Legislator Case Law & Legislation
996/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and inadmissible document distortion claim.

Case Number 996/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a claim for social benefits. The plaintiffs argued that the statute of limitations had not expired due to interruption, while the defendant contended it had. The court ruled that the interruption occurred only after six months, allowing the limitation period to expire before the lawsuit was filed. Additionally, the claim regarding document distortion was rejected as inadmissible because it is not a recognized ground for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 48 of Law 2362/1995; Art. 560 of the Civil Procedure Code: The statute of limitations is interrupted only after six months from the request submission, and document distortion is not a valid ground for appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation Civil Procedure Code inadmissible appeal social benefits claim document distortion interruption period

Cited Legislation

AI generated
Art. 48 of Law 2362/1995
Art. 560 of the Civil Procedure Code
Art. 179 of the Civil Procedure Code
Art. 93 of Law 2362/1995

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 996 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 996/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Γ. Φ. του Θ., κατοίκου ..., 5) Λ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Ν. Α. του Ε., κατοίκου ..., 7) Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 8) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 9) Χ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., 12) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 13) Μ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 14) Κ. - Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 15) Σ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 16) Π. Μ., κατοίκου ..., 17) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 19) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 21) Χ. - Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 22) Φ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 23) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 25) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 26) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 27) Ά. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 28) Χ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 29) Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 30) Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 31) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 32) Π. Γ. του Π., κατοίκου ..., 33) Θ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., και 34) Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιαννάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Λουίζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2011/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26/5/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 26-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2011/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των αναιρεσειουσών κατά της 147/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή του Ειρηνοδικείου είχε απορριφθεί η από 30-12-2009 αγωγή τους (την οποία είχαν ασκήσει μαζί με άλλες 88 ενάγουσες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές το ποσό των 5.030, 90 ευρώ που αντιστοιχούν σε αξιώσεις τους για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, για επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 16-6-2005, κατά το οποίο εργάστηκαν ως καθαρίστριες σε διάφορες υπηρεσιακές μονάδες του Υπουργείου Οικονομικών με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (4ωρης), λόγω παραγραφής των ενδίκων αξιωσεών τους. Η προσβαλλόμενη απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ασκηθείσα από τις αναιρεσείουσες έφεση, δεχόμενη και αυτή ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2365/1995.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρομ 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Με τον πρώτο παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 560 Κ Πολ Δ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 3265/1995, που εφαρμόσθηκε, δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική, προσκρούουσα στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι ο δι’ αυτής προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής είναι μικρότερος από εκείνον που ισχύει (πενταετής) για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ.6 και 17 του Α.Κ. αλλά και από το χρόνο παραγραφής (ομοίως πενταετής) που προβλέπεται αφενός μεν από την παρ.1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 του ν. 2365/1995 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφ’ ετέρου δε από το άρθρο 86 παρ. 2 του εν λόγω νόμου για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων και ότι αντίθετα έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη της παρ.1 του ίδιου άρθρου 90 που προβλέπει πενταετή παραγραφή για όλες τις άλλες χρηματικές κατά του Δημοσίου αξιώσεις .

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995(για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι: Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Περαιτέρω με την παρ. 3 του αυτού ας άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι : "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με τη δεύτερη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου άρθρου 90 παρ. 1 και του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α’ του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι’ αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια).

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α’ της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ.

Α.Π. 38/2005). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.

Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α’ (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ’ αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (Ολομ Α.Π.9/2017).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο "με αλλεπάλληλες συμβάσεις μισθώσεως έργου, από 1.1.2002 έως 16.6.2005, συνεχώς και χωρίς διακοπή, με αντικείμενο την εκτέλεση του έργου της καθαριότητας διαφόρων καταστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (Δ.Ο.Υ, Τελωνεία κλπ.).

