Legislator European & Swiss Legal Corpus
997/2025 AI-structured

997/2025 — 997/2025 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 997/2025 (AP_997_2025)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 997 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Μιχαή...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 997 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Μιχαή...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 997/2025

Απόφαση 997 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Μιχαήλ Αποστολάκη και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Σταθάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Υ. χήρας Ν. Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5-2-2010 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5252/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 339/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ.1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...".

Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021". Τέλος, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 26-7-2022 και με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης 753/26-7-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 339/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι συνεκδικασθείσες από 1-10-2015 και 25-11-2015 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ'αριθ. 5252/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-10-2015 έφεση του νυν αναιρεσείοντος ενώ έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η από 25-11-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις διατάξεις με τις οποίες απορρίφθηκε η από 15-3-2009 αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 339/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, της οποίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 30-4-2020 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ) άρχισε την 1-5-2020, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα συμπληρωνόταν κανονικά την 1-5-2022. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 26-7-2022. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω διετή προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από τις 6-4-2021, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 26-7-2022 , αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, ήτοι εντός διετούς προθεσμίας από την επομένη της ως άνω δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας. Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495 § 3 Βδ ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 § 1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Η κατά τα ανωτέρω εικονική δήλωση είναι άκυρη διότι δεν αποδίδει την αληθή βούληση του δηλούντος. Την ακυρότητα αυτή, που είναι απόλυτη, μπορεί να επικαλεσθεί ο δηλών, οι διάδοχοί του, καθώς και κάθε ένας που έχει έννομο συμφέρον εκ της εικονικότητος. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 1427/2017). Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015). Ο επικαλούμενος την απόλυτη εικονικότητα φέρει το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των προϋποθέσεών της. Ο καθένας από τους κανόνες που θεσπίζουν οι §§ 1 και 2 του άρθ. 138 ΑΚ έχει συγκεκριμένη και διαφορετική, από τον άλλο, αποστολή. Ο πρώτος, προσδιορίζει εννοιολογικά την εικονικότητα εκφράζοντας, συγχρόνως, την αποδοκιμασία του προς αυτή, με το να εκτιμά την εικονική δήλωση βούλησης ή δικαιοπραξία ως άκυρη. Άλλωστε, ο ίδιος κανόνας, προκρίνοντας την ακυρότητα και, άρα, τη μη παραγωγή των έννομων συνεπειών της εικονικής δήλωσης βούλησης ή δικαιοπραξίας, είναι φανερό πως συνιστά κανόνα δικαιοκωλυτικό. Ο δεύτερος κανόνας, έχοντας δεδομένη την έννοια της εικονικότητας και γνωστή την πιο πάνω κύρωση, μεριμνά για την "προαγωγή" σε καταρτισμένη και έγκυρη δικαιοπραξία της νομικής οντότητας που, τυχόν, καλύπτεται κάτω από την εικονική δικαιοπραξία. Με τον τρόπο αυτό, η ίδια διάταξη αξιοποιεί τη βούληση εκείνου ή εκείνων που, επιθυμώντας την παραγωγή των εννόμων συνεπειών ορισμένης δικαιοπραξίας, όχι όμως και την εμφάνισή της στον εξωτερικό κόσμο, μεθοδεύουν την κάλυψή της κάτω από την εικονική. Με τα δεδομένα αυτά, ο κανόνας της ΑΚ 138 § 2 είναι, αναμφίβολα, δικαιοπαραγωγικός. Έτσι, ο δεύτερος προϋποθέτει τον πρώτο, και με την έννοια αυτή είναι συμπληρωματικός του πρώτου. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προηγούμενοι κανόνες ρυθμίζουν την τύχη δύο διαφορετικών δικαιοπραξιών, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να μην οδηγεί στην παραγωγή εκείνων των έννομων συνεπειών την επέλευση των οποίων αποκλείει ο πρώτος, γίνεται δεκτό ότι οι ίδιοι κανόνες είναι άσχετοι μεταξύ τους, με άμεσο δικονομικό αποτέλεσμα η επίκληση του δευτέρου κανόνα από τον εναγόμενο να αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Μεταβιβάζονται δηλ. ενοχικά δικαιώματα που παρέχουν στον δανειστή την εξουσία να απαιτήσει από τον οφειλέτη ορισμένη παροχή, ανεξάρτητα από τον γενεσιουργό τους λόγο (δικαιοπραξία, αδικοπραξία, αδικαιολόγητος πλουτισμός). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εκχώρηση είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και τρίτου με την οποία ο πρώτος μεταβιβάζει απαίτησή του στο δεύτερο (τρίτο). Η εκχώρηση είναι σύμβαση διαθέσεως και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία. Αιτία της εκχώρησης (ή αλλιώς υποκειμένη ή βασική δικαιοπραξία) είναι συνήθως η υποσχετική δικαιοπραξία-κατά κανόνα σύμβαση επαχθής (π.χ. πώληση) ή χαριστική (π.χ. δωρεά) που υφίσταται μεταξύ του εκχωρητή ή του εκδοχέα και σε εκτέλεση της οποίας συνάπτεται η σύμβαση εκχώρησης. Έννομη συνέπεια του αναιτιώδους χαρακτήρα της σύμβασης εκχώρησης είναι ότι αφενός παραμένει ισχυρή παρά το όποιο ελάττωμα (ακυρότητα κατά τις ΑΚ 138, 174, 179 ή ακυρωσία κατά τις ΑΚ 155 επ.) της αιτίας της και αφετέρου ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλει έναντι του εκδοχέα ενστάσεις που στηρίζονται στην αιτία αυτή, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο καλύπτει - ως ενιαίο σύνολο - ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή όχι της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 310/2017, ΑΠ 61/2006). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα : α) Το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο, σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκταση του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση, β) Γίνεται δεκτό ότι δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή, γ) Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλ' αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση ν' αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 310/2017). Το δεδικασμένο κρίνεται από την τελεσίδικη απόφαση, όχι από το περιεχόμενο ή το αίτημα της αγωγής βάσει της οποίας εκδόθηκε (ΑΠ 1358/2010, ΑΠ 691/2008). Πλεοναστικές αιτιολογίες (έστω και επί εννόμων σχέσεων) ήτοι αιτιολογίες που δεν στηρίζουν το διατακτικό , δεν δημιουργούν δεδικασμένο (ΑΠ 77/2009). Ως συνέπεια του ότι το δεδικασμένο πηγάζει από την απόφαση και μόνο, είναι το ότι η πιθανή απόκλιση του αντικειμένου της δίκης από το αντικείμενο του δεδικασμένου, δεν δημιουργεί δεδικασμένο για το μέρος του αντικειμένου της δίκης, που δεν κρίθηκε ή κρίθηκε πλεοναστικά από το δικαστήριο, μολονότι έπρεπε από το νόμο να κριθεί ή να μην κριθεί. Έχει συνεπώς ο ενάγων τη δυνατότητα είτε να προσβάλλει την απόφαση με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα (π.χ. αναίρεση εκ του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9) είτε να εγείρει νέα αγωγή για το μέρος του αντικειμένου της δίκης, για το οποίο δεν αποφάνθηκε το δικαστήριο, χωρίς να αποκρούεται με την ένσταση του δεδικασμένου (ΑΠ 1069/2006, ΑΠ 369/2004 ΝοΒ 2005.481).

Με τον 1ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ότι οι παραδοχές της υπ'αριθ. 542/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά δεν το δεσμεύουν αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη σύμβασης εκχώρησης, κρίνοντας λανθασμένα ότι το απορρέον από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο αφορά μόνο το ζήτημα του ότι η από 18-7-1998 σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη ως εικονική και όχι την αναφερόμενη ως υποκρυπτόμενη αυτής σύμβαση εκχωρήσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "Με την από 20.11.2000 και με αριθμό καταθέσεως 11820/22.11.2000 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο νυν εναγόμενος - εφεσίβλητος στην κρινόμενη από 25.11.2015 και με αριθμό έκθεσης .../2015 έφεση και τότε ενάγων, Π. Κ., εξέθετε ότι η έγγραφη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, στις 8.7.1998 με δανείστρια την εναγόμενη (νυν ενάγουσα- εκκαλούσα), Υ. Ι. και οφειλέτη τον ίδιο, ποσού 43.000.000 δραχμών και με χρόνο εξόφλησης στις 31.12.1998, ήταν φαινομενικά μεν άκυρη σύμβαση δανείου, στην πραγματικότητα, όμως, υποκρύπτονταν σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία δεν είχε νόμιμα χαρτοσημανθεί. Με βάση δε το ως άνω ιστορικό ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συμβάσεως αυτής ως εικονικής, καθώς και της υποκρυπτόμενης εκχωρήσεως ως μη χαρτοσημανθείσας και επικουρικά, στην περίπτωση που η σύμβαση εκχώρησης κριθεί έγκυρη, να αναγνωρισθεί ότι στο ποσό των 43.000.000 δραχμών που αναφέρεται ως κεφάλαιο έχουν ενσωματωθεί και υπολογιστεί παράνομοι και τοκογλυφικοί τόκοι για το διάστημα από 1.8.1995 μέχρι 31.8.1997, από 1.9.1997 μέχρι 31.5.1998 και από 1.6.1998 μέχρι 31.12.1998 και ότι τελικά οφείλει στην εναγόμενη, όχι το ποσό των 43.000.0000 δραχμών, αλλά εκείνο των 14.641.500 δραχμών, άλλως των 16.950.000 δραχμών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης η με αριθμό 2373/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχτηκε αυτή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 8.7.1998 σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης, ως σύμβαση δανείου. Κατόπιν εφέσεως της ερημοδικασθείσας στον πρώτο βαθμό εναγόμενης εκδόθηκε η με αριθμό 1154/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκανε δεκτή τύποις και κατ' ουσίαν την έφεσή της, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη, έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, τόσο ως προς το πρώτο, κύριο αίτημά της, περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της φερόμενης ως συναφθείσας από 8.7.1998 σύμβασης δανείου, ως εικονικής όσο και κατά το επικουρικό της αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των τοκογλυφικών τόκων, σε περίπτωση έγκυρης συμβάσεως εκχωρήσεως, ενώ απέρριψε το αίτημά της περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της συμβάσεως εκχωρήσεως λόγω μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, ως μη νόμιμο, διότι κατά τα επί λέξει αναφερόμενα στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης το "κύρος και η ισχύς μίας συμβάσεως δεν επηρεάζεται από το εάν έχουν τηρηθεί ή όχι οι διατάξεις περί τελών χαρτοσήμου", κατά τα λοιπά δε προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς, καθώς διέταξε τις, κατά την κρίση του, δέουσες αποδείξεις, για αμφότερα τα ως άνω αιτήματα της αγωγής, που έκρινε νόμιμα, ήτοι τόσο για το ως άνω κύριο αίτημά της (περί εικονικότητας της συμβάσεως δανείου) όσο και ως προς το επικουρικό της (περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των τοκογλυφικών τόκων, σε περίπτωση έγκυρης συμβάσεως εκχωρήσεως) και δη υποχρέωσε τον τότε ενάγοντα να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά τα επί λέξει αναφερόμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης και δη "Το μήνα Αύγουστο 1995 κατόπιν συνάψεως συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και του συζύγου της εναγόμενης Ν. Ι., ο τελευταίος μεταβίβασε στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών με την υποχρέωση αποδόσεως του ποσού αυτού μετά από τρίμηνο και με επιτόκιο 5% μηνιαίως (1.000.000 δραχμές τόκοι μηνιαίως). Το Φεβρουάριο 1997, το ποσό του δανείου αυξήθηκε σε τριάντα εκατομμύρια (30.000.000) δραχμές με επιτόκιο 4% μηνιαίως (1.200.000 δραχμές μηνιαίως τόκοι). Από το μήνα Αύγουστο 1995 μέχρι και το Φεβρουάριο 1997 (18 μήνες) για ποσό δανείου 20.000.000 δραχμών, κατέβαλε 1.900.000 δραχμές τόκους μηνιαίως, συνολικά 18.000.000 δραχμές. Από το μήνα, Μάρτιο 1997 μέχρι και το μήνα Αύγουστο 1997, όταν το δάνειο ανερχόταν σε 30.000,000 δραχμές, κατέβαλε 1.200.000 δραχμές τόκους μηνιαίως και συνολικά 7.200.000 δραχμές. Με βάση το ανώτατο θεμιτό όριο τόκου δηλαδή με επιτόκιο δανεισμού 18% ετησίως οι θεμιτοί τόκοι από τον Αύγουστο 1995 μέχρι και τον Αύγουστο 1997 ανέρχονταν σε 8.100.000 δραχμές με συνέπεια ο ενάγων να έχει καταβάλει καθ' υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου τόκου το ποσό των 17.100.000 δραχμών. Από το μήνα Σεπτέμβριο 1997 μέχρι και το Μάιο 1998, για δάνειο 30.000.000 δραχμών, υπολογίστηκαν μηνιαίως 1.000.000 δραχμές τόκοι (συνολικά 9.000.000 δραχμές) ενώ από 1/6/1998 μέχρι και 31/12/1998 υπολογίστηκαν μηνιαίως τόκοι 540.000 δραχμών (συνολικά 3.780.000 δραχμές), αν και καθ' όλο το παραπάνω διάστημα το ανώτατο θεμιτό όριο τόκου ανερχόταν σε ποσοστό 18% ετησίως. Το μήνα Ιούλιο 1998, ο Ν. Ι., κατόπιν συνάψεως συμβάσεως με την εναγόμενη σύζυγό του Υ. Ι., μεταβίβασε στην τελευταία τις απαιτήσεις που είχε κατά του ενάγοντας από τις προαναφερόμενες συμβάσεις; δανείου, εκχώρηση την οποία αμέσως του ανήγγειλε ο εκχωρητής. Ο τελευταίος και προς συγκάλυψη της ως άνω εκχωρήσεως, ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογραφεί μεταξύ αυτού και της εναγόμενης συζύγου του, φαινομενική σύμβαση δανείου για ποσό 43.000.000 δραχμών. Το μήνα Ιούλιο 1998 καταρτίστηκε η τελευταία αυτή σύμβαση δανείου, στην οποία φέρεται η εναγόμενη να δανείζει στον ενάγοντα το ποσό των 43.000.000 δραχμών. Η σύμβαση αυτή έγινε όχι στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά...". Κατόπιν, αφού εισήχθη η ως άνω με αριθμ. κατάθ. 11820/22-11-2000 αγωγή προς μετ' απόδειξη συζήτηση, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 542/2007 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η ως άνω αγωγή, κατά το κύριο ως άνω αίτημά της και αναγνωρίστηκε ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και περιλαμβάνεται στο από 8/7/1998 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται στο ιστορικό, είναι άκυρη ως σύμβαση δανείου. Ο εναγόμενος επικαλέσθηκε πρωτόδικα ότι η κρινόμενη αγωγή, ως προς την κύρια ως άνω βάση της, είναι απαράδεκτη διότι εκ της ως άνω τελεσίδικης απόφασης παρήχθη δεδικασμένο, τόσο για την ακυρότητα της από 8.7.1998 συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου ως εικονικής όσο και για την μη ύπαρξη σύμβασης εκχώρησης μεταξύ των αυτών διαδίκων, που αποτελεί, κατά τα προαναφερόμενα, την κύρια βάση της ένδικης αγωγής της ενάγουσας, αφού για το ζήτημα αυτό, για το οποίο τάχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, σχετικό θέμα, απόδειξης και ήταν εξεταστέο παρεμπιπτόντως, το Δικαστήριο στην με αριθμό 542/2007 απόφασή του παρέλειψε να δικάσει και να αποφανθεί, ήτοι το απέρριψε σιωπηρά και ως εκ τούτου, μετά