997/2022 — 997/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 997 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφ...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 997/2022
Απόφαση 997 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 997/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παυλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βερνίκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4531/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 618/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 11-11-2019 (αριθμ. καταθ. 100/18-11-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα με αριθμό 618/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4531/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που είχε απορρίψει την από 1-9-2017 αγωγή της, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων, 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδ. δ, 128, 129 και 139 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για είναι έγκυρη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει τούτο να παραδοθεί στον κατά νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο άνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κλπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίνεται στην πρώτη περίπτωση σε ένα από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε ένα από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες. Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή το κατάστημα κλπ γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2015). Στις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3994/2011, που ρυθμίζει τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται η επίδοση στην κατοικία του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, ορίζονται τα ακόλουθα: (παρ. 1) ''Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους ενηλίκους συνοίκους, που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου'' και (παρ. 4) ''Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα..., β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη, που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παρ.1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα... γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση ...... Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που τόσο εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, όσο και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, απουσιάζουν από την κατοικία, τότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση και παράλληλα το βραδύτερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδίδεται στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και μόνον αν αυτός απουσιάζει παραδίδεται στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται στην απόδειξη που συντάσσεται κάτω από την έκθεση της επίδοσης. Σε περίπτωση δε, που το αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδοθεί στον αξιωματικό υπηρεσίας, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόδειξη η απουσία του προϊσταμένου, τότε η επίδοση είναι άκυρη (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 660/2015, ΑΠ 272/2015). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης, ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ' αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη ή ότι ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, που στηρίζονται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται, όμως, ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 657/2021, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/ 2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1232/2012). Στη ρύθμιση του άρθρου 438 ΚΠολΔ υπάγονται, μεταξύ άλλων, ο χρόνος της επίδοσης, η προσέλευση του δικαστικού επιμελητή στον τόπο επίδοσης, η απουσία επιδεκτικών επίδοσης προσώπων, καθώς και η θυροκόλληση του εγγράφου (ΑΠ 175/2019). Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, προερχόμενα από παραβίαση δικονομικών (και όχι ουσιαστικών) διατάξεων (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 503/2018), που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 643/2014). Μέσω του τελευταίου αναιρετικού λόγου, ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή αν αυτό είχε ασκηθεί κατά τους νόμιμους τύπους και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (ΑΠ 471/2020, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 329/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμό 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008). Προκειμένου, όμως, να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων και κατά συνέπεια να μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 