Legislator Case Law & Legislation
995/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil code breach, upholding lower court's rejection of contract cancellation claim.

Case Number 995/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting a contract cancellation claim. The appellant argued that the bank violated ethical codes and failed to provide adequate investment advice, constituting a clear abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court held that the appellant's silence and implied approval of the transactions negated the requirement for a clear abuse of right, and that ethical code violations resulted only in administrative penalties rather than civil liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 288 A of the Civil Code; The failure of a financial institution to adhere to ethical trading codes does not automatically render transactions voidable, and a client's silence or implied approval precludes a finding of clear abuse of right under Article 281.

Keywords

AI generated
clear abuse of right Civil Code Article 281 financial institution ethics contract cancellation implied approval administrative penalties investment advice duty

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 288 A of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 7 of Law 2396/1996
Ministerial Decision 11263/B.500/11-4-1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 995 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 995/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Συμπεθέρου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... ως καθολικής διάδοχου της τράπεζας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ" λόγω συγχωνεύσεως με αυτήν και με απορρόφησή της (της τελευταίας καθολικής και αυτής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από αυτής), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελέσα Μπακατσέλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7463/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6298/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-11-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής ή ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 19 ΚΠολΔικ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η χορήγηση απ'αυτόν στην αναιρεσίβλητη των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση εντολών αγοράς και πώλησης των προσδιοριζομένων σε αυτή μετοχών και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την μοναδική βάση της ένδικης αγωγής που στηρίζεται στη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας καταρτισθείσα σύμβαση παροχής σε αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών, στη συνέχεια στήριξε την αποδοχή της εν λόγω αγωγής της αναιρεσίβλητης στην παράλειψη διαμαρτυρίας του αναιρεσείοντος στις έγγραφες ενημερώσεις του από την αναιρεσίβλητη και στη συστημένη επιστολή που του απέστειλε, στις οποίες, ενημερώσεις και επιστολή, αναφέροντο οι μετοχές που είχαν αγορασθεί και πωληθεί από αυτή για λογαριασμό του και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του, με την εκτίμηση ότι η παράλειψη αυτή διαμαρτυρίας υποδηλώνει, τη γνώση του για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών για λογαριασμό του και αποτελεί σιωπηρή έγκρισή τους.

Και ότι με τις παραδοχές του αυτές α) έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 236, 238 και 211 ΑΚ, με το να δεχθεί τη νομιμότητα των εντολών του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για αγορά και πώληση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση μετοχών, καθώς και το άρθρ. 281 ΑΚ, με το να δεχθεί ως νόμιμο και μη καταχρηστικό τον γενικό όρο της ένδικης σύμβασης, για έγκριση της ενεργηθείσας χρηματιστηριακής πράξης σε περίπτωση μη διαμαρτυρίας μέσα σε 15 ημέρες από την αποστολή στον αναιρεσείοντα της ενημέρωσης για την ενέργεια της χρηματιστηριακής πράξης και γ) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, με την παράλειψή του να αναφέρει ποιος έδωσε στην αναιρεσίβλητη τις επίδικες εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς όλες τις αιτιάσεις. Ειδικότερα, ως προς τις δύο πρώτες (υπό στοιχ. α και β), ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε πως δεν αποδείχθηκε η χορήγηση από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη των επίδικων εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών και πως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή ως προς τη μοναδική βάση της εκ της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, ενώ, όπως προκύπτει από τις εν συνεχεία εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έδωσε στην αναιρεσίβλητη τις αναφερόμενες σε αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) εντολές αγοράς και πωλήσεως των επίδικων μετοχών και δεν απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την παραπάνω βάση της ένδικης αγωγής, αλλά, αντιθέτως δέχθηκε ότι αυτή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στο άρθρο 722 ΑΚ, και ουσιαστικά βάσιμη.

