Supreme Court dismisses appeal citing procedural defects and factual evaluation errors by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Thrace's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding a partnership and distorted an expert report, while the respondent contended the first instance facts were insufficient. The court ruled that the alleged errors were merely evaluations of evidence and arguments, which are not subject to cassation review, and that the lower court's reasoning was internally consistent despite the appellant's claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8, Art. 559 para. 11 letter 3' of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the evaluation of evidence or the reasoning of the lower court when such errors do not constitute a violation of the law affecting the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 996 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 996/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ράλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Αθανασιάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2000 και 182/2004 μη οριστικές και 36/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 138/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 109/2012, 1/2011).
Αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος, αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 851/2005).
Δεν αποτελούν "ζητήματα" οι αιτιολογίες, σχετικά με την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή αντιφάσεις, σχετικά με τη νομική ή επί των αποδείξεων επειχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1764/2007, ΑΠ 1419/2007, ΑΠ 1906/2006 ΑΠ 346/2006, ΑΠ 481/2005, ΑΠ 376/2004, ΑΠ 163/2004), ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012, ΑΠ 724/2011).
Η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύεται επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Τέτοιας φύσης είναι και ο κανόνας του άρθρου 368 ΚΠολΔ για τη διάταξη πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 842/2018, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1089/2007, ΑΠ 1140/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα.
Δεν αποτελούν έγγραφα, όμως, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1337/2007, ΑΠ 505/2007).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή της, τα εξής: "...Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οι οποίες περιλαμβάνονται στα υπ' αριθ.37/27-6-2003 πρακτικά συνεδριάσεων του ανωτέρω, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, από την από 4-4-2007 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης της οικονομολόγου φοροτεχνικού, Σ.
Μ., που ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 184/2004 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση των Γ. Σ., Γ. Π., Ν. Β. και Δ. Η., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη και για το λόγο αυτό λαμβάνεται υπ' όψιν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ...
αλλά και από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους με τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που προσβάλλονται με την έφεση: Ο εναγόμενος είναι εργολάβος δημοσίων έργων, ασχολούμενος με την προαναφερόμενη δραστηριότητα από το έτος 1979, οπότε προέβη στην έναρξη επιτηδεύματος, έκτοτε δε έχει επαγγελματική εγκατάσταση επί της οδού Βενιζέλου αρ. 30 στον 1° όροφο οικοδομής, στην πόλη της Καβάλας, όπου εργαζόταν εκτός του ιδίου, μέχρι το έτος 1997 η σύζυγός του και από το έτος 1998 η θυγατέρα του.
Από το έτος 1980 έως το έτος 1998, με μηχανήματα που ο ίδιος είχε αγοράσει και διέθετε, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται: α) εκσκαφέας 30Β, ισχύος 60 ΗΡ με αριθμό κυκλοφορίας 26966, β) φορτωτής CATERPILLAR τύπου 944-70", ισχύος 100 ΗΡ, με αριθμό κυκλοφορίας 37440, γ) εκσκαφέας POCLAIN τύπου LΥΖΡ, ισχύος 88 ΗΡ, με αριθμό κυκλοφορίας 32005, δ) μεταχειρισμένος αεροσυμπιεστής INGERSOL RAND, ε) μεταχειρισμένος λαστιχοφόρος φορτωτής CATERPILLAR τύπου 950431 με αριθμό πλαισίου 1532, που αγοράσθηκε σε αντικατάσταση του ανωτέρω υπό στοιχείο (β) φορτωτή, στ) φορτωτής - εκσκαφέας FORD με αριθμό πλαισίου R100779, αναλάμβανε την εκτέλεση διαφόρων δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών έργων.
Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος συνέστησε δύο φορές ομόρρυθμη εταιρία, τηρώντας τον προβλεπόμενο εκ του νόμου έγγραφο τύπο. Ειδικότερα, συνέστησε αφενός την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Π. - Θ. Π. Ο.Ε.", δυνάμει του από 18-4-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Καβάλας με αριθμό 147/1981 και αφετέρου την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.
