Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejected for procedural defects due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final first-instance judgment and the appellate court's rejection of the appeal. The appellant argued that the lower courts erred by rejecting his refusal to provide biological samples for religious reasons and failing to consider this defense. The court ruled that these grounds constitute violations of substantive rather than procedural law, making them inadmissible under the relevant articles of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; Appeals against judgments rejected for procedural defects are admissible only if they allege violations of procedural law, not substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 995 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 995/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Ζερβομπεάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Γιαννούτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9487/1996, 2059/2005, 1171/2014, 1509/2016 μη οριστικές και η 2110/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2715/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντιστοίχως, αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν η κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου άσκησης ενδίκου μέσου, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσον η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτή πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση αποφάσεως (ΑΠ 1000/2009, ΑΠ 1158/1980). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων: 2110/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα ερήμην του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος και, της 2715/2018, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν η έφεσή του κατά της ως άνω πρωτόδικης απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη κατάθεσης του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 παραβόλου ασκήσεως ενδίκου μέσου, η οποία (αναίρεση) κατατέθηκε στις οικείες Γραμματείες αμφοτέρων των ως άνω Δικαστηρίων, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 684/2004). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει από 23-01-2017 και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης έφεσης, στις 19-10-2017, δυνάμει των άρθρων 35 παρ. 2, 45 Ν. 4446/2016) και 532 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού εκατό πενήντα (150) ευρώ, το οποίο παράβολο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, κατ' άρθρο 496 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τ' ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 164/2017). Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 341/2015).
Η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δια της περιστολής της προπετούς ασκήσεως αβασίμων ενδίκων μέσων, κυρίως εφέσεως και αναιρέσεως, χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού, και υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, σε κάθε περίπτωση δε, η οικονομική αδυναμία καταβολής του, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας (άρθρο 194 ΚΠολΔ).
Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή δεν παραβιάζονται: α) Οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και αυτής του άρθρου 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, που προστατεύουν το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, καθόσον το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει την θέσπιση ένδικων μέσων ή την καθιέρωση πλειόνων βαθμών δικαιοδοσίας (ΟλΣτΕ 1583/2010, ΑΠ 1137/2018).
Σημειουμένου ότι, η διάταξη του άρθρου 2 του Εβδόμου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο, αναφέρεται, αποκλειστικά, σε ποινικές καταδίκες και, επομένως, ούτε από αυτή απορρέει υποχρέωση του Εθνικού Νομοθέτη να θεσπίζει ένδικα μέσα ή πλείονες βαθμούς δικαιοδοσίας στις λοιπές (πλην καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων) υποθέσεις.
Και, β) η Συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 καθώς και η προαναφερθείσα του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες προστατεύεται η αρχή της ισότητας, έκφανση της οποίας αποτελεί η δικονομική ισότητα των διαδίκων, διότι, ως ανεφέρθη, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το υπόψη παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας και, έτσι δεν τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης του οικονομικά ασθενέστερου διαδίκου έναντι του οικονομικά εύρωστου, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νόμων, απαλλάσσονται από την καταβολή του δικαιολογείται από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και την κάλυψη της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης.
Τέλος, η θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης δεν υπερβαίνει τα όρια πέρα από τα οποία η εφαρμογή της ισοδυναμεί με κατάλυση, άμεση ή έμμεση, των προαναφερθέντων ατομικών δικαιωμάτων, ήτοι της προσφυγής στο δικαστήριο και της ίσης μεταχείρισης (πρβλ. ΑΕΔ 27/2004, 33/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2715/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2110/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις ακόλουθες, επί λέξει, παραδοχές: "...Όπως ...
προκύπτει από τη σχετική με αριθμό .../19-10-2017 έκθεση κατάθεσης του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικόγραφο της εφέσεως κατατέθηκε, στις 19-10-2017, χωρίς το οικείο παράβολο των εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Εξάλλου, ούτε από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα έγγραφα προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση, αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παράβολου στις κατατεθείσες στις 8-3-2018, κατά τη συζήτηση της εφέσεως, έγγραφες προτάσεις του (βλ.
