Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2021 — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2021 — Supreme Constitutional Court
Synthèse de l'arrêt (Faits & Considérants)
Structuré par IAΑΝΑΦΟΡΕΣ: Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή: REPUBLIC (PUBLIC SERVICE COMMISSION) ν. LEFKOS GEORGHIADES (1972) 3 CLR 594 Souleiman Abtul Rashim ν. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior and Another (1987) 3 CLR 224 Ήρωα Angela Siomina ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 307 Amer Nabil...
Regeste / Sommaire juridique
Structuré par IATexte intégral de la décision — Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2021
ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
Κυπριακή νομολογία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
REPUBLIC (PUBLIC SERVICE COMMISSION) ν. LEFKOS GEORGHIADES (1972) 3 CLR 594
Souleiman Abtul Rashim ν. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior and Another (1987) 3 CLR 224
Ήρωα Angela Siomina ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 307
Amer Nabil Mohamed Adel Fattah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66
Σωτήρα ν. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 3516
Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας κ.α. (1992) 4 ΑΑΔ 2089
Κυπριακή νομοθεσία στην οποία κάνει αναφορά η απόφαση αυτή:
Ν. 33/1964 - Ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμος του 1964
ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:
ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2021)
10 Δεκεμβρίου, 2025
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
MAHMOUT EL HUSSEINI EL SAYED EL WAN EL DIB,
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
Εφεσίβλητων.
____________________
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.
Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.
_________________
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τον Σάντη, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Ο Εφεσείων, αιτητής στην πρωτόδικη διαδικασία, διαφωνεί με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου να απορρίψει την Προσφυγή 995/17 («η Προσφυγή») που ο ίδιος είχε καταχωρίσει, και διά της οποίας στις 22.5.17, δεν έγινε δεκτό το αίτημα του από τους Εφεσίβλητους για εγγραφή ως πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας («η προσβαλλόμενη απόφαση»).
Προέχει η παράθεση των κυριότερων γεγονότων ώστε να καταστούν σαφέστερες οι τοποθετήσεις των μερών και, συνακολούθως, το σκεπτικό μας.
Ο Εφεσείων γεννήθηκε στην Αίγυπτο στις 17.12.75. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο στις 12.5.03 και, στις 21.5.03, υπέβαλε αίτηση για άσυλο. Του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής ως αιτητή ασύλου μέχρι τις 10.10.07. Το αίτημα του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 26.6.04 και από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων στις 25.6.07. Ενημερώθηκε προς τούτο με επιστολή ημερομηνίας 19.9.07, με την οποία καλείτο να αναχωρήσει από την Κύπρο. Στις 9.10.07 τέλεσε πολιτικό γάμο με Ελληνοκύπρια και υπέβαλε αίτηση για παραμονή στην Κύπρο ως σύζυγος Κύπριας πολίτιδος. Η αίτηση απορρίφθηκε, αφού δεν διέμενε με τη σύζυγο του. Στις 5.7.09 συνελήφθη και απελάθηκε στη χώρα καταγωγής του.
Στη συνέχεια, ο Εφεσείων τέλεσε νέο γάμο με άλλη Κύπρια, ο οποίος τελέστηκε στην Αίγυπτο στις 21.7.09. Επανήλθε στην Κύπρο στις 18.12.09 και έκτοτε του δόθηκε άδεια παραμονής ως συζύγου Κύπριας πολίτιδος. Αν και στις 18.8.11 λήφθηκε γραπτή κατάθεση από τη σύζυγο, στην οποία τον κατήγγελλε ότι την κτυπούσε, πως συμπεριφερόταν βίαια και ότι την είχε απειλήσει με μαχαίρι, ακολούθως και οι δύο προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις πως συζούν αρμονικά. Παρά ταύτα, σε μεταγενέστερη κατάθεση, η σύζυγος εξήγησε ότι η ενόρκως δοθείσα δήλωση της οφειλόταν στο ότι ο Εφεσείων αντέδρασε βίαια όταν αντιλήφθηκε πως η ίδια είχε καταθέσει στην Αστυνομία. Η αίτηση του, ημερομηνίας 1.11.11 για παράταση της άδειας προσωρινής παραμονής, απορρίφθηκε στις 28.11.11, αφού κρίθηκε ως πρόσωπο επικίνδυνο. Ως συνέπεια, εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του.