808/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 71/2019). Επίσης, δεν αποτελούν ''πράγματα'', κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1193/2020). Ο λόγος δε αυτός, δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 4531/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: ''Επί της από 1-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 9427/4661/2017 αγωγής της ήδη εκκαλούσας ναυτικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον…, επί της οδού ... (ήδη αναιρεσείουσας), που συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά ενώπιον του οποίου απευθύνονταν στις 13-3-2018, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η με αριθμό 4531/2018 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, από τις εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες, στις 29-11-2018, ημέρα Πέμπτη και ώρα 18.10, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 5071γ/29-11-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Ά. - Μ. Α., η οποία προσκομίζεται ως σχετικό 25 από τις εφεσίβλητες εναγόμενες και στην οποία βεβαιώνεται ότι η απόφαση εντός κλειστού φακέλου θυροκολήθηκε στο γραφείο της εκκαλούσας, στη διεύθυνσή της, επί της οδού ..., με την παρουσία του μάρτυρα, Χ. Α., κατοίκου ..., διότι δεν βρέθηκε εκεί ο νόμιμος εκπρόσωπος, διευθυντής, υποδιευθυντής, διαχειριστής ή άλλος υπάλληλος της εκκαλούσας και η πόρτα ήταν κλειστή, χωρίς να ανοίξει κανείς στα χτυπήματα. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε την 1-2-2019, ημέρα Παρασκευή, η κρινόμενη έφεση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 956/72/2019 που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 1-2-2019, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική με αριθμό 956/72/2019 πράξη κατάθεσης κάτω από το δικόγραφο της έφεσης. Η έφεση, επομένως, ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν έχει έδρα στο εξωτερικό. Για να υποστηρίξει το εμπρόθεσμο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι μόλις στις 21-1-2019 τηλεφωνικά τους ενημέρωσε για πρώτη φορά ο δικηγόρος των εφεσίβλητων, ότι έχει κοινοποιηθεί προ διμήνου η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως προέβαλε τους εξής ισχυρισμούς: α) ότι η έκθεση επίδοσης είναι πλαστή (έχοντας προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα), διότι δεν αναγράφεται σ' αυτή ότι η θυροκόλληση έγινε με αντίγραφο στην είσοδο του ισογείου του κτιρίου, ότι πλαστογράφος είναι η δικαστική επιμελήτρια της οποίας την εξέταση ζητούν όπως και την εξέταση του νομίμου εκπροσώπου τους, καθώς και να διαταχθεί αυτοψία στο κτήριο, β) ότι η έκθεση επίδοσης είναι άκυρη διότι δεν αναγράφεται το όνομα πατρός της δικαστικής επιμελήτριας και του μάρτυρα που υπέγραψε για τη θυροκόλληση, καθώς και του ΑΦΜ του μάρτυρα και επικαλείται βλάβη διότι απώλεσε την τριακονθήμερη προθεσμία. Πρωτίστως να σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, η βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας ότι θυροκόλλησε το έγγραφο στο γραφείο της εκκαλούσας, διότι δεν βρήκε στο γραφείο αυτό το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, συνιστά κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη, αφού το συγκεκριμένο γεγονός είναι εξ εκείνων την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει η συντάκτρια της εκθέσεως δικαστική επιμελήτρια, για να προβεί σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, στη νομότυπη επίδοση, δια θυροκολλήσεως και στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκκαλούσα δεν μπόρεσε να ανταποδείξει την αναλήθεια των όσων βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης, αφού ως μόνο αποδεικτικό μέσο προτείνει τη δικαστική επιμελήτρια που κατονομάζει ως πλαστογράφο και το νόμιμο εκπρόσωπό της, ο οποίος δεν ισχυρίζεται ότι βρισκόταν εκεί την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία, ενώ προφανώς με τη διενέργεια αυτοψίας σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν είναι δυνατόν αν αποδειχθεί η αναλήθεια των όσων βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης. Να σημειωθεί, επομένως, ότι η θυροκόλληση βεβαιώνεται ότι έγινε σύμφωνα με όσα επιτάσσει ο ΚΠολΔ και ότι μετά τη θυροκόλληση, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης, η δικαστική επιμελήτρια παρέδωσε στον αξιωματικό υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος του Δημοτικού Θεάτρου, επειδή όπως βεβαιώνει, δεν βρήκε τον προϊστάμενο του τμήματος, απλό αντίγραφο της εκκαλουμένης και την επομένη παρέδωσε στο κεντρικό κατάστημα των ΕΛΤΑ Πειραιά, συστημένο γράμμα με έγγραφη ειδοποίηση για την ήδη εκκαλούσα. Σημειωτέον ότι με τον ίδιο τρόπο