την από 8-3-2018 πράξη καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου επί των από 8-3-2018 προτάσεων του εκκαλούντα). Επομένως, εφόσον η κρινομένη έφεση, που αφορά διαφορά μη υπαγόμενη στις εξαιρέσεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παράβολου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη έφεση, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο και, ειδικότερα, ότι η έφεσή του έπρεπε να γίνει τυπικά δεκτή, γιατί ενώ αυτός είχε εκδώσει και εξοφλήσει, εμπρόθεσμα, το οικείο παράβολο, ο αρμόδιος γραμματέας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στον οποίο το προσκόμισε, προκειμένου να επισυναφθεί αυτό στη σχετική έκθεση, "επίμενε" ότι, λόγω της φύσεως της ένδικης διαφοράς δεν απαιτείτο καταβολή τέτοιου παραβόλου και το επέστρεψε σ' αυτόν, ως περιττό, είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν είχε επισυναφθεί στην έκθεση καταθέσεως της ένδικης έφεσης το, κατά τ' ανωτέρω, απαιτούμενο, για το παραδεκτό αυτής, παράβολο, αλλά ούτε, εκ των υστέρων και πάντως πριν τη συζήτηση αυτής, προσκομίσθηκε τούτο, για να συμπεριληφθεί στα στοιχεία της δικογραφίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στις οποίες ουδεμία μνεία γίνεται, αναφορικά με τα όσα, ως άνω, υποστηρίζει αυτός, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο.
Αν και εκ περισσού, πρέπει, εδώ, να σημειωθεί ότι, όλες οι διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, ενεργούνται κατά το άρθρο 108 ΚΠολΔ, με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, που εκπροσωπούνται, προς τούτο, από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, οι οποίοι φροντίζουν για την τήρηση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της άσκησης αυτών.
Εξ ουδεμιάς δε νομικής διατάξεως υποχρεούται ο γραμματέας του οικείου δικαστηρίου να ελέγχει την τυπική ή διαδικαστική νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων και μάλιστα "απάντων των δικογράφων" και να μεριμνά ώστε αυτές, όπως εν προκειμένω η άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, να μην εμφανίζουν τυπικές ελλείψεις, συνεπαγόμενες το απαράδεκτο αυτών, όπως (νομικά) αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, υποστηρίζει ότι η νομοθετική πρόβλεψη για κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) προσκρούει στις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 4 παρ. 1 και τις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 § 1) και, επομένως, αυτή είναι ανεφάρμοστη, επειδή θίγει τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στο δικαστήριο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, διότι με την εφαρμογή της αποκλείεται ή περιορίζεται σημαντικά το ατομικό δικαίωμα των οικονομικά ασθενέστερων διαδίκων για προσφυγή στο δικαστήριο και ο πραγματικός λόγος της θεσπίσεώς του είναι, απλώς, η αύξηση των δημοσίων εσόδων και όχι η ανάγκη αποτροπής ασκήσεως αβάσιμων ενδίκων μέσων, την οποία η επίμαχη διάταξη επιχειρεί να υπηρετήσει, που θεραπεύεται επαρκώς με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η θέσπιση του υπόψη παραβόλου δεν αντίκειται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις, που προστατεύουν το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο και συγκεκριμένα σ' αυτές των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για την καθιέρωση των ενδίκων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών, οι οποίες δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ρηθέντος ατομικού δικαιώματος.
Ούτε παραβιάζεται, με τη θέσπιση και εφαρμογή της ανωτέρω δικονομικής διατάξεως, το προστατευόμενο από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και την προαναφερθείσα, υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), ατομικό δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, αφού, ως ήδη ανεφέρθη, η οικονομική αδυναμία του διαδίκου, να καταβάλει το σχετικό παράβολο, μπορεί να αντιμετωπισθεί με το θεσμό του ευεργετήματος πενίας, ενώ η ευνοϊκή διάκριση υπέρ του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, που δυνάμει ειδικών νομικών διατάξεων, απαλλάσσονται από την καταβολή τέτοιου παραβόλου, δικαιολογείται, από τον εξυπηρετούμενο, με αυτή, σκοπό γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 374/2012, ΑΠ 109/2012, 1/2011).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 416/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος το οποίο έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που επάγεται για τη θεμελίωση ενστάσεως καταλυτικής της αγωγής.