Μ. και Σία Ο.Ε.", δυνάμει του από 6-6-1985 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Καβάλας με αριθμό 261/1985 και οι οποίες στη συνέχεια λύθηκαν. Παράλληλα, για την εκτέλεση των έργων που αναλάμβανε, συνεργάσθηκε με άλλα πρόσωπα, για τις συνεργασίες του δε αυτές προέβη επανειλημμένα σε σύσταση κοινοπραξιών με έγγραφο τύπο, καταρτίζοντας ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία στη συνέχεια κατέθετε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Με τον παραπάνω τρόπο συνεργάστηκε η εταιρία του με την επωνυμία "Σ. Π. - Θ. Π. Ο.Ε." με τον Ι. Τ., για την αποπεράτωση αρδευτικού έργου ... Κοινότητας ... (βλ. σχ. το από 27-10-1981 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ….), ατομικά με τον Θ. Π. για την επισκευή - συντήρηση δικτύου άρδευσης Κοινότητας Κρυονερίου (βλ.
σχ. το από 19-3-1986 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε αυθημερόν στην οικονομική εφορία...), για την αντικατάσταση δικτύου ύδρευσης και κατασκευή δεξαμενής Κοινότητας ...(βλ. σχ. το από 21-4-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε αυθημερόν στην οικονομική εφορία ...), για την άρδευση Κοινότητας ... και μερική κάλυψη χάνδακα της ίδιας Κοινότητας (βλ.
οχ. το από 5-6-1986 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ...), για την περίφραξη και διαμόρφωση περιβάλλοντα χώρου ... και κατασκευή τμήματος οδού …. (βλ. το από 7-8-1986 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ..), με τον προαναφερόμενο Θ. Π. και τον Κ. Μ. για τη συντήρηση και βελτίωση της επαρχιακής οδού ….(βλ.
αχ. το από 6-3-1989 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ..), με τον προαναφερόμενο Θ. Π. και τον Δ. Θ. για την ύδρευση της Κοινότητας ... (βλ. σχ. το από 7-8-1989 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ...), με τον προαναφερόμενο Κ. Μ., τον Λ. Β. και τον Π. Σ. για την κατασκευή του πνευματικού κέντρου Κοινότητας Ν. ... (βλ.
σχ. το από 10-10-1989 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ...), με τον Α. Κ. για την εκτέλεση οδοποιίας Κοινότητας ...(βλ. σχ. το από 2-1-1990 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία .), με τον Χ. Τ. για την ύδρευση της Κοινότητας Ν. . (βλ. σχ. το από 10-1-1990 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό που κατατέθηκε στην οικονομική εφορία ...), με τον Γ.
Τ. για την κατασκευή αθλητικών εγκαταστάσεων στο Δήμο ... (βλ. σχ. το από 27-4-1991 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό, που κατατέθηκε αυθημερόν στη Δ.Ο.Υ. ..). Από το ανωτέρω προκύπτει ότι ο εναγόμενος ήταν ιδιαίτερα έμπειρος στην κατασκευή δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών έργων με τη συγκεκριμένη μορφή εταιρικής σύμπραξης, το δε γεγονός ότι κατήρτιζε σχετικά έγγραφα συμφωνητικά, που κατέθετε εκάστοτε στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία, καταδεικνύει σοβαρό επαγγελματία, ο οποίος φρόντιζε να κατοχυρώνει τα συμφέροντά του, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε περίπτωση που οι ανωτέρω επαγγελματικές του συνεργασίες δεν ευοδώνονταν και μάλιστα σε χρόνο σαφώς προγενέστερο του επιδίκου, κατά τον οποίο φέρεται να συνεργάσθηκε με τον ενάγοντα.
Κατά τον επίδικο δε χρόνο, ο εναγόμενος εμφανιζόταν στους φορείς ανάθεσης των έργων που αναλάμβανε αλλά και γενικότερα στις συναλλαγές του με το Δημόσιο (Εφορία) και τις αγορές των μηχανημάτων ενεργούσε ο ίδιος και επ' ονόματί του (βλ. τα προσκομιζόμενα τιμολόγια αγοράς μηχανημάτων) ενώ περαιτέρω, συμβαλλόταν ο ίδιος ατομικά και δεσμευόταν στις δημοπρασίες όπου συμμετείχε, χωρίς να εμφανισθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως ενεργών από κοινού και για κοινό σκοπό με τον ενάγοντα.
