Legislator Case Law & Legislation
996/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court considered all submitted proof.

Case Number 996/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'G.K. A.E.' against the Second Instance Court's decision regarding a defective Mercedes-Benz vehicle. The appellant argued the lower court failed to consider a specific sworn affidavit from a witness, while the respondent maintained the court had duly evaluated all evidence. The court rejected the appeal because the Second Instance judgment explicitly stated it had taken the sworn affidavit into account alongside other evidence, thereby resolving the alleged omission.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the judgment explicitly confirms that the evidence was reviewed and weighed by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence review sworn affidavit lower court findings Code of Civil Procedure burden of proof judicial evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 11, letter g of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.A.P. 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 996 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 996/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. ΑΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κάρστεν Νίμερ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Κ., κατοίκου Φλώρινας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ραρρή, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2006 μη οριστική, 162/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2013 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2013 αίτησή της, με την οποία ζητάει και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 10-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται ότι η ήδη αναιρεσείουσα, επίσημη αντιπρόσωπος στη Δυτική Μακεδονία, της συνεναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) εισαγωγέως αυτοκινήτων, ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Mercedes- Benz Ελλάς Α.Ε.Ε.", του πώλησε το περιγραφόμενο σ’ αυτήν αυτοκίνητο, μάρκας "Mercedes- Benz", αντί τιμήματος 35.688 ευρώ, με την παροχή εγγυήσεως καλής λειτουργίας για χρονικό διάστημα δύο ετών.

Ότι το όχημα αυτό παρουσίασε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναιρούσαν ουσιωδώς την χρησιμότητα του και για την αποκατάστασή τους, επισκέφθηκε επανειλημμένως το συνεργείο τόσο της πωλήτριας -αναιρεσείουσας, όσο και της ως άνω εισαγωγέως, αλλά και συνεργεία τρίτων, όμως χωρίς αποτέλεσμα και κατόπιν αυτού εζήτησε την αντικατάσταση του, εν λόγω αυτοκινήτου, που όμως δεν έγινε αποδεκτή από τις εναγόμενες.

Ζήτησε ακολούθως με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αντικαταστήσουν το πωληθέν ελαττωματικό αυτοκίνητο με άλλο ομοειδές, του ιδίου τύπου και των ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε αρχικώς μεν την υπ’ αριθμ. 117/2006 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Mercedes- Benz Ελλάς Α.Ε.Ε.", ως μη νόμιμη και διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εν συνεχεία δε την υπ’ αριθμ. 162/2010 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την δευτέρα εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να παραδώσει στον ενάγοντα σε αντικατάσταση του πωληθέντος, νέο αυτοκίνητο, του αυτού τύπου και μοντέλου, υπό τον όρον της ταυτοχρόνου καταβολής από τον ενάγοντα ποσού 10.089 ευρώ, αντιστοιχούντος στην οικονομική αξία της χρήσεως του αντικαθισταμένου αυτοκινήτου κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα.

Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε παρά των διαδίκων έφεση (από την εναγομένη) και αντέφεση (από τον ενάγοντα), που έγιναν δεκτές με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας κατ’ ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν επιδικάζοντας αντί της αιτουμένης αντικαταστάσεως του ελαττωματικού αυτοκινήτου μείωση του τιμήματος αυτού κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο και υποχρέωσε την δευτέρα εναγομένη να καταβάλει εντόκως στον ενάγοντα.

Την ως άνω απόφαση μέμφεται ήδη η ηττηθείσα δευτέρα εναγομένη, με την υπό κρίση αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ’ αυτήν και εξετάζονται αναλυτικώς κατωτέρω.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Επίσης, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".

Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως τα τρία τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, που κατά το άρθρο 14 αυτού άρχισε να ισχύει από 21.8.2002, προκύπτει ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητας, δικαιούται, κατ’ επιλογήν του, είτε να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Σε περίπτωση ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας ή παροχής ελαττωματικού πράγματος οφειλομένης σε πταίσμα του πωλητού σύμφωνα με το άρθρο 543 ΑΚ, ο αγοραστής δικαιούται, αντί των ανωτέρω δικαιωμάτων (540 Α.Κ.), να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως ή, σωρευτικώς μετά των δικαιωμάτων αυτών να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Ως "πραγματικό ελάττωμα" χαρακτηρίζεται η ατέλεια του πράγματος που αφορά στην ιδιοσυγκρασία ή την κατάσταση του πωληθέντος πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή και έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητά του. Η προς το χειρότερο δηλαδή παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, η οποία οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής ή συσκευασίας καθώς και στη χρησιμοποίηση κακής ποιότητας υλικών και η παρέκκλιση αυτή έχει ως συνέπεια, ανεξαρτήτως της αιτίας που την προκαλεί, την αρνητική επίδραση επί της αξίας του πράγματος ή της χρησιμότητας αυτού ενόψει των συμφωνηθέντων με τη σχετική σύμβαση πωλήσεως, ανεξαρτήτως του αν ήσαν εμφανή ή μη ή εάν τα εγνώριζε ή όχι ο πωλητής.