Η δε παραδοχή του, ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να διαμαρτυρηθεί όταν ελάμβανε τις προαναφερόμενες έγγραφες ενημερώσεις και μάλιστα αμέσως και όχι πέραν του δεκαπενθήμερου αφότου με συστημένη επιστολή του γνωστοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη ότι στο χαρτοφυλάκιο υπήρχαν οι μετοχές που είχαν αγορασθεί για λογαριασμό του και ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 98.343.332 δραχ.

υποδηλώνει ότι είχαν γίνει αγορές μετοχών για λογαριασμό του από την αναιρεσίβλητη και εκτιμάται ως σιωπηρή έγκριση των διαδοχικών χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν από την αναιρεσίβλητη κατά το διάστημα από 7-1 έως 17-3-2000, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελεί επιχείρημα και δικαιολογία του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και όχι βάση στην οποία στήριξε την παραδοχή της αγωγής.

Ενώ εξ άλλου αιτίαση για ακυρότητα του παραπάνω γενικού όρου ως αντίθετου προς το άρθρο 281 ΑΚ είναι και αβάσιμη, γιατί ο όρος αυτός δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. Και ως προς την τρίτη (υπό στοιχ. γ') αιτίαση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εντολές για αγορά και πώληση μετοχών δόθηκαν από τον αναιρεσείοντα.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ. 1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 παρ. 1 και 2 ν. 1 806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για τον σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.

του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.

Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ. 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.

Για τον σκοπό αυτόν τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.

Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.

Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από τον χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παράμενε, στο στέλεχος του βιβλιαρίου.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.

Ας σημειωθεί ότι με τον ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει τον γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.

Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνε, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Έτσι, τόσο ο εντολέας επενδυτής όσο και η χρηματιστηριακή εταιρεία μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη της σχετικής εντολής και με μάρτυρες (Ολ.ΑΠ 5/2009).

Τέλος το οριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του ν. 3632/1928, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 45 παρ.1 2 του ν.1914/1990, σε συνδυασμό και με την ΥΑ 4-2005/Β/1570 (ΦΕΚ Β 1141/1996) ότι "επι αγοραπωλησίας τοις μετρητοίς ή παράδοση του πράγματος και η πληρωμή του τιμήματος γίνονται μέσα στις δύο εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημέρα κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής", αφορά μόνο τις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση μελών του χρηματιστηρίου Αξιών και όχι τις σχέσεις μεταξύ του χρηματιστή και του πελάτη από τη σύμβαση παραγγελίας, οι οποίες διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). 'Ετσι μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέα ότι οι υποχρεώσεις τους αυτές θα εκτελεσθούν, είτε πριν, είτε μετά την προθεσμία των δύο ή τριών εργασίμων ημερών από τότε που έλαβε χώρα η χρηματιστηριακή συναλλαγή.

Σε κάθε δε περίπτωση εκ τούτου δεν δημιουργείται κάποια ακυρότητα σχετικά με τη διεκδίκηση των εκατέρωθεν οφειλομένων. Η διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.2843/2000, με την οποία ορίζεται ότι η προθεσμία των τριών ημερών επεκτάθηκε και στη σύμβαση παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέα πελάτη, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αφού η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ από 5-6-2001 και οι επίμαχες χρηματιστηριακές πράξεις, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, έγιναν σε προγενέστερο χρόνο.

Με τους δεύτερο, πέμπτο (κατά το δεύτερο μέρος του) και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, (όπως εκτιμώνται) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ προβάλλονται πράγματι οι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 και 19 ΚΠολΔικ αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 167, 178, 179, 288, 714, 729 ΑΚ, 8 Εμπ.Ν., 394 παρ.2, 395, 444 και 445 ΚΠολΔ, 12 παρ.5 Ν. 3632/1928, 27 παρ.1 περ.α' και δ' Ν. 1806/1998, με αριθ. 6280 Β/Β 508/17-5-1989 Απ.Υπ.Εθν.Οικονομίας, άρθρ. 4 παρ.1 και 23 παρ.1 Ν. 2396/1996 και άρθρ. 18 Ν. 3152/2003, ως προς τον τύπο έγκυρης κατάρτισης και τα μέσα απόδειξης των εντολών του αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη για ενέργεια από αυτήν των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματιστηριακών πράξεων αγοράς και πώλησης μετοχών, μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών που αγοράσθηκαν από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, καταβολής του τιμήματος τούτων και αποδεικτικής ισχύος των εκδιδόμενων για την αγοραπωλησία των μετοχών αυτών παραστατικών και για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές του Εφετείου για τα θέματα αυτά.

Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα : Μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας ( της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως ήταν η Τράπεζα Επενδύσεων, την οποία εν συνεχεία διεδέχθη ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η ήδη αναιρεσίβλητη) χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) καταρτίσθηκε η από 23-11-1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως αυτές ορίζονται στους επισυναπτόμενους γενικούς όρους συναλλαγών των οποίων έλαβε γνώση και τους αποδέχθηκε εγγράφως ο αναιρεσείων ως αντισυμβαλλόμενος πελάτης και από τους οποίους όρους διέπονταν όλες οι συναλλακτικές σχέσεις αυτού με την αρχικώς ενάγουσα Α.Ε.Π.Ε.Υ..

Με τη σύμβαση εκείνη ανέλαβε αυτή η χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρεία την λήψη, αποδοχή και εκτέλεση εντολών (παραγγελιών) του αναιρεσίοντα πελάτη της για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του. Ο αναιρεσείων ως πελάτης κατά τους γενικούς όρους συναλλαγών της άνω σύμβασης ήταν υποχρεωμένος να προκαταβάλει το αντίτιμο των μετοχών και εν γένει τίτλων των οποίων θα έδινε παραγγελία αγοράς των στην αντισυμβαλλόμενή του ενάγουσα, καθώς και την προμήθεια αυτής της χρηματιστηριακής εταιρείας και τα εν γένει έξοδα της συναλλαγής και να καταθέτει τους τίτλους που θα έδινε παραγγελία στην ενάγουσα εταιρεία να πωληθούν πριν από τη χρηματιστηριακή συναλλαγή πωλήσεως.

Σε περίπτωση εκτελέσεως των εντολών εκ μέρους της χρηματιστηριακής εταιρείας παρά την μη τήρηση των ως άνω υποχρεώσεων του πελάτη υποχρεούτο ο τελευταίος σε κατάθεση της αξίας των τίτλων (επί αγοράς) ή σε παράδοση των τίτλων (επί πωλήσεως) και σε καταβολή της προμήθειας της χρηματιστηριακής εταιρείας και των εν γένει εξόδων συναλλαγής το αργότερο μέχρι και τη δωδεκάτη μεσημβρινή της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την ημέρα κατάρτισης της συναλλαγής καθιστάμενος από την ημέρα εκείνη υπερήμερος αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται όχλησή του ευθυνόμενος για κάθε ζημία της χρηματιστηριακής εταιρείας από την καθυστέρηση αυτή, θετική ή αποθετική.

Πίστωση του τιμήματος από την χρηματιστηριακή εταιρεία υπό άλλους όρους και χωρίς ο πελάτης να καθίσταται υπερήμερος απαιτούσε έγγραφη ρητή συμφωνία των μερών. Μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πελάτη έναντι της χρηματιστηριακής εταιρείας σύμφωνα με τα παραπάνω ορίζετο ότι μπορούσε η χρηματιστηριακή εταιρεία να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την υποχρεωτική εκκαθάριση της χρηματιστηριακής συναλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3632/1928 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 92 του ν. 2533/1997 και ειδικότερα να εκποιήσει χρηματιστηριακά τις κινητές αξίες που ο πελάτης είχε δώσει εντολή να αγορασθούν και αγοράσθηκαν για λογαριασμό του χωρίς αυτός να έχει καταβάλει το τίμημα αγοράς του, ή να αγοράσει κινητές αξίες του ίδιου είδους και αριθμού με αυτούς που ο πελάτης είχε δώσει εντολή να πωληθούν και πωλήθηκαν για λογαριασμό του χωρίς αυτός να τις έχει παραδώσει στην χρηματιστηριακή εταιρεία ευθυνόμενου του πελάτη για τη σε βάρος του προκύπτουσα διαφορά καθώς και για κάθε άλλη ζημία της χρηματιστηριακής εταιρείας, θετική ή αποθετική.