Ο Εφεσείων κατέθεσε προσφυγή με την οποία προσέβαλε τα διατάγματα κράτησης και απέλασης. Η προσφυγή απορρίφθηκε στις 14.6.12. Μολαταύτα, ο Υπουργός ενέκρινε το αίτημα του για διευθέτηση της παραμονής του. Στις 13.9.16 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας μέσω εγγραφής του ως συζύγου Κύπριας πολίτιδος. Η αίτηση δεν έγινε δεκτή, και ο Εφεσείων ενημερώθηκε σχετικώς στις 22.5.17.
Στη βάση, ανάμεσα σε άλλα, αυτού του υποβάθρου, το Δικαστήριο, μελετώντας τον Διοικητικό Φάκελο/Τεκμήριο 1 («ο Διοικητικός Φάκελος») σε συνάρτηση προς τις διατάξεις του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/02 («ο Ν.141(Ι)/02») - και ειδικότερα το Άρθρο 110 αυτού - καθώς και προς τους ισχυρισμούς των διαδίκων, έκρινε, με σχετική υπόμνηση στη νομολογία, ότι δεν είχε ανατραπεί το τεκμήριο περί καλόπιστης άσκησης των αρμοδιοτήτων των Εφεσίβλητων, με παρεπόμενο την απόρριψη της Προσφυγής.
Ο Εφεσείων βάλλει κατά της απόφασης με έξι λόγους έφεσης. Αυτοί αφορούν αδρομερώς, στο κατ’ ισχυρισμόν αναιτιολόγητο της ετυμηγορίας (λόγος έφεσης 1), στο ότι το Δικαστήριο βασίστηκε πεπλανημένως σε νομολογία που αφορούσε πολιτογράφηση αλλοδαπών αντί αίτηση εγγραφής ως πολίτη της Δημοκρατίας (λόγος έφεσης 2), στο φερόμενα εσφαλμένο της πρωτόδικης διαπίστωσης πως οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν εντός του παρεχόμενου νομοθετικού πλαισίου για την εγγραφή «... συζύγου Κύπριας πολίτη ως πολίτη της Δημοκρατίας ...», αφού «... ο νόμος δεν καθορίζει ότι απαιτείται αρμονική συμβίωση του ζεύγους ... αλλά μόνο διαμονή με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων ...» (λόγος έφεσης 3). Περαιτέρω, προβάλλεται ότι, λανθασμένως και πάλι, το Δικαστήριο αποφάσισε πως οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν εύλογα και καλόπιστα κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας (λόγος έφεσης 4), και ότι ήταν επιτρεπτή η απόρριψη της αίτησης εγγραφής, αφού οι Εφεσίβλητοι συνήγαγαν πως ο γάμος του Εφεσείοντα ήταν «γάμος ευκαιρίας», μολονότι ουδέποτε «... κρίθηκε εικονικός μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες ...» (λόγος έφεσης 5). Τέλος, εγείρεται ότι κακώς δεν εξετάστηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο λόγος ακύρωσης που αφορούσε στον ισχυρισμό του Εφεσείοντα πως η μη εγγραφή του παραβίαζε τις θετικές υποχρεώσεις του Κράτους για σεβασμό και διασφάλιση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (λόγος έφεσης 6).
Διεξήλθαμε όσα μας τέθηκαν, περιλαμβανομένων των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων.
Ένεκα της φύσεως και του περιεχομένου τους, θα επιληφθούμε των λόγων έφεσης 1-5 σωρευτικώς, ενώ θα καταπιαστούμε με τον λόγο έφεσης 6 ξεχωριστά.
