Legislator Case Law & Legislation
995/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court misinterpreted administrative documents regarding building permits.

Case Number 995/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted the content of two administrative documents concerning building permits and revocation orders. The court found the appeal baseless because the lower court correctly interpreted the documents and weighed them alongside other evidence to reach its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; A cassation ground for distortion of document content is established only when the court of first instance makes a diagnostic error in interpreting evidence, leading to a detrimental outcome based solely on that misinterpretation.

Keywords

AI generated
cassation appeal distortion of document content administrative building permits interpretation of evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Code of Civil Procedure
της 14/27-7-1999 στα άρθρα 329 § 9, 334 § § 1, 2, 3, 4, 381 § § 1, 2, 382 § 1 και 422 § 2: ορίζει "329 Έκδοση και περιεχόμενο οικοδομικής άδειας § 9.
Articles 339 and 432-465 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 995 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Α. Α., το γένος Γ. Φ., 2. Χ. Α. Α., 3. Μ. Α. Α., 4. Β.-Α. Α. Α., 5. Γ. Α. Α. και 6. Χ.-Χ. Α. Α., κατοίκων .... Η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρου και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως πληρεξούσια δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-10-2005 και 27-1-2006 και αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4277/2008, 3215/2010 μη οριστικές, 6336/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52...2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 18-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια αναιρεσίβλητη ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ., δικαιοδοσία των πολικών δικαστηρίων υπάρχει και για την παρεμπίπτουσα εξέταση της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων. Τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, τα οποία κρίνουν για τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ. διαφορές για τα ιδιωτικά δικαιώματα, μπορούν, εφόσον δεν έχει αποκλεισθεί από τον νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και την νομιμότητα των πράξεων της Διοικήσεως.

Κατά την εξέταση όμως αυτή, περιορίζονται να εξετάσουν αν τα όργανα της Διοικήσεως έχουν ενεργήσει σύμφωνα με τους διαγραφόμενους από τον νόμο όρους και τύπους και μέσα στα πλαίσια της ανηκούσης σε αυτά εξουσίας. Δεν έχουν όμως περαιτέρω την δυνατότητα να προβούν στην ακύρωσης της διοικητικής πράξεως ή να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοικήσεως ως προς την ύπαρξη ή μη των απαιτουμένων προϋποθέσεων.

Περαιτέρω, οι πολεοδομικές διατάξεις, οι σχετικές με την έκδοση, την αναθεώρηση κ.λ.π. των οικοδομικών αδειών ορίζουν τα ακόλουθα σχετικά με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τους: Α) Το άρθρο 22 Ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) § § 1 και 3: "1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.

Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους. Η οικοδομική άδεια κτιρίου ή εγκατάστασης θεωρείται ότι περιλαμβάνει τη διαμόρφωση του εδάφους, τις αναγκαίες εκσκαφές για τη θεμελίωση του κτιρίου ή της εγκατάστασης, καθώς και την κατασκευή περιφραγμάτων, βόθρων και υπόγειων δεξαμενών ύδατος. 3.

Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983 όπως ισχύουν. Αυθαίρετη κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευή, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση οικοδομικής άδειας.

Απαγορεύεται η νομιμοποίηση της κατασκευής, αν κατά το χρόνο που ζητείται η νομιμοποίηση τα κτίσματα βρίσκονται μέσα στους χώρους που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 1337/1983 ή σε περιοχές που ορίζονται στην υπουργική απόφαση, η οποία εκδίδεται κατ εξουσιοδότηση της παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου, ή τα κτίσματα συγκεντρώνουν τις οριζόμενες στην ίδια υπουργική απόφαση προϋποθέσεις.

Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας η κατασκευή παύει να είναι κατεδαφιστέα και επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει. Το πρόστιμο διατήρησης επιβάλλεται για το διάστημα από τότε που κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας άρχισε η ανέγερση της κατασκευής έως την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Δεν επιβάλλονται τα παραπάνω πρόστιμα σε περίπτωση αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου. Στην περίπτωση αυτήν η αναθεώρηση πρέπει να εκδοθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη σχετική έγγραφη ειδοποίηση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών από τον υπόχρεο".

Β’ ) Το άρθρο 23 § 1 εδ. α’ Ν. 1577/1985: "1. Κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο: α) Αν έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια και σύμφωνα με τους όρους αυτής ή έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 410/1968 ή αν έχει χορηγηθεί γι’ αυτό νόμιμη άδεια ή νόμιμη αναθεώρηση άδειας κατά τις διατάξεις είτε της παρ, 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, είτε της παρ. 3 του άρθρου 22 ή αν έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει ή αν έχει ανεγερθεί πριν από την ισχύ του βασιλικού διατάγματος της 9.8.1955.

Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις θεωρείται νομίμως υφιστάμενο μόνο το τμήμα του κτιρίου που δεν αντίκειται είτε στις ισχύουσες διατάξεις είτε σε εκείνες που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής του, αν αυτές είναι ευνοϊκότερες". Γ’ ) Το Π.Δ. της 14/27-7-1999 στα άρθρα 329 § 9, 334 § § 1, 2, 3, 4, 381 § § 1, 2, 382 § 1 και 422 § 2: ορίζει "329 Έκδοση και περιεχόμενο οικοδομικής άδειας § 9.

Η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις", "334. Ισχύς και αναθεώρηση οικοδομικής αδείας. 1. Οι οικοδομικές άδειες αν δεν ανακληθούν ή ακυρωθούν ισχύουν μέχρι την αποπεράτωση των προβλεπόμενων από αυτές οικοδομικών εργασιών που πιστοποιείται με τη σχετική θεώρηση της άδειας και όχι περισσότερο από τέσσερα (4) χρόνια από την έκδοσή τους.2 Κατά την διάρκεια ισχύος της αδείας και για το υπόλοιπο του χρόνου ισχύος της απαιτείται και επιβάλλεται αναθεώρηση και στις πιο κάτω περιπτώσεις:

α) αλλαγή ή παραίτηση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού, β) αλλαγή τίτλου ή ονόματος στο οποίο εκδόθηκε η άδεια, γ) μερική ή ολική τροποποίηση της αρχιτεκτονικής ή στατικής ή και των υπόλοιπων μελετών με ή χωρίς αλλαγή του περιτυπώματος του κτιρίου αλλά χωρίς αύξηση του συντελεστή δόμησης που χρησιμοποιήθηκε κατά την έκδοση της άδειας και του όγκου του κτιρίου, δ) αύξηση του συντελεστή δόμησης που χρησιμοποιήθηκε κατά την έκδοση της άδειας, ε) αύξηση του όγκου της οικοδομής και στ) αλλαγή της χρήσης του κτιρίου.

Ειδικότερα στην περίπτωση με στοιχείο (α), η αίτηση για αναθεώρηση της άδειας συνοδεύεται από λεπτομερή τεχνική έκθεση του νέου επιβλέποντος, στην οποία περιγράφεται το στάδιο των εργασιών και από φωτογραφίες του κτιρίου στις οποίες φαίνεται και ο περιβάλλων χώρος διαμορφωμένος ή όχι ακόμη. Οι οικοδομικές εργασίες στην περίπτωση αυτή διακόπτονται αμέσως και επαναλαμβάνονται μόνο μετά την αναθεώρηση της άδειας.

Για τις περιπτώσεις με στοιχεία γ , δ, ε, οι αντίστοιχες εργασίες πρέπει να αρχίζουν μετά από τη χορήγηση της σχετικής αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας, όπως και για την περίπτωση στ , αν για την αλλαγή της χρήσης του κτιρίου πρέπει να γίνουν τροποποιητικές εργασίες, δηλαδή επιβάλλεται αλλαγή της μελέτης.

Η οικοδομική άδεια αναθεωρείται για την παράταση της ισχύος της μετά από αυτοψία με τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας, έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, η άδεια αναθεωρείται για αόριστο χρόνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 259. β) αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας δεν έγιναν οικοδομικές εργασίες ή δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, η άδεια αναθεωρείται για τέσσερα (4) χρόνια από την ημερομηνία της λήξης της.

γ) αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της αναθεώρησης, σύμφωνα με τα παραπάνω έχει ολοκληρωθεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α της παρούσας παραγράφου. "381. Προσδιορισμός αυθαίρετων κατασκευών. 1. Κάθε κατασκευή που εκτελείται: α) χωρίς την άδεια του άρθρου 329 παρ. 1 η , β) καθ’ υπέρβαση της αδείας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Σε περίπτωση αυθαίρετης κατά το προηγούμενο εδάφιο κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι για την καταβολή του προστίμου που αναφέρεται στην παρ. 4 του επόμενου άρθρου 382 να μεριμνήσουν, ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για να εκδοθεί ή αναθεωρηθεί τυχόν ισχύουσα οικοδομική άδεια μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης.

Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του επόμενου άρθρου. Αν η άδεια εκδοθεί ή αναθεωρηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία, επιβάλλονται μόνο τα πρόστιμα που προβλέπονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου .... 2. Κάθε αλλαγή της χρήσης κτιρίου ή τμήματός του κατά παράβαση της παρ.5 του άρθρου 329 είναι αυθαίρετη.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, μόνο για την επιβολή του προστίμου. Αν για την αλλαγή της χρήσης έχουν εκτελεστεί δομικές κατασκευές, εκτός από την επιβολή προστίμου διατάσσεται και η κατεδάφιση τους". Δ) Το Π.Δ. της 8-7-1993 (Οικοδομικές άδειες - έλεγχος οικοδομών) στο άρθρο 6 § § 1-4: "Ισχύς και αναθεώρηση οικοδομικής άδειας. 1.

Οι οικοδομικές άδειες αν δεν ανακληθούν ή ακυρωθούν ισχύουν μέχρι την αποπεράτωση των προβλεπομένων από αυτές οικοδομικών εργασιών που πιστοποιείται με τη σχετική θεώρηση της άδειας και όχι περισσότερο από τέσσερα (4) χρόνια από την έκδοσή τους ... . 3. Η οικοδομική άδεια αναθεωρείται για την παράταση της ισχύος της μετά από αυτοψία με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας, έχει περατωθεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, η άδεια αναθεωρείται για αόριστο χρόνο, επιφυλασσομένων των διατάξεων της § 5 του άρθρου 22 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ). Β) Αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας δεν έγιναν οικοδομικές εργασίες ή δεν έχει περατωθεί πλήρως ο φέρων οργανισμός της οικοδομής η άδεια αναθεωρείται για τέσσερα (4) χρόνια από την ημερομηνία λήξης της.

γ) Αν μέχρι τη λήξη της ισχύος της αναθεώρησης, κατά τα ανωτέρω έχει περατωθεί ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α της παρούσας παραγράφου. 4. Δεν απαιτείται αναθεώρηση της άδειας, στις παρακάτω περιπτώσεις: α) Για μικρής σημασίας τροποποιήσεις της Αρχιτεκτονικής Μελέτης (που δεν αλλάζουν τη χρήση) και τοπικής σημασίας μεταβολές του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, ως και των λοιπών μελετών, μετά από κρίση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας ή ενός ή περισσοτέρων εξουσιοδοτημένων από τον Προϊστάμενο υπαλλήλων, β) Για μεταβολές των διαστάσεων του κτιρίου και του οικοπέδου, εφόσον με τις αποκλίσεις αυτές δεν παραβιάζονται ο συντελεστής δόμησης που χρησιμοποιήθηκε κατά την έκδοση της άδειας και οι υποχρεωτικές αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του οικοπέδου.

Οι αποκλίσεις αυτές δεν επιτρέπονται να είναι μεγαλύτερες του 2% των μηκών των πλευρών του οικοπέδου με μέγιστο 20 εκ και 2% με μέγιστο 10 εκ. των διαστάσεων του κτιρίου. γ) Στις παραπάνω περιπτώσεις α’ και β’ υποχρεούται ο ενδιαφερόμενος να ενημερώσει τον φάκελλο της οικοδομικής άδειας πριν από τη θεώρηση της άδειας για ηλεκτροδότηση - υδροδότηση, δ) Σε κάθε περίπτωση αναθεώρησης ή ενημέρωσης άδειας για στοιχεία για τα οποία υπάρχει έγκριση της ΕΠΑΕ.

απαιτείται νέα έγκριση της ΕΠΑΕ η οποία και κρίνει αν η τροποποίηση είναι μικρής σημασίας, οπότε υπάγεται στην περίπτωση της ενημέρωσης ή αντιθέτως είναι ουσιώδης οπότε απαιτείται αναθεώρηση". Ε’ ) Το Π.Δ. 267/1998 (Αυθαίρετα: Χαρακτηρισμός - κατεδάφιση - πρόστιμα) στο άρθρο 1 § § 1, 3 (Διαπίστωση και χαρακτηρισμός νέων αυθαιρέτων) ορίζει: "1.

Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αυτή αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του.

Τα ονόματα των πιο πάνω προσώπων μπορεί ενδεικτικά και μόνο να αναφέρονται στην έκθεση. Η μη αναφορά τους ή η εσφαλμένη αναφορά τους δεν ασκεί επιρροή στην πρόοδο της διαδικασίας. 3. Η πιο πάνω έκθεση που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο.

Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται με αποδεικτικό αμέσως στον οικείο δήμο η κοινότητα και την αρμόδια Αστυνομική Αρχή.

