995/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Φεβρουαρίου 2003 και 5 Μαϊου 2003 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5659/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαρτίου 2005 αίτησή του και τους από 14 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated995/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και κατ' ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου. Πραγματικό ελάττωμα, υπό την εκτεθείσα έννοια, αποτελεί και η έλλειψη της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής, προκειμένου να είναι δυνατή η λειτουργία του μισθίου με την άσκηση σ' αυτό της συμφωνημένης χρήσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 995 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυμπερόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Α. Θ., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., 2. Β. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3. Α. χήρας Π. Μ., κατοίκου ... και 4. Α. Π. Μ. συζ. Γ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Φεβρουαρίου 2003 και 5 Μαϊου 2003 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5659/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαρτίου 2005 αίτησή του και τους από 14 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει ότι, αν το μίσθιο κατά τον χρόνο της παραδόσεώς του στον μισθωτή έχει ή κατά τη διάρκεια της μισθώσεως εμφανίσει πραγματικό ελάττωμα που καθιστά παντελώς αδύνατη τη συμφωνημένη χρήση του, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του μισθώματος για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή.
Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και κατ' ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου. Πραγματικό ελάττωμα, υπό την εκτεθείσα έννοια, αποτελεί και η έλλειψη της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής, προκειμένου να είναι δυνατή η λειτουργία του μισθίου με την άσκηση σ' αυτό της συμφωνημένης χρήσεως.
Αν όμως, παρά την έλλειψη της άδειας λειτουργίας ή την ύπαρξη άλλου πραγματικού ελαττώματος, έγινε η συμφωνημένη χρήση από τον μισθωτή, ο τελευταίος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος, το οποίο οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη γενόμενη χρήση του μισθίου. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 579 ΑΚ δεν παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα της μη καταβολής του μισθώματος αν αυτός γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα κατά τη σύναψη της μισθωτικής συμβάσεως.
Το δικαίωμα του δε αυτό αποκλείεται έστω και αν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα του. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθaετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών. Δεν ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας αγνόησε ισχυρισμό νόμω αβάσιμο ή αλυσιτελή και, ως εκ τούτου, μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το από 5-9-1992 ιδιωτικό μισθωτήριο έγγραφο οι αναιρεσίβλητοι, που είναι συγκύριοι μιας αίθουσας κινηματογράφου ευρισκόμενης στον υπόγειο όροφο πολυκατοικίας επί της λεωφόρου ... και έχουσας, μαζί με το κυλικείο, την κύρια είσοδο και το ταμείο στο ισόγειο, συνολική επιφάνεια 484, 35 τ.μ., εκμίσθωσαν στον αναιρεσείοντα την εν λόγω αίθουσα με τις κάθε είδους εγκαταστάσεις και τον εν γένει εξοπλισμό της, προκειμένου ο τελευταίος να τη χρησιμοποιήσει ως αίθουσα προβολής κινηματογραφικών ταινιών για τη χρονική περίοδο από 5-9-1992 έως 4-9-1998, αντί μηνιαίου μισθώματος, ορισθέντος για το πρώτο έτος στο ποσό των 380.000 δραχμών με το επιπλέον ποσοστό 1,8% για τέλος χαρτοσήμου και ΟΓΑ και αναπροσαρμοζόμενου για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 13% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους, καταβλητέου δε το πρώτο τριήμερο κάθε μηνός.
Η μίσθωση αυτή, υπαχθείσα ως εμπορική στις εκάστοτε ισχύουσες και κωδικοποιηθείσες με το π.δ. 34/1995 προστατευτικές διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις, παρετάθη αναγκαστικώς μέχρι την 31-12-2001 σύμφωνα με τα άρθρα 7 παρ. 22 του ν. 2741/1999 και 20 παρ. 3 του ν. 2919/2001, εξακολούθησε δε να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεως της από 7-2-2003 αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Από την έναρξη της μισθώσεως μέχρι την 28-2-2003 ο αναιρεσείων, ενώ χρησιμοποιούσε ακωλύτως το μίσθιο ασκώντας σ' αυτό επιχείρηση εκμεταλλεύσεως κινηματογράφου, δεν κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους όλα τα μισθώματα της περιόδου 1-5-2002 έως 28-2-2003, κατά την οποία το μηνιαίο μίσθωμα, μαζί με το εκ ποσοστού 1,8% τέλος χαρτοσήμου, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 2.189,86 ευρώ.
