Legislator Case Law & Legislation
994/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling lower court correctly rejected claim of abuse of right.

Case Number 994/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court improperly rejected a claim of abuse of right, but the Court found the Second Instance Court correctly applied the law by treating the claim as inadmissible rather than substantive. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the claim that a lower court rejected a substantive argument as inadmissible is itself inadmissible if the lower court explicitly ruled on the merits and found the argument legally unfounded.

Keywords

AI generated
abuse of right procedural inadmissibility appeal grounds lease dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 994 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 994/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.Α.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Κοτταρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2003 και με αριθ.κατάθ.56/11-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 21-12-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της από 30-10-2012 αιτήσεως αναιρέσεως της 222/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 222/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 3.3.2003 αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι δυνάμει του από 1.4.1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, κατόπιν προηγηθέντος δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμίσθωσε στον τελευταίο, για το από 1.4.1988 μέχρι 31.3.1990 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 42.000 δραχμών, το εις αυτήν (αγωγή) περιγραφόμενο ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον εναγόμενο ως κατάστημα - αποθήκη.

Ότι η εν λόγω μίσθωση, μετά την λήξη της κατά τα άνω συμβατικής διάρκειάς της, παρατάθηκε αναγκαστικά, δυνάμει των διατάξεων των νόμων περί εμπορικών μισθώσεων ως υποχρεωτικής δωδεκαετούς διάρκειας και ότι παρελθούσης και της κατ' άρθρο 61 περ. δ' του ΠΔ/τος 34/1995 τετραετούς παράτασης, έληξε στις 31.8.2001, άλλως ότι έχει καταστεί αυτή αορίστου χρόνου και την καταγγέλει με την αγωγή.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε το ενάγον να αναγνωρισθεί ότι έχει επέλθει η λήξη της μισθωτικής σύμβασης κυρίως μεν λόγω συμπλήρωσης του συμβατικού και του νομίμου χρόνου διάρκειάς της, επικουρικώς δε λόγω της καταγγελίας αυτής ως αορίστου χρόνου, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 39/2005 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου στο ενάγον, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επί της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης ως αορίστου χρόνου στηριζόμενη επικουρική βάση αυτής.

Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων την από 16.3.2005 έφεση, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 222/2010 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος - νυν αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, ο οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 5§1 του ΠΔ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7§6 του Ν. 2741/1999, οι υπαγόμενες στο εν λόγω ΠΔ μισθώσεις ισχύουν για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο.

Όπως δε ρητώς ορίζεται στο ως άνω άρθρο 7§8 του προαναφερόμενου Ν. 2741/1999, η δωδεκαετής διάρκεια καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του (28.9.1999) μισθώσεις. Ως τέτοιες νοούνται οι μισθώσεις στις οποίες ο μισθωτής εξακολουθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου να βρίσκεται στη χρήση του μισθίου, έστω και αν με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς είχε συμπληρωθεί η νόμιμη διάρκεια τους (ΑΠ 1031/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 61 στοιχ. δ' του ΠΔ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 15 του ν. 2741/1999, τα ποσά του προηγουμένου άρθρου, (για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας), δεν οφείλονται στις εξής περιπτώσεις: α) ...δ) "στις περιπτώσεις που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης, που έχει επέλθει είτε σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 του παρόντος, είτε λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ασκηθεί μετά παρέλευση εννέα (9) μηνών από αυτή τη λήξη της μίσθωσης.

Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε τη λήξη της τετραετίας δεν οφείλονται τα ποσά του προηγούμενου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια α) ότι η άϋλη εμπορική αξία λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας αφορά την συμπλήρωση του χρόνου αυτού τόσο στις παλαιές μισθώσεις, όσο και στις νέες μισθώσεις που πρόκειται να λήξουν μελλοντικά κατ' άρθρο 5§1 του ΠΔ/τος 34/1995 και β) ότι αν ο εκμισθωτής δεν ασκήσει την αγωγή απόδοσης εντός εννέα μηνών από τη λήξη της μίσθωσης λόγω δωδεκαετίας, θεωρείται ότι έχει παραταθεί αυτή για τέσσερα χρόνια, οπότε μετά την πάροδο και αυτών δεν οφείλεται για την απόδοση του μισθίου άϋλη εμπορική αξία.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 574, 599§1, 608§1 ΑΚ, 69§§1 εδάφ. α', 2 και 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, εφαρμόζοντας το νόμο, προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό των εννόμων σχέσεων που προκύπτουν από τις αποδείξεις, χωρίς σ' αυτό να δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις των διαδίκων, έτσι δε πράττοντας και καταλήγοντας σε διάφορο νομικό συμπέρασμα από εκείνο που υιοθετεί ο διάδικος, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Συνεπώς, επί αγωγής απόδοσης μισθίου λόγω λήξης της πολυετούς επαγγελματικής μίσθωσης, με την πάροδο της κατά τα άνω αναγκαστικής παράτασής της, η οποία έχει βάση την σύναψη της μίσθωσης, την παράδοση της χρήσης του μισθίου στο μισθωτή και την λήξη του χρόνου διάρκειάς της, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις αποδείξεις, καταλήγει σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα ως προς το χρόνο λήξης της μίσθωσης, αυτό δεν αποτελεί πράγμα που έπρεπε να λάβει υπόψη του ύστερα από πρόταση διαδίκου (ΑΠ 1129/2000).