Κρίνουμε πρόσφορο να παραθέσουμε κατ’ αρχάς τις πρόνοιες του Άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/02, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η παρακολούθηση όσων θα ακολουθήσουν (το απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο όπως και όλα τα άλλα στο παρόν κείμενο):
«110.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου και Αποικιών ή χώρας της Κοινοπολιτείας, ο οποίος είναι πρόσωπο Κυπριακής καταγωγής, ενήλικο και πλήρους ικανότητας, μπορεί, όταν υποβάλει σχετική αίτηση στον Υπουργό κατά τον καθορισμένο τρόπο και όταν δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία κατά τον καθορισμένο τρόπο που εκτίθεται στο Δεύτερο Πίνακα του παρόντος Νόμου, να εγγραφεί ως πολίτης της Δημοκρατίας, εάν το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Διαμένει συνήθως στην Κύπρο και /ή διέμενε στην Κύπρο, για συνεχές διάστημα δώδεκα μηνών ή τέτοιο μικρότερο χρονικό διάστημα το οποίο δυνατόν ο Υπουργός να αποδεχθεί κάτω από ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του, ή υπηρετεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας·
(β) είναι καλού χαρακτήρα·
(γ) σκοπεύει να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία, ή ανάλογα με την περίπτωση, εξακολουθεί να υπηρετεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας.
Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού-
«πρόσωπο κυπριακής καταγωγής» σημαίνει πρόσωπο που γεννήθηκε στην Κύπρο κατά το χρόνο που οι γονείς του διέμεναν συνήθως στην Κύπρο και περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που κατάγεται από τέτοια πρόσωπα·
«Χώρα της Κοινοπολιτείας» σημαίνει κάθε χώρα, εκτός της Δημοκρατίας, η οποία κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού είναι μέλος της Βρεττανικής Κοινοπολιτείας και περιλαμβάνει και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και οποιαδήποτε άλλη χώρα που κηρύχθηκε με Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου ως χώρα της Κοινοπολιτείας για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/ τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «διαμένει με το/τη σύζυγο της/ του στην Κύπρο» σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια.
(3) Ο Υπουργός μπορεί να μεριμνήσει όπως το ανήλικο παιδί οποιουδήποτε πολίτη της Δημοκρατίας εγγραφεί ως πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται κατά τον καθορισμένο τρόπο από το γονέα ή τον κηδεμόνα του παιδιού.
(4) Πρόσωπο το οποίο αποκήρυξε την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας ή την στερήθηκε δε δικαιούται να εγγραφεί ως πολίτης της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο αυτό, μπορεί όμως να εγγραφεί με την έγκριση του Υπουργού.
(5) Πρόσωπο που γράφτηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό γίνεται πολίτης της Δημοκρατίας ύστερα από εγγραφή από την ημερομηνία κατά την οποία εγγράφεται».
Ένα από τα παράπονα του Εφεσείοντα, και ζήτημα το οποίο, κατά λογική τάξη, κρίνουμε ότι πρέπει να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο, λόγω των καταλυτικών ενδεχομένως επιπτώσεων στον δικαστικό συλλογισμό αν η θέση αυτή γινόταν αποδεκτή ως γεγονός, είναι η εντύπωση του πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αυτοκαθοδηγήθηκε πεπλανημένως ως προς τις αρχές που διέπουν την εγγραφή αλλοδαπών, λόγω της παραπομπής του σε νομολογία σχετική με το Άρθρο 111 αντί με το Άρθρο 110 του Ν.141(Ι)/02.