Έτσι στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητας ο αγοραστής δικαιούται, κατ’ επιλογή του, να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο και αυτό εφόσον είναι δυνατόν και δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, ή την μείωση του τιμήματος, ή να υπαναχωρήσει της συμβάσεως.

Το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πωλήσεως, είναι διαπλαστικό και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (άρθρα 389 επ. Α.Κ.), και υποχρέωση αμοιβαίας επιστροφής των ληφθεισών παροχών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 547 του Α.Κ. " αν ο αγοραστής υπαναχωρήσει από τη σύμβαση λόγω πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας, έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που του προσέθεσε ο ίδιος, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε.

Ο πωλητής επιστρέφει το τίμημα με τόκο, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αντικατάστασης του πράγματος". Ωστόσο, είναι αυτονόητο, ότι για να χωρήσει και λειτουργήσει η υπαναχώρηση αυτή, η οποία ανατρέπει τη σύμβαση εξ υπαρχής, πρέπει να πρόκειται για ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα και όχι επουσιώδες, καθόσον στην τελευταία περίπτωση ισχύουν οι όροι του άρθρου 542 Α.Κ.

και ειδικότερα το δικαστήριο μπορεί μολονότι ο αγοραστής άσκησε αγωγή για υπαναχώρηση από την καταρτισθείσα πώληση, να επιδικάσει μόνον μείωση του τιμήματος, ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει πως οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Προς τούτο το δικαστήριο εξετάζει εάν το πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον αγοραστή για την κατά προορισμό χρήση του και εάν η από την υπαναχώρηση της πωλήσεως επερχομένη ζημία στον πωλητή είναι δυσανάλογη προς την ωφέλεια που θα επέλθει στον αγοραστή. Επομένως και σε συνδυασμό με όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 542 Α.Κ., για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής και όταν ο αγοραστής ασκεί το δικαίωμα αντικαταστάσεως του πράγματος.

Και στην περίπτωση δηλαδή αυτή θα πρέπει να παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια εάν κρίνει ότι από τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η αιτουμένη από τον αγοραστή αντικατάσταση του πράγματος, η οποία από απόψεως αποτελεσμάτων προσεγγίζει προς την υπαναχώρηση ( άρθρο 547 Α.Κ.), να διατάξει αντ’ αυτής μείωση του τιμήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Στις 21-4-2003... καταρτίστηκε ανάμεσα στην δεύτερη εναγομένη..., η οποία... αποτελεί μέλος του δικτύου των επισήμων εμπόρων της "Mercedes- Benz Ελλάς ΑΕ", και στον ενάγοντα...

σύμβαση πωλήσεως ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mercedes- Benz, τύπου C180 Κ 5PORTS COUPE, 1800cc..., αντί συμφωνημένου τιμήματος 35.688 ευρώ, το οποίο...ή θα καταβαλλόταν τοις μετρητοίς κατά την παράδοση του οχήματος... ή θα καταβαλλόταν ποσό 19.000 € κατά την παράδοση και το υπόλοιπο σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις..., στο δελτίο παραγγελίας περιελήφθη όρος αντικατάστασης του οχήματος σε περίπτωση που ενεφάνιζε σοβαρό ελάττωμα κατά τη λειτουργία του.

Το αυτοκίνητο εισήχθη ... και ταξινομήθηκε την 24.6.2003... Αμέσως μετά... πωλήθηκε στην δεύτερη εναγομένη, αντί 32.853,67€ και ήταν καταβλητέο εντός 12 ημερών από την έκδοση του παραστατικού. Ωστόσο, επειδή ο αγοραστής επέλεξε να καταβάλει το τίμημα σε δόσεις, η άνω πωλήτρια αδυνατώντας να εξοφλήσει το τίμημα...μεταβίβασε το όχημα στην "Daimler Chrysler Services A.E.", η οποία λειτουργεί ως χρηματοδοτική εταιρία της "Mercedes", σε πωλήσεις με πίστωση και με τον τρόπο αυτό ο ενάγων φέρεται να αγόρασε το όχημα του από την τελευταία.

