Legislator Case Law & Legislation
996/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy law application to successors, remanding case for retrial.

Case Number 996/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's first appeal ground, finding the lower court erred in applying bankruptcy succession laws to the successor entity. The court held that the successor company, having acquired the assets through a valid transfer, was bound by the lease contracts despite the bankruptcy proceedings. Consequently, the court remanded the case for retrial before a different panel of judges at the Thessaloniki Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 1009 of the Civil Code; Article 46a of Law 1892/1990; Article 31 of Law 2538/1997: A successor entity acquiring assets through a valid transfer remains bound by existing lease contracts and eviction orders, and the bankruptcy administrator's actions do not extinguish these obligations.

Keywords

AI generated
bankruptcy succession lease contract binding eviction orders validity asset transfer administrative eviction

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Civil Code
Article 1009 of the Civil Code
Article 614 of the Civil Code
Article 46a of Law 1892/1990
Article 31 of Law 2538/1997
Article 2 of Law 1652/1986
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 996 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 996/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" που εδρεύει στον 'Αλιμο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., 2. ....., 3. ......, 4. ......., 5. ......, 6. ......., 7. ......, 8. ......, 9. ......., 10. ....., 11. ....... και 12. ........ Εκπροσωπήθηκαν οι 1oς, 2η, 3ος, 4η, 5ος, 6η, 7ος, 8η, 9ος, 10η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο Σαλκιτζόγλου, η 11η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και ο 12ος εκπροσωπήθηκε από την τελευταία πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και των ......, ..... και ...... που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2591/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το άρθρο 2 ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία όμως αρχή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι άνω συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν. δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή, προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.

ΑΠ 40/1998). Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον, η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. (Ολ.

ΑΠ 6/2007). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, "επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της.....".

Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε και ότι: "1. μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου απαιτήσεων.... το εφετείο με την απόφασή του της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση.... 2.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι.... Πλην των περιπτώσεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (βασικά και σχετιζόμενα με την παραγωγική διαδικασία περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης) ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.

Σ. ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας.... 7. Ο εκκαθαριστής.... εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, .........

συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης.... Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. Κ. Πολ. Δικονομίας.... 8. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού....

ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί....είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 Κ. Πολ. Δικ. και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας (8 εδάφ.

β' και γ'). 9. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ (9. εδ. β'). 10. Ο εκκαθαριστής εντός (15) ημερών από τη μεταβίβαση του ενεργητικού κατά τα προαναφερόμενα .... υποχρεούται να δημοσιεύσει πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών....οι δανειστές εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.

Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως 979 και 1007 ΚΠολΔ". Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 3 ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α' παρ. 8 του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά την μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση"...

Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως, ειδικότερα για ανάληψη της κατοχής ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.

Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν.2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ή του πλειοδότη του ενεργητικού της επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί....

Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ, το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως, αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 και 614 υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, οι διατάξεις περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (προβληματικές επιχειρήσεις) τίθενται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωση των επιχειρήσεων αυτών, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο το νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.

Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο ειδικό δημόσιο σκοπό, και δη την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Πλέον ειδικότερα, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρούμενης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείο του παθητικού απ' ευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι είτε κατά το νόμο 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2, 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.

Επομένως, οι ανωτέρω και νεότερες του ν. 1652/1986 περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ.1 του νόμου αυτού (1652/1986) με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση" ( Ολ ΑΠ 16/2006).

Εν όψει δε του ως άνω επιδιωκομένου με αυτές σκοπού, δεν είναι αντίθετες με τις προστατεύσουσες την περιουσία, υπό την άνω έννοια, διατάξεις των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου μάλιστα του ότι οι πιστωτές της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, που οι απαιτήσεις τους εναντίον αυτής συνιστούν μέρος του παθητικού της, έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν αυτές στο εκκαθαριστή και να συμμετάσχουν στη διαδικασία διανομής του επιτευχθέντος από την μεταβίβαση της επιχείρησης τιμήματος (πλειστηριάσματος), με τον συντασσόμενο από τον εκκαθαριστή πίνακα κατάταξης.

Τα αιτήματα των αναιρεσιβλήτων να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου, προκειμένου να κριθεί αν οι άνω ρυθμίσεις του άρθρου 46α ν. 1892/1990 είναι αντίθετες με τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και να απευθυνθεί προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με το άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι ανακύπτει ζήτημα αντίθεσης των άνω ρυθμίσεων του άρθρου 46α με τις ρυθμίσεις των οδηγιών α) 94/47/ΕΚ "Χρονομεριστική μίσθωση-προστασία αγοραστών" του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και β) 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου "Προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός Εμπορικού Καταστήματος" πρέπει να απορριφθούν, διότι α) ως προς το ζήτημα τις συνταγματικότητας των άνω ρυθμίσεων του άρθρου 46α η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει αποφανθεί με την υπ' αριθμ. 16/2006 απόφασή της δεχόμενη ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις αφορούν την εξυπηρέτηση γενικότερου δημοσίου συμφέροντος β) οι ρυθμίσεις της άνω 94/47/ΕΚ οδηγίας, όπως ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτής αφορούν μόνο τις συμβατικές συναλλαγές μεταξύ αγοραστή και πωλητή στις συμβάσεις χρονομεριστικής μίσθωσης -και ειδικότερα τις πληροφορίες περί των συστατικών στοιχείων της σύμβασης και τις λεπτομέρειες μετάδοσης αυτών των πληροφοριών, καθώς και τις διαδικασίες και τον τρόπο καταγγελίας και υπαναχώρησης γ) διότι οι ρυθμίσεις της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 2 περ.

α' αυτής, δεν εφαρμόζονται στις μισθώσεις ακινήτων, και επομένως δεν ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας των πράξεων αυτών της Κοινότητας, ώστε να απαιτείται η υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1 περ.