Δεν έχουν εντούτοις έτσι τα πράγματα.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, προβαίνοντας σε συγκεκριμενοποιημένη (και ορθή) αναφορά στο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε για την περίπτωση - και παραθέτοντας αυτολεξεί σχεδόν το σύνολο του Άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/02 -παρέπεμψε και σε συναφείς νομολογιακές αυθεντίες, όπως την Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, 69, όπου η Ολομέλεια κατέγραψε και τα εξής:
«[...] Το Άρθρο 111 του Νόμου 141(Ι)/2002 παρέχει σε αλλοδαπό το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση, αλλά όχι το απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης. Η παραχώρηση πολιτογράφησης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού και το ζήτημα εγγραφής κάποιου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα το ακυρωτικό δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, η διακριτική ευχέρεια του κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος. Όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Επίσης, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224) και η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, που μπορεί να επέμβει μόνο αν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. (Republic v. Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594) [...]».
Καμιά πλάνη δεν υπήρξε, λοιπόν, υπό το φως του περιεχομένου της ανωτέρω περικοπής σε σχέση προς την αυτοκαθοδήγηση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ούτε κάτι που αντικειμενικώς θα μπορούσε να δημιουργήσει καν την αίσθηση ότι σημειώθηκε παραδρομή ως προς τις ακολουθητέες αρχές και το περιεχόμενό τους, τόσο σε γενικό όσο και σε ειδικό επίπεδο.
Υποστηρίχθηκε ακόμη από τον Εφεσείοντα ότι η πρωτόδικη απόφαση στερείτο αιτιολογίας. Μήτε η θέση αυτή ευσταθεί. Η απόφαση φέρει την προσήκουσα αιτιολόγηση.
Εξηγούμε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι εκείνο που επικαλέστηκε και εφάρμοσε τις σχετικές πρόνοιες του Άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/02. Ανέλυσε, επιπλέον, με ενδελέχεια (στις σελίδες 4 και 9-11 της απόφασης) - και εντός των παρεχόμενων δικαιοδοτικών παραμέτρων και εξουσίας του - όσα ουσιωδώς συνέχονται με τα επίδικα. Ως προκύπτει από το πρωτόδικο σκεπτικό, το Δικαστήριο ιχνηλάτησε τον Διοικητικό Φάκελο, έλαβε υπόψιν τη συμπεριφορά του Εφεσείοντα και το γενικότερο ιστορικό του, τα πραγματικά δεδομένα που αποτιμήθηκαν από τους Εφεσίβλητους, όπως, μεταξύ άλλων, τις αφίξεις του στη Δημοκρατία και τις σχετικές αιτήσεις του, τους δύο γάμους του με Κύπριες, τις καταθέσεις των συζύγων και των συγγενών, ως και άλλες παραμέτρους που συνδέονταν με προβληματικές εκφάνσεις της συμπεριφοράς του.
Έγινε επίσης αρκετός λόγος από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εφεσείοντα ότι ένα από τα πρωτόδικα σφάλματα συναρτάτο προς την πεπλανημένη, κατά τον ισχυρισμό, υπογράμμιση του Δικαστηρίου πως υπήρχαν πολλές καταγγελίες εναντίον του προς την Αστυνομία από τη σύζυγο του, ενώ στην πραγματικότητα η καταγγελία ήταν μία.
Ούτε με αυτή τη θέση συγκλίνουμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε ότι «... υπήρχαν πολλές καταγγελίες από τη σύζυγο του στην Αστυνομία και γραπτές καταθέσεις για παράπονα που εξέφραζε για εκφοβισμό της, για βίαιες συμπεριφορές του αιτητή μπροστά στον κίνδυνο να μην αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, και για άσκηση από τον ίδιο πιέσεων στη σύζυγο του ώστε να υπάρξει θετική έκβαση σε ένα τέτοιο αίτημα στη συνέχεια ...».