Δεν ασκεί, όμως, τέτοια επίδραση ισχυρισμός που είναι απαράδεκτος ή μη νόμιμος (ΑΠ 1416/2007). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1483 ΑΚ τάσσεται αποσβεστική προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα προς αναγνώριση της πατρότητας, διαφοροποιούμενη ως προς τη διάρκεια και την αφετηρία της για κάθε πρόσωπο που νομιμοποιείται προς τούτο, με σκοπό την ταχεία άρση της εκκρεμότητας - αβεβαιότητας περί την πατρότητα του εκτός γάμου τέκνου και την ύπαρξη του αντίστοιχου δικαιώματος, αναγόμενου στην οικογενειακή τάξη.
Επομένως, ασκηθέντος του δικαιώματος της μητέρας προς αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου εντός της κατά νόμο πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας από τον τοκετό, με την μετά ταύτα παρέλευση πενταετίας χωρίς να λάβει χώρα νέα διαδικαστική πράξη δεν αποσβήνεται το δικαίωμα. Κι αυτό γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 279 και 261 ΑΚ ως μη συμβιβαζόμενες προς την έννοια και τη φύση της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας, που, όπως αναφέρθηκε, έχει ως σκοπό την άρση της αβεβαιότητας περί την πατρότητα του τέκνου και το υπαρκτό του δικαιώματος αναγνώρισης της πατρότητας, του οποίου όμως, άπαξ ασκηθέντος εκλείπει και ο λόγος της αβεβαιότητας (ΑΠ 1325/2011, ΑΠ 1688/2005, ΑΠ1631/1995).
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, πρωτόδικης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή δικαστή και περιέχονται στη με αριθμό .../1999 εισηγητική έκθεση, από τη με αριθμό ....01.2017 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της βιοχημικού, Σ.
Γ., καθώς και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ήρθε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1993 από την Ολλανδία, όπου είχε εγκατασταθεί και εργαζόταν, και παρέμεινε στην Ελληνική Επικράτεια μέχρι το Νοέμβριο του ιδίου έτους.
Κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής της στην Ελλάδα, η ενάγουσα γνωρίστηκε στο κέντρο διασκέδασης "..." στη ..., με τον εναγόμενο, ο οποίος δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στην Ελλάδα, όπου και διέμενε με τη σύζυγό του και τα τέσσερα τέκνα του, και συνευρισκόταν ερωτικά μαζί του, κατά χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1993 μέχρι και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους (δηλαδή εντός του χρονικού διαστήματος, το οποίο περιλαμβάνεται ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό), ενώ η ενάγουσα τον Νοέμβριο του 1993 επέστρεψε στην Ολλανδία.
Η ύπαρξη σαρκικής συνάφειας μεταξύ των διαδίκων επιβεβαιώνεται και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, Δ. Μ. του Θ. και Π. Ο. του Γ., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή δικαστή (βλ. τη με αριθμό .../1999 εισηγητική έκθεση). Την 26.06.1994 η ενάγουσα γέννησε στο ... της Ολλανδίας ένα αγόρι, το οποίο έλαβε το κύριο όνομα Θ. - Α., όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό ...1994 ληξιαρχική πράξη γέννησης του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, ο οποίος εκπλήρωνε καθήκοντα ληξιάρχου.