Ορίζετο στην μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσα ως άνω σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως προς τον τρόπο διενεργείας των δοσοληψιών και οικονομικών συναλλαγών, ότι οι πηγάζουσες από την σύμβαση αυτή εκατέρωθεν μεταξύ της ενάγουσας χρηματιστηριακής εταιρείες και του εναγομένου χρηματικές απαιτήσεις θα καταχωρούντο σε άτοκο χρεωπιστωτικό λογαριασμό που ανοίχθηκε υπό τον αναγραφόμενο αριθμό κωδικού πελάτη 29999 και θα συμψηφίζοτο αυτόματα με την καταχώρισή τους.

Ακόμη ορίζετο στη σύμβαση ότι πιστώνονται στον χρηματιστηριακό λογαριασμό α) τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στην Α.Χ.Ε. για λογαριασμό του πελάτη β) τα χρηματικά ποσά που δικαιούται να λάβει το πελάτης από την Α.Χ.Ε. ως αντίτιμο της απευθείας πώλησης από αυτόν στην Α.Χ.Ε. κινητών αξιών και γ) τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στην Α.Χ.Ε.

μέσω του εκάστοτε συστήματος εκκαθαρίσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών σε σχέση με εκείνες που συνάπτει η Α.Χ.Ε. για λογαριασμό του πελάτη. Θα χρεώνοντο επίσης στον λογαριασμό αυτό κάθε χρηματικό ποσό που οφείλει ο πελάτης στην Α.Χ.Ε., οποιαδήποτε και αν είναι και η αιτία της εν λόγω οφειλής, όπως το αντίτιμο των κινητών αξιών που αγοράζει ο πελάτης απευθείας από την Α.Χ.Ε., δ) το οφειλόμενο στην Α.Χ.Ε.

τίμημα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούνται μέσω της Α.Χ.Ε. τίμημα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούνται μέσω της Α.Χ.Ε. για λογαριασμό του πελάτη, ε) οι κάθε είδους αμοιβές και οι προμήθειες της Α.Χ.Ε. και στ) τα κάθε είδους έξοδα που βάρυναν του πελάτη. Η Α.Χ.Ε. μπορούσε να χρεώνει ή να πιστώνει τον χρηματιστηριακό λογαριασμό με οποιοδήποτε ποσό οφείλει ο πελάτης στην Α.Χ.Ε.

ή η Α.Χ.Ε. στον πελάτη αντίστοιχα από οποιαδήποτε αιτία και αν απορρέει η απαίτηση που φέρεται κάθε φορά σε χρέωση ή σε πίστωση και ανεξάρτητα από το πότε είναι ληξιπρόθεσμη, εφ'όσον έχουν διενεργηθεί τέτοιου είδους συναλλαγές εντός του προηγούμενου μηνός. Η αποστολή αυτών των στοιχείων από την χρηματιστηριακή εταιρεία στον πελάτη ορίζετο ότι γίνεται στην τελευταία διεύθυνση που ο πελάτης είχε δηλώσει στην χρηματιστηριακή εταιρεία και ότι οι αντιρρήσεις του πελάτη, που αφορούν οποιοδήποτε στοιχείο και οποιαδήποτε ανακοίνωση ή γνωστοποίηση του αποστέλλει η Α.Χ.Ε., πρέπει να υποβάλλονται σ'αυτή εγγράφως αμέσως μετά την παραλαβή αυτών από τον πελάτη το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή τους, η δε παράλειψη εγκαίρου υποβολής αντιρρήσεων ισχύει ως έγκριση και εφιστάται από την Α.Χ.Ε.