Ειδικότερα, μετά την τμηματική καταβολή ορισμένων χρηματικών ποσών, εξακολουθούσε να οφείλει τα ποσά των ευρώ 7.709, 6 στην πρώτη, 4.387, 32 στον δεύτερο, 1.368,7 στην τρίτη και 2.874,27 στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Εξαιτίας της μη καταβολής των άνω μισθωμάτων οι αναιρεσίβλητοι, με την ασκηθείσα στις 11-3-2003 αγωγής τους, κατήγγειλαν τη μίσθωση, η οποία και λύθηκε στις 11-4-2003, με την παρέλευση άπρακτης της προβλεπόμενης στο άρθρο 597 ΑΚ προθεσμίας του ενός μηνός.
Εν συνεχεία το εφετείο δέχθηκε ότι για τον χώρο του μισθίου είχε εκδοθεί η με αριθμό πρωτ. 73396 Φ 141693/2 άδεια εγκαταστάσεως χειμερινού κινηματογράφου, χωρίς όμως έκτοτε να έχει εκδοθεί η σχετική άδεια λειτουργίας του από την αρμόδια κατά την έναρξη της μισθώσεως αστυνομική αρχή, δηλαδή το Αστυνομικό τμήμα Νέου Κόσμου.
Ωστόσο, συνεχίζει το εφετείο, το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα του μισθίου ήταν γνωστό στον αναιρεσείοντα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση ήταν σε θέση να γνωρίζει οποιοδήποτε πραγματικό ελάττωμα του μισθίου κατά τη διάρκεια της υπερδεκαετούς χρήσεως αυτού κατά τον προορισμό του, ενώ εξάλλου το ως άνω ελάττωμα δεν παρεκώλυσε τον αναιρεσείοντα στη χρήση του μισθίου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αφού δεν προκύπτει διακοπή της λειτουργίας και σφράγιση αυτού από την αρμόδια διοικητική αρχή.
Κατόπιν αυτών απέρριψε τον κατ' ένσταση προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί της υπάρξεως σ'αυτόν δικαιώματος μη καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων εξαιτίας του ειρημένου ελαττώματος, δεχθέν αφενός μεν την υπό των αναιρεσιβλήτων προβληθείσα και εκ του άρθρου 579 παρ.1 ΑΚ απορρέουσα αντένσταση, περί της γνώσεως του άνω ελαττώματος από τον αναιρεσείοντα κατά τη σύναψη της μισθώσεως, αφετέρου δε τη μη παρεμπόδιση του αναιρεσείοντος στη χρήση του μισθίου.
Επίσης απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του ότι συμφώνησε προφορικώς με τους αναιρεσιβλήτους να μην καταβάλει μισθώματα για όσο χρονικό διάστημα διαρκέσει η εκτέλεση των απαιτούμενων, για τη λήψη της άδειας λειτουργίας του κινηματογράφου, εργασιών διορθώσεων, ανακατατάξεων, ανακαινίσεως και επισκευής του μισθίου.
Ακολούθως το εφετείο, κρίνοντας ότι με την πρωτόδικη απόφαση ορθώς α) απορρίφθηκε η από 5-5-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως αόριστη, κατά το μέρος με το οποίο ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 27.879,5 ευρώ που δαπάνησε για την εκτέλεση μέρους των άνω εργασιών και, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία υποχρεώσεώς του για καταβολή μισθωμάτων από 1-8-2002 έως την εκτέλεση όλων των συμφωνηθεισών εργασιών και τη λήψη της άδειας λειτουργίας του κινηματογράφου και β) έγινε δεκτή η από 7-2-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εν όλω, ως προς το αίτημα της αποδόσεως του μισθίου και, εν μέρει, ως προς το αίτημα της επιδικάσεως των οφειλόμενων μισθωμάτων, δέχθηκε την έφεση μόνο ως προς το περί επιδικάσεως μισθωμάτων αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και επεδίκασε σ' αυτούς, για οφειλόμενα μισθώματα, ποσά μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα.
Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι μετά τη λήξη της χειμερινής περιόδου 2001-2002 εμφανίσθηκαν στο μίσθιο πραγματικά ελαττώματα, τα οποία εμπόδιζαν τη συμφωνημένη χρήση του και για την αποκατάσταση των οποίων ήταν αναγκαία η εκτέλεση των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εργασιών εκτεταμένης ανακαινίσεως και επισκευής αυτού, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια λειτουργίας του κινηματογράφου.
Όπως προκύπτει όμως από την αγωγή του αναιρεσείοντος, από τις κατατεθείσες την πρωτοβάθμια δίκη προτάσεις του και από το δικόγραφο της εφέσεώς του, αυτός δεν αναφέρει ότι εμφανίσθηκαν στο μίσθιο πραγματικά ελαττώματα μετά τη λήξη της χειμερινής περιόδου 2001-2002, αλλά επικαλείται τις άνω εργασίες για να στηρίξει τον απορριφθέντα από το εφετείο ισχυρισμό του, ότι συμφώνησε προφορικώς με τους αναιρεσιβλήτους να μην καταβάλει μισθώματα για όσο χρονικό διάστημα διαρκέσει η εκτέλεση των εργασιών αυτών.
