9/2014 — 9/2014 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 9 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και ...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 9/2014
Απόφαση 9 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κώτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 512/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5834/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/3/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 ορίζεται ότι: "1. Το δικαίωμα εις σύνταξιν και εφ' άπαξ παροχήν παρά των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, είναι απαράγραπτον. 2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ισχύος του παρόντος νόμου, παραγραφέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ,έστω και αν εξεδόθη απορριπτική απόφασις, των οικονομικών αποτελεσμάτων επερχομένων από της υποβολής, μετά την ισχύ του παρόντος, της σχετικής αιτήσεως. 3. Πάσα αντίθετος διάταξις καταργείται". Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 του Ν. 1027 /1980, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργήθηκαν οι προϋφιστάμενες διατάξεις των κατ' ιδίαν ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίες έτασσαν χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή αιτήσεως απονομής συντάξεως ή εφάπαξ παροχής και έτσι, στο εξής, η ενάσκηση του δικαιώματος για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς . Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού θεσπίστηκε και το απαράγραπτο των αξιώσεων που απορρέουν από τα ανωτέρω δικαιώματα που δεν αποσβέσθηκαν, καθόσον ναι μεν το δικαίωμα για τη λήψη τέτοιων ασφαλιστικών παροχών μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε, η απορρέουσα όμως από το δικαίωμα αυτό αξίωση, για την καταβολή της εφάπαξ παροχής υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο παραγραφή. Εφόσον δε, δεν θεσπίζεται βραχύτερη, από ειδική διάταξη του καταστατικού του ασφαλιστικού οργανισμού που παρέχει την εφάπαξ παροχή, παραγραφή, η σχετική αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ. , ούτε στην παραγραφή που θεσπίζεται με το άρθρο 48 ν. δ. 496/1974," Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως ισχύει, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί που εποπτεύονται από το (τότε) Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η εφάπαξ παροχή δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον αυτή δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε "απολαβή", υπό την έννοια της αντιπαροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης, κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου .οικονομικής του ενίσχυσης από κεφάλαια που σχηματίζεται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας του (Ολ. ΑΠ 4/2001),το δε γεγονός ότι η ως άνω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές (των υπαλλήλων και του Ασφαλιστικού Οργανισμού) και όχι από άλλους πόρους, δεν μεταβάλλει τη φύση της παροχής αυτής σε μισθό και γενικά σε περιοδική παροχή . Τέλος, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980, εφαρμόζονται , ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, σε όλους γενικώς τους ασφαλισμένους Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, έστω και αν η παρ.1 του άρθρου 31 του Ν. 1027/-1980 αναφέρεται σε Ασφαλιστικούς Οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η μνεία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως των διατάξεων αυτών, οι Οργανισμοί αυτοί υπάγονταν κατά κανόνα στο τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επομένως, το άρθρο 31 του Ν. 1027/1980 έχει εφαρμογή και στους ασφαλισμένους του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για την εφάπαξ παροχή που εδικαιούτο, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία του, στις 30/10/-2003, μέχρι την 31/12/2008,που επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον η ένδικη αγωγή, δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 και ότι η αξίωση του ενάγοντος υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, γιατί το αξιούμενο εφάπαξ που έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αποτελεί μισθό, είναι αβάσιμες. Η περαιτέρω αιτίαση, ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002, που ορίζει ότι, "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτό το Δ.Σ κάθε Ταμείου", είναι αλυσιτελής, καθόσον με την εξουσιοδοτική ως άνω διάταξη παρασχέθηκε η δυνατότητα μετατροπής, του αναιρεσείοντος Ταμείου, από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, που ήταν μέχρι τις 13/1/-2004, σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, με την Φ.80000/30226 /1366/ -14-1-2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β'27/14-1-2004),. το δε ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος κατ' αυτού, ουδόλως επηρεάζεται από τη νομική μορφή που αυτό είχε στο παρελθόν σε σχέση με τη νομική μορφή που τώρα έχει.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, αντιτίθενται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά το νομικό χαρακτήρα της ατομικής περίπτωσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ, που πρότεινε το αναιρεσείον, δέχθηκε, α) ότι το εφάπαξ συνιστά χρηματικό βοήθημα, δεν είναι μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, ούτε απολαβή, υπό την έννοια της παροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη εργασία, ούτε αποτελεί αποζημίωση λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά έχει χαρακτήρα έκτακτης κατά την αποχώρηση ή απόλυση του υπαλλήλου οικονομικής ενίσχυσης του από κεφάλαιο που σχηματίζεται από κράτηση ποσοστού επί των αποδοχών όλων των υπαλλήλων, κατά τη διάρκεια του χρόνου της υπηρεσίας τους και β) ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα , αφού το ασφαλιστικό κεφάλαιο του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθόλο το χρόνο ασφαλίσεως του ενάγοντος μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Οι παραδοχές αυτές (α' και β') δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού η παραδοχή, ότι το εφάπαξ δεν συνιστά " απολαβή", υπό την έννοια της παροχής που δίδεται ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη εργασία, δεν αντιτίθεται με την παραδοχή ότι το εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των περί παραγραφής διατάξεων που εφαρμόσθηκαν . Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως , κατ'ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ.19 Κ. Πολ.Δ (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 17 Κ.Πολ.Δ) είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του Ν.345/1976 που ορίζουν, α) ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεως των έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευση της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας , ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε, ότι όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ.Α.Π. 10/2001, ΑΠ. 1595/2002). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος ασκήθηκε μετά την έκδοση των 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν.2084/1992, που επιβάλει ανώτατο όριο επί των εφάπαξ παροχών που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ, καθώς και από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας .αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και επομένως η ισχύς των αποφάσεων αυτών, που ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή, οι συνέπειες της οποίας δεν μπορεί παρά να επέρχονται εφεξής και να εφαρμόζονται σε όσες έννομες σχέσεις αναπτύσσονται και τελειούνται και μετά τη νομοθετική αυτή μεταβολή, εκτείνεται στην κρινόμενη έννομη σχέση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι με τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών επήλθε νομοθετική μεταβολή ως προς το ύψος της οφειλόμενης εφάπαξ παροχής, για την οποία ο ενάγων έχοντας σχετική ενεργό αξίωση, άσκησε την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσίοντος, ότι το ΑΕΔ με τις ως άνω αποφάσεις του έκρινε αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 57 του Ν.2084/1992 και όχι για το σύννομο ή μη των αξιώσεων του ενάγοντος σε σχέση με το χρόνο ασκήσεως αυτών και ότι οι αποφάσεις αυτές καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών (Φεβρουάριο του 2007), όχι δε και τους ασφαλισμένους που αποχώρησαν πριν από τη δημοσίευση αυτών ,όπως ο ενάγων, που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες. Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ για παραμόρφωση εγγράφου θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως, α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενο του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως μέρος πρώτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδει στο Εφετείο ότι, "έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όσον αφορά την αληθινή ερμηνεία του μεταξύ ημών και του αναιρεσιβλήτου ιδιωτικού εγγράφου, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι με αυτό, ελάμβανε χώρα συμφωνία υπαγωγής σε μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως νομικό καθεστώς, το καθεστώς της ισχύος του Νέου Κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο δεν επήρχετο περικοπή ...". Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται, πότε συντάχθηκε το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των διαδίκων, ποίο το ακριβές περιεχόμενο αυτού και ποίο το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να προκύπτει το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, για την απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό και ποίο το επιζήμιο για το αναιρεσείον συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου αυτού. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 66 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ.1 δ' Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν. Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43 /1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ. Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τους τέταρτο, μέρος δεύτερο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι ο ενάγων παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της διαφοράς του εφάπαξ, μεταξύ εκείνου που έλαβε και εκείνου που εδικαιούτο, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ τους και υπήχθη σε άλλο, μεταγενέστερο του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 νομοθετικό καθεστώς, γεγονός που καθιστούσε καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξιώσεως του, ότι τον ισχυρισμό περί παραιτήσεως τον περιέλαβε σ' αυτόν περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά, με προφορική δήλωση πριν από την έναρξη της διαδικασίας και ότι το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη. Ο περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αυτός καταχωρήθηκε μεν σ' αυτά με συνοπτική ανάπτυξη, πλην όμως δεν προκύπτει ότι το ηττηθέν στον πρώτο βαθμό αναιρεσείον επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ,ούτε επικαλείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και β) Δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραιτήσεως του αναιρεσίβλητου από την ένδικη αξίωση, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, και συγκεκριμένα γιατί δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρηση στα πρακτικά και δεν έγινε επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. για τη βραδεία παραδεκτή προβολή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/3/2012 αίτηση για αναίρεση της 5834/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