η προσοχή του πελάτη στη συνέπεια αυτή. Ακόμη ορίζετο ότι, αν ο πελάτης δεν λαμβάνει τις αναγγελίες τις οποίες η Α.Χ.Ε. όφειλε να του έχει στείλει για εκτέλεση κάθε φύσεως εντολών και για μηνιαία ενημέρωση ως ανωτέρω, υποχρεούται να ειδοποιήσει εγγράφως και χωρίς καθυστέρηση την Α.Χ.Ε. αμέσως μετά την παρέλευση του χρόνου μέσα στον οποίο η αναγγελία της Α.Χ.Ε.

θα έπρεπε να είχε παραληφθεί κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία και το αργότερο εντός είκοσι πέντε ημερών από το τέλος κάθε μήνα, άλλως η Α.Χ.Ε. απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη. Ο χρηματιστηριακός λογαριασμός καθίσταται εντόκος όταν δημιουργούνται ληξιπρόθεσμες οφειλές του πελάτη έναντι της Α.Χ.Ε. κατά τα οριζόμενα στην σύμβαση αυτή και ενδεχομένως τους ειδικούς όρους συναλλαγών οπότε και οφείλεται για το κατάλοιπο του λογαριασμού ο τόκος υπερημερίας.

Επίσης ορίζετο ότι η Α.Χ.Ε. τηρεί στο όνομα του πελάτη λογαριασμό τίτλων, στον οποίο χρεωπιστώνει συμψηφιστικά ως προς ομοειδείς κινητές αξίες, τις απαιτήσεις και οφειλές της έναντι του πελάτη. Στην άνω σύμβαση ορίζετο ότι ο ενάγων ως πελάτης συμφωνούσε όπως η ενημέρωση του για συναλλαγές που διενεργούνται για λογαριασμό του από την ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία γίνεται κάθε φορά που διενεργείται συναλλαγή α) με αποστολή τηλεομοιοτυπίας (FAX) και β) τηλεφωνικά στους αριθμούς επικοινωνίας που είχε δηλώσει στην χρηματιστηριακή εταιρεία.

Κατά τους γενικούς όρους συναλλαγών, που επισυνάπτονταν στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ο εναγόμενος ως πελάτης υποχρεούτο πάντοτε με δική του πρωτοβουλία να φροντίζει για την ενημέρωση του ως προς την εκτέλεση ή όχι των συναλλαγών που έδωσε εντολή να καταρτισθούν μέσω της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας.

Η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να θέτει στη διάθεση του στα κεντρικά της γραφεία ή στα γραφεία των υποκαταστημάτων της, σε περιπτώσεις συναλλαγών που έχουν διενεργηθεί μέσω αυτών, όλα τα στοιχεία που αφορούν τις για λογαριασμό του καταρτισθείσες συναλλαγές και δοσοληψίες και γενικότερα κάθε κίνηση του χρηματιστηριακού λογαριασμού του.

Ο πελάτης ήταν δυνατό να ενημερώνεται τηλεφωνικώς με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη. Η ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποστέλλει στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα απευθείας στον ενάγοντα ως πελάτη την αναλυτική κατάσταση όλων των συναλλαγών που έγιναν για λογαριασμό του εντός του προηγουμένου μηνός σε εκτέλεση εντολής που δόθηκε απευθείας στην ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία ή διαβιβάστηκε σ'αυτή μέσω Ε.Λ.Δ.Ε., καθώς και τα τυχόν εκκρεμή χρεωστικά ή πιστωτικά υπόλοιπα σε χρήματα ή αξίες.