την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης, δημιουργήθηκε σε βάρος της ενάγουσας δεδικασμένο που εμποδίζει να καταστεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα (η ύπαρξη ή μη σύμβασης εκχώρησης) αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου περί υπάρξεως δεδικασμένου τυγχάνει αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος. Και αυτό διότι: α)Με βάση τα εκτενώς αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, από την με αριθμό 542/2007 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου απορρέει, δεδικασμένο μόνο για το ως άνω ζήτημα που αποτέλεσε την κύρια βάση (κύριο αίτημα) της από 20.11.2000 αγωγής του τότε ενάγοντος και ήδη εναγόμενου, ήτοι για το ότι η από 18.7.1998 φερόμενη ως συναφθείσα σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη ως εικονική και όχι για την αναφερόμενη στην ίδια αγωγή του ως, υποκρυπτόμενη κάτωθι αυτής σύμβαση συνάψεως εκχωρήσεως, η οποία, ως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω αποφάσεως, ουδόλως εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως από το ως άνω Δικαστήριο, στην ως άνω απόφασή του, ούτε, εξάλλου, με βάση τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό στοιχ.Ι) όφειλε να το εξετάσει, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η κατάφαση στην ως άνω απόφαση της ύπαρξης ή μη συνάψεως συμβάσεως εκχώρησης δεν ανάγεται σε στοιχείο του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, ήτοι περί ακυρότητας της αναφερόμενης στην αγωγή σύμβασης δανείου, λόγω της εικονικότητάς της, στον οποίο θεμελιώθηκε η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, κατά παραδοχή του κυρίου αιτήματος της αγωγής, ούτε αποτελούσε αναγκαίο ζήτημα που έπρεπε προηγουμένως να κριθεί, οπότε και μόνο τότε θα περιβαλλόταν με ισχύ δεδικασμένου. β)Το Δικαστήριο αυτό (Εφετείο Πειραιώς), στην ως άνω απόφασή του, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή του κυρίου αιτήματος της αγωγής, δεν ερεύνησε, αλλά και ούτε μπορούσε να ερευνήσει κατ' ουσίαν και το ως άνω επικουρικό της αίτημα, ήτοι αυτό περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των τοκογλυφικών τόκων, σε περίπτωση έγκυρης συμβάσεως εκχωρήσεως, για το οποίο, ορθώς, με την με αριθμό 1154/2003 μη οριστική του απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, βάσει της αρχής και μόνο της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενέργειας, διέταξε και τα ως άνω θέματα απόδειξης, μεταξύ των οποίων και για το αν, κατά τα επί λέξει αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση "Το μήνα Ιούλιο 1998, ο Ν. Ι., κατόπιν συνάψεως συμβάσεως με την εναγόμενη σύζυγό του Υ. Ι., μεταβίβασε στην τελευταία τις απαιτήσεις που είχε κατά του ενάγοντος από τις προαναφερόμενες συμβάσεις δανείου, εκχώρηση την οποία αμέσως του ανήγγειλε ο εκχωρητής", καθώς μετά την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτιόταν το ως άνω επικουρικό αίτημα της αγωγής (για την κατάφαση και μόνο του οποίου η ύπαρξη ή μη έγκυρης σύμβασης εκχώρησης αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα), δηλαδή της μη παραδοχής του κυρίου αιτήματος της αγωγής, είχε καταργηθεί αυτοδικαίως η εκκρεμοδικία για το επικουρικό αίτημα. Ούτε, εξάλλου, απορριπτικό σε βάρος της ενάγουσας δεδικασμένο που αποκλείει την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αποτελεί η ως άνω απόφαση, λόγω του ότι απέρριψε, κατά τα προαναφερόμενα, το αίτημα της αγωγής του τότε ενάγοντας και νυν εναγόμενου περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της συμβάσεως εκχωρήσεως λόγω μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, ως μη νόμιμο, διότι το δεδικασμένο, κατ' άρθρο 322 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτείνεται μόνο επί του κριθέντος ουσιαστικού ζητήματος και δεν παράγεται όταν το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην εξέταση της ουσία της υπόθεσης (ήτοι εν προκειμένω περί συνάψεως ή μη σύμβασης εκχώρησης ), ως εν προκειμένω (ΑΠ 294/2004, δημοσιευμένη στη Νόμος). Ούτε, εξάλλου, υφίσταται δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, κατά την κύρια βάση της, ως ισχυρίζεται, επιπροσθέτως, ο εναγόμενος απορρέον από την με αριθμό 839/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε, ερήμην της ενάγουσας, η ασκηθείσα απ' αυτήν εναντίον του προγενέστερη από 14.11.2007 και με αριθμό καταθέσεις 10144/2007 αγωγή της, λόγω μη καταβολής απ' αυτήν δικαστικού ενσήμου, καταστάσα ήδη τελεσίδικη. Ειδικότερα με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι, σε ανανέωση παλαιότερης συμβάσεως δανείου μεταξύ του συζύγου της ως δανειστή και του εναγόμενου ως δανειολήπτη, καταρτίσθηκε μεταξύ τους (αυτής και του εναγόμενου) νέα δανειστική σύμβαση, ήτοι αυτή που εμπεριέχεται στο υπογραφέν μεταξύ τους από 8.7.