης Αττικής, εκτός σχεδίου πόλεως, εμφαίνεται με τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο από 20/2/1951 τοπογραφικό διάγραμμα διανομής του πολιτικού υπομηχανικού Ε. Ζ., που είναι συννημένο στο υπ' αριθμ. .../1955 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Σιαμπάνη, έχει έκταση 11.949 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 134,55 μ. με ιδιοκτησία Ι. Κ., δυτικά επί πλευράς ΔΕ μήκους 60 μ. και επί πλευράς ΖΗ μήκους 10 μ. με κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) εκ του αρχικώς μείζονος ακινήτου και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ. Ζ. και επί πλευράς ΘΑ μήκους 61 μ. με ιδιοκτησία Σ. Ζ., βόρεια επί πλευράς ΕΖ μήκους 17,22 μ. με τον αυτό ως άνω κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) και νότια επί πλευράς ΔΓ μήκους 99,35 μ. με κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) προερχόμενο εκ του άνω μείζονος ακινήτου και επί πλευράς ΘΗ μήκους 21,42 μ. με τον αυτό ως άνω κοινόχρηστο δρόμο. Κατά την καταγραφή και οριοθεσία των δασικών εκτάσεων της ως άνω περιοχής, που έγινε το 1983 από συνεργείο κτηματογράφησης, κτηματογραφήθηκε, μεταξύ άλλων και η επίδικη έκταση. Η έκταση αυτή μνημονεύεται στο σχετικά συνταγέντα προσωρινό κτηματολογικό χάρτη με αύξ. αριθμ. 165, κωδικό αριθμό κτήματος ... και κωδικό αριθμό φύλλου κτηματικού χάρτη ... . Το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 9.000 στρεμμάτων περίπου (αγρόκτημα Μπογιατίου), το οποίο απέκτησε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Θ. Η. κατά τα 5/9 εξ αδιαιρέτου από τον Δ. Α. Χ. Μ., κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου από τον Γ. Β., μετά των σε αυτό εμπεριεχομένων παλαιών οικιών, αγρών, αμπελώνων και συνορεύει βόρεια με κτήμα Φ. και εν συνεχεία των κληρονόμων αυτού, βορειοανατολικά με την παλαιά οδό προς Χαλκίδα και με κτήματα Ζ. των κληρονόμων Δ. Κ. και γαίας του κτήματος Σταμάτας, νότια με τη θέση "Καστρί" και χωράφια Μ. Σ. και Δυτικά με οδό την άγουσα προς Χαλκίδα από τη θέση ... και Κεραμίδι μέχρι το Λόφο Βίλλια. Με το υπ' αριθμ. .../22-4-1876 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γερασίμου Αφεντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, περιήλθε η ως άνω έκταση στον Θ. Κ., λόγω προικός από τον πεθερό του Θ. Η.. Ο Θ. Κ. πώλησε στον Κ. Α. την παραπάνω έκταση με το υπ' αριθμ. .../8-11-1880 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Πέρδικα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ο Κ. Α. νεμόταν την παραπάνω έκταση (όπως και ο δικαιοπάροχος αυτού) διανοία κυρίου και με καλή πίστη μέχρι το θάνατό του, οπότε κληρονομήθηκε από τα ανήλικα παιδιά του Μ., Ε., Α., Ι. και Β.. Τα τέσσερα πρώτα από αυτά εκπροσωπούμενα από τη νόμιμη επίτροπο μητέρα τους Π. χήρα Κ. Α. και η χειράφετη ανήλικη Β. εκπροσωπούμενη από τον σύζυγό της Π. Μ., πώλησαν την αυτή έκταση στον Α. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26-3-1899 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γαϊτάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα σχετικά βιβλία μεταγραφών. Στη συνέχεια ο Α. Γ. με το υπ' αριθμ. .../5-7-1900 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Αριστοτέλη Βιλαέτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, μεταβίβασε την αυτή εδαφική έκταση στον Μ. Σ.. Ο τελευταίος συνέχισε να νέμεται αυτή διανοία κυρίου και με καλή πίστη μέχρις ότου με το υπ' αριθμ. .../18-2-1911 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δίον. Γιγάντε, που μεταγράφηκε νόμιμα στα σχετικά βιβλία μεταγραφών, την μεταβίβασε στον Α. Γ.. Ο τελευταίος νεμόμενος με καλή πίστη την παραπάνω έκταση έλαβε το έτος 1918 την υπ' αριθμ. 12338/23-2-1918 άδεια του Υπουργού Γεωργίας και προέβη στην πώληση του ακινήτου κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στους αδελφούς Μ. και Λ. Ε. με το υπ' αριθμ. .../8-3-1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηρακλή Καρκούλια που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών. Κατά την αναγκαστική απαλλοτρίωση του μείζονος κτήματος "Μπογιάτι" για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, οι αδελφοί Ε. έλαβαν την υπ' αριθμ. 15309/1944 άδεια του Υπουργού Γεωργίας και πώλησαν την εναπομείνασα έκταση των 33 στρεμμάτων και 300 τ.