Supreme Court allows appeal against lower court's application of five-year statute of limitations in car accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the claim based on the five-year statute of limitations. The appellant argued that the limitation period should have been interrupted or extended due to the specific nature of the claim and the timing of knowledge regarding the injury. The court found the lower court's interpretation of the relevant civil code articles erroneous and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 268 and 937 of the Civil Code; The five-year limitation period for a third-party claim does not automatically apply if the primary claim's limitation period was interrupted, allowing for a new twenty-year period to commence from the date of knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 996 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 996/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τζίμα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Μ. του Κ. κατοίκου ... και 2. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σφέτσου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2006 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1278/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 30-1-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 716/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681 Α Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο ήδη αναιρεσείων είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1.4.2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3340/2006 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ιστορούσε ότι στις 2.6.1997, η πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία της και ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης της έναντι τρίτων στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά της την υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες σύγκρουση του εν λόγω αυτοκινήτου με το οδηγούμενο από τον Γ.
Γ. υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, στο οποίο ήταν αυτός (ενάγων ) συνεπιβάτης, με αποτέλεσμα να υποστεί τις αναλυτικώς αναφερόμενες σ' αυτή σωματικές βλάβες, που οδήγησαν σε ολική και μόνιμη ανικανότητά του προς εργασία. Ότι έχει κριθεί τελεσίδικα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης - νυν πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι με προγενέστερη αγωγή του είχε ζητήσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία για το μέχρι 31.3.2004 χρονικό διάστημα.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος περαιτέρω ο ενάγων ότι η προαναφερόμενη ανικανότητά του θα συνεχισθεί και για το από 1.4.2004 μέχρι 31.3.2009 χρονικό διάστημα, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εκάστη εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ως περαιτέρω αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη, το συνολικό ποσό των 58.814,4 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 1278/2007 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατά τα ειδικότερον στην απόφαση αυτή εκτιθέμενα.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα ο μεν ενάγων άσκησε την από 20.1.2009 και με αριθμό κατάθεσης 603/2009 έφεση, οι δε εναγόμενες την από 23.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1900/2009 τοιαύτη. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συζητήθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 716/2010 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αυτές, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή εκείνη των εναγομένων.
Στη συνέχεια δε, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή, ως υποκύψασα στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεκτού γενομένου του πρωτοδίκως προβληθέντος και στην κατ' έφεση δίκη επαναφερθέντος σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Περαιτέρω απ' τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' Α.Κ. και 221§1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφ.
α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937§1 Α.Κ., από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, Ολ.ΑΠ 38/1996, ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 521/2008).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1702/2011).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 399/2004).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είχε τραυματισθεί σοβαρά στις 2.6.1997, σε λαβόν χώρα στην Ε.Ο.
Τάραψας - Μονεμβασιάς τροχαίο ατύχημα, όταν ήταν συνεπιβάτης στο οδηγούμενο από τον Γ. Γ. … ΦΙΧ αυτ/το, στο οποίο προσέκρουσε το ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ... ΕΙΧ αυτ/το, που το οδηγούσε η πρώτη εναγόμενη ιδιοκτήτρια αυτού. Από τη σύγκρουση αυτή ο ενάγων υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μετατραυματική διπλωπία, πάρεση αρ.
κάτω άκρου, αδυναμία των κάτω άκρων, που αποδίδεται σε πάρεση του αριστερού κεντρικής αιτιολογίας και σε ισχιαλγία του δεξιού περιφερικής αιτιολογίας....αποδεικνύονται προσθέτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 1.4.1998 πρώτη αγωγή του ο (και νυν) ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε επικαλεσθεί την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού και την ολική λόγω του ανωτέρω τραυματισμού του εργασιακή ανικανότητα αυτού και είχε ζητήσει από τους εναγομένους, εις ολόκληρον, αποζημίωση (μεταξύ άλλων και) για την αδυναμία του να μετέρχεται το επάγγελμα του τυροκόμου, μέχρι 31.3.1999.
Το εν λόγω Δικαστήριο με τη μη οριστική 1594/1999 απόφασή του είχε διατάξει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε απ' το νευρολόγο - ψυχίατρο Χ. Β.. Στην από 27.1.2000 έκθεσή του, που κατατέθηκε με αριθμ. 41/31.1.2000 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, ο πραγματογνώμονας αποφαίνεται, ότι ο ενάγων είχε καταστεί μονίμως 80% ανάπηρος, με προοπτική ενδεχόμενης ιάσεως (βελτιώσεως) στο 70% της αναπηρίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε στη συνέχεια την 3616/2002 οριστική του απόφαση, την οποία το Εφετείο με την 7891/2003 απόφασή του, κατά παραδοχή της από 20.11.2002 εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνισε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, καταλογίζοντας την υπαιτιότητα για τη σύγκρουση στην εναγομένη οδηγό, και επιδίκασε στον ενάγοντα το μνημονευόμενο στο διατακτικό της χρηματικό ποσό.
Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε τη δεύτερη, κατά σειρά, από 29.3.2001 με αριθμ. καταθέσεως 2762/2001 αγωγή του, με την οποία ζήτησε απ' τις εναγόμενες, εις ολόκληρον, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την εργασιακή ανικανότητά του μέχρι 31.3.2004. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτήν με την 4894/2003 απόφασή του, η κατά της οποίας έφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε με την 8196/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Σύμφωνα, όμως, με τη μείζονα σκέψη και την ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ο ενάγων έλαβε γνώση της μόνιμης αναπηρίας του από τον προαναφερόμενο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, άλλως από τις αρχές Φεβρουαρίου 2000 και δη στις 8.2.2000, όταν μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, με την αντίστοιχης ημεροχρονολογίας αίτηση - κλήση του ζητεί τον ορισμό δικασίμου για τη συζήτηση της (πρώτης εκείνης) αγωγής του.