Η Αστυνομική Αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. Ο Δήμος ή κοινότητα υποχρεώνεται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα την έκθεση στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για (30) ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το δήμο ή την κοινότητα της έκθεσης, δεν εμποδίζει την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας.

Ο δήμος ή η κοινότητα υποχρεώνεται επίσης να ερευνήσει και να ενημερώσει εντός των τριάντα ημερών (30) την πολεοδομική υπηρεσία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας υποχρέων". ΣΤ’ ) Το άρθρο 6 § 9 Ν. 4030/2011 ( Άδειες δόμησης, έλεγχος, αυθαίρετα ...) ορίζει: "6. Ισχύς, αναθεώρηση και ενημέρωση 1.... 9.

Ενημέρωση του φακέλου της άδειας δόμησης, "ανεξάρτητα από το χρόνο", ισχύος της άδειας δόμησης, πραγματοποιείται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)Αλλαγή ονόματος ιδιοκτήτη, β) Τροποποιήσεις των μελετών, που δεν αλλάζουν το διάγραμμα δόμησης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι απαραίτητες εγκρίσεις από άλλους φορείς, γ) Μεταβολές των διαστάσεων του κτιρίου ή του οικοπέδου, εφόσον με τις αποκλίσεις αυτές δεν παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την επιτρεπόμενη κάλυψη, το συντελεστή δόμησης και το συντελεστή κατ’ όγκο εκμετάλλευσης (σ.ο.) ή τις υποχρεωτικές αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του οικοπέδου ....

Ζ’ )Το άρθρο 4 § § 5, 6 Ν. 4067/2012 (Νέος οικοδομικός κανονισμός) ορίζει: "4. ‘ Αδειες δόμησης: 1 ... 5. Αυθαίρετη και κατεδαφιστέα είναι κάθε κατασκευή που εκτελείται ή έχει εκτελεσθεί: α) χωρίς οικοδομική άδεια ή άδεια δόμησης ή έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας ή έγγραφη ενημέρωση, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο, β) καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας ή της άδειας δόμησης, γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε και δ) κατά παράβαση γενικών ή ειδικών διατάξεων και των μέγιστων ανοχών όπως αυτές καθορίζονται. 6.

Σε περίπτωση αυθαίρετης κατασκευής, που τηρεί τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της, αυτή είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση ή ενημέρωση της άδειας δόμησης είτε μετά από την έκδοση έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας για τις εργασίες των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

Στις περιπτώσεις νομιμοποίησης αυθαιρέτων εργασιών της παραγράφου 3 εκδίδεται έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας μόνο με την υποβολή τεχνικής έκθεσης. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω άδειας δόμησης, η κατασκευή παύει να είναι αυθαίρετη και κατεδαφιστέα. Πρόστιμο αυθαίρετης κατασκευής δεν επιβάλλεται σε περίπτωση αναθεώρησης άδειας δόμησης, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου".

Η’ ) Το άρθρο 17 § § 1, 2, 10 Ν. 1337/1983 (" Επέκταση σχεδίων, οικιστικά, ζώνες κ.λ.π.") ορίζει: "17. Νέα αυθαίρετα. 1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους η συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο. 2.

Εκτός από την κατεδάφιση επιβάλλεται: α) πρόστιμο ανέγερσης αυθαιρέτου, β) πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου 10. Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται: α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σ’ αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν.

Κάθε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη, β) η σύνδεσή τους με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεπικοινωνιών". Θ’ )Το άρθρο 23 § § 1, 4 Ν. 4014/2011 (Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων, αυθαίρετα κ.λ.π.) ορίζει: "23. Απαγόρευση εμπραγμάτων δικαιοπραξιών σε ακίνητα με αυθαίρετες κατασκευές ή αυθαίρετες αλλαγές χρήσης. 1 Από την δημοσίευση του παρόντος απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 1577/1985 (Α’ 210).