Στη συνέχεια, στο αγωγικό αίτημα για απόδοση του μισθίου ακινήτου από ορισμένο χρονικό σημείο πριν ή μετά την άσκηση της αγωγής, περιέχεται το έλασσον αίτημα για απόδοση αυτού σε απώτερο χρονικό σημείο, οπότε αν αποδειχθεί η λήξη της μίσθωσης από το απώτερο αυτό χρονικό σημείο, το δικαστήριο θα υποχρεώσει τον εναγόμενο, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, σε απόδοση του μισθίου από το απώτερο χρονικό σημείο, χωρίς αυτό να αποτελεί επιδίκαση περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν (ΑΠ 1129/2000, ΑΠ 865/1999).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1.4.1988 συμφωνητικού κατόπιν δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού το ενάγον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου εκμίσθωσε στον εναγόμενο το ακίνητο, επιφανείας 50 τ.μ., που κείται στην οδό … αριθμ.

…, στο δήμο Ρόδου, με στοιχεία ΒΚ 1215, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εμπορικό κατάστημα - αποθήκη, για χρονικό διάστημα δύο ετών, από 1.4.1988 μέχρι 31.3.1990. Με την πάροδο του συμβατικού χρόνου η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά δυνάμει των διατάξεων των νόμων περί των εμπορικών μισθώσεων που προαναφέρθηκαν και τέλος με την έναρξη της ισχύος του ν. 2741/1999 ως δωδεκαετής.

Την 31.3.2000 με τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, ο εναγόμενος συνέχισε να κάνει χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση από το ενάγον για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, μετά την πάροδο του οποίου η μίσθωση παρατάθηκε για τέσσερα χρόνια ήτοι μέχρι 31.3.2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του ΠΔ 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 15 του ν. 2741/1999, που προεκτέθηκε.

Κατά συνέπεια η μίσθωση έληξε την 31.3.2004 με την πάροδο της τελευταίας εκ του νόμου παράτασης (τετραετίας), αφού στο διάστημα των εννέα μηνών μετά την πάροδο της δωδεκαετίας δεν ασκήθηκε αγωγή απόδοσης του μισθίου. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν το ότι το ενάγον προσδιόρισε εσφαλμένα στην αγωγή τον κατά νόμο χρόνο λήξης της μίσθωσης που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, με αποτέλεσμα να επιδιώκεται με την αγωγή η απόδοση σε χρόνο προγενέστερο από εκείνο που ορίζει ο νόμος, δεν καθιστά την αγωγή μη νόμιμη, ούτε προώρως ασκηθείσα, αφού στο αγωγικό αίτημα για άμεση απόδοση του μισθίου, περιέχεται το έλασσον αίτημα για απόδοση του μισθίου σε απώτερο χρονικό σημείο κατά το οποίο κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 Κ.Πολ.Δ., θα διαταχθεί από το Δικαστήριο και η απόδοση του μισθίου.

Έτσι αφού η μίσθωση ήδη έληξε την 31.3.2004 ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να αποδώσει το μίσθιο στο ενάγον. Περαιτέρω, επειδή η μίσθωση με τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας παρατάθηκε για τέσσερα ακόμη χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του ως άνω πδ που προαναφέρθηκαν δεν υφίσταται υποχρέωση του ενάγοντος - εκμισθωτή να καταβάλει στον εναγόμενο - μισθωτή την αποζημίωση 24 μισθωμάτων προς αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου είναι απορριπτέος".

Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα και αφού το δικαστήριο εκείνο απέρριψε ως μη νόμιμο και τον προβληθέντα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος του ενάγοντος, ήτοι προς απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, περί του οποίου ισχυρισμού και γίνεται ειδικότερος λόγος στην επόμενη σκέψη της παρούσας, έκρινε ότι "...η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι η λήξη της μίσθωσης επήλθε την 31.3.2004 και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε τρίτος που έλκει από αυτόν δικαιώματα, να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, του καταστήματος, επιφανείας 50 τμ, που κείται στην οδό ……, του δήμου …, με στοιχεία ΒΚ 1215, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης των 24 μισθωμάτων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, α) ότι ο αναιρεσείων είχε συμπληρώσει ως μισθωτής στη χρήση του μισθίου καταστήματος χρονικό διάστημα δώδεκα ετών στις 31.3.2000, β) ότι μετά την παρέλευση της δωδεκαετίας παρέμεινε στη χρήση του μισθίου και επί μία επιπλέον τετραετία, η οποία έληξε στις 31.3.2004, ήτοι ότι συμπλήρωσε κατά το χρόνο αυτό στη χρήση του μισθίου συνολικά δεκαέξι (16) έτη, και το οποίο στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές του αυτές, γ) έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως θεμελιούμενη κατά την κύρια βάση της στη λήξη της πολυετούς σύμβασης μίσθωσης, η οποία επήλθε στις 31.3.2004, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής (κατάθεση 11.3.2003, επίδοση 4.6.2003) και όχι, κατά το εκτιθέμενα στην αγωγή, στις 31.8.2001, ήτοι πριν την άσκηση αυτής, και δ) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και κάθε τρίτο που έλκει από αυτόν δικαιώματα να αποδώσει από του χρόνου τούτου (31.3.2004) την χρήση του μισθίου στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς την καταβολή της άϋλης εμπορικής αξίας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα υπ' αριθμ. 39/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατ' ουδέν έσφαλε.