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που επισυνάπτει στην αγωγή, για χορήγηση σ' αυτόν δανείου, ύψους 43.000.000 δραχμών, αποδοτέου στις 31.12.1998 μαζί με τόκους, ύψους 4.515.000 δραχμών, προς διασφάλιση του οποίου ο εναγόμενος απεδέχθη τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 12.500.000 δραχμών η κάθε μία και λήξεως οι μεν δύο πρώτες, στις 28.2.1998 και οι υπόλοιπες δύο, στις 10.3.1998, ήτοι συνολικού ποσού 50.000.000 δραχμών. Επικαλούμενη δε τη μη απόδοση προς αυτήν του ως άνω ποσού του δανείου μετά των τόκων του και τη μη πληρωμή των συναλλαγματικών κατά τη λήξη τους, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ως άνω ποσό των 50.000.000 δραχμών, ήτοι 146.735,14 ευρώ, νομιμοτόκως από 1.1.1999, άλλως από την άσκηση της αγωγής, με απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κράτησης, διάρκειας ενός έτους, ως μέσου εκτέλεσης της απόφασης, λόγω της εμπορικής ιδιότητας του εναγόμενου. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και παρά τα αβασίμως περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών, που, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αποτελεί προϋπόθεση της κατάφασης δεδικασμένου (στην κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα θεμελιώνει την αξίωσή της, κατά την κύρια βάση της, στην επικαλούμενη απ' αυτήν σύμβαση εκχώρησης, σε αντίθεση με την προγενέστερη από 14.11.2007 αγωγή της, που θεμελιώνει αυτή σε ενοχή του εναγόμενου απορρέουσα από συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση δανείου και εκ των ως άνω τεσσάρων συναλλαγματικών) και ως εκ τούτου ουδέν δεδικασμένο απορρέει από την με αριθμό 839/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που να κωλύει την έρευνα της φερόμενης προς κρίση με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, κατά την κύρια βάση της, αξίωσης της ενάγουσας.

Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη λόγω του ότι, κατά τα επί λέξει αναφερόμενα στην εκκαλουμένη, "μετά την έκδοση της με αριθμόν 542/2007 ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς δημιουργείται απορριπτικό επί της ουσίας δεδικασμένο σε βάρος της ενάγουσας ,που εμποδίζει να καταστεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, περί της υπάρξεως ή μη εγκύρου συμβάσεως εκχωρήσεως μεταξύ των διαδίκων", κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ως άνω ισχυρισμού του εναγόμενου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το μοναδικό λόγο της έφεσής της. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να εξαφανισθεί τη εκκαλουμένη απόφαση, κατά τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η κρινόμενη από 15-3-2009 και με αριθμ. κατάθ. 2725/16-3-2009 αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και να κρατηθεί αυτή προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι δε η αγωγή καθ' όλα ορισμένη (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ) και νόμιμη, ενόψει και της προηγηθείσας υπό στοιχ. III μείζονας σκέψης, ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 158, 341, 346, 455, 458, 459, 460, 462 και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε τον μοναδικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης περί μη υπάρξεως δεδικασμένου από την αποδοχή: α)υπό της υπ'αριθ. 542/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς της κύριας βάσεως της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης περί εικονικότητος της από 8-7-1998 συμβάσεως δανείου, χωρίς να ερευνήσει την βάση από την εκχώρηση της απαίτησης του Ν. Ι. στην εναγομένη, δεν υπέπεσε στην παράβαση του αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον ουδόλως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από την 542/2007 απόφαση το ζήτημα της ύπαρξης ή μη έγκυρης σύμβασης εκχώρησης υποκρυπτόμενης υπό την από 8-7-1998 εικονική σύμβαση δανείου, εφόσον το Εφετείο με την ανωτέρω απόφασή του αποφάνθηκε μόνο περί της εικονικότητας της συμβάσεως δανείου ήτοι ασχολήθηκε με τον διακωλυτικό κανόνα της § 1 του άρθ. 138 ΑΚ και δεν ασχολήθηκε, ούτε παρεμπιπτόντως, με το ζήτημα της εγκυρότητος ή μη της συμβάσεως εκχωρήσεως ως υποκρυπτόμενης δικαιοπραξίας δηλ. δεν ασχολήθηκε με τον δικαιοπαραγωγικό κανόνα της § 2 του άρθ. 138 ΑΚ, την οποία δεν επηρεάζει η κρίση περί ακυρότητας της κύριας συμβάσεως εκ του πραγματικού του άρθ. 138 § 1 ΑΚ ως υποκρυπτόμενης, λόγω του ότι οι κανόνες αυτοί είναι, όπως προεκτέθηκε, άσχετοι μεταξύ τους. Η δε επικαλούμενη σιωπηρή απόρριψη της δεύτερης δεν δημιουργεί, κατά την αναμφιβόλως ορθότερη άποψη, δεδικασμένο περί της ανυπαρξίας της, με συνέπεια, η εμπεριεχομένη σε έτερη αγωγή ιστορική βάση με νομική θεμελίωση τις περί εκχωρήσεως διατάξεις, να μην προσκρούει στο δεδικασμένο, β)υπό της υπ'αριθ. 839/2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απόρριψης της από 14-11-2007 αγωγής της τότε ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου/αναιρεσείοντος λόγω μη καταβολής του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου, καθόσον η προσβαλλομένη έκρινε ότι μεταξύ της από 15-3-2009 αγωγής και της προγενέστερης από 14-11-2007 αγωγής της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η δεύτερη στηριζόταν στην σύμβαση δανείου την οποία συνήψε η ενάγουσα με τον εναγόμενο/αναιρεσείοντα σε ανανέωση παλαιότερης