Όμως, παρά την μεταβίβαση αυτή, η οποία εξυπηρετούσε αποκλειστικά τους λογιστικούς σκοπούς της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία δεν έπαψε να εμφανίζεται ως πωλήτρια στον ενάγοντα. Μάλιστα, την 1-7-2003... παρέδωσε στον ενάγοντα, ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, (το) αυτοκίνητο... ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχε συμφωνηθεί με την ως άνω εναγομένη πωλήτρια εταιρία εγγράφως διετής "εγγύηση", καταλαμβάνουσα τόσον την ασφαλή και εύρυθμη λειτουργία του όσον και την καλή κατάσταση των μηχανικών τμημάτων του.

Ο ενάγων κατέβαλε ποσό 19.000€ και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο σε 12 δόσεις κατά τη συμφωνία τους, παρέλαβε δε κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία το άνω αυτοκίνητο, ανεπιφύλακτα, και άρχισε να το κυκλοφορεί.... Μία εβδομάδα αργότερα αντικαταστάθηκε από το ειδικευμένο συνεργείο της δεύτερης εναγόμενης το στεγανοποιητικό πλαίσιο της μπροστινής αριστερής πόρτας...., χωρίς να εντοπιστεί κάποια βλάβη στον κινητήρα, παρότι ο ίδιος ισχυρίζεται, ότι από την ημέρα παραλαβής του, ο κινητήρας του αυτοκινήτου έσβησε και δυσκολευόταν να ανεβάσει στροφές.

Στις 27-8-2003 στο ίδιο συνεργείο κατά την δοκιμαστική διαδρομή διαπιστώθηκε ότι στην 1η, 2η, 3η ταχύτητες στις 6.300/RPM/MIN περίπου "έπεφτε" η ισχύς του κινητήρα και ότι το πίσω πάτωμα ζεσταινόταν χωρίς κλιματισμό, προβλήματα όμως, τα οποία θεωρήθηκαν από το συνεργείο της πωλήτριας, ως αντιμετωπίσιμα. Μάλιστα οι εξειδικευμένοι τεχνίτες της πωλήτριας επιλήφθηκαν των παραπάνω προβλημάτων κατ’ επανάληψη, δεδομένου ότι παραλάμβαναν το αυτοκίνητο του ενάγοντος, επιχειρούσαν, επ’ αυτού, τις προσήκουσες και ενδεδειγμένες, από τεχνικής απόψεως, επιδιορθώσεις και ακολούθως το παρέδιδαν στον ενάγοντα διαβεβαιώνοντάς τον ότι είχαν επιλυθεί τα προβλήματα που είχαν ανακύψει, πλην όμως και πάλι αυτά εμφανίζονταν και δημιουργούσαν ανησυχία στον τελευταίο σχετικώς με την ασφαλή κυκλοφορία του...αυτοκινήτου.

Για το λόγο αυτό μετέβη στην Αθήνα για τεχνικό έλεγχο του οχήματος από γερμανό τεχνικό της Mercedes- Benz....Κατόπιν ο ενάγων....αναγκάστηκε να καταφύγει στις υπηρεσίες άλλου επίσης εξουσιοδοτημένου συνεργείου του... εργοστασίου κατασκευής αυτοκινήτων, (Mercedes- Benz), με την επωνυμία "Αφοι Κ. & Σία Ο.Ε.". Στο συνεργείο αυτό, από τον Ιούνιο του 2004 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2005, αντικαταστάθηκαν σταδιακά ο μετρητής μάζας αέρα, ο λεβιές ταχυτήτων, η αντλία υδραυλικού τιμονιού, ο γρύλλος παραθύρου δεξιάς πόρτας, το λάδι του τιμονιού, το κλάξον, μία γωνία ανύψωσης της συρόμενης οροφής, ο άξονας αλλαγής ταχυτήτων, το κιβώτιο ταχυτήτων, ο σφόνδυλος και ο δότης θέσης του στροφαλοφόρου άξονα, γρανάζια, τάπες, παξιμάδια, λάστιχο, τσιμούχα, σηματοδότης, βολάν, υγρά φρένων και λάδι σασμάν.