Στην παραπάνω απαγόρευση εμπίπτει και η εισφορά ακινήτου σε εταιρεία ....4. Σε κάθε δικαιοπραξία εν ζωή που συντάσσεται μετά τη δημοσίευση του παρόντος και έχει ως αντικείμενο την μεταβίβαση ή την σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος σε κάθε ακίνητο, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων χωρίς κτίσμα εκτός από τα επισυναπτόμενα που προβλέπονται στην παράγραφο 12 του άρθρου 17 του ν. 1337/ 1983, επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση μηχανικού, με τις οποίες δηλώνεται και βεβαιώνεται αντίστοιχα ότι στο ακίνητο δεν υπάρχει κτίσμα ή στη διακεκριμένη αυτοτελή οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, μη συμπεριλαμβανομένων των κοινοκτήτων ή κοινοχρήστων χώρων του ακινήτου, δεν έχουν εκτελεστεί αυθαίρετες κατασκευές που να επηρεάζουν τη δόμηση, την κάλυψη και το ύψος της ιδιοκτησίας και δεν έχουν εγκατασταθεί χρήσεις χωρίς άδεια, ή ότι οι εκτελεσμένες αυθαίρετες κατασκευές ή οι εγκατεστημένες αυθαίρετες χρήσεις, εμπίπτουν σε μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 και δεν υπάγονται σε καμία από τις περιπτώσεις της παραγράφου ...

Ι’ ) Το άρθρο 95 § 5 του Συντάγματος ορίζει: 5. "Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". ΙΑ’ ) Το άρθρο 50 § 4 Π.Δ. 18/1989 (Κωδικοποίηση νόμων για το Σ.τ.Ε.) ορίζει: "4.

Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση".

ΙΒ’ ) Το άρθρο 2 Ν. 2690/1999 (Κώδικας διοικητικής διαδικασίας) ορίζει: "‘ Αρθρο 2. Αυτεπάγγελτη ενέργεια της Διοίκησης. Με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, τα διοικητικά όργανα οφείλουν να προβαίνουν, αυτεπαγγέλτως, στις ενέργειες που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις εντός των οριζομένων, σχετικών, προθεσμιών.

Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται σχετική προθεσμία, η ενέργεια συντελείται εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Ότι για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δομήσεως απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής Υπηρεσίας, η οποία είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. 2) Ότι οικοδομή, η οποία ανεγείρεται χωρίς οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής ή με βάση ανακληθείσα άδεια ή κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων θεωρείται εκ του νόμου αυθαίρετη. 3) Ότι ο χαρακτηρισμός οικοδομής ως αυθαίρετης γίνεται από υπάλληλο της πολεοδομικής Υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση, τα δε πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν εκ του νόμου την δυνατότητα να προβούν στην ακύρωση της σχετικής πράξεως ή να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της πολεοδομικής Υπηρεσίας ως προς την ύπαρξη ή μη των απαιτουμένων προς τούτο προϋποθέσεων. 4) Ότι η αρμόδια Αστυνομική Αρχή, ευθύς ως περιέλθει σε αυτήν η ως άνω έκθεση, διακόπτει τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής. 5) Ότι η αυθαίρετη οικοδομή είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί από την πολεοδομική Υπηρεσία, εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες από τα ανωτέρω άρθρα προϋποθέσεις είτε με την έκδοση οικοδομικής αδείας, είτε με την αναθεώρηση τυχόν ισχυούσης οικοδομικής αδείας. 6) Ότι απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεσθεί αυθαίρετη κατασκευή, εφόσον αυτή δεν έχει νομιμοποιηθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι - ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες Ε. Α. - Φ., Χ. Α., Γ. Α., Μ. Α., Β. - Α. Α. και Χ. - Χ. Α. (ήδη αναιρεσίβλητοι), είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 55% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά 9% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς, του ακινήτου (οικοπέδου), εκτάσεως ...

καταρτίσθηκε, με το υπ’ αριθ. ...9-6-1998 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινοπούλου, μεταξύ των οικοπεδούχων και του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Γ. Β. (ήδη αναιρεσείοντος) σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει επί του ως άνω οικοπέδου, με δικές του δαπάνες, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή αποτελούμενη από οκτώ ορόφους, μετά δύο υπογείων και δώματος.

Ως εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε η μεταβίβαση στον εργολάβο ή σε τρίτους που θα υποδειχθούν από αυτόν ποσοστού 602/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου που αντιστοιχεί στις πιο κάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες και χώρους σταθμεύσεως: α) ... Στους εργοδότες θα παρέμενε η κυριότητα του υπόλοιπου ποσοστού, ήτοι των 398/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, στο οποίο θα αντιστοιχούσαν οι πιο κάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες:

α’ ) ... Περαιτέρω, με το άρθρο 16 του ίδιου πιο πάνω εργολαβικού συμβολαίου, οι οικοπεδούχοι χορήγησαν στον εργολάβο εντολή και πληρεξουσιότητα για τη διενέργεια κάθε πράξης απαραίτητης, μεταξύ άλλων και για την έκδοση της άδειας οικοδομήσεως. Με βάση την πληρεξουσιότητα αυτή ο εφεσίβλητος εργολάβος μερίμνησε για την έκδοση της υπ’ αριθ. ...30-6-1998 άδειας οικοδομής από την Πολεοδομία του Δήμου Ζωγράφου και άρχισε αμέσως την ανέγερση του επίδικου έργου.