Το τέκνο αυτό της ενάγουσας γεννήθηκε εκτός γάμου της μητέρας του, ενόψει: 1) της προαναφερθείσας με αριθμό ...1994 ληξιαρχικής πράξης γέννησης του τέκνου, από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτό δηλώθηκε ως αγνώστου πατρός και έλαβε το επώνυμο της μητέρας του, επειδή κατά τον χρόνο της γέννησής του η τελευταία δεν τελούσε σε γάμο, 2) του αποσπάσματος από το δημοτολόγιο του δήμου Άμστερνταμ Ολλανδίας, από το οποίο αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το οποίο περιλαμβάνεται ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό είχε καταχωρηθεί ως άγαμη, και συγκεκριμένα είχε καταχωρηθεί με την ιδιότητα αυτή κατά το χρονικό διάστημα από την 30.03.1992 μέχρι και την 13.05.1999 και 3) του με αριθμό πρωτοκόλλου .../18.11.2015 πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του ...
από το οποίο προκύπτει ότι ο τελεσθείς την 26.06.2003 γάμος της ενάγουσας με τον Έ. Κ. του Φ. ήταν ο δεύτερος για την ίδια, επειδή την 28.10.1974 είχε τελέσει πρώτο γάμο με τον Π. Μ. του Δ., ο οποίος (γάμος) λύθηκε με διαζύγιο, όπως αποδεικνύεται με την με αριθμό …1979 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου του ... Κορινθίας.
Περαιτέρω, με την με αριθμό .../2016 απόφαση αυτού του δικαστηρίου διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να προσκομιστούν με επιμέλεια της ενάγουσας από 17.10.1999 έκθεση ορκοδοσίας της πραγματογνώμονα, Π. Κ. - Σ., καθώς και η έκθεση της τελευταίας περί μη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αλλά και προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη από την βιοχημικό, Σ.
Γ., η οποία αφού ελάμβανε γνώση των στοιχείων από τον φάκελο της δικογραφίας, όπως και δείγμα αίματος, σιέλου ή τριχών, αντί αίματος, από την ενάγουσα, τον Θ. -Α. Μ. και τον εναγόμενο και μετά από ανάλυση των δειγμάτων, εφαρμόζοντας την μέθοδο της υβριδιοποίησης DΝΑ με RΝΑ ή οποιαδήποτε άλλη περισσότερο πρόσφορη επιστημονική μέθοδο, θα αποφαινόταν με ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για το εάν ο εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του τέκνου της ενάγουσας, Θ. - Α.
Μ.. Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει σχετικά την με αριθμό ....01.2017 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της ίδιας πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία (έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης) η πραγματογνώμονας κάλεσε τον εναγόμενο με την από 15.12.2016 εξώδικη πρόσκλησή της, προκειμένου εκείνος να εμφανιστεί την 09.01.2017 και ώρα 16:00 στο Κέντρο "...
ΑΕ" στο ... προκειμένου να γίνει λήψη βιολογικού υλικού από εκείνον. Ωστόσο, αν και η προαναφερθείσα εξώδικη πρόσκληση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα...στον εναγόμενο (βλ. τη με αριθμό ...27-12-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Ε. Λ., σε συνδυασμό με την από 27.12.2016 απόδειξη παραλαβής θυροκολλημένου εγγράφου και την από 27.12.2016 βεβαίωση), ο τελευταίος δε προσήλθε κατά την προαναφερθείσα ημέρα και ώρα [ούτε τις επόμενες δύο (2) ώρες] στο συγκεκριμένο Κέντρο ούτε ενημέρωσε τηλεφωνικά για τυχόν κώλυμά του.
Κατά την ίδια ημερομηνία, η πραγματογνώμονας έλαβε παρειακό (στοματικό) επίχρισμα από την ενάγουσα και από τον Θ. - Α. Μ. (βλ. τις από 09.01.2017 εκθέσεις λήψης βιολογικού υλικού), ωστόσο, ενόψει της μη προσέλευσης του εναγομένου για λήψη βιολογικού υλικού, η πραγματογνωμοσύνη κατέστη αδύνατη. Ας σημειωθεί ότι στον εναγόμενο είχε επιδοθεί νόμιμα και αντίγραφο της με αριθμό .../2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Σ.
Μ.).