Ο τελευταίος, υπήρξε επί χρόνια υπάλληλος άλλων εργοληπτών δημοσίων έργων, μέχρι που αποφάσισε, κατά το έτος 1992, και ο ίδιος να ασχοληθεί επαγγελματικά με το εν λόγω αντικείμενο, με επαγγελματική έδρα επί της οδού ... στην .. έως το έτος 1995 και ακολούθως στο χωριό .... Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ίδιος διέθετε κατά την έναρξη της αυτόνομης απασχόλησής του με την ανάληψη δημοσίων έργων σημαντικό μηχανολογικά εξοπλισμό και πάντως σε κάθε περίπτωση, αυτός ήταν σαφέστατα υποδεέστερος του προαναφερθέντος εξοπλισμού που διέθετε ο εναγόμενος μετά από υπερδεκαετή ενασχόλησή του των δημοσίων έργων.
Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα συνεργασία του με τον εναγόμενο δεν έλαβε ποτέ τη μορφή κοινοπραξίας, περίπτωση κατά την οποία, ως προελέχθη, ο εναγόμενος θα είχε φροντίσει οπωσδήποτε να περιβληθεί αυτή τον έγγραφο τύπο και να κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., κατά την πάγια μέχρι τότε τακτική του, ως προελέχθη, σε αυτού του είδους τις συνεργασίες, επιπλέον δε αυτή η μορφή συνεργασίας (κοινοπραξία) δεν συνάδει με την προφανή ανισότητα μεταξύ των διαδίκων, τόσο σε εμπειρία, όσο και σε αυτά που δυνητικά θα πρόσφερε ο καθένας τους στην κοινοπραξία, ο εναγόμενος δηλαδή το κεφάλαιο κίνησης και τον εξοπλισμό και ο ενάγων την εργασία του.
Εξάλλου, ο τελευταίος ούτε επικαλέστηκε αλλά ούτε και αποδείχθηκε ότι είχε πλειοδοτήσει σε κάποιο διαγωνισμό και αναλάβει την εκτέλεση κάποιου έργου, ώστε εν όψει της εκτέλεσης αυτού να πείσει τον εναγόμενο στη σύσταση κοινοπραξίας, όπως ο τελευταίος είχε κάνει στο παρελθόν, σε κάποιες από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις.
Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι εκτέλεσαν από κοινού το έργο κατασκευής του βοηθητικού γηπέδου του Α.Ο.Κ., καθώς όλα τα σχετικά έγγραφα αναφέρουν και φέρουν την υπογραφή του εναγομένου, ο τελευταίος δε άσκησε ο ίδιος ατομικά ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 28-3-1994 και αρ. εκθ. Κατάθεσης 190/1994 αγωγή εναντίον της Π.Α.Ε. ..., κυρίας του έργου, για την αποπληρωμή του υπολειπομένου από το συμφωνηθέν τίμημα για το ανωτέρω έργο.
Η συνεργασία που πράγματι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων περιορίσθηκε απλώς στο πλαίσιο της αλληλοβοήθειας και αλληλοεξυπηρέτησης, κατά το οποίο ο ενάγων παραβρέθηκε σε έργα που εκτελούσε ο εναγόμενος, για την επίβλεψή τους, όταν ο τελευταίος αδυνατούσε να το πράξει και αυτός αναλάμβανε την για λογαριασμό του ενάγοντος διεκπεραίωση υποθέσεών του σε δημόσιες υπηρεσίες κ.λ.π. (βλ.
σχ. την υπ' αριθ. 1335/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας). Σημειωτέον ότι, η διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας, αφού εξέτασε τα αναφερόμενα αναλυτικά στην έκθεσή της έγγραφα, που της παρέδωσαν οι διάδικοι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φερόμενη ως κοινοπραξία παρουσίασε για τις χρήσεις 1993 έως και 1996 ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 7.946.911 δραχμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι υπήρξε η σχέση αυτής της κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων, δεν υπάρχουν κέρδη προς διανομή, αλλά ζημίες, στις οποίες θα πρέπει να μετάσχει και ο ενάγων.
Εξάλλου, ο τεχνικός σύμβουλος, που διόρισε ο εναγόμενος, Ι. Μ., φοροτεχνικός, αφού αποδέχθηκε πλήρως τη μεθοδολογία ελέγχου της άνω διορισθείσης πραγματογνώμονος και για τους τρεις πίνακες (Α, Β, Γ) συντάχθηκε με το αποτέλεσμα αυτής, διαφοροποιούμενη στην αύξηση εσόδων του πίνακα (Γ) κατά το ποσό των 1.872.555 δραχμών και στην αντίστοιχη μείωση της τελικής ζημίας, ανερχομένης κατ' αυτόν στο ποσά των 6.074.356 δραχμών αντί του προαναφερομένου ποσού των 7.946.911 δραχμών.