Ό,τι αναφέρθηκε βρίσκεται σε σύμπνοια με το περιεχόμενο του ογκώδους Διοικητικού Φακέλου. Η χρήση του πληθυντικού αφορούσε στην ολότητα τής προκύπτουσας εικόνας και σε ό,τι εξεικόνιζε την κατάσταση πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί από την αποδιδόμενη στον Εφεσείοντα συμπεριφορά προς τη σύζυγο. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, μετά την αρχική κατάθεση της προς την Αστυνομία στις 18.8.11 (βλ. σελίδες 450-452/Τεκμήριο 5 στην Ένσταση), αυτή προχώρησε σε συμπληρωματική κατάθεση στις 23.8.11 (βλ. σελίδες 453-454/Τεκμήριο 5/Ένσταση), όπου εξήγησε υπό ποιες περιστάσεις και πιέσεις αναγκάστηκε να αποκαλύψει στον Εφεσείοντα την αρχική κατάθεση ημερομηνίας 18.8.11 και περιέγραψε την αντίδραση του (κατά την εκδοχή της). Εκεί, ανέφερε και τούτα, αναφερόμενη στον Εφεσείοντα:
«[...] Άρχισε να με απειλά να σπάζει πράματα μέσα στο σπίτι και να φωνάζει. Έτσι εγώ επειδή φοβήθηκα ότι θα με κτυπούσε πάλι αναγκάστηκα και του είπα ότι θα του έδινα δεύτερη ευκαιρία. Μετά από συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας αυτός με ανάγκασε και πήγαμε στο δικαστήριο να κάνουμε ένορκες δηλώσεις ότι είμαστε εντάξει στο γάμο μας χωρίς προβλήματα και να τες φέρουμε στο immigration για να μην προχωρήσει η καταγγελία που έκαμα. Θέλω να σας πω ότι δεν θέλω να συνεχίσω να ζω με τον άντρα μου και να προβείτε σε όλες τις ενέργειες που χρειάζεται για να επιστρέψει στην χώρα του. Οτιδήποτε ενέργειες που κάνω προς όφελος του είναι κάτω από πολλές πιέσεις που δέχομαι από αυτόν και εκφοβισμούς. Οι ένορκες δηλώσεις που έφερα σήμερα δεν θέλω να ληφθούν υπόψη και να προχωρήσετε στην απέλαση του [...]».
Τελικώς - ως φαίνεται στον Διοικητικό Φάκελο (βλ. έγγραφο ημερομηνίας 14.9.11 (Τεκμήριο 5/Ένσταση) - ήταν επιθυμία της συζύγου να μη διωχθεί ο Εφεσείων για τις απειλές και τη βία που της ασκούσε, αλλά «... αυτός να απελαθεί άμεσα στην χώρα του ...».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αντικρίσει τα προκύπτοντα ζητήματα και υπό τον φακό της προταχθείσας από τον Εφεσείοντα θέσης περί πλάνης και έλλειψης δέουσας έρευνας, ως και του πρόσθετου παραπόνου του περί αξιολόγησης εξωτερικών και άσχετων μεταβλητών προς την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά τη διατυπωθείσα άποψη, εκπορεύθηκε από πλημμελή ή και ανύπαρκτη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των Εφεσίβλητων, με ό,τι τούτο συνεπάγεται.
Η πρωτόδικη πραγμάτευση των θεμάτων αυτών υπήρξε δέουσα, χωρίς να παρέχει, σε λελογισμένο βαθμό, οποιοδήποτε περιθώριο εφετειακής παρέμβασης
Διευκρινίζουμε.
Ο Εφεσείων εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο δεν εμβάθυνε, αλλά και δεν αιτιολόγησε κιόλας πρεπόντως όσα κατέγραψε περί ευκαιριακού γάμου και αρμονικής συμβίωσης του ζεύγους, με αποτέλεσμα η πτυχή αυτή να απαρτίζει, ακόμη μία αδυναμία της πρωτόδικης συλλογιστικής, η οποία, μεμονωμένα ή συνολικώς, έπληξε την πειστικότητα της παρασχεθείσας αιτιολογίας, είτε ως προς την επικύρωση των ενεργειών της Διοίκησης είτε ως προς την εσωτερική συνοχή του δικανικού σκεπτικού. Δεν διακρίνουμε λάθος ή επιδερμικότητα στην πρωτόδικη προσέγγιση στα θέματα αυτά (ή σε άλλα), όπως υπονόησε Εφεσείων.