Συνεπώς, από τη μη προσέλευση του εναγομένου για τη λήψη από εκείνον βιολογικού υλικού, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο για το ότι, αν η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη είχε διεξαχθεί κανονικά, θα κατέληγε σε συμπέρασμα ευνοϊκό για τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Επίσης, δεν κρίνεται αναγκαία για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης η προσκόμιση της από 27.10.1999 έκθεσης ορκοδοσίας της πραγματογνώμονα, Π.
Κ. - Σ. καθώς και η έκθεση της τελευταίας περί μη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ενόψει και του ότι η ενάγουσα αναφέρει στις προτάσεις της ότι λόγω οικονομικής της αδυναμίας ματαιώθηκε η διενέργεια της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, συνεπώς πρέπει να ανακληθεί (309 εδάφιο 2° ΚΠολΔ) κατά το σκέλος αυτό η με αριθμό .../2016 απόφαση αυτού του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, από το προαναφερθέν τεκμήριο, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, κρίνεται ότι ο εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του τέκνου της ενάγουσας, Θ. - Α. Μ., ο οποίος γεννήθηκε την 26.06.1994 στο ... της Ολλανδίας...". Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, αφού, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τον εναγόμενο φυσικό πατέρα του αναφερομένου, σ' αυτή, τέκνου, δεν υπέπεσε:
α) Στην από τον αριθμό 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που του αποδίδει ο αναιρεσείων, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησής του, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ερειδομένη στο άρθρο 1842 ΑΚ, καταλυτική, της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, περί αναγνωρίσεως πατρότητας του αναφερομένου, σ' αυτή τέκνου της, ένστασή του, που νόμιμα και παραδεκτά είχε προβάλει αυτός σε προηγούμενες, της τελευταίας, κατά την οποίαν απουσίασε, συζητήσεις ενώπιόν του, επικαλούμενος, για τη θεμελίωσή της, ότι: "...το γεννηθέν από την αντίδικο στις 26-06-1994 στο ...
της Ολλανδίας άρρεν τέκνο δεν είναι χωρίς γάμο γεννημένο, γιατί καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, ως γεννηθέν κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας με τον Τ. Τ. και δεν έχει λάβει χώρα προσβολή της πατρότητας. Ότι ειδικότερα γεννήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του γάμου ή πάντως μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση του...".
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, το Δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (ένσταση από το άρθρο 1842 ΑΚ) και τον απέρριψε στην ουσία, εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε ότι αποδείχθηκε το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι: "...η ενάγουσα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το οποίο περιλαμβάνεται ανάμεσα στην 300η και την 180η ημέρα πριν από τον τοκετό είχε καταχωρηθεί ως άγαμη, και συγκεκριμένα είχε καταχωρηθεί με την ιδιότητα αυτή κατά το χρονικό διάστημα από την 30.03.1992 μέχρι και την 13.05.1999".
Και, β) στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, που του αποδίδει, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου, ως άνω, αναιρετικού λόγου, αιτιώμενος αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ότι δεν έλαβε υπόψη του τις από 07-11-1994 και 25-11-1994 κάρτες-επιστολές της αντιδίκου του προς αυτόν, στις οποίες υπογράφει ως "κα Τ.", από τις οποίες καταδεικνύεται, κατά την άποψή του, το κρίσιμο στοιχείο της ύπαρξης του γάμου της, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, με τον Τ.
Τ.. Και αυτό γιατί, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι τα ως άνω έγγραφα (κάρτες - επιστολές της αναιρεσίβλητης), που φέρονται, κατά τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, έστω και αν δεν τα μνημονεύει, ειδικώς, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και τα συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά, ειδικώς, μνημονευόμενα σ' αυτήν, αποδεικτικά μέσα, πλην, όμως, αναφορικά με το γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν άγαμη, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μεταξύ της 300ης και της 180ης ημέρας πριν από τον τοκετό, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, στηρίχθηκε, κυρίως, χωρίς όμως ν' αγνοήσει τα ανωτέρω, επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, στα, αυξημένης αποδεικτικής δύναμης, κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, αλλοδαπό και ημεδαπά δημόσια έγγραφα, ήτοι: 1) στην ...1994 ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου, στο απόσπασμα από το δημοτολόγιο του δήμου Άμστερνταμ Ολλανδίας, 2) στο με αριθμό πρωτοκόλλου .../18.11.2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ...