Η ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία προσεκόμισε και επικαλέσθηκε την κατάσταση πράξεων στο όνομα του αντιδίκου πελάτης της για το έτος 2000, στην οποία αποτυπώνονται όλες οι χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν με εντολέα αυτόν από 7-1-2000 έως και 17-5-2000 και από τις οποίες είχε προκύψει το χρεωστικό υπόλοιπο, που αποτελεί την ένδικη αξίωσή της, την χρηματική καρτέλα-χρηματιστηριακό λογαριασμό που τήρησε για τον εναγόμενο για το έτος 2000 και στην οποία αναγράφονται όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις του λογαριασμού του εναγομένου και τα εκδοθέντα αντίστοιχα παραστατικά, από τις οποίες προέκυπτε ως χρεωστικό υπόλοιπο ποσό 98.343.352 δρχ. (ή 288.608,51 ευρώ), τις μηχανογραφικές καταστάσεις απεικονίσεως των πινακίδων αγοραπωλησίας μετοχών που εκδόθηκα για τις επιμέρους αγορές και πωλήσεις μετοχών κατ'εντολή του ενάγοντα και αντίγραφα των πινακιδίων εκτελέσεως εντολής για αγορές μετοχών τοις μετρητοίς και πωλήσεις μετοχών τοις μετρητοίς από την ενάγουσα χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.

με εντολέα τον εναγόμενο υπογεγραμμένα από τον χρηματιστηριακό εκπρόσωπό της. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι από την εκτέλεση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αγορών και πωλήσεων μετοχών, τα έξοδα με τα οποία βαρύνετο κάθε συναλλαγή και την προμήθεια που η ενάγουσα εδικαιούτο να λάβει επί της αξίας της, προέκυψε χρεωστικό σε βάρος του εναγομένου υπόλοιπο από δραχμές 98.343.352 (1.387.297.817-1.288.954.465).

Η μάρτυς υπάλληλος της ενάγουσας ΑΑ που ήταν χρηματιστηριακή εκπρόσωπος αυτής, καταθέτει ότι έδινε τηλεφωνικώς ο εναγόμενος (αναιρεσείων) εντολές για την αγορά και πώληση των άνω μετοχών. Οι τίτλοι αξιών που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του και το χρηματικό χρεωστικό υπόλοιπο του χρηματιστηριακού λογαριασμού του απεικονίζονται σε προσκομιζόμενη μηχανογραφημένη κατάσταση της ενάγουσας.

Στην κατάσταση αυτή υπήρχε, χαρακτηριζόμενη ως αναλυτική, παρουσίαση της θέσης του ως πελάτη της κατά την 19-10-2001, σύμφωνα με την οποία ήταν αυτός κάτοχος 2.500 μετοχών της εταιρείας Ε-1 Α.Β.Ε.Ε., η τρέχουσα αξία των οποίων ανερχόταν ανά μετοχή σε δραχμές 5.806 (ευρώ 17.04) και συνολικά σε δραχμές 14.515.950 (ευρώ 42.600). Στην ίδια κατάσταση υπήρχε και συνοπτική παρουσίαση του χρηματικού υπολοίπου του λογαριασμού του εναγομενου την 19-10-2001 με το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού από δραχμές 98.343.352 (ευρώ 288.608,52), την άνω τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου και την συνολική καθαρή θέση του (Αξία χαρτοφυλακίου +μετρητά) που ήταν αρνητική εκφραζόμενη σε οφειλή 246.008,52 ευρώ ή 83.827.402 δραχμών.

Στο τέλος αυτής της καταστάσεως διατυπωνόταν η υπόδειξη όπως, σε περίπτωση διαφωνίας του εναγομένου, έπρεπε να ενημερώσει αυτός την ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία εγγράφως εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της καταστάσεως, άλλως θεωρούσε η ενάγουσα ότι συμφωνούσε ανεπιφύλακτα αυτός με τα ανωτέρω.

Η πιο πάνω μηχανογραφημένη κατάσταση ήταν συνημμένη στην από 23-10-2001 και υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... επιστολή που έστειλε η ενάγουσα ως συστημένη στον εναγόμενο προς ενημέρωση του. Ο εναγόμενος μπορούσε να αμφισβητήσει με ανταπόδειξη την ακρίβεια του χρηματιστηριακού λογαριασμού, το υπόλοιπο του οποίου του γνωστοποίησε η ενάγουσα με την άνω από 23-10-2001 συστημένη επιστολή που του έστειλε.