Λίγους μήνες μετά, όμως, ανέκυψαν μεταξύ των δύο πλευρών των διαδίκων διαφωνίες και έριδες, εξαιτίας των οποίων διαρρήχθηκαν οι σχέσεις τους και υπήρχε αδυναμία συνεργασίας και συνεννοήσεως μεταξύ τους. Οι εκκαλούντες όχι μόνο αρνήθηκαν να προβούν στη σύσταση πράξης οροφοκτησίας, αλλά, με την υπ’ αριθ. ...5-11-1998 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Μουσογιάννη, προέβησαν μονομερώς σε ανάκληση της πληρεξουσιότητας που είχαν χορηγήσει στον αντίδικο τους, με το προαναφερόμενο εργολαβικό συμβόλαιο.

Στις 11-11-1998, με την υπ’ αριθμό ...1998 αίτησή τους προς την Πολεοδομία του Δήμου Ζωγράφου, ζήτησαν να μη γίνονται δεκτά έγγραφα που υποβάλλονται από τον εργολάβο για λογαριασμό τους. Ακολούθησαν δε, εκ μέρους τους, πλείστες καταγγελίες, αναφορές και προσφυγές εναντίον των πράξεων του αντιδίκου τους, καθώς και αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Αποτέλεσμα της ελλείψεως συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων ήταν η ανεγερθείσα οικοδομή, η οποία, ας σημειωθεί αποπερατώθηκε τον Απρίλιο του 2001, να είναι εξ ολοκλήρου αυθαίρετη ως μη καλυπτόμενη από έγκυρη οικοδομική άδεια. Ειδικότερα: 1) Αρχικά εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ...1998 οικοδομική άδεια του Δήμου Ζωγράφου (Διεύθυνση Πολεοδομίας).

Αυτή δεν είναι πια εν ισχύ, γιατί, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ...18-1-1999 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας του Δήμου Ζωγράφου, καθώς και την υπ’ αριθ. 15776/3527/18-6-1999 ακυρωτική απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, κρίθηκε ότι εκδόθηκε με ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα. Συγκεκριμένα, κατόπιν καταγγελίας των εκκαλούντων, διενεργήθηκε αυτοψία στο επίδικο ακίνητο, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι το πλάτος του οικοπέδου είναι μικρότερο κατά είκοσι περίπου εκατοστά (0,20 m), από το πλάτος που εμφαινόταν στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που υποβλήθηκε από τον εφεσίβλητο εργολάβο, κατά την έκδοση της άδειας, με αποτέλεσμα να μειώνεται ανάλογα και η νόμιμη δόμηση του ακινήτου. 2) Ακολούθως, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. ...1999 και ...1999 αναθεωρήσεις της οικοδομικής άδειας, οι οποίες ακυρώθηκαν με την υπ’ αριθ. 15776/3527/18-6-1999 ακυρωτική απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, για το λόγο ότι κρίθηκε ότι η Πολεοδομία αφενός μεν αγνόησε την ανάκληση της πληρεξουσιότητας από τους οικοπεδούχους και αφετέρου δεν τήρησε τη διαδικασία του άρθρου 22 παρ.3 του Ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) και συγκεκριμένα δεν συντάχθηκε έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης οικοδομής, δεν ειδοποιήθηκαν οι υπόχρεοι για την καταβολή των προστίμων ανέγερσης και διατήρησης κλπ. 3) Στη συνέχεια, συντάχθηκε από τον εφεσίβλητο εργολάβο νέο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο υποβλήθηκε στην πολεοδομική αρχή.

Αυτή εξέδωσε την υπ’ αριθ. 112/2000 αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, η οποία, όμως, κατόπιν αιτήσεως των εκκαλούντων οικοπεδούχων, ακυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 2564/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι η Πολεοδομία δεν εξέτασε αν υφίστατο ή όχι έγκυρη εξουσιοδότηση των οικοπεδούχων προς τον εργολάβο να δηλώσει τα όρια του οικοπέδου τους. 4) Τέλος εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 39/2006 αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας.