και, 3) στην …1979 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιάρχου του ... Κορινθίας.
IV. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 β' και 19 άρθρου 559ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε, σιγή, χωρίς αιτιολογία, τη νόμιμα προβληθείσα, από αυτόν, ένσταση απόσβεσης του ενδίκου δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, λόγω παραγραφής, έχουσα ως ακολούθως: "Ι.
ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ: α) Η αντίδικος με την από 1-9-1995 με αυξ. αρ. .../95 εκθέσεως καταθέσεως αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είμαι πατέρας του αναφερόμενου στο ιστορικό τέκνου, ήτοι του άρρενος τέκνου του γεννηθέντος την 26 Ιουνίου 1994 από αυτήν, στο νοσοκομείο του ... Ολλανδίας, συνταγείσης της υπ. αριθμ. .../94 ληξιαρχικής πράξεως γεννήσεως ...
και υπ. αριθμ. ...1994 του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος Ρόττερνταμ Ολλανδίας), φέροντος το όνομα Θ.- Α., καρπού των, εκτός γάμου, πλήρων σεξουαλικών-σαρκικών επαφών μεταξύ εμού και της αντιδίκου, καθ' όλη την κρίσιμο περίοδο της συλλήψεως, από 28.8.1993 (και προ αυτής), έως 28.12.1993 και ειδικώς κατά τον χρόνο της συλλήψεως, τρίτο δεκαήμερο Σεπτεμβρίου 1993.
β) Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 9487/96 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου σας, η οποία διέταξε την διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. γ) Η υπόθεση φέρθηκε προς συζήτηση με την από 5-1-2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 16/2004 κλήση της ενάγουσας, πλην όμως το Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2059/2005 απόφασή του ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής, προκειμένου να αποδειχθεί η ειδική πληρεξουσιότητα τον πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας.
δ) Με την από 30/3/2006 με γενικό αριθμό κατάθεσης …584/2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2013 κλήση της ενάγουσας η υπόθεση εισήχθη για περαιτέρω συζήτηση για τις 12/3/2007, πλην όμως ματαιώθηκε. ε) Με την από 16-10-2013 με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2013 κλήση της ενάγουσας η υπόθεση εισήχθη για περαιτέρω συζήτηση.
στ) Επ' αυτής εκδόθηκε η με αρ. 1171/2014 ερήμην μου απόφαση του Δικαστηρίου Σας, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να εμφανισθούν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου οι διάδικοι, για την υποβολή σε αυτούς σχετικών διευκρινιστικών ερωτήσεων και να προσκομισθούν με επιμέλεια της ενάγουσας επίσημα έγγραφα από το Ειδικό ληξιαρχείο του Άμστερνταμ Ολλανδίας, σε επίσημη μετάφραση στα ελληνικά, από τα οποία να προκύπτει εάν η ενάγουσα είχε συνάψει ποτέ γάμο με τον Τ.
Τ. και σε καταφατική περίπτωση εάν ο γάμος αυτός λύθηκε και πότε. Σύμφωνα με την ΑΚ 279 "Στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή". Σύμφωνα με την ΑΚ 261 "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου". Η τελευταία διαδικαστική πράξη της ενάγουσας ήταν η από 30/3/2006 κλήση της με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2013 για περαιτέρω συζήτηση για τις 12/3/2007, η οποία ματαιώθηκε.