μ. στον Τ. Π. Α. με το υπ' αριθμ. .../1947 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Σιαμπάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δε Τ. Α. πώλησε στον πατέρα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ι. Μ. με το υπ' αριθμ. .../1949 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου Κων/νου Σιαμπάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ιδανικό μερίδιο 110/333 ποσοστών εξ αδιαιρέτου της άνω έκτασης των 33 στρεμμάτων και 300 τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στο τελευταίο συμβόλαιο από 20/9/1949 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι. Κ. με αύξ. αρ. 31 και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθμ. 36Α τεμάχιο του ιδίου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας πρώην Λ. και Μ. Ε. και ήδη Ν. και Α. Χ. επί πλευράς 385 μ., δυτικά με το υπ' αριθμ. 31Γ τεμάχιο του αυτού σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας Λ. και Μ. Ε. και ήδη Σ. Σ. επί πλευράς 308 μ., αρκτικά με το υπ' αριθμ. 31α τεμάχιο του αυτού σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας πρώην Λ. και Μ. Ε. και ήδη Ν. Κ. επί πλευράς 88 μ. και μεσημβρινά με αγροτική οδό πλάτους 4 μ. και πέραν αυτής με το υπ' αριθμ. 26 τεμάχιο ιδιοκτησίας πρώην Λ. και Μ. Ε. και ήδη Σ. Π. επί πλευράς 145 μ., ενώ εν συνεχεία με το υπ' αριθμ. .../1955 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ι. Μ. και οι λοιποί συγκύριοι του ακινήτου (Ε. Ζ. του Μ., Ά. συζ. Ν. Π. το γένος Κ. Ξ., Μ. Γ. του Σ., Χ. Γ. του Σ., Δ. Χ. του Β. και Ό. συζ. Σ. Χ. το γένος Β. Β.), στους οποίους είχε μεταβιβαστεί κατά τα υπόλοιπα ποσοστά το ακίνητο από τον Τ. Α., διένειμαν τούτο και περιήλθε στον Ι. Μ. το ως άνω περιγραφέν επίδικο ακίνητο εκτάσεως 11.949 τ.μ. Ο τελευταίος από το έτος 1955 διαδεχθείς στη νομή του παραπάνω ακινήτου τους δικαιοπαρόχους του νεμόταν τούτο με καλή πίστη και με τους παραπάνω νόμιμους τίτλους (συμβόλαιο αγοράς και διανομής) συνεχώς, ασκώντας τις ίδιες με τους δικαιοπαρόχους του διακατοχικές πράξεις, δηλαδή φύλαξη, συντήρηση, κτηματογράφηση, καταβολή πάσης φύσεως φόρων, περίφραξη, μίσθωση για ρητινοσυλλογή μέχρι και το θάνατο του το έτος 1973. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι τις ίδιες πράξεις νομής και κατοχής ασκούσαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Μ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καθώς και η σύζυγος του Β. χήρα Ι. Μ. κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο την υπ' αριθμ. .../1974 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Παπαηλιοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνεχώς κατά τα ως άνω ποσοστά μέχρι και το έτος 1982, έκτοτε δε οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι νέμονται ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με τα ίδια ως άνω προσόντα και με νόμιμους τίτλους την παραπάνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το υπ' αριθμ. .../1982 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Πλάτωνος Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο η μητέρα τους Β. χήρα Ι. Μ. μεταβίβασε σε αυτούς (ενάγοντες) λόγω δωρεάς και κατ' ισομοιρία το παραπάνω ποσοστό επί του επιδίκου ακινήτου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η μείζονα έκταση (Κτήμα Μπογιάτι), στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, ήταν ανέκαθεν ιδιωτική έκταση, αναγνωριζόμενη, ως τέτοια επανειλημμένα και από το εναγόμενο με διάφορα έγγραφα του, όπως το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας του 1918 με αριθμ. πρωτ. 12886 με το οποίο επιτράπηκε στον Α. Γ. η εκποίηση του κτήματος "Μπογιάτι" στους αδελφούς Ε., το έγγραφο του ιδίου Υπουργείου του 1925 με αρ. 43201 με το οποίο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο επί σκοπώ γεωργικής αποκατάστασης ακτημόνων καλλιεργητών και το κτήμα Μπογιάτι, η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του 1926 με αριθμ. 5 με την οποία εξαιρέθηκαν της απαλλοτρίωσης τα αναφερόμενα σε αυτή στρέμματα, η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας του 1933 με την οποία άρθηκε η υφιστάμενη επί των εξαιρεθεισών της απαλλοτρίωσης εκτάσεων απαγόρευση και επιτράπηκε στους ιδιοκτήτες αυτού η ελεύθερη πώλησή τους σε τρίτους, το από 13/11/1951 Β.Δ. με το οποίο άρθηκε η αναδάσωση της ευρύτερης έκτασης των 33 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, το έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας του 1952 με αριθμ. 39966, με το οποίο δόθηκε η άδεια στους αδελφούς Ε. εκποίησης της παραπάνω έκτασης των 33 στρεμμάτων και 300 τ.μ. προς τον Τ. Α. και από αυτόν προς τους Ε. Ζ., Ά. Π., Μ. Σ., Δ. Χ., Ό. Χ., Ι. Μ. και εγκρίθηκε η εκχέρσωση και η απόδοσή του στη δενδροκομική και γεωργική καλλιέργεια, ενώ επιπλέον ο ιδιωτικός χαρακτήρας του κτήματος Μπογιατίου, για άλλα ακίνητα, πλην του επιδίκου, έχει αναγνωρισθεί και με διάφορες δικαστικές αποφάσεις, όπως για παράδειγμα τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 99/1984, 100/1984, 101/1985, 436/1985 και 299/1985 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, που έγιναν αμετάκλητες με τις υπ' αριθμ. 