Κατόπιν, όμως νέας αιτήσεως των εκκαλούντων, ακυρώθηκε και η ως άνω αναθεώρηση, με την υπ’ αριθ. 3399/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την εν λόγω απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ναι μεν, σύμφωνα με την παρεμπίπτουσα κρίση που περιέχεται στην υπ’ αριθ. 963/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, καθώς και τη νομολογία του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα που είχε παρασχεθεί στον εργολάβο από τους οικοπεδούχους με το αναφερόμενο πιο πάνω εργολαβικό συμβόλαιο ήταν ανέκκλητη και δεν μπορούσε να ανακληθεί μονομερώς από τους τελευταίους και συνεπώς υπήρχε έγκυρη εξουσιοδότηση των οικοπεδούχων προς τον εργολάβο να δηλώσει τα όρια του οικοπέδου τους, πλην όμως, η ως άνω αναθεώρηση της αδείας έπασχε από ακυρότητα γιατί παράνομα δεν είχε ζητηθεί εκ νέου η άποψη της αρμόδιας Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ).

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω και όσα αναφέρονται παραπάνω στη νομική σκέψη, επί του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου έχει κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου αυθαίρετη οικοδομή, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η σύσταση πράξης οροφοκτησίας. Απορριπτέα, λοιπόν, ως ουσία αβάσιμη κρίνεται η από 21-10-2005 αγωγή τού ενάγοντος Γ.

Β. (ήδη εφεσιβλήτου), με την οποία ζητείται να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να συμπράξουν με τον ίδιο (τον ενάγοντα), προκειμένου με συμβολαιογραφική πράξη αφενός μεν να συσταθεί επί του επίδικου ακινήτου οριζόντια ιδιοκτησία και κανονισμός πολυκατοικίας και αφετέρου να μεταβιβαστούν στον ίδιο ή σε τρίτους που θα υποδειχθούν απ’ αυτόν τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μαζί με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και τους χώρους σταθμεύσεως που αποτελούν την αμοιβή του για το επίδικο έργο.

Εσφαλμένα, λοιπόν εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την πιο πάνω αγωγή ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων καθ’ ο μέρος αυτή εστρέφετο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία, εκτός των άλλων, είχε γίνει δεκτή η με το ως άνω αίτημα αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε και ουσίαν.

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις αναφερθείσες ως άνω διατάξεις και περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της επίδικης πολυκατοικίας ως αυθαίρετης, αφού κατά τις παραδοχές του, αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις της οικοδομικής αδείας, οι οποίες εξεδόθησαν από την αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία, ακυρώθηκαν ακολούθως με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περαιτέρω δε, για την πληρότητα και την σαφήνεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται σε αυτήν ποια είναι η επιτρεπόμενη κάλυψη του οικοπέδου, ο συντελεστής δομήσεως, ποιες είναι κατά νόμον οι τηρητέες αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του οικοπέδου, ποιο ήτο το εκτελεστό περιεχόμενο εκάστης, αναθεωρήσεως της οικοδομικής αδείας, ποιες εργασίες ενέκριναν οι αναθεωρήσεις και ποιες είναι οι αποκλίσεις των διαστάσεων του οικοπέδου και της οικοδομής.

Εν τέλει, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, το Εφετείο ορθώς αρκέσθηκε στο γεγονός ότι οι αναθεωρήσεις της οικοδομικής αδείας απαιτήθηκαν από την κατά νόμον αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία και δεν ερεύνησε, καθόσον δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, ούτε ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι για τους οποίους το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά τα ανωτέρω, ακύρωσε τις αναθεωρήσεις της οικοδομικής αδείας.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς τα οικεία μέρη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο δικαστήριο τις ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.:" Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή απόφαση.

Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Κατά το άρθρο 524 § 4 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών".

Επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσον της αναιρέσεως είναι η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Εάν το Εφετείο, καθ’ ο μέρος εξεκλήθη παραδεκτώς η πρωτόδικη απόφαση, επικυρώσει τα σφάλματά της, τότε αυτά μπορούν να προταθούν με την άσκηση της αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.ΑΠ 16/1990).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 553 και 566 § 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (υπό την προϋπόθεση πάντοτε της μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεώς της κατά το άρθρο 564 § 1 Κ.Πολ.Δ.) ως προς τα κεφάλαια τα οποία δεν προσεβλήθησαν με την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση, κατά τα οποία, αφότου παρήλθε η προθεσμία προς άσκηση των τακτικών ενδίκων μέσων, κατέστη τελεσίδικη.