Η ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία φρόντιζε να αποστέλλονται στους πελάτες της, για λογαριασμό των οποίων είχε προβεί σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, έγγραφα με το ταχυδρομείο προς ενημέρωση των για τις αγορές και την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους. Για το σκοπό αυτό είχε αναθέσει από το έτος 1996 στην εταιρεία ΙNFO Ε-2 ΑΕ, με βάση τα στοιχεία που της έδινε από το ηλεκτρονικό της αρχείο, να εκτυπώνει έγγραφα και να τα αποστέλλει στις δηλωθείσες διευθύνσεις των πελατών της προς ενημέρωσή τους, εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μηνός από εκείνον εντός του οποίου είχαν γίνει οι αγορές και πωλήσεις τίτλων από την ενάγουσα για λογαριασμό της.

Εξ άλλου, τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), ως πελάτη στην ενάγουσα χρηματιστηριακή εταιρεία, είχε συστήσει ο υπάλληλός της ΒΒ που εξετάσθηκε ως μάρτυς και είναι εκείνος που πήγε στον εναγόμενο στο ..., από όπου κατάγονται αμφότεροι, την σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την ενάγουσα για να την υπογράψει και για να θεωρήσει την υπογραφή του στο τοπικό συμβούλιο, είχε αναλάβει δε ο ανωτέρω υπάλληλος ΒΒ να ενημερώνει τον εναγόμενο για τις συναλλαγές που γίνονταν κάθε ημέρα στο όνομά του.

Ο μάρτυς ΒΒ , που σύστησε ως πελάτη τον εναγόμενο στην ενάγουσα, ήταν παρών κατά τις εργάσιμες ημέρες στο χώρο του τμήματος συναλλαγών της ενάγουσας και είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση ποιες συναλλαγές είχαν γίνει στο όνομα κάθε πελάτη και ιδίως εκείνων που ο ίδιος είχε συστήσει στην ενάγουσα, καθώς και αν από τέτοιες συναλλαγές παρέμεινε χρεωμένος ο πελάτης.

Η ενάγουσα δεχόταν να εκτελούνται αγορές και πωλήσεις μετοχών για λογαριασμό του εναγομένου στο διάστημα από 7-1-2000 έως 17-3-2000, παρά το ότι δεν είχε καταθέσει καθόλου χρήματα σε λογαριασμό στην Τράπεζα ή στο Ταμείο της ενάγουσας για να αρχίσουν να γίνονται αγορές μετοχών στο όνομά του από το ότι εμπιστεύετο την υπόδειξη του συγκεκριμένου πελάτη από τον άνω υπάλληλό της ΒΒ.

Εγνώριζε ο εναγόμενος από τις αποστελλόμενες σ'αυτόν έγγραφες ενημερώσεις κάθε μήνα για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών που γίνονταν για λογαριασμό του με χρέωση και πίστωση χρηματιστηριακού λογαριασμού του και από την πληροφόρηση που είχε από τον άνω μάρτυρα ΒΒ για τις συναλλαγές αυτές και δεν αντέδρασε με κάποια διαμαρτυρία που να διατύπωσε έγκαιρα εντός 15 ημερών, όπως ορίζετο στους γενικούς όρους συναλλαγών της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που είχε υπογράψει προς τους εκπροσώπους ή τους αρμοδίους υπαλλήλους, ότι αμφισβητούσε την ύπαρξη εντολών για διενέργεια τέτοιων χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό του.

Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔικ την πρωτόδικη απόφαση με την παραδοχή της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε δικασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ωσεί παρών, έκρινε ότι η αγωγή ως προς τη μοναδική της βάση, τη στηριζόμενη στο άρθρο 722 ΑΚ (και όχι σε βάση στηριζόμενη σε έγκριση), είναι νόμω και ουσία βάσιμη και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη το προαναφερθέν ποσό των 98.343.352 δραχμών.

Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, ούτε έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου ως άνω (δεύτερος, πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του και έκτος) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Συνακόλουθα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, είναι αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις για παραβίαση των άρθρων 168, 229 και 238 ΑΚ και για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά της παραλαβής από τον αναιρεσείοντα των προαναφερόμενων εγγράφων και επιστολών που απεστάλησαν σε αυτόν από την αναιρεσίβλητη και το περιεχόμενο των επιστολών αυτών, αφού οι αιτιάσεις αυτές έχουν ως προϋπόθεση την παραδοχή από το Εφετείο της αγωγής με βάση την έγκριση από τον αναιρεσείοντα των ενεργηθεισών από την αναιρεσίβλητη για λογαριασμό του αγορών και πωλήσεων μετοχών.

Ενώ, οι παραδοχές Εφετείου, σχετικά με την ενημέρωση και πληροφόρηση του αναιρεσείοντα για τις ενεργούμενες από την αναιρεσίβλητη αγορές και πωλήσεις των επιδίκων μετοχών για λογαριασμό του, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματός του και όχι σε αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης που να συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής και νά θεμελιώνει το αίτημα της.

Κατά συνέπεια και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 19 ΚΠολΔικ αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη τα παραπάνω περί ενημερώσεως και πληροφόρησης του αναιρεσείοντα από τον προαναφερθέντα μάρτυρα της αναιρεσίβλητης για τις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό του, χωρίς να προταθούν, ούτε "εν σπέρματι", από την αναιρεσίβλητη και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το πότε και πως ελάμβανε χώραν η πληροφόρηση και ενημέρωση αυτή, είναι απαράδεκτος.

Επειδή η μη τήρηση, κατά την εκτέλεση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, των αρχών που επιβάλλονται από τον κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που θεσπίσθηκε με την εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής (άρθρο 7 του Ν. 2396/1996) εξουσιοδότησης απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 11263/Β.500/11-4-1997 (ΦΕΚ Β 340), μόνον διοικητικής φύσεως κυρώσεις είναι δυνατόν να επιφέρει σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος (ο οποίος κατά τα προεκτεθένα είχε δικασθεί ωσεί παρών στον πρώτο βαθμό), προεβλήθη ο ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης και παραβίαση από αυτή, κατά τη διενέργεια των επιδίκων αγορών και πωλήσεων μετοχών, των χρηστών ηθών και των αναφερομένων στο ως άνω δικόγραφο (πρόσθετων λόγων έφεσης) αρχών του παραπάνω κώδικα δεοντολογίας, με συνέπεια την ακυρότητα των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων την παράλειψη της αναιρεσίβλητης, που διέθετε ειδικές γνώσεις της αγοράς και ευρύτερο φάσμα πληροφοριών, παροχής στον αναιρεσείοντα αγρότη, κάτοικο ..., των απαιτούμενων, από το επίπεδο γνώσης και την οικονομική του κατάσταση, συμβουλών και ενημέρωσης για τη φύση των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών και τους κινδύνους που συνεπάγεται για αυτόν η διενέργεια τούτων.

Τον ισχυρισμό αυτόν απέρριψε το Εφετείο, κρίναν ότι υπό τα εκτεθένα περιστατικά η άσκηση της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσίβλητης δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, εν όψει και "της σιωπηρής έγκρισης από τον αναιρεσείοντα αυτών των χρηματιστηριακών συναλλαγών ως γενομένων για λογαριασμό του" και ότι η μη τήρηση από την ενάγουσα των επιβαλλομένων από τον Κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων αρχών συνεπάγεται μόνο διοικητικής φύσεως κυρώσεις.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 Α και της προαναφερθείσης Υπουργικής απόφασης, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, γιατί α) τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, σε συνδυασμό με τις αποδιδόμενες στην αναιρεσίβλητη παραλείψεις ενημέρωσης και πληροφόρησης του αναιρεσείοντα, δεν αρκούν για την κατάφαση πρόδηλης αντιθέσεως της ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ και β) η μη τήρηση των αρχών του κώδικα δεοντολογίας στην ενέργεια των επίδικων χρηματιστηριακών πράξεων δεν επάγεται κατά τα προεκτεθέντα ακυρότητα των πράξεων αυτών.

Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ πέμπτος (κατά το πρώτο μέρος του) και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6298/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