Αρχίζουμε με το ζήτημα της αρμονικότητας στον γάμο του ζεύγους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με τις αναφορές του για αρμονικότητα διόλου δεν συνεκτίμησε εξωγενείς παράγοντες προς διαμόρφωση της κρίσης του, ούτε και αποδέχθηκε πως τούτη η αναφορά προσέθεσε απαραδέκτως νέα προϋπόθεση στις υφιστάμενες από τους Εφεσίβλητους.
Αντικρίζοντας την απόφαση εν συνόλω, ως και τις σχετικές επισημάνσεις στον Διοικητικό Φάκελο, προκύπτει ότι οι εκφράσεις περί αρμονικότητας είχαν συσχετισθεί με τα επίδικα, όχι ως προαπαιτούμενα για την έγκριση του αιτήματος του Εφεσείοντα, αλλά ως περιγραφικά στοιχεία της συμβιωτικής κατάστασης του ζεύγους και των δηλώσεων των δύο συζύγων στις ένορκες δηλώσεις τους, όπου ανέφεραν πως η συζυγική τους σχέση «…είναι αρμονική» (βλ. σελίδες 456-457/Τεκμήριο 5 στην Ένσταση).
Ως εκ τούτου, με καμία αντικειμενική ανάγνωση του υλικού δεν θα ήταν δυνατό να συναχθούν τα όσα ο Εφεσείων καταλόγισε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Παρόμοια ισχύουν και για τα περί γάμου ευκαιρίας .
Όσα ειπώθηκαν από το Δικαστήριο επί της θεματικής, ήταν στη ρύμη αναλυτικών αναφορών στον Διοικητικό Φάκελο, με εκείνες περί εικονικού και ευκαιριακού γάμου να είναι προσεκτικές και σταθμισμένες. Το Δικαστήριο ανέφερε και τα πιο κάτω:
«[...] Σε σχέση με τον ισχυρισμό των δικηγόρων του αιτητή, ότι ήταν αυθαίρετη η αναφορά στα σχετικά σημειώματα περί του ότι ο γάμος του αιτητή με την αιτήτρια ήταν γάμος ευκαιρίας και αυτό μάλιστα να ληφθεί υπόψη καθ' ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε τέτοιο συμπέρασμα, αφού δεν κρίθηκε ποτέ ο γάμος τους ως εικονικός, βάσει των σχετικών διαδικασιών που προβλέπονται στο Νόμο με απόφαση της Συμβουλευτική Επιτροπής που συμβουλεύει, κατά πόσο ο γάμος είναι εικονικός, κρίνω πως βασίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της διακριτικής ευχέρειας που έχει ο Υπουργός στα πλαίσια της εξουσίας του να εξετάζει και να εγκρίνει ή να απορρίπτει αιτήσεις για εγγραφή αλλοδαπού ως κύπριου πολίτη ο οποίος τέλεσε γάμο με κύπριο πολίτη. Σαφέστατα και η αντίληψη του Υπουργού, που πηγάζει από το όλο ιστορικό της άφιξης του αιτητή στην Κύπρο και τα όσα προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που συνοπτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω που, μεταξύ αυτών και ότι από το όλο ιστορικό συνάγεται ότι ο γάμος είναι γάμος ευκαιρίας για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δυνατόν, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, όπως ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία, να θεωρηθεί εύλογο συμπέρασμα, ανεξάρτητα αν ο γάμος δεν είναι εικονικός. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ πως δεν ανατράπηκε από τον αιτητή το τεκμήριο περί της καλόπιστης άσκησης των αρμοδιοτήτων [...]».