Την εργασία αυτή εκτελούσαν οι ενάγουσες πέντε ημέρες την εβδομάδα και τέσσερις ώρες ημερησίως και αμείβονταν με μηνιαία κατ’ αποκοπή αμοιβή, χωρίς να λαμβάνουν οποιοδήποτε επίδομα και δη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματα και αποδοχές αδείας. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμόν ....3.2005 απόφαση του Α’ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., κρίθηκε ότι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα τετράωρης, ήτοι αντίστοιχης του αναγραφόμενου στην αρχική τους σύμβαση ωραρίου, καθόσον κάλυπταν και εξακολουθούν να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ως εκ τούτου δικαιούνται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και τα επιδόματα και αποδοχές αδείας ετών 2002 έως και 16.6.2005 οπότε και κατατάχθηκαν με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις, εφόσον το εναγόμενο παρανόμως δεν τους τα κατέβαλε. Πλην όμως, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 31.12.2009 (βλ.

την υπ’ 20- 31.12.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Γ. και ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο οι αξιώσεις γεννήθηκαν ήτοι από 1.1.2003,1.1.2004,1.1.2005 και 1.1.2006 αντίστοιχα." Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχεν απορρίψει τις επίμαχες αξιώσεις των εναγουσών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 16-6-2005 ως έχουσες υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν 2362/1995, ορθά εφήρμοσε αυτή ως προς τη διετία του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση καθόσον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή σε άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και ορθά δεν εφήρμοσε τη διάταξη της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση, με την παρατήρηση ότι εσφαλμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι η διετής παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο οι αξιώσεις γεννήθηκαν, καθόσον το χρονικό σημείο ενάρξεως των ως άνω αξιώσεων είναι η γέννηση της αξίωσης και όχι το τέλος του οικονομικού έτους σύμφωνα με το εφαρμοστέο άρθρο 90 παρ. 3 του ν 2362/1995.

Συνεπώς, εφόσον το διατακτικό είναι ορθό, έστω και αν το αιτιολογικό της απόφασης είναι εν μέρει εσφαλμένο, πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

3.- "Στο άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 ορίζεται μεταξύ άλλων: Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή.".

γ) Με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγκριση ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή.....".

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 93 του ν. 2365/1995 προκύπτει ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως, καθώς και με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγκριση ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από δε τη διάταξη με στοιχείο γ του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι δε περίπτωση κου με αίτηση που υποβάλλεται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ζητείται η αναγνώριση της απαίτησης και όχι απλώς η καταβολή από αυτό, ως αρμόδια αρχή, του σχετικού ποσού, δεν εφαρμόζεται η διάταξη της περίπτωσης β του ιδίου άρθρου και νόμου αλλά η διάταξη της παρ. γ του άρθρου 93 του ν. 2362/1995. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση, όπου λόγω της ιδιότητας του αιτούντος, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους είναι η αρμόδια υπηρεσία για την πληρωμή της απαίτησης.

Συνεπώς, στην περίπτωση υποβολής αιτήσεως στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για πληρωμή της απαίτησης και όχι για αναγνώριση αυτής, ισχύει και έχει εφαρμογή η περίπτωση β του άρθρου 93 του ν. 2362/1995 (πρβλ. ΣΤΕ 3079/2012, Δ.ΕΦ Αθ. 117/2014).

Με το δεύτερο παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 επίσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη ότι με την εξενεχθείσα κρίση της σχετικά με τον ισχυρισμό των εναγουσών περί διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τους των ετών 2004 και 2005 λόγω της επιδόσεως στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους την 29-12- 2006 της υπό την ίδια ημερομηνία αιτήσεως διαμαρτυρίας τους για τη μη καταβολή των ενδίκων αξιώσεών τους εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη της περ. β του άρθρου 93 του ν.2362/1995 που δεν ήταν εφαρμοστέα με συνεπεία να δεχθεί ότι ξεκίνησε και πάλι η διακοπείσα παραγραφή μετά από εξάμηνο από την 29.12.2006 και ότι συμπληρώθηκε στις 19.6.2009 η διετής παραγραφή και για τις ένδικες αξιώσεις των, των ετών 2004 και 2005, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 29-12-2009, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη της παρ. γ του άρθρου 93 του ν.2362/1995, που ήταν εφαρμοστέα κατά την οποία η διακοπείσα παραγραφή συνεχίσθηκε και ουδέποτε ξεκίνησε αφού το νομικό Συμβούλιο του Κράτους δεν συνέταξε σχετικό με το αίτημά τους πρακτικό, το οποίο να εγκριθεί ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων και δη από την ανάγνωση της υποβληθείσης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους από 29- 12-2006 αίτησης που φέρει τον τίτλο, " ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΙΤΗΣΗ" των υπό τους αριθμούς ...,...

