Legislator Case Law & Legislation
995/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation damages, ruling lower court's award was reasonable and within discretion.

Case Number 995/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a defamation judgment awarding €20,000 in damages. The appellant argued the specific phrase used was not neutral and constituted an intolerable insult, while the lower court found the amount reasonable based on the severity of the fault and the parties' circumstances. The court upheld the lower court's decision, confirming that the award did not violate the principle of proportionality and fell within the judge's discretionary power.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code and 4 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a defamation damages award is valid if it falls within the reasonable discretion of the lower court and does not violate the principle of proportionality, even if the appellant claims the specific wording was an intolerable insult.

Keywords

AI generated
Defamation damages Civil Code Article 932 Judicial discretion Principle of proportionality Appeal dismissal Personal rights Intolerable insult

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 4, paragraph 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 681D of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code, paragraph 4 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Law 2243/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 995 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 995/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2016 του Τριμελούς Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. 68Β'/ 26-3-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου- Καλαμάτας, με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, Ε. Μ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.

Υπόκειται προς κρίση η από 4-5-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 79/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, για διαφορές που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Ναυπλίου, πέραν άλλων, που δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία, δέχτηκε την από 14-2-2011 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 67/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δεχόμενο εν μέρει την από 10-7-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντα υποχρέωσε τον τελευταίο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, αντί του ποσού των 25.000 ευρώ, που τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, που συνίσταται σε προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς του από το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων στην εφημερίδα " ...", της οποίας αυτός (αναιρεσείων) τυγχάνει ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από αυτόν στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, κύριο ή πρόσθετο, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 111/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 1 και 4 του Ν. 1092/1938 γιατί, αν και η ένδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης αυτού από τα αναφερόμενα δυσφημιστικά ή έστω εξυβριστικά δημοσιεύματα, είχε υποκύψει στην παραγραφή των 18 μηνών από τη δημοσίευση αυτών, που προβλέπει η παραπάνω διάταξη, καθόσον αυτά έλαβαν χώρα στις 7-10-2006, 11-10-2006, 15-10-2006 και 18-10-2006, ενώ η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 30-7-2008 και επιδόθηκε στις 4-8-2008, ήτοι μετά τη συμπλήρωση των 18 μηνών στις 30-4-2008, εν τούτοις η αγωγή έγινε δεκτή, χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να λάβει υπ' όψη την εν λόγω παραγραφή.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ότι ο εν λόγω, περί παραγραφής, ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα- εκκαλούντα, δηλαδή με λόγο της έφεσής του ή πρόσθετο λόγο αυτής ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά αναφέρεται, ότι "τα πραγματικά αυτά περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικάσαντος Εφετείου με τις εφετήριες προτάσεις μας και την προσθήκη αντίκρουση στις 24-2-2015 (σελ. 3 στιχ. 15-18)".

Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και από το κύριο σώμα των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών του, με τις οποίες υπέβαλε και προσθέτους λόγους, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως προβλήθηκε.

Ο ισχυρισμός, εξάλλου αυτός, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι μη νόμιμος, διότι με τη διάταξη του άρθρου 47 (48) του ΑΝ 1092/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο μόνο του Ν 2243/1994 και καταργήθηκε με το άρθρο 32 του Ν 4441/2016, με την οποία ορίζεται ότι "τα αδικήματα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης.

Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη", προβλέπεται η εξάλειψη του αξιοποίνου των δια του τύπου πραττομένων αδικημάτων με παραγραφή και όχι η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη στην προσωπικότητά του από τα αναφερόμενα δυσφημιστικά και εξυβριστικά δημοσιεύματα, όπως η ένδικη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό.

Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αριθμ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, καθόσον, ενώ δέχτηκε ότι τα δημοσιεύματα για τον αναιρεσίβλητο στην εφημερίδα, που εξέδιδε ήταν αληθή, δέχθηκε και ότι είναι αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και κατέληξε, ότι εξύβρισε αυτόν, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή.