Εξάλλου, οι εν λόγω εργασίες συνδέονται με την ανάγκη εκδόσεως της ως άνω άδειας λειτουργίας, η έλλειψη της οποίας όμως, όπως δέχεται το εφετείο, ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα κατά τη σύναψη της μισθώσεως και, πάντως, δεν εμπόδισε τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Ο ισχυρισμός συνεπώς αυτός, στον οποίο στηρίζεται ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αλυσιτελής, δεν μπορεί δηλαδή, έστω και αν είναι αληθινός, να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και στην αποδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσία παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς ωστόσο τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-9-1992 μισθωτηρίου ως προς τον διαλαμβανόμενο σ' αυτό όρο, κατά τον οποίο "κάθε δαπάνη προσθήκης ή βελτιώσεως του μισθίου που τυχόν θα επιβληθεί από τις αρχές ως απαραίτητη για τη λειτουργία του κινηματογράφου βαρύνει αποκλειστικά τον μισθωτή", αφού αν και ο όρος αυτός, όπως προκύπτει από το μισθωτήριο, ίσχυε μόνο για τη συμβατική διάρκεια της μισθώσεως από 5-9-1992 έως 4-9-1998, εντούτοις δέχθηκε ως συμφωνηθείσα την ισχύ του και για τον μετέπειτα, χρόνο της αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, χωρίς να προσδιορίζει τη διάρκεια ισχύος του συμβατικού αυτού όρου, τον αναφέρει όχι ως αποδεικτικό μέσο, αλλά ως στοιχείο για την άντληση επιχειρήματος ενισχυτικού της απορριπτικής του κρίσεως, ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συμφωνημένης μη καταβολής από αυτόν των οφειλόμενων μισθωμάτων.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής των οφειλόμενων μισθωμάτων, καθόσον δεν αναφέρει αν υπολόγισε την αναπροσαρμογή αυτή με βάση το διαλαμβανόμενο στη μισθωτική σύμβαση ποσοστό ή με βάση τον καθοριζόμενο από το άρθρο 7 του πδ. 34/1995 τρόπο ή με βάση νεότερη συμφωνία των διαδίκων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-5-2002 έως 28-2-2003) το μηνιαίο μίσθωμα είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 2.189,86 ευρώ, το ίδιο δε ποσό είχε δεχθεί και το πρωτοδικείο. Όμως, με την έφεση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η πρωτόδικη απόφαση δεν είχε προσβληθεί ως προς το κεφάλαιο του υπολογισμού του διαμορφωθέντος μισθώματος, παρά μόνο, μεταξύ άλλων, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως καταβολής μέρους των οφειλόμενων μισθωμάτων. Επομένως, ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ,είναι αβάσιμος.
IV. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ απορρέοντα μοναδικό λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου προσάπτεται στο εφετείο ότι, κατά παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 574-578 ΑΚ, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό που ο αναιρεσείων πρότεινε με την από 5-5-2003 αγωγή του, με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό προτάσεις του και με την έφεσή του, ότι δηλαδή είχε το δικαίωμα της μη καταβολής των μισθωμάτων της περιόδου 1-5-2002 έως 28-2-2003, κατά την οποία παρεμποδίσθηκε στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου ως κινηματογράφου, αφενός μεν, διότι ανέκυψε στις 2-11-2001 και εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τις 28-2-2003 το πρόβλημα της ελλείψεως άδειας λειτουργίας, για την έκδοση της οποίας οι σχετικές εργασίες επισκευής και ανακαινίσεως του μισθίου δεν αποπερατώθηκαν από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων, αφετέρου δε, διότι υποβλήθηκε κατ' αυτού σχετική μήνυση από το Αστυνομικό Τμήμα Νέου Κόσμου και επιπλέον του εστάλη στις 18-12-2001 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων, με το οποίο του εγνωστοποιείτο ότι επίκειται διακοπή της λειτουργίας και σφράγιση του κινηματογράφου.
Σύμφωνα όμως με τις αναφερόμενες πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο παραδοχές του εφετείου, τα προεκτεθέντα περιστατικά συνδέονται με την άδεια λειτουργίας του κινηματογράφου, η έλλειψη τα οποίας ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα κατά τη σύναψη της μισθώσεως και, πάντως, δεν εμπόδισε τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου κατά την περίοδο από 1-5-2002 έως 28-2-2003.
Οι παραδοχές αυτές, ανταποκρινόμενες πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 579 ΑΚ, αρκούσαν για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Ως εκ τούτου, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2005 αίτηση του Ν. Κ. περί αναιρέσεως της 5659/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