Όσον αφορά δε το αίτημα του εκκαλούντος περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί του εγγράφου με τίτλο "Πληρωμές Απριλίου 96 (Σωκράτης)", που προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως από τον παραπάνω κατ' άρθρ. 529 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί καθόσον τούτο δεν κρίνεται πρόσφορο για την απόδειξη περί συστάσεως και λειτουργίας κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε, στο σύνολό της, την ένδικη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση: Α) με τους υπό στοιχεία 1.1, 2.1, 3.1, 4.1 και 5.1 λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τους οποίους, νομίμως, είχε επαναφέρει, σ' αυτό, με την έφεσή του και οι οποίοι στηρίζουν το ένδικο ουσιαστικό του δικαίωμα και συγκεκριμένα:
α) τους ισχυρισμούς του ότι με τον αντίδικό του, ήδη αναιρεσίβλητο, είχαν συνάψει άτυπη κοινοπραξία, στο πλαίσιο της οποίας εκτέλεσαν από κοινού τα αναφερόμενα σ' αυτήν έργα και το κέρδος, που του αναλογεί από αυτά ανέρχεται σε 36.442.669 δραχμές, ενώ με χρήματα της κοινοπραξίας αγοράσθηκαν τα, επίσης, αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) μηχανήματα και η αναλογία της συμμετοχής του στην αξία τους ανέρχεται σε 5.330.000 δραχμές, που ζήτησε να του επιδικασθούν.
Και, β) τους λόγους της έφεσής τους, με τους οποίους έπληττε, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, κατ' ουσίαν, η ένδικη αγωγή του. Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν αγνόησε τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους αυτός είχε προβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, σ' αυτό, με την ένδικη έφεσή του, αλλά, αντιθέτως, τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία, εκ του πράγματος.
Και τούτο διότι, το Εφετείο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα, προς τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του αγωγικού του δικαιώματος και, ειδικότερα, (δέχθηκε) ότι δεν αποδείχθηκε η σύσταση και λειτουργία της επικαλούμενης, στην ένδικη αγωγή, κοινοπραξίας με τον αντίδικό του και, στη συνέχεια, κρίνοντας ορθή την εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε απορριπτέα, κατ' ουσίαν, την αγωγή του αυτή, απέρριψε, ως αβάσιμους, όλους τους λόγους της ένδικης έφεσης, αλλά και αυτή, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, υπό τα δεδομένα αυτά, όλοι οι ανωτέρω, περί του αντιθέτου, αναιρετικοί λόγοι, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Β) Με τους υπό στοιχεία 1.2, 2.2, 4.2 και 6 αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παράλειψή του να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός, νόμιμα, επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιόν του και ειδικότερα:
α) πρόχειρο βιβλίο εσόδων - εξόδων 1993 έως Δεκέμβριο 1996, που, κατά τους ισχυρισμούς του τηρούσε ο αντίδικός του, β) την από 14-11-2016 γνωμοδότηση της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε. Μ., που συντάχθηκε μετά από αίτησή του και από την οποία προκύπτει ότι τις σημειώσεις στο ανωτέρω βιβλίο καταχωρούσε ο αντίδικός του, γ) τα τιμολόγια πώλησης αυτοκινήτου της ιδιοκτησίας του και αγοράς από τον αντίδικό του, του αναφερομένου στην αγωγή και την αναιρεσιβαλλομένη μεταχειρισμένου λαστιχοφόρου φορτωτή CATERPILAR τύπου 950431, που εξοφλήθηκε με επιταγές εκδόσεώς του (αναιρεσείοντος), δ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στα 37/27-06-2003 πρακτικά συνεδριάσεων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφορικά με την αξία του εισφερθέντος στην κοινοπραξία εκσκαπτικού μηχανήματος JCB, ε) την ως δικαστικό τεκμήριο, νόμιμα προσκομισθείσα, με επίκληση, από αυτόν, 353/06-07-1998 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας, που λήφθηκε ενόψει της από 27-04-1998 αίτησής του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης κατά του ως άνω αντιδίκου του και, στ) σειρά τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, πολλά από τα οποία, όπως ισχυρίζεται συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν από τον αντίδικό του και, έτσι, αποδεικνύεται, από αυτά, ότι υπήρχε, μεταξύ τους, άτυπη κοινοπραξία.