Από τότε άρχισε να τρέχει η πενταετής παραγραφή για ό,τι μελλοντικά θα ζητούσε, που θα είχε ως βάση την αξίωση αποζημιώσεώς του λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, γιατί έκτοτε κατέστη προβλεπτή η όλη (και μελλοντική) κατάσταση της υγείας του. Στη δεύτερη, συνεπώς, αγωγή, έπρεπε να ζητεί όλες τις μελλοντικές, περιοδικά καταβλητέες παροχές του.
Εκείνος, εν τούτοις, ζήτησε μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι 31.3.2004, δηλαδή, για μέρος μόνο της αξιώσεώς του. Η παραγραφή, που είχε αρχίσει από τον προαναφερόμενο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, οπωσδήποτε δε από το έτος 2000, κατά τα ως άνω, διακόπηκε με την άσκηση της δεύτερης αγωγής μόνο για το αντίστοιχο, ζητούμενο με αυτήν, μέρος της αξιώσεως, και όχι για το μετέπειτα χρόνο, για τον οποίο άσκησε την τρίτη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
Η ανωτέρω, 8196/2004 απόφαση του Εφετείου (επί της δεύτερης αγωγής) αφορά μόνο, όπως προειπώθηκε, στο ασκηθέν με την εν λόγω αγωγή μέρος της αξιώσεως. Γι' αυτό, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή η Α.Κ. 268, ώστε να συντρέχει επιμήκυνση της πενταετούς σε εικοσαετή παραγραφή. Η υπό κρίση, δηλαδή, αγωγή, που επιδόθηκε στις 23.5.06 στην πρώτη εναγόμενη και στις 12.4.06 στη δεύτερη εναγόμενη, ασκήθηκε μετά την συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής, που εδώ διέπει την κρινόμενη υπόθεση, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενες, προβάλλοντας την αντίστοιχη, (κατ' άρθρο 937 Α.Κ.), ένσταση, αμυνόμενες κατά της αγωγής, της οποίας αντιστοίχως ζητούν την απόρριψη, και παρά τα όσα αντίθετα, αβασίμως όμως, ισχυρίζεται ο ενάγων.
Κατά συνέπεια των παραδοχών αυτών έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή, λόγω παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή, που προέβαλαν οι εναγόμενες και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις.
Γι' αυτό, κατά παραδοχήν ως βάσιμου του πρώτου λόγου εφέσεως των εναγομένων και της εφέσεώς τους συνολικώς ως βάσιμης από ουσιαστικής απόψεως, μετ' απόρριψη ως αβασίμου του (μοναδικού) λόγου εφέσεως του ενάγοντος και της εφέσεώς του στο σύνολό της ως αβάσιμης από πλευράς ουσίας, πρέπει αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) να εξαφανισθεί (ως προς όλες αυτής τις διατάξεις).
Ακολούθως, πρέπει, κατ' άρθρο 535§1 Κ.Πολ.Δ., να κρατηθεί στο Δικαστήριο τούτο η υπόθεση, να δικασθεί δε και να απορριφθεί η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ανελέγκτως α) ότι η από 1.4.1998 πρώτη κατά σειρά αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων τελεσιδίκησε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 7891/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β) ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών του ενδίκου ατυχήματος από τον χρόνο που αυτό έλαβε χώρα (2.6.1997), άλλως από τις 8.2.2000, οπότε με την υπό ιδία ημεροχρονολογία κλήση του έφερε προς συζήτηση την ως άνω πρώτη αγωγή του, μετά την διεξαγωγή της διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και το οποίο Εφετείο στη συνέχεια γ) έκρινε ότι και με χρόνο γνώσης της ζημίας την 8.2.2000, η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση του ενάγοντος είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της ΑΚ 937, διότι έκτοτε (ήτοι από 8.2.2000) και μέχρι την επίδοση της αγωγής στις εναγόμενες (23.5.2006 στην πρώτη και 12.4.2006 στη δεύτερη) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 268 εδάφ.
α' και 937 ΑΚ. Τούτο δε διότι με χρόνο γνώσης της ζημίας εκ μέρους του ενάγοντος - νυν αναιρεσείοντος την 8.2.2000 και χρόνο βεβαίωσης της καθόλου αξίωσης αυτού με την υπ' αριθμ. 7891/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών το έτος 2003, ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδάφ. α' ΑΚ, προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή του τρίτου μέρους της αξίωσης του ενάγοντος (ήτοι της υπό κρίση τρίτης κατά σειρά ένδικης αγωγής) ως εικοσαετούς, γιατί η εκ του άρθρου 937 Α.Κ.
αρχική (πενταετής) παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί το έτος 2003.
Συνεπώς, ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ταύτα υποστηρίζων πρώτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, η διαφοροποίηση των εννόμων συνεπειών μεταξύ της κύριας αιτιολογίας και της επάλληλης - επικουρικής, αναφορικά με τον χρόνο γνώσης από τον αναιρεσείοντα της ζημίας και εντεύθεν του χρόνου έναρξης της προτεινόμενης από τις αναιρεσίβλητες πενταετούς παραγραφής ενέχει ενδοιαστική διατύπωση που καθιστά αναιρετέα την απόφαση και για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης.-
ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα του δεύτερου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείοντος (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 716/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