Ο λόγος αυτός από τον αριθμ. 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται στο αιτιολογικό της και όχι στο διατακτικό, που απαιτεί ο αριθ. 17, κατά τα λοιπά δε, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 941/2009), όχι όμως και της ένστασης, αντένστασης και γενικά εκείνης που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε σ' αυτόν από το αδίκημα της εξύβρισης, ενώ με την ένδικη αγωγή του ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, που προκλήθηκε σ' αυτόν από τα αδικήματα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμισης.

Από το περιεχόμενο όμως του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο, παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, αλλά και από τα αναφερόμενα στο ίδιο το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι το ανωτέρω αίτημα, ήτοι της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη και από το αδίκημα της εξύβρισης, εμπεριέχεται στην αγωγή, δεδομένου, ότι, κατ' άρθρο 361 ΠΚ, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και ο αναιρεσίβλητος εκθέτει σ' αυτή, ότι από τα αναφερόμενα στην αγωγή δημοσιεύματα της εκδιδόμενης στο ...

εφημερίδας "...", της οποίας ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής τυγχάνει ο αναιρεσείων, τα οποία δημοσιεύθηκαν στα φύλλα της 7ης, 11ης, 15ης και 18ης Οκτωβρίου 2006, εθίγη η τιμή, η υπόληψη και εν γένει προσωπικότητά του ως ατόμου, δημάρχου και υποψηφίου δημάρχου κατά τις εκλογές Οκτωβρίου 2006, διότι ο αναιρεσείων διέδωσε σε βάρος του εν γνώσει της αναληθείας τους, άλλως λόγω υπαιτίου αγνοίας και βαρείας αμέλειας του, ψευδή γεγονότα, ειδήσεις αναληθείς, κρίσεις και σχολιασμούς, άλλως διέδωσε αυτά προς το σκοπό της προσβολής της τιμής και υπόληψής του και, λόγω του ότι από την παραπάνω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε να επιδικασθεί σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ (εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό).

Επομένως, ο άνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν.

Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.

Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι ανεξαρτήτως της μη αντίθεσης των δημοσιευμάτων στις 7-10-2006, 11-10-2006, 15-10-2006 και 18-10-2006 στην πραγματικότητα και της πεποίθησης του αναιρεσείοντος, ότι δεν είναι ψευδή, αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε μέσω της εφημερίδας του στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της περιοχής ...

για τον αναιρεσίβλητο γεγονότα, που ήταν αντικειμενικώς πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως ατόμου, πολίτη, εν ενεργεία Δημάρχου και υποψήφιου Δημάρχου στις δημοτικές εκλογές του 2006, εν γνώσει της καταλληλότητας τους για το σκοπό αυτό, αφού τον παρουσίαζαν ότι παρερμήνευε την έννοια των νόμων και των δικαστικών αποφάσεων, ότι χρησιμοποιούσε κατά την αντιπαράθεση του με τους πολιτικούς αντιπάλους του αμφίβολης ορθότητας μομφές προς το πρόσωπο τους, ότι δεν εξοφλούσε έγκαιρα τις υποχρεώσεις του προς τον Δήμο και ότι προέβαινε σε υπερβολικές και αδικαιολόγητες δαπάνες για την εκτέλεση δημοτικών έργων, ότι υπό τα δεδομένα αυτά ο αναιρεσείων δεν τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού δεν συνέτρεξαν οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι της, δηλ.

ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων εν γνώσει της αναλήθειας τους, αλλά το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το άδικο της πράξης αυτής αίρεται, διότι δεν έγινε με σκοπό να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσίβλητου, αλλά με σκοπό να ασκήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του της ελεύθερης δημοσιογραφίας, για κριτική της δραστηριότητας του αναιρεσείοντος ως δημοσίου προσώπου, για πληροφόρηση του κοινού για τις επίμεμπτες πράξεις του με δυσμενείς συνέπειες για εκείνον και για διαφύλαξη του κύρους του Δήμου και του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, ότι η περίπτωση αυτή συντρέχει πραγματικά για το ανυπόγραφο δημοσίευμα της πρώτης σελίδας, του φύλλου της 11ης Οκτωβρίου 2006, το οποίο διατυπώνεται με μορφή ερωτήσεων προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, χωρίς άλλα σχόλια ή χαρακτηρισμούς και αφορά τις υπερβάσεις στο κόστος των δημοτικών έργων και την ύπαρξη ασυμβίβαστου εξαιτίας οφειλών, αφού αποκλειστικός σκοπός του εν λόγω δημοσιεύματος ήταν να προκαλέσει τον έλεγχο για τυχόν ύπαρξη κακοδιαχείρισης και διασπάθισης δημοσίου χρήματος και έκπτωσης δημόσιου προσώπου από το αξίωμα του, ότι αντίθετα, δεν συντρέχει για τα υπόλοιπα ενυπόγραφα και ανυπόγραφα δημοσιεύματα, διότι από το ύφος τους και τον τρόπο που διατυπώνονται προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, καθόσον στα δημοσιεύματα αυτά:

α) έχουν ενταχθεί εκφράσεις, χαρακτηρισμοί και κρίσεις, είτε στους τίτλους τους με κεφαλαία υπερμεγέθη γράμματα και μαύρο ή κόκκινο μελάνι, όπως "ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ ΤΟΥ Π." "ΟΠΟΙΟΣ ΣΚΑΒΕΙ ΤΟ ΛΑΚΚΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΠΕΦΤΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΜΕΣΑ", "ΓΙΑΤΙ ΚΡΥΒΕΣΤΕ ΚΥΡΙΕ ΔΗΜΑΡΧΕ", "όχι στον έκπτωτο Δήμαρχο της Απραξίας και της Σπατάλης", είτε στους υπότιτλους με μικρά και κεφαλαία γράμματα, όπως "ο Π.

μπορεί να κοροϊδεύει κάποιον για μια φορά. Ο κύριος Π. μπορεί να κοροϊδεύει κάποιους πολλές φορές. Ο κύριος Π. μπορεί να κοροϊδεύει τους πάντες. Ένα πράγμα ξεχνά ο κ. Π. από το Νόμο της Φύσης και από την πολιτική τύφλωση της αλαζονείας του. Ότι δεν μπορεί να κοροϊδεύει τους πάντες και τα πάντα για ΠΑΝΤΟΤΕ.

ΙΔΟΥ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΚΕΥΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ" και "ο Δήμαρχος της Η-ΘΙ-ΚΗΣ έκρυβε από τους συμπολίτες του την αλήθεια ...", είτε στο περιεχόμενο τους με όμοια γράμματα και μάλιστα ορισμένες φορές υπογραμμισμένα, όπως "πολιτική αλητεία του Π.", "ο Δήμαρχος που διατρανώνει ότι είναι το πρότυπο και παράδειγμα Η-ΘΙ-ΚΗΣ", "το πρότυπο Η-ΘΙ-ΚΗΣ του Δήμου ..., που καλείται να δώσει τις δέουσες εξηγήσεις και απαντήσεις στους συμπολίτες του, εκτός αν άλλη μια φορά γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τα έγγραφα φωτιά", "ο πολιτικός που διαθέτει λεβεντιά, πολιτικό ανάστημα, κρυστάλλινη ηθική, θεμιτό είναι ηθελημένα ή άθελα του να βγει και να ζητήσει δημόσια συγνώμη από το εκλογικό σώμα", "ΑΦΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΘΑΡΟΙ ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΕΚΡΥΒΑΝ.

ΤΩΡΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΜΑΖΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ", "ο Δήμαρχος της ηθικής έκρυβε από τους συμπολίτες του την αλήθεια", "Ο,ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΒΕΙΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΜΗΝ ΠΟΝΕΣΕΙ. ΌΛΑ ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΚΥΡΙΕ ...", "ΕΚΠΤΩΤΟΣ Ο ...", β) παρουσιάζεται η έκπτωση του ενάγοντος τις περισσότερες φορές ως δεδομένη και ήδη επελθούσα, παρότι δεν είχε μεσολαβήσει σχετική πράξη της αρμόδιας αρχής (Περιφέρειας) που να την διαπιστώνει και γ) πιθανολογείται η καταληκτική ημερομηνία της 31ης- 3-2006 για την πληρωμή των χρεών του αναιρεσίβλητου να τέθηκε από τον Διευθυντή των Οικονομικών του Δήμου, με προτροπή του, για την εξυπηρέτηση του, ότι οι εν λόγω εκδηλώσεις (εκφράσεις, κρίσεις, δηλώσεις κλπ), που έγιναν από τον ίδιο και τους άλλους συντάκτες των δημοσιευμάτων που χρησιμοποίησε, με, τους οποίους συνδεόταν με σχέση πρόστησης, για να προσδιορίσουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας των προαναφερόμενων γεγονότων, εκτιμώμενες από μόνες τους αλλά και σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων, ήταν πομπώδεις, σκληρές και υπερβολικές και ενείχαν κατ' αντικειμενική κρίση αμφισβήτηση της ηθικής αξίας, της κοινωνικής αξίας και της αξίας του αναιρεσίβλητου για συμμετοχή στα κοινά πράγματα και περιφρόνηση προς το πρόσωπο του, αφού προσέθεταν για αυτόν στη συνείδηση των αναγνωστών ότι είναι άτομο που συμπεριφέρεται κατά τρόπο μη κοινωνικά αποδεκτό, ανέντιμο και ανήθικο, που χρησιμοποιούσε τη συκοφαντία, τη σκευωρία, τη λίβελο και το ψεύδος στη συνδιαλλαγή του με τους πολιτικούς αντιπάλους του και με τους δημότες, που εμπλέκεται σε ζητήματα παρανομίας και διαφθοράς, που έβλαπτε τα συμφέροντα, την εύρυθμη λειτουργία και το κύρος του Δήμου και που κρύβεται για να αποσείσει τις ευθύνες του και να μη λογοδοτήσει για τη συμπεριφορά του, ότι αυτές δεν ήταν πραγματικά αναγκαίες για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο των σκέψεων των συντακτών για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους, ότι η έκφραση "πολιτική αλητεία του κ.

Π.", για την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι μεταφέρθηκε στα δημοσιεύματα εντός εισαγωγικών, ως αναδημοσίευση άποψης τρίτων προσώπων που δεν την συμμεριζόταν, αφού, επαναλαμβάνεται πολλές φορές και μάλιστα χρησιμοποιείται και στους τίτλους των δημοσιευμάτων, δεν ήταν ουδέτερη έκφραση, αλλά ενέχει έντονη κοινωνική απαξία και καταφρόνηση και εκφεύγει των ορίων οποιασδήποτε ανεκτής αρνητικής ή δυσμενούς κριτικής, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την έλλειψη αναγκαιότητας του τρόπου αυτού για τη διατύπωση των σκέψεων, αφού υπήρχε δυνατότητα με βάση το ελληνικό λεξιλόγιο να χρησιμοποιηθούν άλλες ηπιότερες φράσεις, αλλά τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλητου και ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής και της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητας του ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του αναιρεσείοντος, και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, καθώς και τα όρια που προβλέπονται από την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1997 για τον αναιρεσείοντα ως ιδιοκτήτη της επίδικης εφημερίδας, έκρινε, ότι πρέπει να επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα το ποσό, των 20.000 ευρώ, που το θεωρεί εύλογο.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, ο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που νίκησε, δεν επιδικάζονται, διότι δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2016 αίτηση του Σ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 79/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