Μετά από αυτή μέχρι την από 16-10-2013 με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2013 κλήση της ενάγουσας για περαιτέρω συζήτηση, μεσολάβησαν ακριβώς επτά ολόκληρα χρόνια, έξι μήνες και 16 ημέρες. Το δικαίωμα της μητέρας για δικαστική αναγνώριση της πατρότητας αποσβήνεται με την πάροδο πενταετούς προθεσμίας από τον τοκετό (1483 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ). Κατά συνέπεια είναι αποδεδειγμένο γεγονός, προκύπτον από τα μετ' επικλήσεως προσαγόμενα έγγραφα, ότι το δικαίωμα της ενάγουσας έχει αποσβεσθεί και η κρινόμενη αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός (ένσταση) του αναιρεσείοντος, δεν είναι νόμιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε το έτος 1995, ήτοι εντός της, κατ' άρθρο 1483 ΑΚ, πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, από τον τοκετό του αναφερομένου σ' αυτή τέκνου της, που συνέβη στις 26-06-1994 και, συνακόλουθα, κατά τη νομική σκέψη της παρ.
ΙΙ της παρούσας απόφασης, το δικαίωμά της αυτό για αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της, άπαξ ασκηθέν, εμπροθέσμως, κατά τ' ανωτέρω, δεν αποσβήνεται, έστω και αν παρήλθε πενταετία, χωρίς να λάβει χώρα νέα διαδικαστική πράξη. Επομένως, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, αφού η ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος, που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε σιγή, από το Δικαστήριο, είναι μη νόμιμη και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε "ζήτημα", κατά τον αριθμό 19 της ίδιας διάταξης του ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημες έννοιες) και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πέραν του ότι ο από την τελευταία διάταξη (19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, ως αντιφατικός του πρώτου (αριθ. 8β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ), αφού είναι, λογικά, ανακόλουθο να υποστηρίζει, ο αναιρεσείων ότι ο ίδιος ισχυρισμός του δεν λήφθηκε, καθόλου, υπόψη αλλά και ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα.
V. Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, προβάλλει την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει αδικαιολόγητη την άρνηση προσέλευσής του στον, προς τούτο, διορισθέντα, από αυτό, πραγματογνώμονα, για λήψη βιολογικού υλικού και, συνακόλουθα, συνεκτιμώντας, με τις λοιπές αποδείξεις, το προβλεπόμενο, από την εφαρμοζόμενη, στην προκειμένη περίπτωση, διάταξη του άρθρου 615 παρ. 1 ΚΠολΔ, τεκμήριο να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως (αριθμ. 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) της εν λόγω διατάξεως και, ειδικότερα, γιατί δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της δικαιολογημένης άρνησής του, που ανάγονται στη σφαίρα της προσβολής της θρησκευτικής του συνείδησης και του θρησκευτικού του συναισθήματος και δεν απάντησε, σ' αυτούς, αιτιολογημένα.
Αμφότερες, όμως, οι, ανωτέρω αναιρετικές αιτιάσεις κρίνονται απαράδεκτες, αφού οι λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου, όπως είναι η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 615 ΚΠολΔ (ΑΠ 1634/2014) και όχι κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε να είναι θεμελιωτικές των προβαλλομένων, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559ΚΠολΔ.
Ο ίδιος δε αναιρετικός λόγος, ακόμη και αν εκτιμηθεί ως πλημμέλεια υπό τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι με αυτόν αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη του τη, νομίμως, προβληθείσα διαδικαστική ένσταση (πρβλ. ΑΠ 813/2006, ΑΠ 1357/2002, 1047/1992) του αναιρεσείοντος, περί της δικαιολογημένης, από λόγους αναγομένους στη σφαίρα της προσβολής της θρησκευτικής του συνείδησης και του θρησκευτικού του συναισθήματος, άρνησής του να προσέλθει στον διορισθέντα, από το Δικαστήριο, πραγματογνώμονα για λήψη βιολογικού υλικού, κρίνεται αβάσιμος.
Και τούτο διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον έλαβε υπόψη του, αλλά τον απέρριψε, σιωπηρά, με το να δεχθεί το αντίθετο, δηλαδή ότι η άρνησή του αυτή ήταν αδικαιολόγητη.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-09-2018 αίτηση, για αναίρεση των αποφάσεων: α) 2715/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, β) 2110/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