α, 269, 300, 553, 565 και 577 του Κ. Πολ. Δ. προκύπτει ότι στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων κατά της ασκούμενης αξίωσης, όπως είναι και η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, γιατί η προβολή της προϋποθέτει την εκκρεμοδικία της αγωγής, η οποία περατώνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς η προβαλλόμενη από τους αναιρεσιβλήτους με τις προτάσεις τους ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέστηκε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, εν σχέσει με την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει το εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι χρονομεριστικές μισθώσεις που συνήφθησαν μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της άνω τεθείσης σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46α ν. 1892/1990 δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, είναι έγκυρες, μολονότι δεν είχαν συναινέσει στη σύναψη αυτών οι παραπάνω αναφερόμενες τράπεζες που είχαν παράσχει δάνεια στην τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση επιχείρηση, για την ασφάλεια των οποίων είχαν εγγράψει υποθήκες στα ακίνητα αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 ν. 4112/1929. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε το αποδιδόμενο σ' αυτό ως άνω νομικό σφάλμα.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε επί της από 25.07.2000 ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της επισπευδόμενης εναντίον τους αναγκαστικής εκτέλεσης με τίτλο το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπηλίση - Χρουσαλά, προς απόδοση στην επισπεύδουσα και ήδη αναιρεσείουσα της κατοχής των αναφερομένων στις σχετικές επιταγές προς εκτέλεση ακινήτων, δεχόμενο, ότι αποδείχτηκαν τα εξής:

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τουριστική - Γεωργική - Εξαγωγική ΑΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" (Τ. Γ. Ε. ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ), η οποία είχε την έδρα της στη Θεσσαλονίκη, ήταν κυρία του ξενοδοχειακού συγκροτήματος που βρίσκεται στην περιφέρεια του .... της .... Χαλκιδικής, το οποίο αποτελείται κυρίως από τρία αυτοτελή ξενοδοχεία, το "....", το "...." και το "....".

Επί του συγκροτήματος τούτου από το έτος 1969 και εντεύθεν είχε εγγραφεί σειρά υποθηκών και προσημειώσεων προς εξασφάλιση των δανείων που είχε συνάψει η "Τ. Γ. Ε. Πόρτο Καρράς" από το άνω έτος και μετά, με τις τραπεζικές εταιρείες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ΕΤΕ), "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ΕΚΤΕ) και "Εθνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ" (ΕΤΒΑ).

Για την καλύτερη εκμετάλλευση του συγκροτήματός της και για να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις της η "Τ. Γ. Ε. Πόρτο Καρράς" από το έτος 1991 μέχρι και το έτος 1996 τουλάχιστον, συνήψε πολυάριθμες συμβάσεις χρονομεριστικών μισθώσεων για σειρά διαμερισμάτων του ξενοδοχείου "....." χρονικής διάρκειας μέχρι και 50 ετών.

Οι συμβάσεις αυτές μεταξύ των οποίων και αυτές των ανακοπτόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καταρτίσθηκαν νομότυπα, δηλαδή με συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε. Το έτος 1997 η "Τ. Γ. Ε. Πόρτο Καρράς" τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, δυνάμει της 915/1997 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και διορίσθηκε ειδική εκκαθαρίστρια η εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ".

Η εκκαθαρίστρια προέβη σε διακήρυξη διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού για την πώληση του συνόλου του ενεργητικού της "Τ. Γ. Ε. Πόρτο Καρράς" και αναδείχθηκε πλειοδότρια η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δικαιωματικώς υπέδειξε ως τρίτο πρόσωπο για την απόκτηση τελικώς του πωληθέντος ενεργητικού την αναιρεσείουσα θυγατρική της εταιρεία με τον αρχικό διακριτικό τίτλο "Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ" και ήδη "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", η οποία απέκτησε το ενεργητικό της εκκαθαρισθείσας επιχειρήσεως με το νομίμως μεταγεγραμμένο ......

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Χρουσαλά. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία, που απέκτησε το ενεργητικό, επέδωσε στους αναιρεσίβλητους χρονομισθωτές, απόγραφο εκτελεστό του ανωτέρω μεταβιβαστικού συμβολαίου με επιταγές εκτέλεσης προς απόδοση της κατοχής των διαμερισμάτων που είχαν χρονομισθώσει, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 και ότι ακολούθησε με τις ...., ....., και ....

εκθέσεις βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ....., αποβλήθηκαν από αυτά οι ανακόπτοντες χρονομισθωτές και εγκαταστάθηκε σ' αυτά η ήδη αναιρεσείουσα.. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο, ότι η ενοχική σχέση των επίμαχων χρονομεριστικών μισθώσεων δεν αποτελεί παθητικό και δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 σε συνδυασμό με το νόμο 1892/1990, ώστε εξακολουθεί να δεσμεύει και την καθ' ης οι ανακοπές ειδική διάδοχο της τεθείσης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 46α ν. 1892/1990 ως άνω εταιρίας, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν. 1652/1986.

Συνακολούθως το Εφετείο έκρινε βάσιμο τον αντίστοιχο πρώτο λόγο των ανακοπών, τις οποίες δέχθηκε και ακύρωσε τις ανακοπτόμενες επιταγές προς απόδοση της κατοχής των διαμερισμάτων και τις παραπάνω αναφερόμενες εκθέσεις βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή ........ Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και ακύρωσε κατά παραδοχή των ανακοπών των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις ανακοπτόμενες πράξεις αποβολής των χρονομισθωτών και της εγκατάστασης της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν. 1652/1986, των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ, και των άρθρων 46α του ν. 1892/1990 και 31 παρ. 3 του ν. 2358/1997, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος .

Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.591/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από ευρώ δύο χιλιάδες (2000).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