εκ των αναιρεσειουσών ( οι υπόλοιπες επτά αναιρεσείουσες δεν αναφέρονται στην αίτηση και επομένως ως προς αυτές ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος εκ της αιτίας αυτής) οι ως άνω αιτούσες- ήδη αναιρεσείουσες για την απασχόλησή τους στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σχέσης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσαν να τους καταβληθούν οι απαιτήσεις τους για τα έτη 2002,2003 2004 και 2005, για δώρα Χριστουγένων, Πάσχα, Επίδομα αδείας, νυχτερινή εργασία, απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες, πέραν του μισθού τους για τα έτη αυτά που τους καταβλήθηκε.

Το, ως εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τον προβληθέντα από τις ενάγουσες ως άνω ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής για τις ένδικες αξιώσεις των, των ετών 2004 και 2005 δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η παραγραφή διεκόπη με την επίδοση στις 29.12.2006 προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους της την με ίδια ημερομηνία αιτήσεως διαμαρτυρίας τους, με την οποία διαμαρτύρονταν για τη μη καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων των ετών 2002 έως και 2005, στην οποία δεν απάντησε το εναγόμενο.

Η ανωτέρω κοινοποίηση της εν λόγω αιτήσεως διέκοψε την παραγραφή, για τα έτη 2004 και 2005 καθόσον τα προηγούμενα είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή, η διετής παραγραφή των ετών 2002 και 2003, η οποία ξεκίνησε από 1.1.2003 και 1.1.2004 αντίστοιχα, είχε συμπληρωθεί στις 29.12.2006, με τη σημείωση ότι δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται σ’ αυτή (αίτηση) το ποσό της αιτούμενης αξίωσης, αρκεί ότι διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συγκεκριμένη απαίτηση της οποίας ζητείται η πληρωμή, ώστε δύναται το εναγόμενο να διαγνώσει την ύπαρξή της (βλ.

σχετ. ΑΠ 1561/2007, ΑΠ 1 150/2007, ΑΠ 1020/2010 όλες δημ. στη ΝΟΜΟΣ, Στ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2012, σελ. 439). Το εναγόμενο δεν απάντησε στην ανωτέρω αίτηση και συνεπώς η παραγραφή ξεκίνησε, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο (48), μετά την πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως, ήτοι στις 29.6.2007, ως εκ τούτου στις 29.6.2009 συμπληρώθηκε η διετής παραγραφή και για τις αξιώσεις των εναγόντων των ετών 2004 και 2005, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 31.12.2009 όπως ελέχθη ανωτέρω......

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν έσφαλε καθόσον ορθά και νόμιμα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη της περ. β του άρθρου 93 του ν.2362/1995 καθόσον οι ως άνω αναφερόμενες 27 εκ των αναιρεσειουσών, για τις οποίες και προβλήθηκε ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεν υπέβαλαν αίτηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεώς τους ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη της παρ. γ του άρθρου 93 του ν.2362/1995, αλλά αίτηση για καταβολή συγκεκριμένων αξιώσεώς τους για τα έτη 2002,2003,2004 και 2005 με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση η διάταξη της περ. β του άρθρου 93 του ν.2362/1995 που ορθά εφήρμοσε το Εφετείο κρίνοντας ότι μετά την πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως, ήτοι στις 29.6.2007, επανεκκίνησε εκ νέου η διετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των ετών 2004 και 2005 και στις 29.6.2009 συμπληρώθηκε η διετής αυτή παραγραφή και για τις ένδικες αξιώσεις των εναγουσών αυτών των ετών 2004 και 2005, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 31.12.2009. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης.

4. Τέλος, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

5. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-5-2017, με γενικό αριθμό εκθέσεως κατάθεσης .../2017 , αίτηση περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 2011/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά τους έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