Legislator Case Law & Legislation
996/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on failure to cite evidence, ruling appeal inadmissible as lower court relied on other valid proof.

Case Number 996/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to reinstate proceedings and the subsequent appeal against the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred by considering documents not formally cited, violating Article 559(11) of the Code of Civil Procedure. However, the court found the appeal inadmissible because the lower court's judgment was primarily based on other legally sufficient evidence, making the uncited documents merely supplementary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 335, 338, 339, 341, 432, 559(11) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to cite evidence is inadmissible if the lower court's decision rests principally on other valid means of proof and only incidentally on the uncited document.

Keywords

AI generated
Article 559(11) Code of Civil Procedure failure to cite evidence reinstatement of proceedings admissibility of appeal supplementary evidence weight of evidence judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 335, 338, 339, 341, 432 and 559(11) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 996 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 996/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Τσιώνα.

Της αναιρεσιβλήτης-καθής η αίτηση : Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δουφεξή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1703/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1577/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων-αιτών με την από 10-5-2007 αίτησή επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και τους από 17-10-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου (κατά το πρώτο μέρος αυτού) λόγου αναίρεσης και β) την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος-αιτούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου-καθής η αίτηση την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 341, 432 και 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι, για να λάβει υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και να εκτιμήσει ως αποδεικτικό μέσο κάποιο έγγραφο, δεν αρκεί το έγγραφο αυτό να είναι απλώς συνημμένο στη δικογραφία, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση αυτού με τις προτάσεις. Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του έγγραφο του οποίου δεν έγινε επίκληση ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης. Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί ή του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο (με αριθμούς 1-9) έγγραφα ήτοι 1) την από 22-6-1999 μήνυση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, 2) το με αριθ. 4441/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, 3) το με αριθ. 1217/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 4) το με αριθ. 1205/2003 βούλευμα του Αρείου Πάγου, 5) την με αριθ. 7/2003 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., 6) την από 18-4-2002 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ΑΑ, 7) την από 22-2-2002 ένορκη εξέταση της μάρτυρος ΒΒ, 8) την από 18-4-2002 ένορκη εξέταση της μάρτυρος ΓΓ και 9) την από 7-6-2000 αναφορά της αναιρεσίβλητης στον Δ.Σ.Α..

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος : Α) ως προς τα με αριθ. 1 έως 7 έγγραφα, διότι έγινε νόμιμη επίκληση τούτων και δη α) των εξ αυτών 1 έως 6 με τις από 30-9-2004 προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, ήτοι της από 22-6-1999 μήνυσης του αναιρεσείοντα κατά της αναιρεσίβλητης, του με αριθ. 4441/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, του με αριθ. 1217/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, του με αριθ. 1205/2003 βουλεύματος του Αρείου Πάγου και της με αριθ. 7/2003 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α.

και β) του με αριθ. 7 εγγράφου, ήτοι της από 22-2-2002 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος ΒΒ, με τις από 30-9-2004 προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο. Πέραν τούτου, η αναφορά του Εφετείου στην ένορκη αυτή εξέταση της ΒΒ γίνεται μόνο επικουρικώς, αφού ρητώς επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω μάρτυρας κατά την ενώπιον του πρωτοδικείου εξέτασή της κατέθεσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά που είχε καταθέσει με την επίμαχη (από 22-2-2002) ένορκη εξέτασή της.

Β) Ως προς το με αριθ. 8 έγγραφο, ήτοι την από 18-4-2002 ένορκη εξέταση της μάρτυρος ΓΓ, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση και όχι μόνο από την ανωτέρω ένορκη εξέταση, στην οποία μόνο επικουρικώς αναφέρεται.

Επιπροσθέτως δε και διότι, τόσο η εν λόγω ένορκη εξέταση της ΓΓ, όσο και του ΑΑ, επιτρεπτώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αφού η μη λήψη υπόψη τούτων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποτέλεσε συγκεκριμένο πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και Γ) ως προς το με αριθ. 9 έγγραφο, ήτοι την από 7-6-2000 αναφορά της αναιρεσίβλητης στο Δ.Σ.Α., διότι, το περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στην υπ' αριθ. 7/2003 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α., της οποίας έγινε, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση.