σύμβασης δανείου που είχε συνάψει ο σύζυγός της με τον εναγόμενο. Άλλωστε με την υπ'αριθ. 839/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απορρίφθηκε, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή της τότε ενάγουσας κατά του τότε εναγομένου λόγω μη καταβολής από την ενάγουσα του αναλογούντος τέλους δικαστικού ενσήμου χωρίς αιτιολογία επι της ουσίας της διαφοράς, με συνέπεια να μην παράγεται και εκ του λόγου τούτου δεδικασμένο. Επομένως, το Εφετείο μη δεχθέν την ύπαρξη δεδικασμένου και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 299 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για μη περιουσιακή ζημία παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος και αυτές, στο πλαίσιο του συστήματος του ΑΚ, είναι οι αδικοπραξίες (932 ΑΚ) και η προσβολή της προσωπικότητας (59 ΑΚ). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις προβλέπεται η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, της μη αποτιμητής σε χρήμα ζημίας που υφίσταται ένα άτομο από την προσβολή έννομου αγαθού, όπως η προσωπικότητα, η τιμή, η υγεία κ.λπ. Ως προς το αντικείμενο, όμως, των ως άνω διατάξεων υφίσταται μία βασική διαφορά: ενώ στο άρθρο 59 ΑΚ η προσβολή στρέφεται εναντίον μη περιουσιακών αγαθών, αντίθετα, στο άρθρο 932 ΑΚ, η προσβολή αγαθών της προσωπικότητας επέρχεται ταυτόχρονα με την προσβολή περιουσιακού αγαθού και την υλική ζημία που προκλήθηκε σ' αυτό.

Περαιτέρω, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία (άρθ. 914 ΑΚ), απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, ως τέτοια δε νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεώς της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν, μεταξύ άλλων, υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την προσαγωγή εν γνώσει αναληθών στοιχείων. Η απάτη στο Δικαστήριο είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, παραπλανάται το Δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του. Αν όμως το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία και απέρριψε αυτούς ή δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση, τότε υφίσταται η αξιόποινη απόπειρα της ανωτέρω πράξης.

Περαιτέρω, η προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης επί Δικαστηρίω, ακόμη και υπό τη μορφή της απόπειρας τέλεσης αυτού, εφόσον μόνη η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού δι' αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, χωρίς την προσκομιδή μετ' επικλήσεως προς απόδειξη αυτού (ισχυρισμού) εν γνώσει πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων και εν γένει αποδεικτικών στοιχείων (όπως είναι και οι ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων), δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή τέλεσης της απάτης κατά την έννοια του άρθρου 42 § 1 ΠΚ (ΑΠ 512/2011, ΑΠ 1148/2011).

Εξάλλου, η απάτη στο δικαστήριο μπορεί να τελεστεί και με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθούς περιστατικού, όταν η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση μπορεί να παραπλανήσει το δικαστήριο στην έκδοση δυσμενούς για τον αντίδικο απόφασης, η οποία θα προξενήσει σ' αυτόν περιουσιακή βλάβη, που θα αποφευγόταν αν ο διάδικος, δικηγόρος κ.λ.π., τηρούσε τις εκ του άρθρου 116 ΚΠολΔ υποχρεώσεις του (καθήκον αλήθειας) και ανακοίνωνε στο δικαστήριο το σημαντικό για την όλη υπόθεση περιστατικό, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις του εγκλήματος αυτού. Δηλαδή, όταν η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση έγινε από το διάδικο ή το δικηγόρο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη ξένης περιουσίας, που θα επέλθει ακριβώς λόγω της ηθελημένης παραπλάνησης του δικαστηρίου με την απόκρυψη ή παρασιώπηση του κρίσιμου για την όλη υπόθεση περιστατικού (ΑΠ 1145/2022, ΑΠ 176/2000, ΑΠ 1310/1989, ΠοινΧρ Μ`, 567). Η διάταξη αυτή, που αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών δυνατοτήτων, επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως. Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (ΑΠ 439/2013, ΑΠ 771/2010) και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος την τήρηση του καθήκοντος αλήθειας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.

Περαιτέρω, η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πληροί και τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ), αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στην περίπτωση αυτή, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αλήθειας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφόσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται μ' αυτό (ΑΠ 1145/2022). Και στην περίπτωση, όμως, της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθούς περιστατικού από το διάδικο, δικηγόρο κ.λπ. που επιδιώκει επιθετικά (με αβάσιμη αγωγή ή ένσταση) την ηθελημένη παραπλάνηση του δικαστηρίου, η απάτη στο δικαστήριο στοιχειοθετείται μόνον όταν η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 787/2015).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 55/2003).