563/1986, 562/1986, 561/1986, 2510/1987 και 2512/1987 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί αντιρρήσεων κατά του συνταγέντος από το εναγόμενο δασικού κτηματολογικού χάρτη. Το επίδικο και η μεγαλύτερη έκταση εντός της οποίας αυτό βρίσκεται (κτήμα Μπογιάτι) δεν ήταν ποτέ αδέσποτο, αλλά κατέχονταν από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και τους διαδόχους τους με αδιάκοπη σειρά τίτλων ιδιοκτησίας πριν το 1876, δεν υπήρξε ποτέ δημόσια έκταση, καθόσον αν ήταν δημόσια έκταση δεν υπήρχε λόγος να γίνει απαλλοτρίωσή του, ενώ ούτε υπήρξε ποτέ δασική έκταση, αλλά ήταν χέρσος αγρός και γι' αυτό εξαιρέθηκε από την αναδάσωση και δόθηκε η άδεια για την ελεύθερη πώληση του στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων Μ. και Λ. Ε., οι δε όμορες του επιδίκου εκτάσεις, προερχόμενες από το μείζον κτήμα Μπογιάτι έχουν οικοδομηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και η περιοχή γύρω από το επίδικο είναι οικιστικά διαμορφωμένη. Οι αναιρεσίβλητοι βρίσκονται από της αποδοχής της κληρονομιάς στην κατοχή του επιδίκου και ασκούν διανοία κυρίου τις ίδιες πράξεις νομής που άσκησαν και όλοι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους και διατελούν σε καλή πίστη, ενώ παράλληλα ποτέ το επίδικο δεν περιήλθε στην κατοχή του Δημοσίου από το έτος 1876, ούτε άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής από τότε μέχρι σήμερα. Έτσι, με την άσκηση νομής από το έτος 1876 με καλή πίστη και διανοία κυρίου στο επίδικο οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν κύριοι αυτού με την συμπλήρωση τριακονταετίας με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε πριν από την 11/9/1915. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά παραπάνω το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ δάσος και μάλιστα δημόσιο, ούτε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον απέκτησε πάνω σ' αυτό οποιοδήποτε δικαίωμα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί ιδιωτική περιουσία που ανήκει κατά κυριότητα στους αναιρεσιβλήτους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαρέτου στον καθένα και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε προ του έτους 1915".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι της επίδικης έκτασης κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τόσο με παράγωγο τρόπο, βάσει κληρονομικής διαδοχής, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και, κατόπιν τούτου, δέχτηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε από την απόφασή του την νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων των προαναφερθεισών διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης και με το .../22-4-1876 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γερασίμου Αφεντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ως άνω έκταση περιήλθε στον Θ. Κ. λόγω προικός από τον πεθερό του Θ. Η., ότι στη συνέχεια προέβησαν ο ίδιος ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και οι διάδοχοί του στην περαιτέρω μεταβίβασή του λόγω πωλήσεως, με τα λεπτομερώς αναφερόμενα συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα και με τα οποία επήλθε και διαδοχή στη νομή του ακινήτου από τους εν συνεχεία αποκτήσαντες αυτό, οι οποίοι το νέμονταν με τα ίδια προσόντα πέραν της τριακονταετίας μέχρι και την 11-9-1915, με διάνοια κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκώντας επί της εκτάσεως αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, γενόμενοι κύριοι του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο δι' εκτάκτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου χρησικτησίας και διά της προσμετρήσεως του χρόνου της νομής των προκτητόρων, καθόσον καθένας των κατά διαδοχή κτητόρων τελούσε στην απόλυτη πεποίθηση ότι αποκτούσε από αληθινό κύριο και νομέα αυτού κατ' αναφορά προς τους μνημονευομένους κατά διαδοχή τίτλους κυριότητας εκάστου και ότι διά της κτήσεως της κυριότητας αυτού δεν παραβλάπτεται δικαίωμα τρίτου και αυτού τούτου του Ελληνικού Δημοσίου. Με τις προαναφερόμενες δε παραδοχές του Εφετείου σαφώς επίσης αναφέρονται τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν την ειλικρινή πεποίθηση των ανωτέρω, ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης χωρίς να προσβάλλουν την κυριότητα τρίτου. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα ότι αυτή δεν εξειδικεύει τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 5081/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