Κατ' άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔικ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό (με αριθμούς 10-12) έγγραφα και δη την από 5-11-2001 ένορκη εξέταση του ΔΔ στον πταισματοδίκη Ν. Ιωνίας, την από 18-4-2002 ένορκη εξέταση της ΕΕ στον πταισματοδίκη Αθηνών και την από 18-4-2002 ένορκη εξέταση του ΣΤ στον πταισματοδίκη Αθηνών, γιατί δεν έγινε νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών και ειδικότερα γιατί η επίκληση τούτων από τον αναιρεσείοντα με απλή ενσωμάτωση στις κατ' έφεση προτάσεις του των πρωτόδικων προτάσεών του, στις οποίες μνημονεύονται τα εν λόγω έγγραφα και με γενική αναφορά σαυτές (πρωτόδικες προτάσεις) δεν συνιστά νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφ' ενός διότι έγινε παραδεκτά επίκληση του μεν πρώτου εγγράφου (από 5-11-2001 εξέτασης του ΔΔ) με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (βλέπε β' σελίδα του 7ου φύλου), των δε λοιπών εγγράφων με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στην κατ' έφεση δίκη, αφ' ετέρου δε διότι η επικαλούμενη μη νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσείοντα των παραπάνω εγγράφων, αν και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως υπέρ του αναιρεσείοντος, αφού προήλθε από πράξη του ιδίου.

Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκου, ως ιδιαίτερου, κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔικ αποδεικτικού μέσου, απαιτείται νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Για να είναι δε νόμιμη η επίκληση αυτή πρέπει να γίνεται στις προτάσεις αυτές και επίκληση των αναγκαίων για το νόμιμο αυτής ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου, κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔικ, στοιχείων και δη του ονόματος του προσώπου που την έδωσε και ενώπιον τινος (Συμ/φου ή Ειρηνοδίκου) δόθηκε, καθώς και ότι αυτή (βεβαίωση) έγινε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι ο τελευταίος παραστάθηκε σε τρόπο ώστε η από την έλλειψη της νόμιμης κλητεύσεως ακυρότητα να θεραπεύεται.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔικ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το ν. 2915/2001 και το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3043/2002), που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ' έφεση δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη σ' όλα αδιακρίτως τα δικαστήρια της ουσίας, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, που δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές ελήφθησαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Η κλήτευση κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔικ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκου, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη βεβαίωση, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση είναι όχι απλώς άκυρη αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο μη θεωρούμενη ούτε ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου και γιαυτό δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξ άλλου, για να είναι εμπρόθεσμη η δια θυροκολλήσεως επίδοση της κλήσεως προς τον αντίδικο πρέπει η κατά το άρθρο 128 παρ. 4 στοιχ. γ' ΚΠολΔικ αποστολή ταχυδρομικώς της εγγράφου ειδοποιήσεως για την θυροκόλληση και την εγχείρηση απλού αντιγράφου της κλήσεως προς την αρμόδια αστυνομική αρχή να γίνει προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών.

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. ..., ... και .../2003 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ΖΖ, ΗΗ και ΘΘ, οι οποίες ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναριεσίβλητης, είχαν δοθεί ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών και τις οποίες είχε επικαλεσθεί με τις ενώπιον εκείνου (Εφετείου) προτάσεις του, αλλά και τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του (που ενσωματώθηκαν σε εκείνες τις κατ' έφεση), αφ' ενός "προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού" και αφ' ετέρου προς απόδειξη "της ένστασής του" ότι ουδέποτε επικαλέσθηκε οικονομικά προβλήματα που να δικαιολογούν τον δανεισμό του από την ενάγουσα ή από οποιονδήποτε άλλον γιατί η οικονομική του κατάσταση ήταν αξιοζήλευτη και ότι δεν υπήρξε ποτέ δεσμός μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης που θα οδηγούσε μάλιστα στον γάμο, αφού αυτός συνδεόταν ερωτικά με την ΚΚ.

Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση των από 30-9-2004 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, σ' αυτές γίνεται μόνο ενάριθμη αναφορά των πιο πάνω βεβαιώσεων χωρίς να προσδιορίζονται καθόλου τα ονόματα των εξετασθέντων σχετικώς προσώπων, καθώς και εάν οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν ενώπιον Συμ/φου ή Ειρηνοδίκου (και ποίου), αλλά ούτε και αν η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε για να παραστεί ή ότι η τελευταία παραστάθηκε κατά τη λήψη των βεβαιώσεων.

Δεν αποτελεί δε νόμιμη επίκληση τούτων η απλή ενσωμάτωση στις κατ' έφεση προτάσεις του αναιρεσείοντος των πρωτόδικων προτάσεών του, στις οποίες γίνεται επίκληση των επίμαχων βεβαιώσεων ούτε η επίσης αόριστη επίκληση τούτων (βεβαιώσεων) με την προσθήκη και αντίκρουση των κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσείοντα, εφ' όσον μάλιστα δεν γίνεται επίκληση, ούτε άλλωστε προκύπτει, ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσκομίσθηκαν σε αντίκρουση ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης που προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../29-8-2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., ή από 29-8-2003 κλήση για παράσταση της αναιρεσίβλητης κατά την λήψη την 3-9-2003 των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων θυροκολλήθηκε στην κατοικία της την 29-8-2003 ημέρα Παρασκευή με την παρουσία του εκεί αναφερόμενου μάρτυρα και αντίγραφο της κλήσεως αυτής επιδόθηκε αυθημερόν (29-8-2003) στον αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ ..., λόγω απουσίας (όπως βεβαιώνεται στην σχετική απόδειξη παραλαβής) του Διοικητού του τμήματος αυτού.

Όμως, από την από 1-9-2003 βεβαίωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, που προσυπέγραψε και η αρμόδια ταχυδρομική υπάλληλος, προκύπτει ότι η αποστολή της σχετικής ειδοποίησης στην παραλήπτρια αναιρεσίβλητη έγινε μεν την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την ανωτέρω εγχείρηση και συγκεκριμένα την 1-9-2003 (ημέρα Δευτέρα), πλην όμως εκπροθέσμως, ήτοι ουχί δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ορισθείσα προς λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων ημέρα (3-9-2003), με συνέπεια να θεωρούνται αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) ανύπαρκτες ως αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ πλημμέλεια και οι παραπάνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 443 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Όταν όμως η μαγνητοταινία που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη αφορά μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση και ασχέτως του χώρου, όπου έγινε η συνομιλία γιατί αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας σύμφωνα με τα αρ. 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδαφ.

β' και 19 του Συντάγματος και αρθ. 8 ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντ. Εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση ισχύει μόνον χάρη της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων εννόμων αγαθών, όπως λ.χ. η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη, τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο ποινικός κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο, που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (Ολ.ΑΠ 1/2001).

Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετείται, αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τρεις φωνοληψίες με το κείμενο της απομαγνητοφώνησής τους, στις οποίες περιέχονται ιδιωτικές συνομιλίες, με την αιτιολογία ότι, ο επικαλούμενος και προσκομίζων αυτές αναιρεσείων συνομολογεί με τις προτάσεις του ότι έχουν ληφθεί παρανόμως, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του εκάστοτε συνομιλητή που η κάθε συνομιλία αφορά και ότι η επίκληση από τον αναιρεσείοντα της δυσχέρειας ανταπόδειξης εκ μέρους του των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την επίδικη σύμβαση δανείου της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, δηλαδή της απόκτησης αποδεικτικού μέσου εκ μέρους του, δεν συνιστά συνταγματικά υπέρτερο έννομο αγαθό έναντι της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας, ώστε κατ' εξαίρεση να ληφθούν υπόψη τα ως άνω έγγραφα.

Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο και να μη λάβει υπόψη τις παραπάνω φωνοληψίες και τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα αυτών δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., αφού πρόκειται για αποδεικτικό μέσο το οποίο, υπό τις περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστάσεις, αποτελεί μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και γιαυτό ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.

πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Συνακόλουθα, ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, προβάλλεται η πράγματι από τον αριθ. 19 αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε τις φωνοληψίες και απομαγνητοφωνημένα κείμενα αυτών με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλείψεων της νόμιμης βάσης της απόφασης, που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων κανόνων.

Ενώ σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου, έστω και αν αυτός αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, όπως είναι ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας της αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο προκείμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ,. λόγος αναίρεσης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή εξ αυτών δικαστικών τεκμηρίων (πλην των παραπάνω φωνοληψιών και απομαγνητοφωνημένων κειμένων αυτών για τους προαναφερθέντες λόγους).

Από τη γενική αυτή αναφορά δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων α) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης β) αποδεικτικά επίδοσης εξώδικης δήλωσης προς τους γείτονες με αριθ.

σχετικών 27-35 και γ) εξώδικες απαντήσεις των γειτόνων με αριθμούς 36-42, καθώς και 1) την απολογία της αναιρεσίβλητης, τη με αριθ. .../2 βεβαίωση του Υ/θείου Μαραθώνα, 2) την από 30-7-2004 εξώδικη κλήση του αναιρεσείοντα στο μάρτυρα ΛΛ να εμφανισθεί στο δικαστήριο για κατάθεση, 3) αντίγραφο της μερίδας του αναιρεσείοντα στο υποθηκοφυλάκειο, 4) εκκαθαριστικά σημειώματα εφορίας, 5) ιδιωτικό συμφωνητικό υπόθεσης ...

κατά ..., 6) ένορκες καταθέσεις ΗΗ, ΘΘ, ΖΖ, ΜΜ, ΔΔ, ΑΑ, 7) το με αριθ. .../6-10-1998 συμβόλαιο, 8) τιμολόγιο αγοράς, άδεια κυκλοφορίας, 9) φωτοτυπία φακέλου υπόθεσης της αναιρεσίβλητης, με την υπογραφή της ότι ο φάκελος παρελήφθη απ' αυτήν, 10) από 15-6-19988 αίτηση για εκποίηση του επιδίκου διαμερίσματος, πρακτικά και υπ' αριθ. 4622/1998 απόφαση, 11) από 7-5-2004 μηνύσεις του ζεύγους Γαβαλά, 12) τη με αριθ. 9467/20-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 13) την από 10-7-2000 έκθεση ένορκης εξέτασης του ΔΔ, 14) το από 4441/2001 βούλευμα του Συμ/λίου Πλημ/κών Αθηνών, 15) την από 5-11-2001 κατάθεση του ΔΔ και 16) τα από 1703/25-9-2003 πρακτικά συνεδρίασης και από 19-2-2003 κατάθεση της ΝΝ, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.

Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου και οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δικ. προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση για παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη των παραπάνω εγγράφων είναι αβάσιμοι. Επίσης και οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τις από 29-10-2002, 17-4-2002 και 19-2-2003 ένορκες καταθέσεις των ΠΠ και ΡΡ και β) τη με αριθ. 3558/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30-1-2008 δήλωση του αναιρεσείοντα ανάκλησης μήνυσής του κατά του ΔΔ και το από 10-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αναιρεσείοντα και των μαρτύρων αυτών, είναι απαράδεκτοι και δη ως προς το πρώτο (υπό στοιχ.