κοινοποιήθηκαν και οι κλήσεις για την εξέταση μαρτύρων ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, οι οποίες προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τότε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εκκαλούσα κανένα παράπονο δεν διατύπωσε για τον τρόπο επίδοσης, αλλά μόνο τώρα αναφέρει ότι τυχαία ο νόμιμος εκπρόσωπός της έλαβε γνώση των επιδόσεων δια θυροκολλήσεως στο κτήριο που βρίσκεται η έδρα της. Περαιτέρω, το όνομα του πατρός της δικαστικής επιμελήτριας και του μάρτυρα ενώπιον του οποίου έγινε η θυροκόλληση δεν είναι απαραίτητα στοιχεία της έκθεσης επίδοσης (βλ άρθρο 139 ΚΠολΔ) και η έλλειψή τους δεν καθιστά άκυρη την έκθεση επίδοσης, ούτε είναι απαραίτητη η αναγραφή του φορολογικού μητρώου του μάρτυρα ενώπιον του οποίου έγινε η θυροκόληση, αφού από μια τέτοια ενέργεια δεν μπορούν να βεβαιωθούν έξοδα σε βάρος του μάρτυρα που προσλήφθηκε, αλλά μόνο σε βάρος του δικαστικού επιμελητή (βλ. άρθρο 186 ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν χρειάζεται και η αναγραφή του φορολογικού μητρώου του μάρτυρα. Τέλος, η εκκαλούσα επικαλείται μεν βλάβη, αλλά δεν επικαλείται ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου της και ακολούθως δεν ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της αποδόσεως με δικαστική απόφαση στην εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου τούτου μέσου, της έννομης ενέργειας, που θα είχε σε περίπτωση εμπρόθεσμης άσκησης του. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω έφεση, η άσκηση της οποίας κατά τα προαναφερόμενα έλαβε χώρα την 1-2-2019, ασκήθηκε μετά από την πάροδο των τριάντα ημερών, από τότε που η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε. Επομένως, είναι εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.....''. Δέχθηκε έτσι, το Εφετείο ότι, η επίδοση της εκκαλούμενης με αριθμό 4531/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στην ήδη αναιρεσείουσα, στις 29-11-2018, με θυροκόλληση στα γραφεία της, επί της οδού ..., στον …, λόγω της απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 5071Γ/29-11-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, Ά. - Μ. Α., ήταν έγκυρη, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση πλαστότητας της έκθεσης αυτής, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταπέδειξε την αναλήθεια του περιεχομένου της και κατόπιν αυτών απέρριψε την από 23-1-2019 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 1-2-2019, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, διότι είχε παρέλθει η τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, για την άσκησή της. Ήδη η αναιρεσείουσα, με με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του, ότι η έκθεση επίδοσης δεν είναι πλαστή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ίδια στο Εφετείο, τρία ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν, μεταξύ του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεωργίου Παυλή και της δικαστικής επιμελήτριας Ά. - Μ. Α., η οποία συνέταξε την προσβληθείσα εκ μέρους της ως πλαστή έκθεση επίδοσης, μετά τηλεφωνική επικοινωνία τους, σχετικά με την επίδοση της απόφασης, από τα οποία κατ' αυτή, αποδεικνύεται η αναλήθεια του περιεχομένου της έκθεσης επίδοσης και ο ουσιώδης ισχυρισμός της, περί της πλαστότητας της άνω έκθεσης, ήτοι: α) το από 21-1-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα, με ώρα αποστολής 6.04 μμ, της δικαστικής επιμελήτριας προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με θέμα ''έκθεση επίδοσης'', στο οποίο η επιμελήτρια επισύναψε αντίγραφο της με αριθμό 5.071Γ/29-11-2018 έκθεσης επίδοσης, β) το από 24-1-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα, με ώρα αποστολής 5.27 μμ, του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, προς τη δικαστική επιμελήτρια, με το εξής περιεχόμενο: "αναφέρομαι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί σας το απόγευμα της 21-1-2019, όταν μου αναφέρατε ότι επιδόσατε την υπ' αριθμ. 4351/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στην εντολέα μου εταιρία ...' στις 29-11-2018 δια θυροκολλήσεως, αφήνοντας αντίγραφο της ως άνω απόφασης στην είσοδο του ισογείου του κτιρίου της οδού Φίλωνος αρ. 131, Πειραιάς, γιατί όπως μου είπατε κάποιος θυρωρός, ή καφετζής σας είπε ότι εκεί το αφήνουν, δηλ. στην είσοδο του ισογείου και ότι έρχονται και τα παίρνουν. Εν συνεχεία μου στείλατε ηλεκτρονικά την υπ' αριθ. 5071Γ/29-11-2018 έκθεση επίδοσης που συντάξατε, στην οποία όμως, αναφέρατε ότι θυροκολλήσατε την πιο πάνω απόφαση σε ενσφράγιστο φάκελο στο γραφείο της ως άνω εταιρίας. Παρακαλώ εξηγείστε μας γιατί δεν αναφέρατε στην ως άνω έκθεσή σας, ότι αφήσατε το αντίγραφο της ως άνω απόφασης στην είσοδο του ισογείου τους ως άνω κτιρίου" και το γ) το από 25-1-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα, με ώρα αποστολής 1.36 μμ, της δικαστικής επιμελήτριας προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με περιεχόμενο " ... Κύριε Παυλή, εγώ αποδεικνύω πως έγινε η επίδοση δια των Δημοσίων Εγγράφων μου. Σας εξυπηρέτησα και σας έστειλα την έκθεσή μου επίδοσης με mail για να σας απαλλάξω από τον κόπο να έρθετε στο γραφείο μου να την πάρετε. Η επίδοση έγινε, όπως αναγράφεται στην έκθεσή μου. Ευχαριστώ". Ωστόσο, από τα έγγραφα αυτά, με το πιο πάνω περιεχόμενο, όπως παρατίθεται στο αναιρετήριο, δεν προκύπτει η βασιμότητα της ένστασης της αναιρεσείουσας περί πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης, όπως αβάσιμα η τελευταία υποστηρίζει. Και τούτο διότι, με το πρώτο από τα πιο πάνω μηνύματα, απλά διαβιβάζεται στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας αντίγραφο της άνω έκθεσης επίδοσης, με το δεύτερο μήνυμα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας αναφέρεται σε προηγηθείσα τηλεφωνική επικοινωνία του ίδιου με την επιμελήτρια, κατά την οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, η επιμελήτρια του δήλωσε ότι η επίδοση έγινε με θυροκόλληση στην είσοδο του ισογείου του κτιρίου και ζητεί εξηγήσεις για το γεγονός αυτό, ενώ με το τρίτο μήνυμα η επιμελήτρια δηλώνει σ' αυτόν ότι η επίδοση έγινε όπως αναγράφεται στην έκθεσή της, διαψεύοντας έτσι, εμμέσως, πλην σαφώς, τον ισχυρισμό του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ότι η ίδια αναφέρθηκε σε θυροκόλληση της εκκαλούμενης απόφασης, σε άλλο σημείο. Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω λόγος από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, καθόσον η λήψη υπόψη των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, δεν θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό της ένστασής της, πλαστότητας της άνω έκθεσης επίδοσης, ισχυρισμό, και συγκεκριμένα ότι η δικαστική επιμελήτρια δήλωσε τηλεφωνικά στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ότι επέδωσε την 4531/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στην ίδια με θυροκόλληση, αφήνοντας αντίγραφο της απόφασης αυτής στην είσοδο του ισογείου του κτιρίου της οδού ..., δήλωση την οποία η δικαστική επιμελήτρια δεν διέψευσε. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικληθέντα ως άνω περιστατικά, δεν συνιστούν θεμελιωτικά της ένδικης ένστασης στοιχεία, υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας, προς υποστήριξη της ένστασης αυτής. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ίδιο πιο πάνω άρθρο, 559 αριθμ. 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη την άνω ένσταση περί πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως δέχθηκε ότι η εν λόγω έκθεση δεν είναι πλαστή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, έλαβε υπόψη και απέρριψε την ένσταση πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης, δεχόμενο ότι η βεβαίωση της επιμελήτριας ότι θυροκόλλησε το έγγραφο στο γραφείο της αναιρεσείουσας, αποτελεί πλήρη απόδειξη για το γεγονός αυτό, που δεν ανατράπηκε, αφού η τελευταία δεν ανταπέδειξε την αναλήθεια της βεβαίωσης αυτής, στη συνέχεια δε δέχθηκε ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, με την προσβληθείσα ως πλαστή έκθεση επίδοσης. Ακολούθως, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8, που επικαλείται η αναιρεσείουσα), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν κήρυξε άκυρη την άνω έκθεση επίδοσης, που έλαβε χώρα με θυροκόλληση, με την επίδοση στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Δημοτικού Θεάτρου, για το λόγο ότι δεν βεβαιώνεται σ' αυτή ότι ο Προϊστάμενος του Αστυνομικού τμήματος ήταν απών, όπως επικουρικά είχε προβάλλει στο άνω δικαστήριο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η επίδοση της απόφασης χώρησε σύννομα, με την παράδοση του εγγράφου στα χέρια του Αξιωματικού Υπηρεσίας του άνω Αστυνομικού Τμήματος, επειδή όπως αναφέρεται στη συνημμένη στην έκθεση επίδοσης απόδειξη, η δικαστική επιμελήτρια, ''δεν βρήκε τον Προϊστάμενο του Τμήματος''. Η βεβαίωση δε αυτή της επιμελήτριας, ικανοποιεί την, για την εγκυρότητα της επίδοσης, προϋπόθεση της διάταξης του άρθρου 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, επί θυροκόλλησης, προκειμένου να επιδοθεί το έγγραφο σε άλλο πρόσωπο από τον Προϊστάμενο του Τμήματος, πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική απόδειξη, ότι ο Προϊστάμενος ''έλειπε'' από το Αστυνομικό Τμήμα, απορριπτομένων ως αβάσιμων, των αντιθέτως υποστηριζομένων από την αναιρεσείουσα περί ακυρότητας της επίδοσης, επειδή, όπως υποστηρίζει, η βεβαίωση της επιμελήτριας ότι δεν βρήκε τον Προϊστάμενο του Τμήματος, ''δεν ικανοποιεί την απαίτηση του νόμου'', που προϋποθέτει για την εγκυρότητα της έκθεσης επίδοσης, βεβαίωση της απουσίας του Προϊσταμένου. Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά την απόρριψη των άνω ενστάσεων, περί πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης και περί ακυρότητας αυτής, της τελευταίας, προβαλλόμενης επικουρικά, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, με τις προαναφερθείσες παραδοχές. Με τα δεδομένα αυτά και έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και οι πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως απαράδεκτη, την έφεσή της, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ενώ στην πραγματικότητα είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού η άνω έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας, με την οποία βεβαιώνεται η επίδοση της απόφασης, είναι πλαστή και άκυρη, με περαιτέρω συνέπεια η με αυτήν επίδοση να μην συνεπάγεται την έναρξη της προθεσμίας της έφεσης, η οποία κατόπιν αυτών ήταν εμπρόθεσμη και παραδεκτή, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΑΠ 681/2014). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017). Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, '' δεν έχει καθόλου νόμιμες αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο ζήτημα της πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης ......., και επιπλέον ότι, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, ότι για την ανταπόδειξη της αναλήθειας του περιεχομένου της έκθεσης επίδοσης, α) ''ως μόνο αποδεικτικό μέσο (η ίδια) πρότεινε την επιμελήτρια και το νόμιμο εκπρόσωπό της'', ενώ αυτή πρότεινε ως αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω ηλεκτρονικά μηνύματα, που δεν λήφθηκαν υπόψη ..., β) ότι ''ο νόμιμος εκπρόσωπός της δεν ισχυρίζεται ότι βρισκόταν εκεί, δηλαδή στο φερόμενο ως γραφείο της κατά την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία .... '' και ότι, ''από τη διενέργεια αυτοψίας σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η αναλήθεια των όσων βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης'', είναι αβάσιμες και εσφαλμένες. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη παντελής έλλειψη αιτιολογιών είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την απόρριψη της ένστασης πλαστότητας, περιέλαβε αιτιολογίες, όπως αυτές παρατέθηκαν παραπάνω, κατά, δε, το μέρος που αιτιάται αβάσιμες και εσφαλμένες αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η εκτίμηση των αποδείξεων και η επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του Εφετείου. Ο ίδιος δε λόγος, όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται σ' αυτόν και σχετίζονται με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι, ''με τον ίδιο τρόπο κοινοποιήθηκαν και οι κλήσεις για την εξέταση μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, οι οποίες προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για τις οποίες η εκκαλούσα κανένα παράπονο δεν διατύπωσε για τον τρόπο επίδοσης ...'', είναι ομοίως, απαράδεκτος, καθώς αφορά επιχείρημα που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της εγκυρότητας της έκθεσης επίδοσης και όχι ζήτημα κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έτσι ώστε σφάλμα για πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών αυτών, να μην ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. Κατά το άρθρο 261 εδ. β ΚΠολΔ, ''Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, ενώ δεν ελέγχεται επίσης αναιρετικά ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος δεν μπόρεσε να αρνηθεί ειδικά τον ισχυρισμό (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 1534/2014, ΑΠ 389/2011). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδείξεων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1534/2014, ΑΠ 911/2011). Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 14, που επικαλείται η τελευταία), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να συναγάγει ομολογία των αναιρεσίβλητων, περί της πλαστότητας της άνω έκθεσης επίδοσης, που πρόβαλλε η ίδια με τις προτάσεις της στο άνω δικαστήριο, από τη μη ειδική αμφισβήτηση εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της πλαστότητας της έκθεσης αυτής, με προσθήκη των προτάσεών τους, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η περί ομολογίας ή μη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, εναπόκειται στην κρίση του και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2019 (αριθμ. καταθ. 100/18-11-2019) αίτηση αναίρεσης της 618/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