Ο λόγος αυτός, καθ' όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις του, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων.
Τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, φέρονται ως αγνοηθέντα, έστω και αν, όπως, άλλωστε, δεν είχε τέτοια υποχρέωση, παρέλειψε να αναφέρει και αξιολογήσει, ειδικώς, ένα προς ένα, ενώ αναφορικά με τις μαρτυρικές καταθέσεις, που περιέχονται στα 37/27-06-2003 πρακτικά του Εισηγητή Δικαστή, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθεί ότι, αυτές μνημονεύονται, ειδικώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Γ) Με τους υπό στοιχεία: 1.3, 2.3, 3.2, 4.3 και 5.3 λόγους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα: α) Με τον υπό στοιχείο 1.3, λόγο, γιατί διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματός του να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, το οποίο νόμιμα είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο, με σχετικό λόγο της έφεσής του.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, διότι ο κανόνας του άρθρου 368 ΚΠολΔ, για τη διάταξη πραγματογνωμοσύνης, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, εκ πλαγίου, είναι δικονομικού δικαίου και, επομένως, δεν ιδρύεται η προβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια. β) Με τον υπό στοιχείο 2.3 λόγο, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή, άλλως ασαφή αιτιολογία, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δεν αναφέρει την αξία κάθε μηχανήματος, καθώς και τη συνολική αξία όσων είχε ο αντίδικός του όταν συστήθηκε η άτυπη κοινοπραξία τους το Νοέμβριο του 1991, πότε αυτά αγοράσθηκαν από τον αντίδικό του, αν αγοράσθηκαν από κοινού κατά το επίδικο διάστημα της κοινοπραξίας τους, από ποια, μη αμφισβητούμενα, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε τούτο και, τέλος, τον δικό του μηχανολογικό εξοπλισμό, που (τουλάχιστον) δυνητικά μπορούσε και, εν τέλει, συνεισέφερε στην κοινοπραξία, καθώς και την αξία των μηχανημάτων του, που αποδείχθηκε αδιαμφισβήτητα.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται, προεχόντως, απαράδεκτος. Διότι, οι προβαλλόμενες, με αυτόν, ελλείψεις της αναιρεσιβαλλομένης, ανάγονται στην εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγησή τους, με βάση την οποίαν αυτό κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι σαφές, ενώ, κατά τα λοιπά, με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για πραγματικά περιστατικά.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κρινόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε τη σύσταση και λειτουργία άτυπης κοινοπραξίας, μεταξύ των διαδίκων, όπου και θα απαιτείτο η αναφορά του είδους και της αξίας του μηχανολογικού εξοπλισμού, που εισέφερε, σ' αυτήν το κάθε μέρος, ώστε να υπολογισθεί η αξία της μερίδας του ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, την οποίαν αυτός ζητούσε να του επιδικασθεί, με την ένδικη αγωγή του, ενώ τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει, εν προκειμένω, αφού, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης, κρίθηκε το αντίθετο.
γ) Με τον υπό στοιχείο 3. 2 λόγο, προβάλλεται η αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο: "...επιπλέον δε αυτή η μορφή συνεργασίας (κοινοπραξία) δεν συνάδει με την προφανή ανισότητα μεταξύ των διαδίκων", διέλαβε ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, γιατί "με βάση τα επίσημα βιβλία και στοιχεία, που έλαβε υπόψη του προκύπτει το αντίθετο", ήτοι ότι ο αναιρεσείων είχε ισάξια και στο μεγαλύτερο διάστημα περισσότερα έσοδα και κέρδη, από τον αντίδικό του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, αφενός, πλήττει επιχείρημα του Δικαστηρίου της ουσίας, με το οποίο αυτό δικαιολογεί γιατί πείθεται περί της συνδρομής των ανωτέρω, κρίσιμων, περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ώστε να στηρίξει σ' αυτά το προαναφερθέν, σαφές, αποδεικτικό του πόρισμα και, αφετέρου, διότι με την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττει την εκτίμηση, από αυτό, των αποδείξεων.
δ) Με τον υπό στοιχείο 4. 3 λόγο, ψέγεται το Εφετείο, επί λέξει, γιατί: "...δεν διέλαβε ή τουλάχιστον διέλαβε ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση στην πρώτη σελίδα του 3ου φύλλου αναφέρει "... από την υπ' αριθμ. ...