α) σκέλος τους, γιατί τις ως άνω βεβαιώσεις δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και ως προς το δεύτερο (υπό στοιχ. β') σκέλος, γιατί δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή των παραπάνω εγγράφων στο Εφετείο, αφού είναι μεταγενέστερα της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Όπως προκύπτει από το από 26-4-2004 δικόγραφο έφεσής του, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο έφεσης αναφέρει ότι "η παραδοχή δύο επιπόλαιων και μη ολοκληρωμένων σεξουαλικών επαφών τοποθετούνται αριθμητικά και χρονικά με απόλυτη και σαφή διατύπωση". Από τις παραδοχές αυτές του αναιρεσείοντος στην έφεσή του και του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει αφ' ενός δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος για ερωτικό δεσμό του με την αναιρεσίβλητη κατά τον χρόνο σύναψης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων και αφ' ετέρου ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την ύπαρξη ερωτικού δεσμού μεταξύ των διαδίκων κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, στο σύνολο των αποδείξεων και παράλληλα στην παραπάνω δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο τρίτος λόγος, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την παραπάνω ανύπαρκτη ομολογία για τον προαναφερόμενο ερωτικό δεσμό των διαδίκων, είναι αβάσιμος, αφού η παραπάνω δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντα δεν είναι ανύπαρκτη.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, για τη σύναψη των κρίσιμων δανειακών συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, για την άρνηση επιστροφής τούτων με την παρέλευση μηνός από την καταγγελία των δανειακών αυτών συμβάσεων και για τον ερωτικό δεσμό των διαδίκων κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων, από την εκτίμηση των μνημονευόμενων σε αυτή αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (πλην των φωνοληψιών και των απομαγνητοφωνημένων κειμένων για τον προαναφερθέντα λόγο). Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Επίσης, είναι απαράδεκτοι οι τέταρτος (κατά το δεύτερο μέρος του) και έβδομος λόγοι του κύριου δικογράφου, με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ. αιτιάσεις για παραβίαση των κανόνων της κοινής πείρας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού δεν αναφέρονται οι κανόνες της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, ο δε λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δικ. δημιουργείται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία, εφ' όσον το πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο (κατά το τρίτο μέρος αυτού) και όγδοο λόγους του κύριου δικογράφου και τους σχετικούς πρόσθετους λόγους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 Κ.Πολ.Δικ. και υπό το πρόσχημα της παραβίασης των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, 6 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1994, 106 και 110 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ.

και των αρχών της ισότητας και της δίκαιης δίκης, αποδίδονται στο Εφετείο πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων και ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση της εκτίμησης αυτών (αποδείξεων) και συγκεκριμένα ότι δεν εκτίμησε ορθώς το περιεχόμενο ορισμένων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και δεν εστάθμησε προσηκόντως τις μαρτυρικές καταθέσεις, μεταξύ των οποίων και οι από 18-4-2002 ένορκες εξετάσεις των ΕΕ και ΣΤ και οι από 7-5-2004 μηνύσεις των μαρτύρων αυτών κατά του αναιρεσείοντα και έδωσε μεγαλύτερη πίστη στις καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στους πρόσθετους λόγους μάρτυρες.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, γιατί πλήττουν την εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και του περιεχομένου εγγράφων, η οποία (εκτίμηση), κατά τα προεκτιθέμενα, εκφεύγει, καθευατή, από τον αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι σε χέση με τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ελέγχονται δε με τον λόγο αυτόν μόνο οι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλείψεις της νόμιμης βάσης της απόφασης σχετικώς με την εφαρμογή των κανόνων αυτών και όχι παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου και ελλείψεις που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων κανόνων.