Ειδικότερα δε α) δεν έλαβε υπόψη του παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε και επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από το ενάγον, του οποίου το αίτημα ήταν, σε κάθε περίπτωση, η απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου λόγω λήξης του χρόνου της εμπορικής μίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του εναγόμενου, β) δεν προέβη απαραδέκτως σε αποδοχή αγωγής της οποίας μοναδική βάση ήταν - κατά τον αναιρεσείοντα - η απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου λόγω καταγγελίας της καταστάσας αορίστου χρόνου σύμβασης μίσθωσης και γ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων του ΑΚ και εκείνων του ΠΔ/τος 34/1995 και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 9 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 724/2009, ΑΠ 395/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη της § 19 του άρθρου 7 του Ν. 2741/1999, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (1.11.2004) "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 17 του άρθρου 41 του ν. 2648/1998, μισθώσεις ακινήτων με εκμισθωτή το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α.

ή την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, που υπάγονται στο π.δ. 34/1995 και έληξαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παράγραφοι 10 και 12 αυτού ή που λήγουν οποτεδήποτε, μπορούν να παρατείνονται μέχρι δώδεκα (12) χρόνια από τη λήξη τους με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. ή των Ο.Τ.Α., ή της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου και με απευθείας σύναψη σύμβασης παράτασης της μίσθωσης με τον εγκατεστημένο στο μίσθιο μισθωτή.

Το ετήσιο μίσθωμα στις παραπάνω παρατάσεις δεν μπορεί να συμφωνηθεί κατώτερο από το 10% της εκάστοτε ισχύουσας αντικειμενικής αξίας του μισθίου ή της αγοραίας αξίας στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση το μηνιαίο μίσθωμα δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το καταβαλλόμενο". Εξάλλου, ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1702/2011).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση α) των υπ' αριθμ. 39/2005 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και β) των από 1.11.2004 προτάσεων του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προεβλήθη νομοτύπως από αυτόν ο ισχυρισμός ότι δήλωσε στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ότι επιθυμεί να υπαχθεί στην κατά τα άνω, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 19 του Ν. 2741/1999, δωδεκαετή παράταση της σύμβασης μίσθωσης, πλην όμως ο όρος της αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 10% επί της αντικειμενικής αξίας καθιστά υπέρογκο το μίσθωμα διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το αυξάνει από 327,22 ευρώ σε 1945,71 ευρώ μηνιαίως και ότι "...δεδομένης της προσφοράς μου ν' αποδεχθώ λογικό μίσθωμα στο ύψος που οι συνθήκες της αγοράς επιτρέπουν, ώστε να υπαχθώ στη ρύθμιση της παράτασης της παρ. 19 του άρθρου 7 του Ν. 2741/1999, συνάγεται ότι η καταγγελία και η αγωγή του αντιδίκου είναι κατ' άρθρο 281 Α.Κ.

καταχρηστικές και πρέπει ν' απορριφθούν, επειδή είναι αντίθετες στην καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη στον οικονομικό, άλλως στον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Συνακόλουθα των ανωτέρω ο εκβιαστικός χαρακτήρας της αγωγής είναι πρόδηλος...". Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμος, επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη με την μορφή του πέμπτου λόγου της από 16.3.2005 έφεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, το δε Εφετείο τον απέρριψε ομοίως ως μη νόμιμο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "Επίσης η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που πρόβαλε ο εναγόμενος επικαλούμενος ότι το ενάγον άσκησε την αγωγή απόδοσης του μισθίου προκειμένου να επιτύχει την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά 10% της αντικειμενικής αξίας που οριζόταν με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 13 (σημείωση:

το ορθόν είναι παρ. 19) του ν. 2741/1999, όπως ίσχυε, δεν είναι νόμιμος, και πρέπει να απορριφθεί διότι και εάν τα πραγματικά περιστατικά είναι αληθινά ήταν νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντος και η άσκησή του δεν υπερβαίνει, και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο αξιολογείται ότι δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο μέρος του τρίτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.

δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης του ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσία διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495§4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ.

Ζ 5354241/30.10.2012 διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου. Δικαστικά έξοδα υπέρ του νικώντος αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις και το οποίο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., δεν επιδικάζονται ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο σχετικού αιτήματος (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ.).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 43/2012 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 222/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης ο αναιρεσείων και για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. Ζ 5354241/30.10.2012 διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ρόδου.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