Το μόνο που θα συμπληρώναμε για το υπό συζήτηση, κατά παρέκβαση ίσως, είναι ότι τα περί ευκαιριακού γάμου ποσώς συνθέτουν νεοφανή περιγραφή ανάλογης, επί του εδάφους, συναρτώμενης κατάστασης πραγμάτων (όπως αφέθηκε να νοηθεί από τον Εφεσείοντα). Απεναντίας, η ορολογία τούτη και ό,τι αναδύεται από αυτή, απαντά στη νομολογία μας - σε παρόμοιο πεδίο - εδώ και δεκαετίες (βλ. λόγου χάριν, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2089 και Σωτήρα ν. Δημοκρατίας (1991) 4(Δ) Α.Α.Δ. 3516, και πιο πρόσφατα, Κασάπη και Άλλης ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 31/17, ημ. 11.10.23).
Σε τελευταία ανάλυση, το Διοικητικό Δικαστήριο, απολήγοντας για τα περί δέουσας έρευνας, πλάνης, πλήρωσης των συστατικών όρων του Άρθρου 110(2) του Ν.141(Ι)/02 (περιλαμβανομένου αυτοδήλως τού καλού χαρακτήρα), και όσα κατά τον ίδιον περιστοίχιζαν τους γνώμονες αυτούς, κατέγραψε και τα ακόλουθα:
«[...] Από την μελέτη όλου του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι στα πλαίσια διερεύνησης του ζητήματος μετά την υποβολή αίτησης του αιτητή, διεξήχθη έρευνα σε σχέση με την πλήρωση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002)και εμπεριστατωμένα σημειώματα της υπηρεσίας βρίσκονται στον διοικητικό φάκελο, τόσο για ζητήματα τα οποία απασχόλησαν την υπηρεσία στο παρελθόν αναφορικά με τον αιτητή, όσο και σε ζητήματα που αφορούσαν τον γάμο του με την τελευταία σύζυγο του από τον οποίο προέκυψε δικαίωμα υποβολής αίτησης για εγγραφή του ως Κύπριου πολίτη. Βάσει του σημειώματος, υπήρχαν πολλές καταγγελίες από τη σύζυγο του στην Αστυνομία και γραπτές καταθέσεις για παράπονα που εξέφραζε για εκφοβισμό της για βίαιες συμπεριφορές του αιτητή μπροστά στον κίνδυνο να μην αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα και άσκηση από τον ίδιο πιέσεων στη σύζυγο του για να υπάρχει θετική έκβαση σε ένα τέτοιο αίτημα στην συνέχεια. Από το σύνολο των περιστάσεων, διαπιστώνω ότι έγινε η δέουσα έρευνα και η επίδικη απόφαση είναι αιτιολογημένη. Η έρευνα επεκτάθηκε και σε μαρτυρίες συγγενών της συζύγου του και στα παιδιά της, από τις οποίες προέκυψε ότι τα συγγενικά της πρόσωπα, και όχι μόνο η ίδια, θεωρούσαν ότι ο αιτητής ασκούσε πίεση στην σύζυγό του να μην προβαίνει σε καταγγελίες εναντίον του και να συμβάλει με δικές της ενέργειες στην προοπτική απόκτησης στον ίδιο της κυπριακής υπηκοότητας. Η αιτιολογία της απόφασης συμπληρώνεται από το διοικητικό φάκελο και όχι μόνο από το σημείωμα της υπηρεσίας προς τον Υπουργό πριν την άσκηση των αρμοδιοτήτων του (βλ. ANGELA SIOMINA ΗΡΩΑ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2005) 3 Α.Α.Δ. 307). Με δεδομένο ότι δεν ανατράπηκε το τεκμήριο καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού από τον αιτητή, που έχει το βάρος αυτό, δεν βρίσκω να έχει υπό όλες τις περιστάσεις να υπάρχει λόγος επέμβασης του Δικαστηρίου, το οποίο βεβαίως δεν μπορεί να υποκαταστήσει το διοικητικό όργανο στην άσκηση της απόλυτης αρμοδιότητάς του να κρίνει την πλήρωση των προϋποθέσεων του Νόμου [...]».