Ενώ κατά τα προεκτιθέμενα η απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός (559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ.), όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία στην κατάθεση ορισμένου μάρτυρα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο (κατά το τέταρτο μέρος του) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται η αιτίαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί 1) το γεγονός ότι δεν εξετάσθηκε κανένας από τους φερόμενους ως αυτόπτες μάρτυρες, 2) τη μεταβολή του ιστορικού της αγωγής μετά τριετία από την έγερσή της, 3) την αντίφαση μεταξύ του δικογράφου της αγωγής και της από 27-6-2000 ομολογίας της αναιρεσίβλητης ότι τα χρήματα του δανείου έπαιρνε ο αναιρεσείων προσωπικά, 4) γιατί ο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας ΛΛ δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη στην ανακριτική διαδικασία και δεν εξετάσθηκε στην διαδικασία του πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ούτε στη συζήτηση της ένδικης αγωγής ή ενώπιον Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, 5) την από 30-7-2004 εξώδικη κλήση του αναιρεσείοντα προς τον μάρτυρα αυτόν (ΛΛ) να εμφανισθεί και καταθέσει, 6) από ποιο αποδεικτικό μέσο εξάγεται άμεση μαρτυρία για τον ερωτικό δεσμό μεταξύ των διαδίκων και την παράδοση στον αναιρεσείοντα των αναφερομένων στην αγωγή ποσών δανείου, 7) με βάση ποια διάταξη ή γνώση των μαρτύρων γεγονότος από διηγήσεις της αναιρεσίβλητης, είναι ικανή να θεμελιώσει απόδειξη περί του γεγονότος αυτού, 8) την αντίφαση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι τον ερωτικό της δεσμό με τον αναιρεσείοντα ανακοίνωσε η ίδια στη φίλη της μάρτυρα ΕΕ, με το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή μένει σε απόσταση 20 έως 30 μ.

από το τροχόσπιτο της αναιρεσίβλητης και μπορούσε να σχηματίσει δική της γνώση για τον ερωτικό αυτό δεσμό, 9) την αντίφαση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι τον ερωτικό της δεσμό με τον αναιρεσείοντα γνώριζαν όλοι οι γείτονές τους στο ... με το γεγονός ότι κανένας γείτονας ή γνωστός τους κατέθεσε οτιδήποτε για τον ερωτικό αυτό δεσμό του, 10) από ποιο αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι τον Οκτώβριο 1997 ο αναιρεσείων υποσχέθηκε γάμο στην αναιρεσίβλητη, όταν η ίδια δέχεται ότι από το Σεπτέμβριο 1997 δεν είχαν συναντηθεί ποτέ και η υπόσχεση γάμου έγινε τηλεφωνικώς, 11) ότι ενώ στην ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη αποσιωπά την ύπαρξη της μόνιμης ερωτικής συντρόφου του αναιρεσείοντα ΚΚ, στην από 27-6-2000 απολογία της δέχεται ότι ήξερε ότι ο αναιρεσείων συζούσε με κάποια συνάδελφό του δικηγόρο πολύ νεώτερή του, 12) την δημιουργία πεποίθησης στην αναιρεσίβλητη μόνιμου ερωτικού δεσμού που θα οδηγούσε σε γάμο, ενώ γνώριζε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε πάρει διαζύγιο, συζούσε μόνιμα με ερωτική σύντροφο και απέφευγε να συναντηθεί μαζί της, η ίδια δε ήταν ώριμη 52 ετών, είχε πανεπιστημιακή μόρφωση και κοινωνική και συναλλακτική εμπειρία, ως συνταξιούχος υπάλληλος του Ελληνικού Δημοσίου, 13) από ποιο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, ότι ο αναιρεσείων είναι χρεωμένος, ότι δεν απέδιδαν η επιχείρηση του ιπποφορβείου και το δικηγορικό του γραφείο, ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα από την επέκταση της επιχείρησης του ιπποφορβείου, ότι δεν ασχολούνταν με το δικηγορικό του γραφείο και ότι παρά την άθλια οικονομική του κατάσταση αγόραζε με δόσεις διάφορα ακίνητα και γεωργικά εργαλεία, εν όψει μάλιστα της προσκομιδής από αυτόν της μερίδας του στο βιβλίο μεταγραφών, των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας εφορίας, των εργολαβικών δίκης και της ομολογίας της αναιρεσίβλητης σε σημείωμά της σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων και των καταθέσεων των μαρτύρων της ΕΕ και ΞΞ, ότι είναι ευκατάστατος και ότι η επιχείρηση του ιπποφορβείου λειτούργησε με 30 άλογα, ο δε μάρτυρας ΔΔ κατέβαλε για τον σταβλισμό του αλόγου του σ' αυτήν 85.000 δραχ.

το μήνα, 14) τις παραδοχές του για άθλια οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντα παρά τις αντίθετες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη και με εξώδικες δηλώσεις των κατόπιν της από 25-7-2004 εξώδικης πρόσκλησής του των ΖΖ, ΣΣ, ΤΤ, ΥΥ και ΩΩ, τη μη μεταβίβαση από αυτόν κάποιου από τα πολλά ακίνητά του προς αντιμετώπισή της και τη μη ύπαρξη κάποιου βάρους σε οποιοδήποτε από αυτά και δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να του χορηγήσει το επίδικο δάνειο παρά τις αντίθετες αναφορές της στο δικόγραφο της αγωγής της ότι είχε και αυτή οικονομικές δυσκολίες και δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσει οικονομικά, την από 27-1-2000 απολογία της στον ανακριτή ότι "το σπίτι στο ...

ανήκει αποκλειστικά στην πεθερά της" και το πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα ότι δεν είχε ιδιοκτησία στην περιοχή, τη δήλωση της στο Ε9 προς την Εφορία ότι το κτήμα στο ... της ανήκει μόνο κατά ποσοστό 25% και το με αριθ. .../6-10-1998 συμβόλαιο, από το οποίο προκύπτει ότι το διαμέρισμα στη ... της ανήκε μόνο κατά ποσοστό 28/125 εξ αδιαιρέτου, 15) γιατί στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα στο με αριθ. 4441/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, τη με αριθ. 7/2003 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, την από 5-11-2000 εξέταση του ΔΔ, τις καταθέσεις του ζεύγους ΕΕ-ΣΤ ενώπιον του πταισματοδίκη Αθηνών την 18-4-2002 και την 24-1-2003, τις καταθέσεις των ΑΑ-ΓΓ ενώπιον της ανακρίτριας την 10-7-2000 και ενώπιον του πταισματοδίκη Αθηνών την 29-3-2002, 16) τις παραδοχές του ότι το επίδικο δάνειο ήταν πραγματικό και συνεχίσθηκε η παροχή των δόσεων αυτού, παρά την ασυνέπεια του αναιρεσείοντα επιστροφής τούτων, την άσχημη οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, την άνετη οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντα, την ύπαρξη εισοδημάτων του ανερχομένων σε μεγάλα ποσά, την πλουσιοπάροχη ζωή του, την κυριότητα της αναιρεσίβλητης μόνο επί των προαναφερομένων ποσοστών εξ αδιαιρέτου των επίσης προαναφερομένων κτήματος και διαμερίσματος και 17) την αναγραφή στην από 15-6-1998 αίτηση της αναιρεσίβλητης για εκποίηση ακινήτου, ότι αυτή, εκποίηση, ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση των σπουδών του ανηλίκου τέκνου της, την ύπαρξη δύο τέκνων της αναιρεσίβλητης, από τα οποία το ένα σπούδαζε στη Γαλλία και το άλλο ετοιμαζόταν για πανελλήνιες εξετάσεις, την από τον αναιρεσείοντα καθυστέρηση αγωγής εξώσεως που του ανατέθηκε επί μήνες από εκδίκηση για τη διακοπή των σχέσεών τους, την απώλεια των εισοδημάτων της, ότι τα δάνεια προέρχονταν από δανεισμό της αδελφής της, από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι οι συμβάσεις δανείου έγιναν στο ..., ότι οι σακκούλες περιείχαν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά δανείου και ελήφθησαν από άγνωστο νεαρό και τον αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι ανωτέρω αιτιάσεις αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, δηλαδή στο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και στο γιατί το Εφετείο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ορισμένους μάρτυρες και έγγραφα, ενώ το αποδεικτικό του πόρισμα διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1577/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 17-10-2008 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