Για όλα αυτά τα ανταλλακτικά και τις σχετικές εργασίες ο ενάγων δεν κατέβαλε κανένα χρηματικό ποσό, καθώς καλυπτόταν .. από την ... εγγύηση. Σημειωτέον ότι παρά τις άνω επισκευές το όχημα σε διάστημα δύο ετών είχε διανύσει περί τα 30.000 χιλιόμετρα, και ο ενάγων αποπλήρωσε όλο το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του οχήματος, γεγονός που δεν αμφισβητεί άλλωστε η δεύτερη εναγόμενη.

Τον Ιανουάριο του 2005, ο ενάγων απέστειλε εξώδικη όχληση στην δεύτερη εναγόμενη ζητώντας την αντικατάσταση του οχήματος ή την μείωση του τιμήματος. Η δεύτερη εναγομένη αρνήθηκε την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων στο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο παράδοσης του..., θεωρώντας ότι με την αντικατάσταση των άνω ανταλλακτικών, αυτά είχαν επιλυθεί....

Όμως ο κινητήρας εξακολούθησε να "πέφτει" στις χαμηλές στροφές. Είναι λοιπόν προφανές ότι η παραπάνω δυσλειτουργία, που εμφανίστηκε στο προαναφερθέν αυτοκίνητο που αγόρασε ο ενάγων, συνιστά πραγματικό ελάττωμα που υπήρχε σ’ αυτό κατά τον χρόνο της μεταθέσεως του κινδύνου, στον ίδιο και δεν μπορεί μάλιστα να επιδιορθωθεί..

Το παραπάνω ...ελάττωμα... επηρεάζει βεβαίως αρνητικά την αξία του, δεν εκμηδενίζει όμως αυτήν, ούτε βεβαίως αναιρεί την κατά προορισμόν χρήση του εκ μέρους του ενάγοντος και μάλιστα με ασφάλεια..., καθόσον αυτός για μεγάλο χρονικό διάστημα, από 2003 μέχρι και σήμερα, χρησιμοποιεί το εν λόγω αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του, έχοντας μάλιστα διανύσει με αυτό 30.000χιλ τα δύο πρώτα έτη, χωρίς να έχει τεθεί ποτέ σε κίνδυνο η ζωή των επιβαινόντων σ’ αυτό.

Πλέον από το έτος 2005, οπότε έληξε η εγγύηση καλής λειτουργίας του πωληθέντος, και μετέπειτα, ο ενάγων δεν επικαλείται ότι προέβη σε κάποια επισκευή του οχήματός του, πέραν της συνήθους συντηρήσεως, δεομένου ότι εξακολούθησε να κατέχει τούτο και να το χρησιμοποιεί στις μετακινήσεις του, μέχρι σήμερα, για την εξυπηρέτηση των ποικίλων αναγκών του.

Ενόψει τούτων αλλά και του γεγονότος ότι η ζημία, η οποία θα επέλθει στην εναγομένη πωλήτρια εταιρία στην περίπτωση κατά την οποίαν πραγματοποιηθεί αντικατάσταση του πωληθέντος αυτοκινήτου, το οποίο κυκλοφορεί επί 9 και πλέον έτη, με άλλο καινούργιο, θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ωφέλεια που θα προκύψει για τον ενάγοντα αγοραστή, καθόσον ο τελευταίος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα έχει πραγματοποιήσει με το εν λόγω αυτοκίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του τουλάχιστον 135.000 χιλιόμετρα (9 έτη Χ 15.000 περίπου ετησίως), το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να χωρήσει μείωση του τιμήματος, παρότι ο ενάγων με την ασκηθείσα αγωγή του ζήτησε την αντικατάσταση, γιατί από τα προεκτεθέντα περιστατικά και σύμφωνα με τις γενικές αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν δικαιολογείται αυτή.

Κατά τον χρόνο καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως του πωληθέντος αυτοκινήτου η αγοραία αξία του χωρίς το παραπάνω ελάττωμα ήταν ίση προς το συμφωνηθέν τίμημα των 35.688 ευρώ. Κατά τον ίδιο χρόνο η αξία του με το προαναφερθέν ελάττωμα ανήρχετο σε 20.688 ευρώ, ενόψει του ότι η εμπορική του αξία μειώνεται εξαιτίας του ανωτέρω ελαττώματος.