Συμφωνούμε.
Τίποτε από όσα ακούσαμε επί της πτυχής δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως διαβρωτικό της αιτιολογίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή των Εφεσίβλητων, πόσω δε μάλλον - εν σχέσει προς τους τελευταίους - αποκαλυπτικό ψηγμάτων, έστω, προκατάληψης οποιασδήποτε μορφής έναντι του Εφεσείοντα.
Δεν δικαιολογείται επέμβαση μας.
Το ίδιο, ισχύει και για την αιτίαση του Εφεσείοντα (στον λόγο έφεσης 6) για παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης λόγω του ότι το Διοικητικό Δικαστήριο αγνόησε, κατά τη θέση, λόγο ακύρωσης περί παραβίασης κρατικής δέσμευσης για προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.
Μολονότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανέλυσε το ζήτημα αυτό με ρητή και αυτοτελή αναφορά, το καθολικό του σκεπτικό, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του Διοικητικού Φακέλου, της ερμηνείας του Άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/02, και της νομολογιακής ανάλυσης στην οποία προέβη, καταδεικνύει, σαφώς, πως αντιμετώπισε, κατ’ ουσίαν - έστω και εμμέσως - τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Ουδέν το μεμπτόν, υπό τις συνθήκες.
Υπό ένα ευρύτερο πρίσμα ανάλυσης, ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειας ανήκει, κατά το διεθνές δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην κυριαρχική εξουσία κάθε Κράτους Μέλους, υπό την επιφύλαξη ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής δεν αντίκειται σε εφαρμοστέες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. [1] Η εξουσία αυτή εκδηλώνεται, θεωρούμε, και μέσω των διαδικασιών που προβλέπει ο εθνικός νομοθέτης για την κτήση της ιδιότητας του πολίτη μέσω εγγραφής. Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσεται, κρίνουμε, και η εγγραφή κατά το Άρθρο 110 του Ν. 141(Ι)/02, που αποτελεί ειδική έκφανση της γενικότερης αυτής κυριαρχικής αρμοδιότητας. Ο έλεγχος που χωρεί από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το Δίκαιο της Ένωσης, ενεργοποιείται κατά κανόνα όταν η εφαρμογή των κριτηρίων πολιτογράφησης ή εγγραφής επιφέρει συγκεκριμένες και ουσιώδεις συνέπειες στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τού ενδιαφερόμενου ή επηρεάζει δικαιώματα που αναγνωρίζονται αποκλειστικώς στους πολίτες της Ένωσης. Συνεπώς, η άρνηση εγγραφής όταν στηρίζεται - ως η επίμαχη περίπτωση - σε αντικειμενικά και εύλογα κριτήρια που αποβλέπουν στην προστασία των συμφερόντων του Κράτους και δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις χωρίς επαρκή και αντικειμενική αιτιολόγηση, όπως εδώ, δεν παραβιάζει άνευ ετέρου το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, [2] το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο ή το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, [3] ως η πρόταση του Εφεσείοντα.
Στη βάση όσων επεξηγήσαμε, και τα οποία πραγματεύθηκαν την ουσία όλων των λόγων έφεσης, καταλήγουμε πως τούτοι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζουμε έξοδα ύψους €4.100,00, υπέρ των Εφεσίβλητων και εναντίον του Εφεσείοντα.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/μκε
[1] Για μια παρόμοια θεώρηση, με επικέντρωση ωστόσο στο Άρθρο 109 του Ν. 141(Ι)/02, δέστε Hancer v Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 116/20, ημ. 10.4.25 και τις εκεί αναφερόμενες πηγές.
[2] «Άρθρο 8:1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».
[3] «Άρθρο 15: 1. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.
2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο