997/2019 — 997/2019 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 997 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρί...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 997/2019
Απόφαση 997 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Ε., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Μπαλωμένου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛOΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελένη Παπαευαγγέλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσιρώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1190/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1954/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-3-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1954/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-3-2012 έφεση των αναίρεσε ιόντων κατά της 1190/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 27-9-2004 αγωγή τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553, 556,558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ,ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018 , ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται ,είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005).? Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφοράς που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως (Ολ. ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1425/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 27-9-2004 αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν στο δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής, όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής: "Ότι είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Α. Κ., η οποία απεβίωσε τον Μάιο 2004. Ότι τον Φεβρουάριο 2002, ο πρώτος εναγόμενος Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (Ι.Σ.Α), του οποίου η Α. Κ. ήταν μέλος, υπό την ιδιότητά της ως ιατρού, συνήψε με την ασφαλιστική εταιρία ... πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης για ζωή - αναπηρία - ατύχημα - απώλεια εισοδήματος - περίθαλψη, υπέρ των μελών του, που θα υπέβαλαν σχετική αίτηση ένταξης σ' αυτό. Ότι το συγκεκριμένο ασφαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο είχε ισχύ για το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως 1-3-2003 παρείχε ...ασφάλιση νοσοκομειακής περίθαλψης από ασθένεια ή ατύχημα, ενώ το ύψος των παροχών διαφοροποιείτο ανάλογα με το επιλεγόμενο επίπεδο ασφάλισης. Ειδικότερα, προβλέπονταν τα επίπεδα Ι, ΙΙ και III. Ότι η Α. Κ. για την ασφάλιση της νοσοκομειακής περίθαλψης από ασθένεια ή ατύχημα επέλεξε να ενταχθεί στο επίπεδο III, οι ειδικότεροι όροι και παροχές του οποίου αναφέρονται στην αγωγή. Ότι στις 25-4-2002 ο πρώτος εναγόμενος συνήψε με τη δεύτερη εναγομένη δύο συμβάσεις έργου, βάσει των οποίων η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε ρόλο ειδικού συμβούλου του Ι.Σ.Α επί ασφαλιστικών θεμάτων. Ότι βάσει των συμβάσεων αυτών η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε το διαρκή έλεγχο της τήρησης των συμφωνηθέντων του πρώτου εναγομένου και της ασφαλιστικής εταιρίας ..., τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της διαχείρισης των προγραμμάτων, την άμεση συμβολή στην τακτοποίηση των ζημιών και εν γένει την εξυπηρέτηση των μελών του Ιατρικού Συλλόγου για κάθε ασφαλιστικό θέμα. Ότι η από 4-2-2002 αίτηση της Α. Κ. προς την ... για ένταξη στο επίπεδο III του προαναφερθέντος προγράμματος έγινε δεκτή και ολοκληρώθηκε με την καταβολή από αυτή στις 7-8-2002 του ποσού των αναλογούντων ασφαλίστρων (272,40 ευρώ), μετά από σχετική ειδοποίησή της με την από 22-7-2002 επιστολή του πρώτου εναγομένου. Ότι με το ίδιο έγγραφο τη γνωστοποιήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ότι η ομαδική ασφάλιση ανέτρεξε στην ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ανωτέρω ομαδικού ασφαλιστηρίου ,δηλαδή την 6- 3-2002. Ότι στις αρχές Ιανουαρίου 2003 διεγνώσθη ότι η Α. Κ. έπασχε από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και εξαιτίας αυτού του προβλήματος υγείας χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών από 8 έως 13-1-2003. Ότι μετά την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών η Α.Κ. εισέπραξε τον Απρίλιο του 2003 από την ... την προβλεπόμενη από το συμβόλαιο αποζημίωση. Ότι εξαιτίας του προαναφερθέντος προβλήματος νοσηλεύθηκε από 16 έως 21-6-2003 στο θεραπευτήριο Υγεία και από 21 Ιουνίου έως 9 Ιουλίου στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Ότι την εισαγωγή της στο Υγεία η Α. Κ. τη γνωστοποίησε στη δεύτερη εναγομένη, κατά την πρώτη μέρα εισαγωγής της . Ότι λίγες μέρες μετά την έξοδό της από το Ιατρικό Κέντρο, η Α. Κ. υπέβαλε στην άνω ασφαλιστική εταιρία δια του νέου ασφαλιστικού συμβούλου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, ..., που από 17-7-2003 διαδέχθηκε τη δεύτερη εναγομένη στα καθήκοντά της, τα δικαιολογητικά προκειμένου να αποζημιωθεί σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά περί τα τέλη Αυγούστου 2003, πληροφορήθηκε από την άνω ασφαλιστική σύμβουλο ότι τα δικαιολογητικά της επεστράφησαν από την ... διότι δεν εδικαιούτο αποζημίωσης και ειδικότερα ότι το αρχικό ομαδικό ασφαλιστήριο ανανεώθηκε με τις υπ.αρ. ...92/19-6-2003 και ...12/4-7-πρόσθετες πράξεις για το διάστημα από 1-3-2003 έως 1-3-2004, όμως η Α. Κ. δεν περιλαμβανόταν στα ασφαλισμένα πρόσωπα της νέας ασφαλιστικής περιόδου, διότι δεν είχε καταβάλει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Ότι η ίδια απάντηση δόθηκε από τη ... με την από 14-3-2003 επιστολή της και για τη νοσηλεία στο Ιατρικό Κέντρο. Ότι έκτοτε η Α. Κ. προσπάθησε να ενημερωθεί για το ύψος των οφειλόμενων από αυτή ασφαλίστρων, χωρίς όμως να καταστεί εφικτό. Ότι στις 4-9-2003 η Α.