Στην τελευταία περίπτωση, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως, θα πρέπει το πρωτότυπό της να κατατεθεί στην Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 566 § 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1025/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οικοπεδούχοι ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους, μεταξύ των άλλων, ότι η κατασκευασθείσα στο οικόπεδό τους από τον αντίδικο εργολάβο οικοδομή έχει πραγματικά ελαττώματα και ζήτησαν την μείωση της αμοιβής του συνιστάμενη στο ότι με την πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας πρέπει να παραμείνουν στην κυριότητα των ίδιων και να μη μεταβιβασθούν στον αναιρεσείοντα εργολάβο επιπλέον αυτών που συμφωνήθηκαν με το εργολαβικό συμβόλαιο και οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανέφεραν στην αγωγή τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν εν μέρει την αγωγή όσον αφορά το συγκεκριμένο αίτημα, υποχρέωσε τον εργολάβο να καταβάλει στους οικοπεδούχους το συνολικό ποσόν των 70.000 ευρώ. Οι οικοπεδούχοι προσέβαλαν με την έφεσή τους την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο αυτό, όχι όμως όσον αφορά την ύπαρξη ή μη των πραγματικών ελαττωμάτων, αλλά μόνον όσον αφορά το ύψος του επιδικασθέντος ποσού, το οποίο θεώρησαν μικρό, το δε Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε αυτόν τον λόγο εφέσεως.

Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από εκείνον προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία εάν είχε λάβει υπόψη: "... θα είχε οδηγηθεί σε απόρριψη του ισχυρισμού των αντιδίκων περί υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων και ιδία περί δήθεν ελαττωμάτων των θέσεων στάθμευσης της οκταορόφου οικοδομής, διότι από το σύνολο των ως άνω εγγράφων αποδεικνύεται ότι ουδέν πραγματικό ελάττωμα παρουσιάζουν οι θέσεις σταθμεύσεως".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον αφ’ ενός μεν η πρωτόδικη απόφαση δεν εξεκλήθη ενώπιον του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο περί της υπάρξεως ή μη πραγματικών ελαττωμάτων, αφ’ ετέρου δε, ο αναιρεσείων, για το παραδεκτό της αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν κατέθεσε την αίτηση αναιρέσεως και στην Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο είναι απαράδεκτος ο ως άνω αναιρετικός λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το επιδικασθέν στους αναιρεσιβλήτους ποσό για τα πραγματικά ελαττώματα της οικοδομής.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 § 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο το οποίο πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε αυτό μόνον ή κυρίως σε αυτό σε περίπτωση συνεκτιμήσέως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, όσον αφορά πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τα πρώτο και τρίτο σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων: α) του υπ’ αριθ. ...18-1-1999 εγγράφου της Πολεοδομικής Υπηρεσίας του Δήμου Ζωγράφου και β) της υπ’ αριθ. 15776/3527/18-6-1999 ακυρωτικής αποφάσεως του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

με το να δεχθεί ως προς μεν το δεύτερο, ότι με την υπουργική αυτή απόφαση είχε ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ...1998 αρχική οικοδομική άδεια αλλά και η υπ’ αριθμ. ...1999 αναθεώρηση οικοδομικής άδειας ως προς δε το πρώτο, παραλείποντας να αναγνώσει την τελευταία περικοπή αυτού από την οποία, (κατά τον αναιρεσείοντα) προέκυπτε ότι δεν ακυρώθηκε η ως άνω οικοδομική άδεια αλλά επέκειτο μόνον η αναθεώρησή της για τους αναφερόμενους στο έγγραφο λόγους.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και την επισκόπηση των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Συγκεκριμένα, ότι η οικοδομή, την οποία κατασκεύασε ο αναιρεσείων, "ήταν εξ ολοκλήρου αυθαίρετη ως μη καλυπτόμενη από έγκυρη οικοδομική άδεια", χωρίς όμως, να δέχεται συγχρόνως ακύρωση της αρχικής οικοδομικής άδειας αλλά μόνον έλλειψη ισχύος αυτής. Ορθά επίσης ανέγνωσε το Εφετείο την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση με το να δεχθεί ότι ακυρώθηκε με αυτή όχι μόνον η ...1999 αναθεώρηση άδειας αλλά και η ...1999 όμοια, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει, ότι "ακυρωτέα είναι και οποιαδήποτε εκτελεστή διοικητική πράξη που έλκει την ισχύ της από την προσβαλλόμενη αναθεώρηση", χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης παραδοχή της ως άνω περικοπής, με συνέπεια ως εκ τούτου την απόρριψη ως αβασίμου του ίδιου λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2014 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 52...2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