Έτσι, η μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος ανέρχεται... στο χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ (και συγκεκριμένα 35.688 ευρώ Χ (20.688 /35.688 ευρώ) = 20.688 ευρώ, 35.688 - 20.688=15.000), το οποίο, εφόσον έχει καταβληθεί στην ως άνω εναγομένη, οφείλει αυτή να το επιστρέψει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής του μέχρις εξοφλήσεως.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις... και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτός... ο σχετικός λόγος..., και η έφεση στο σύνολο της, όπως και η αντέφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα, και αφού κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική έρευνα από το Δικαστήριο τούτο να εξετασθεί κατ’ ουσίαν...

και πρέπει (η αγωγή) να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 542 του Α.Κ., η οποία σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ετύγχανε εν προκειμένω εφαρμογής, ενόψει των παραδοχών αυτού ότι η αιτουμένη από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο αντικατάσταση του περί ου ο λόγος ελαττωματικού αυτοκινήτου, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην πληττομένη απόφασή του, δεν δικαιολογείται, με βάση τις αρχές της καλή πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθόσον θα έχει ως συνέπεια την πρόκληση στην αναιρεσείουσα πωλήτρια δυσαναλόγως μεγαλυτέρας ζημίας σε σχέση με την ωφέλεια που θα επέλθει στον αντίδικό της αγοραστή του αυτοκινήτου.

Κατόπιν αυτού το Εφετείο, σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω αντικειμενικά δεδομένα, και διαπιστώνοντας το υφιστάμενο νομοθετικό κενό, μολονότι δεν προβαίνει σε ειδική περί τούτου μνεία στην απόφασή του, εχώρησε ορθώς στην αναλογική εφαρμογή της ως είρηται διατάξεως του άρθρου 542 του Α.Κ. και αντί της επιδιωκομένης από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο αντικαταστάσεως του επιδίκου αυτοκινήτου επέβαλε το ολιγώτερον επαχθές για την εναγομένη αναιρεσείουσα μέτρο της μειώσεως του τιμήματος του εν λόγω αυτοκινήτου.

Επομένως οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της κρινομένη αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (με τον δεύτερο λόγο) και αριθμ. 9 (με τον πρώτο) του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ρηθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 542 Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω και επί πλέον διότι δεν αναφέρει στην απόφασή του την αναγκαία, για την αναλογική εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, διαπίστωση νομοθετικού κενού, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα, ως άνω, διάταξη του άρθρου 542 του Α.Κ. , την οποία έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα η παραδοχή του Εφετείου ότι από το έτος 2005, που έληξε η εγγύηση καλής λειτουργίας του πωληθέντος αυτοκινήτου, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις του και δεν επικαλείται οποιαδήποτε επισκευή του, πέραν της συνήθους συντηρήσεώς του, δεν αναιρεί την ύπαρξη του υφισταμένου πραγματικού ελαττώματος του εν λόγω αυτοκινήτου και δεν καθιστά αδικαιολόγητη την επιβληθείσα μείωση του τιμήματος αυτού, ούτε και αντιφάσκει προς τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Τούτο δε, ενόψει και της προηγηθείσης σαφούς παραδοχής της πληττομένης αποφάσεως ότι παρά τις επανειλημμένες επισκευές του αυτοκινήτου ο κινητήρας του εξακολουθεί να εκδηλώνει πτώση της ισχύος του "να πέφτει" στις χαμηλές στροφές λειτουργίας του και ότι η δυσλειτουργία του αυτή, που εμφανίστηκε στο αυτοκίνητο από του χρόνου της αγοράς του και μεταθέσεως του κινδύνου στον αγοραστή, συνιστά πραγματικό ελάττωμα, μη επιδεχόμενο επιδιορθώσεως, το οποίο επηρεάζει αρνητικώς την αξία του, χωρίς όμως να την εκμηδενίζει και να αναιρεί την κατά προορισμόν χρήση του.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" . Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται αιτίαση από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. .../24-2-2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Χ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καστοριάς Αναστασίας Παπακώστα - Πλυτά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την ρητή αναφορά του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, την οποία και ειδικώς μνημονεύει, αλλά και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως και δη από τις παραδοχές της που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται βέβαιο ότι η συγκεκριμένη βεβαίωση ελήφθη υπόψη από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2013 αίτηση της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. Α.Ε.", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 58/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