Κ. απέστειλε τηλεμοιοτυπία στην ... ενημερώνοντάς την ότι ουδέποτε παρέλαβε το ειδοποιητήριο για την καταβολή των ασφαλίστρων, ζητώντας της να της γνωστοποιήσει το ύφος τους χωρίς να λάβει απάντηση. Ότι στη συνέχεια η Α. Κ. νοσηλεύθηκε από 2-12-2003 έως 11-12-2003 στο Ιατρικό Αθηνών, από 12-12-2003 ως 21-12- 2003 στο Ιατρικό Ψυχικού και τέλος από 29-12-2003 έως 22-1-2004 στο Ιατρικό Αθηνών ,με κόστος νοσηλείας που περιγράφεται στην αγωγή. Ότι στις 12-1-2004 η Α.Κ. υπέβαλε προς την ... τα δικαιολογητικά της νοσηλείας της στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ για τα δύο πρώτα χρονικά διαστήματα και ζήτησε να της καταβληθεί η προβλεπόμενη ασφαλιστική αποζημίωση, ενώ για μία ακόμη φορά δήλωσε την πρόθεσή της να καταβάλει τα αναλογούντα ασφάλιστρα ,εφόσον της γνωστοποιούνταν. Ότι και πάλι έλαβε απάντηση ότι δεν δικαιούται αποζημίωσης, καθώς δεν ήταν ενταγμένη στο ασφαλιστικό πρόγραμμα για τη νέα ασφαλιστική περίοδο. Ότι στις 5-5-2004 η Α.Κ. απεβίωσε, καταλείποντας ως μοναδικούς κληρονόμους τους ενάγοντες. Ότι οι ενάγοντες ακόμη ισχυρίζονται ότι παρά το ότι η δεύτερη εναγομένη ήταν υπόχρεη, με βάση τον υπ αρ.1.3 όρο της από 25-4-2002 σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, να αποστείλει με έξοδα του πρώτου εναγομένου ενημερωτική επιστολή σχετικά με το ύψος των ασφαλίστρων, ουδείς των εναγομένων όχλησε τη μητέρα τους για το ύφος και την προθεσμία καταβολής των ασφαλίστρων της περιόδου 1-3-2003 έως 1-3-2004, παρά το γεγονός ότι η σχετική προθεσμία είχε παραταθεί μέχρι τις 15-7-2003, με αποτέλεσμα αυτή να μην καταβάλει τα αναλογούντα ασφάλιστρα και να αποκλειστεί από το ομαδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα για το διάστημα από 1-3-2003 έως 1-3-2004. Ότι οι εναγόμενοι με την παράλειψη τους αυτή, η οποία οφείλεται τουλάχιστον σε αμέλεια των υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης, παραβίασαν την υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλισης που είχαν προς την Α. Κ., η οποία απέρρεε ως προς τον πρώτο εναγόμενο αφενός εκ του γεγονότος ότι ως ιατρός αποτελούσε μέλος του και αφετέρου εκ της προαναφερθείσας συμβάσεως ομαδικής ασφάλισης. Ότι η αμέλειά τους αυτή εντείνεται ακόμη περισσότερο εκ του γεγονότος ότι και οι δυο εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση ότι η μητέρα των εναγόντων παρουσίαζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, καθώς είχαν ειδοποιηθεί εγγράφως ήδη από τον Ιούνιο του 2003 για την εισαγωγή και νοσηλεία της στο Θεραπευτήριο Υγεία. Ότι αποτέλεσμα της άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν η Α. Κ. να αναγκαστεί να καταβάλει εξ ιδίων τα ποσά που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη νοσηλεία της και ανήλθαν στο ποσό των 55.693,63 ευρώ, τα οποία σε αντίθετη περίπτωση θα είχαν καλυφθεί στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης. Ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων η μητέρα τους υπέστη αναστάτωση και ανασφάλεια, καθώς δεν γνώριζε αν θα μπορούσε να συνεχίσει τη θεραπεία της...". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ,εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση, τα αναφερόμενα επί μέρους ποσά, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 15.000 ευρώ .
Με το πιο πάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, η επικαλούμενη ως παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, ήτοι η, κατά παράβαση του όρου 1.3 της μεταξύ των εναγόμενων σύμβασης, παράλειψη από τους υπαλλήλους της δεύτερης εναγόμενης ειδοποίησης της μητέρας των εναγόντων, για το ύψος και την προθεσμία καταβολής των ετήσιων ασφαλίστρων, παρότι γνώριζαν ότι παρουσίαζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί από το ομαδικό πρόγραμμα ασφάλισης της επόμενης χρονικής περιόδου, συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η δεύτερη εναγόμενη έναντι του πρώτου εναγόμενου με τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου και κατ' επέκταση έναντι της μητέρας των εναγόντων, ως μέλους του πρώτου ,που συμμετείχε στη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης η οποία δεν είναι συγχρόνως και παράνομη, υπό την έννοια ότι αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ούτε στις επιταγές της έννομης τάξης, και συνεπώς δεν αποτελεί αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, η παράβαση δε αυτή δεν νοείται χωρίς τις μεταξύ των συμβληθέντων συμβάσεις έργου, με τις οποίες ανελήφθησαν υποχρεώσεις υπέρ των τρίτων που συμμετείχαν στο πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή με συναφή με την παραπάνω αιτιολογία, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου), με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη - επικουρική - πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης, περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της επικαλούμενης παράνομης και υπαίτιας (εξ αμελείας) συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία στηρίζει το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, αυτοτελώς στηρίζεται στην προεκτεθείσα κύρια αιτιολογία ,η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του συναφούς πρώτου λόγου αναίρεσης.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2016 αίτηση των Ι. Χ. και Β. Χ. για αναίρεση της 1954/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναίρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