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή (ΑΠ 212/2018, ΑΠ 900/2011). Κατά δε το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 16/2006). Ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν, κατά τα προαναφερόμενα, οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά του δικαιούχου, όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1179/2014, ΑΠ 612/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Με τον 2ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 59,914 και 932 ΑΚ με το να απορρίψει την από 5-2-2010 ανταγωγή του νυν αναιρεσείοντος ως νόμω αβάσιμη και για το λόγο αυτό και την από 1-10-2015 έφεσή του, διότι έκρινε εσφαλμένα ότι δεν πληρούται η επικαλούμενη στην ανταγωγή αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος τόσον της απόπειρας απάτης όσον και της απάτης στο δικαστήριο, ενώ δεν έλαβε υπόψη του ότι στο δικόγραφο περιέχονταν και άλλες αδικοπρακτικές συμπεριφορές της αντεναγομένης, που πληρούσαν την νομοτυπική μορφή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 5-2-2010 ανταγωγής που ο αντενάγων/εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της αντεναγομένης/ενάγουσας της από 15-3-2009 αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι σε αυτήν ο αντενάγων εξέθετε ότι στην από 15-3-2009 αγωγή της η ενάγουσα - αντεναγομένη εν γνώσει της αναφέρει ψευδή γεγονότα ως αληθή με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο όφελος. Ειδικότερα εξέθετε ότι ψευδώς η ενάγουσα/αντεναγομένη αναφέρει στην αγωγή της ότι ο σύζυγός της Ν. Ι., έχοντας δήθεν αναγνωρισμένη απαίτηση εναντίον του ύψους 43.000.000 δραχμών μέχρι 31-5-1998, την μεταβίβασε σε αυτήν δι' εκχωρήσεως και ότι περί τα τέλη του Νοεμβρίου 1997 στον Πειραιά αναγνώρισε την άνω απαίτηση. Παρέστησε δηλαδή ψευδώς η ενάγουσα στην αγωγή της ότι η ίδια είναι εκδοχέας από το 1998 της εν λόγω απαίτησης δικαιούμενη τόκους από τότε, ενώ η αλήθεια είναι ότι δικαιούχος της εναντίον του απαίτησης του Ν. Ι. κατέστη το 2009 με την εγκατάστασή της ως κληρονόμου του αποβιώσαντος την 13-1-2009 συζύγου της, δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης, την ύπαρξη της οποίας αθέμιτα απέκρυψε, άλλως αθέμιτα παρασιώπησε στην αγωγή της. Επίσης, την άνω αγωγή της με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις, η ενάγουσα/ αντεναγομένη την παρέθεσε αυτολεξεί ως μέρος του ιστορικού σε αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και με παραπλάνηση του Δικαστή που δίκασε την αίτησή της αυτή, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4544/2009 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του μέχρι του ποσού των 170.000 ευρώ. Ότι με βάση δύο επιταγές πέτυχε την έκδοση σε βάρος του της υπ'αριθ. 146/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε το ποσό των 237.263,86 ευρώ, επισπεύδοντας ταυτόχρονα σε βάρος του αναγκαστικό πλειστηριασμό. Ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε τελεσίδικα. Ότι επι μηνύσεώς του σε βάρος της για απάτη, πλαστογραφία και τοκογλυφία που αφορούσαν την ανωτέρω υπ'αριθ. 146/2001 διαταγή πληρωμής, η νυν αναιρεσίβλητη και ο Ν. Ι. παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, ενώ με την υπ'αριθ. 577/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς καθώς και την υπ'αριθ. 275/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς καταδικάστηκαν για τα εις βάρος του τελεσθέντα αδικήματα για τα οποία παραπέμφθηκαν. Ότι ακολούθησαν και άλλες εκατέρωθεν δικαστικές διαμάχες είτε σε πολιτικό είτε σε ποινικό επίπεδο, κατά τις οποίες αυτός δικαιώθηκε έναντι της αναιρεσίβλητης. Ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης έχει ως σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου με παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθών και ταυτόχρονη αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, τα οποία πληρούν την ποινική υπόσταση της απάτης, οι ίδιες δε πράξεις συνιστούν και παραβίαση των άρθ. 281 και 919 ΑΚ εξαιτίας δε αυτών προσεβλήθη η προσωπικότητά του και υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, μετά την παραδεκτή τροπή του αιτήματος της ανταγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αντεναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ανταγωγή, άλλως από την επίδοση της ανταγωγής. Από το σύνολο των ως άνω εκτιθέμενων συμπεριφορών της αναιρεσίβλητης, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων/αντενάγων στην ανταγωγή του, εκτός των περιπτώσεων της επικαλούμενης απάτης και απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίων, επικαλείται και άλλες, άσχετες με τις εκδικασθείσες διαδικαστικές πράξεις αδικοπρακτικές συμπεριφορές της αναιρεσίβλητης, για τις οποίες αυτός έχει δικαιωθεί από τα πολιτικά και τα ποινικά δικαστήρια, οι οποίες, κατά τον αντενάγοντα, συνιστούν αδικοπρακτικές συμπεριφορές οι οποίες, υπό τα εκτιθέμενα στο ανταγωγικό δικόγραφο, δεν πληρούν την νομοτυπική μορφή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όλες οι αναφερόμενες στην ανταγωγή αδικοπρακτικές συμπεριφορές της αντεναγομένης επικεντρώνονται στην με την αγωγή της εξαπάτηση ή απόπειρα εξαπάτησης των δικαστηρίων, που διαχρονικά ασχολήθηκαν με την αντιδικία τους, χωρίς επίκληση προσαγωγής εκ μέρους της ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών μέσων. Το Εφετείο κρίνοντας την ανταγωγή του αναιρεσείοντος ως νόμω αβάσιμη με το σκεπτικό ότι "...ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή τα επικαλούμενα με την ανταγωγή ως άνω περιστατικά, δεν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντεναγομένης ώστε να δύναται να επιδιωχθεί βάσει αυτής η αιτηθείαα απ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που επικαλείται ο αντενάγων ότι υπέστη εξαιτίας της α)Δεν πληρούται η επικαλούμενη στην αγωγή αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος τόσο της απόπειρας απάτης όσο και της απάτης επί Δικαστηρίω που ισχυρίζεται ο αντενάγων ότι τέλεσε η αντεναγόμενη - ενάγουσα σε βάρος του, εφ' ενός μεν με την άσκηση της κρίνομενης από 15.3.2009 αγωγής της, στην οποία, κατ' αυτόν, εν γνώσει της παριστά ψευδή γεγονότα και παρασιωπεί αληθινά γεγονότα, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, αφ 'ετέρου δε της τετελεσμένης απάτης επί Δικαστηρίω, δια της επισυνάψεως της ίδιας αγωγής σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε η αντεναγομένη εναντίον του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4544/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, αφού αυτός δεν επικαλείται στο δικόγραφο της ανταγωγής του ότι η αντεναγόμενη παραπλάνησε το Δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων ή αποπειράθηκε να παραπλανήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο με την επίκληση και προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο (κατάθεση ψευδομάρτυρα κ.λπ.) ή ότι αυτή εξεταζόμενη στα πλαίσια της ως άνω δίκης ασφαλιστικών μέτρων κατέθεσε ψευδώς, καθόσον (...) μόνον με την προβολή στο Δικαστήριο ψευδών πραγματικών ισχυρισμών ή την αθέμιτη παρασιώπηση αληθών γεγονότων, χωρίς την ταυτόχρονη επίκληση και προσκομιδή προς υποστήριξή τους εν γνώσει ψευδών αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης ενώπιον Δικαστηρίω είτε τετελεσμένο είτε σε απόπειρα.β) Ούτε, άλλωστε, η ιστορούμενη συμπεριφορά της αντεναγομένης συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ ως αβασίμως επικαλείται ο αντενάγων, καθόσον η ιστορούμενη στην ανταγωγή του παραβίαση από την αντεναγόμενη του καθήκοντος αλήθειας δια της παραστάσεως απ' αυτήν των ως άνω ψευδών γεγονότων ή της αθέμιτης παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, χωρίς την αναφορά, σ' αυτή (ανταγωγή) της επιίκλησης και προσκόμισης από την αντεναγομένη εν γνώσει της πλαστών ή νοθευμένων ή ψευδών αποδεικτικών μέσων, συνεπάγεται μόνο δικονομικές κυρώσεις σε βάρος της (άρθρο 205 ΚΠολΔ) και δεν είναι ικανή να στηρίξει αξίωση προς αποζημίωση και δη την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. γ)Μόνη η επιδίωξη της ικανοποίησης των οιωνδήποτε αξιώσεων της αντεναγομένης - ενάγουσας, δια της ασκήσεως είτε της κρινόμενης αγωγής είτε της ως άνω αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, με την επίκληση, μεταξύ άλλων, έστω και ανακριβών, όπως υποστηρίζει ο αντενάγων, περιστατικών (η βασιμότητα των οποίων σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, ελέγχεται και κρίνεται από το Δικαστήριο βάσει των προσκομιζόμενών σ' αυτό από τους διαδίκους αποδείξεων), πολύ περισσότερο όταν ο τελευταίος δεν επικαλείται, κατά τα ανωτέρω, στην ανταγωγή του ότι τα εν λόγω ασκηθέντα από την ενάγουσα - αντεναγομένη ένδικα βοηθήματα συνοδεύτηκαν με την επίκληση και προσαγωγή απ' αυτήν αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση και δη προς καταβολή της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, καθώς δεν μπορεί να κριθεί ότι υπερβαίνει, με προφανή μάλιστα τρόπο, τα όρια που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κι ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ...", στηρίζοντας την κρίση του αυτή στο ότι: α) για τα επικαλούμενα γεγονότα που συνιστούν απάτη ή απόπειρα απάτης στο δικαστήριο δεν γίνεται αναφορά για την αντίστοιχη επίκληση από την αντεναγομένη εν γνώσει της πλαστών ή νοθευμένων ή ψευδών αποδεικτικών μέσων , β)η επικαλούμενη συμπεριφορά της αντεναγομένης δεν πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεως αξιώσεως εκ των αρθ. 281 και 919 ΑΚ, γ)οι επικαλούμενες αδικοπρακτικές συμπεριφορές επικεντρώνονται στην υπό της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα αγωγή, στην οποία επιστηρίζει την νομική βάση της ανταγωγής του, ορθά ερεύνησε όλα τα υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αξιολόγησε και έκρινε ότι δεν πληρούν την νομοτυπική μορφή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και επομένως ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ να είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 339/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