Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural defects in second-instance arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellants argued the lower court failed to address their claim of interruption of the statute of limitations and lacked sufficient reasoning. The court ruled the appeal inadmissible because the limitation argument was raised via an addendum rather than formal proposals and remained vague regarding specific amounts and timing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 237 and 527 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1), 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure: An argument regarding the interruption of the statute of limitations raised by an addendum in the second instance is inadmissible if it is vague and fails to specify essential details like the amount or date of the relevant declaration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 994 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 994/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Αργυρακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χριστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3741/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 823/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-2-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-12-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεση δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτης έρευνάς τους, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες ζητούσαν κυρίως να τους επιδικασθεί, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, το συνολικό ποσό των 12.500.000 δραχμών, άλλως το ποσό των 4.166.000 δρχ.
στον καθένα από αυτούς, επικουρικά δε να τους επιδικασθεί το ίδιο ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερευνώντας και τις δυο βάσεις της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια (εκ της αδικοπραξίας) βάση της και απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη κατά την επικουρική βάση της.
Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας την ασκηθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο έφεση, δέχθηκε την επαναφερθείσα με αυτή ένσταση του αναιρεσιβλήτου ότι η εκ της αδικοπραξίας ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων υπέκυψε στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε (κατ' αποδοχή της ενστάσεως αυτής) την αγωγή κατά την κύρια βάση της, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της.
Με το να μη ερευνήσει τη βάση αυτή, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ούτε άφησε αδίκαστη αίτηση, αφού ως προς την σχετική απορριπτική της εν λόγω βάσης (επικουρικής) διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση ή αντέφεση από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο ως προς το μέρος κατά το οποίο επλήττετο με την έφεση του αναιρεσιβλήτου.
Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Το άρθρο 937 Α.Κ. ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο ότι δε θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακροτέρα από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.
ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, ανέρχεται σε πέντε (5) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ποιν. Κ. αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.
Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δε συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Ποιν. Κ. μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίον ανέρχεται σε τρία (3) έτη.
Τούτο δε διότι α) η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει και δε χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου. Εξάλλου, η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής.
Την αρχή αυτή δεν ικανοποιεί η άποψη περί συνυπολογισμού στην βασική (in abstracto) πενταετή ποινική παραγραφή και της τριετίας της αναστολής. Και β) ο συνυπολογισμός της τριετίας της ποινικής αναστολής προκαλεί και σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαιτήσεως αποζημιώσεως, όπως οι θεσμοί αυτοί ρυθμίζονται στα άρθρα 255 επ.
και 260 επ. του Α. Κ., αφού θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα, αφ' ενός η ποινική αναστολή και αφ' ετέρου η αναστολή-διακοπή της παραγραφής του Α. Κ. Τόσο όμως η ποινική όσο και η αστική παραγραφή αποτελούν σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στο πλαίσιο καθενός από τα συστήματα αυτά.
Επομένως, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή, άνευ συνυπολογισμού σ' αυτήν και του διαστήματος της αναστολής (ΟΛ. Α.Π. 21/2003. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Την 9-3-1994 οι ΒΒ και ΓΓ παρέσυραν τον κοσμηματοπώλη ΑΑ, πατέρα των αναιρεσειόντων, στην οικία του ΒΒ (..., ...) με το πρόσχημα της αγοράς κοσμημάτων. Κατά την άφιξη του ΑΑ στην εν λόγω οικία και ενώ ο ίδιος επεδείκνυε τα κοσμήματα τα οποία μετέφερε μέσα σε δύο τσάντες, του επιτέθηκε ο ΒΒ, ο οποίος τον έπληξε δύο τουλάχιστον φορές στην καρδιακή χώρα, με μαχαίρι, προκαλώντας σε βάρος του θανάσιμα τραύματα.
Ακολούθως ο ίδιος αφαίρεσε τα κοσμήματα του παθόντος, βάρους 5 κιλών, που πώλησε στη συνέχεια, εντός του ίδιου έτους, στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα πωλήσεως κοσμημάτων στα ... και γνώριζε ότι είναι προϊόντα εγκλήματος, καταδικάστηκε δε για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος σε φυλάκιση 2 ετών από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών.
Ο αναιρεσίβλητος είχε συλληφθεί για την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος το Σεπτέμβριο του 1994, αφότου οι αναιρεσείοντες γνώριζαν την αδικοπραξία σε βάρος τους ως κληρονόμων του παθόντος. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ο παθών ΑΑ, κατά τον χρόνο του θανάτου του, είχε τη νομή των επίδικων κοσμημάτων και κατ' ακολουθίαν, κατά τεκμήριο, την κυριότητα (αρθρ. 1110 Α.Κ.), χωρίς να ανταποδεικνύεται από τον αναιρεσίβλητο η έλλειψη κυριότητας, ο δε αντίθετος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος.
Η ένδικη αγωγή, ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση κατάθεσης δικογράφου στη συνέχεια αυτής, κατατέθηκε στο γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 26-03-2001. Κατ' ακολουθίαν και σύμφωνα με τον υπολογισμό ροής της προθεσμίας παραγραφής των πέντε ετών (που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση) κατά τις διατάξεις των άρθρων 240 επ.
ΑΚ, έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής. Με τις σκέψεις δε αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν. Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα αυτό, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκή αιτιολογία στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των εκ της αδικοπραξίας αξιώσεων των αναιρεσειόντων, της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ περιστατικά.
Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη "δεν έχει καθόλου αιτιολογίες", άλλως έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς" (χωρίς μάλιστα να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και η ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας), είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 και 527 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, εάν ο εκκαλών-εναγόμενος επαναφέρει με λόγο έφεσης την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένστασή του περί παραγραφής της αξίωσης του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, ο ισχυρισμός του τελευταίου περί διακοπής της παραγραφής, τείνων εις υπεράσπιση κατά της εφέσεως, νομίμως επαναφέρεται στο Εφετείο, πρέπει όμως να υποβληθεί, με ποινή απαραδέκτου, με τις έγγραφες προτάσεις του και όχι με την προσθήκη τούτων (προτάσεων), με την οποία (προσθήκη), κατά την έννοια του άρθρου 237 § 3 Κ.Πολ.Δ., νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών του αντιδίκου που υποβλήθηκαν με τις προτάσεις του ή προφορικά κατά την συζήτηση (Ολ. 43/1996).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας, να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο ή απαράδεκτο και συνεπώς σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη λόγο αναιρέσεως.
Συνακόλουθα, ο πρώτος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο (όπως εκτιμάται) υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται πράγματι στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσής των διακόπηκε με την ενώπιον του Μικτού ορκωτού Δικαστηρίου δήλωσή τους για παράσταση πολιτικής αγωγής (για ένα μικρό ποσό με επιφύλαξη) λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων, ο παραπάνω ισχυρισμός, αφ' ενός προτάθηκε το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών τους και αφ' ετέρου, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε το ποσό για το οποίο δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ηθικής βλάβης (αφού η δήλωση για ψυχική οδύνη δεν αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου), ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η δήλωση αυτή.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθ. 823/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