ένορκη βεβαίωση των Γ. Σ., Γ. Π. ... και για το λόγο αυτό λαμβάνεται υπ' όψιν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", όμως δεν κάνει καμία αναφορά στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση που προσκόμισα και επικαλέσθηκα ούτε για ποιο λόγο δεν την λαμβάνει υπ' όψιν...". Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 11 γ' (και όχι από τον αριθμό 19) άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 941/1992), κρίνεται αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (αλλά και από το ίδιο το κείμενο του αναιρετηρίου), το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε σε άλλη δίκη, μεταξύ των παρόντων διαδίκων, ως δικαστικό τεκμήριο, αναφέροντας, ειδικώς, τούτο στην απόφασή του.
Από τα παραπάνω δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας (ισοδυνάμως), μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, που, κατά τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, φέρεται αγνοηθείσα.
Πέραν του ότι, ο ίδιος λόγος, αποβαίνει απαράδεκτος, συνεπεία της ενυπάρχουσας σ' αυτόν λογικής αντίφασης, συνισταμένης στο ότι, ενώ ο αναιρεσείων, στο οικείο μέρος του αναιρετηρίου του, παραθέτει (αυτολεξεί) το κρίσιμο μέρος της προσβαλλομένης, όπου, ειδικώς, μνημονεύεται ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη, ως δικαστικό τεκμήριο, συνάμα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "...δεν κάνει καμία αναφορά στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση που προσκόμισα και επικαλέσθηκα ούτε για ποιο λόγο δεν την λαμβάνει υπ' όψιν...".
ε) Με τον υπό στοιχείο 5. 3 αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι η αιτιολογία του: "...επιπλέον δε αυτή η μορφή συνεργασίας (κοινοπραξία) δεν συνάδει με την προφανή ανισότητα μεταξύ των διαδίκων, τόσο σε εμπειρία, όσο και σε αυτά που δυνητικά θα πρόσφερε ο καθένας τους στην κοινοπραξία, ο εναγόμενος δηλαδή το κεφάλαιο κίνησης και τον εξοπλισμό και ο ενάγων την εργασία του...Η συνεργασία που πράγματι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων περιορίσθηκε απλώς στο πλαίσιο της αλληλοβοήθειας και αλληλοεξυπηρέτησης..." Σημειωτέον ότι...γεγονός που αποδεικνύει ότι και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι υπήρξε η σχέση αυτής της κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων, δεν υπάρχουν κέρδη προς διανομή, αλλά ζημίες, στις οποίες θα πρέπει να μετάσχει και ο ενάγων....", είναι ασαφής, γιατί η έκφραση "δεν συνάδει" υποδηλώνει αβέβαιη κρίση, ενώ η αιτιολογία του ότι "...και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι υπήρξε η σχέση αυτής της κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων, δεν υπάρχουν κέρδη προς διανομή, αλλά ζημίες, στις οποίες θα πρέπει να μετάσχει και ο ενάγων και αν ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι υπήρξε η σχέση αυτής της κοινοπραξίας μεταξύ των διαδίκων, δεν υπάρχουν κέρδη προς διανομή, αλλά ζημίες, στις οποίες θα πρέπει να μετάσχει και ο ενάγων..." είναι αντιφατική, αφού, προηγουμένως, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σχέσης άτυπης κοινοπραξίας, μεταξύ των διαδίκων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι: 1) Οι αποδιδόμενες ελλείψεις της αναιρεσιβαλλομένης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στα επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο για την αιτιολόγηση του ανωτέρω, σαφούς, αποδεικτικού του πορίσματος. 2) Η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση αντίφαση της αιτιολογίας της, αναφέρεται σε πλεοναστική και επάλληλη της ανωτέρω, επαρκώς στηρίζουσας το διατακτικό αυτής, κύριας αιτιολογίας της, ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκε η σύσταση και λειτουργία άτυπης κοινοπραξίας, μεταξύ των διαδίκων, και, συνακόλουθα, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Και, 3) με πρόσχημα τις επικαλούμενες πλημμέλειες, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, από το Εφετείο. Τέλος, Δ) με τον υπό στοιχείο 7 αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραμόρφωση του περιεχομένου της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε, ύστερα από, παρεμπίπτουσα, απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Και ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, δεν ιδρύεται, όταν η παραμόρφωση αφορά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί o αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα τoυ αναιρεσίβλητου, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-09-2018 αίτηση αναίρεσης της 138/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.