Supreme Court dismisses appeal against bank's credit title dispute judgment due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a credit title dispute. The court found that the bank's demand note was merely a prepayment for a future contract performance and that the bank did not act with intent to harm the appellant at the time of issuance. Consequently, the lower court correctly applied substantive law and its reasoning was sufficient, leaving no grounds for appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A legal act binding a legal person requires authority from its governing body; an appeal against a judgment on credit titles is inadmissible if the lower court's reasoning sufficiently addresses the application of substantive law and the facts do not warrant re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 993 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καννά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4925/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 19-4-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (άρθρ. 635-644 ΚολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015) εκδοθείσα υπ' αριθ. 4925/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 727/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 25-5-2013 ανακοπή του ίδιου κατά της υπ' αριθ. 8233/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του εν λόγω Δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Aπό τα άρθρα 65, 67 68 και 70 ΑK συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί και ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, σύμφωνα με τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε από άλλα φυσικά πρόσωπα, στα οποία όμως παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης, δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρία, που είναι νομικό πρόσωπο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4548/2018, από το διοικητικό συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικά.
Μπορεί, όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού συμβουλίου η εκπροσώπησή της, σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές ή άλλα πρόσωπα ή και σε κάθε τρίτον. Επίσης, κατά το άρθρο 10 ν. 5960/1933 που καθιερώνει την αρχή της αυτοτέλειας των υπογραφών, κάθε υπογραφέας ευθύνεται από έγκυρη επιταγή έναντι του νόμιμου κομιστή, ο οποίος στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά τυπικών οπισθογραφήσεων, άσχετα από το αν ευθύνονται ή όχι οι λοιποί υπογραφείς για οποιονδήποτε λόγο (ανικανότητα υπογραφέα, πλαστότητα υπογραφής κλπ.).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5960/1933 προκύπτει ότι, αν κάποιος υπέγραψε τραπεζική επιταγή ως άμεσος αντιπρόσωπος άλλου χωρίς να έχει τέτοια εξουσία, η επιταγή δεν είναι άκυρη, ευθύνεται όμως αυτός που υπέγραψε για τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την επιταγή. Ο κανόνας αυτός ισχύει και στην περίπτωση της υπέρβασης της εξουσίας προς αντιπροσώπευση.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 19 του πιο πάνω νόμου, ο κάτοχος οπισθογραφήσιμης επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής εάν στηρίζει το δικαίωμά του επί αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η έλλειψη εξουσίας του υπογράψαντος ως οπισθογράφου φυσικού προσώπου να δεσμεύει με την υπογραφή του την ανώνυμη εταιρεία, δεν διακόπτει την ως άνω αδιάκοπη σειρά των οπισθογραφήσεων, καθόσον αφ' ενός μεν οι υποχρεώσεις των λοιπών υπογραφέων παραμένουν έγκυρες (άρθρο 10 του ν. 5960/1033) και αφ' ετέρου η απόδειξη της έλλειψης αυτής δεν έχει ως συνέπεια την εξ ολοκλήρου ακύρωση της οπισθογράφησης αλλά την προσωπική ευθύνη του υπογράψαντος.
Συγκεκριμένα, η έκδοση επιταγής ή η οπισθογράφηση αυτής από φυσικό πρόσωπο υπό εταιρική επωνυμία, που δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας, ανάγεται στο κύρος της δήλωσης βούλησης της τελευταίας επί του σώματος της επιταγής και μπορεί να προταθεί μόνο από την τελευταία ως σχετικώς εμπράγματη ένσταση (ΑΠ 1521/2014, ΑΠ 1689/2009, ΑΠ 908/2005) Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 3/1997, AΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1229/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "με τους πρώτο και τρίτο λόγους αυτής (ανακοπής ο ανακόπτων) ισχυρίσθηκε, ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν νομιμοποιείται ως κομίστρια της επίδικης επιταγής, εφόσον η οπισθογράφηση προς αυτήν στις 29-12-2011, ως αξία λόγω ενεχύρου, δεν φέρει την υπογραφή του A.
R., νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... Α.Ε.", εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή, αλλά τρίτου προσώπου, εκ των εξουσιοδοτηθέντων δυνάμει του μνημονευόμενου στο δικόγραφο συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, στους οποίους εκχωρήθηκαν ως υποκατάστατα όργανα όλες οι αρμοδιότητες εκπροσώπησης του διοικητικού συμβουλίου της, κατόπιν της από 1-4-2011 απόφασης του τελευταίου, η οποία όμως δεν έχει δημοσιευθεί στο Γ.Ε.ΜΗ και στο Τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. Οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν, παρεκτός του ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ακόμη και αν υποτεθεί, ότι είναι αληθής η έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης του υπογράψαντος την οπισθογράφηση της επίδικης επιταγής, κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας της "... Α.Ε.", δεν διακόπηκε η αδιάκοπη σειρά των υπογραφών και η καθ' ης η ανακοπή δεν απώλεσε την ιδιότητα της νόμιμης κομίστριας αυτής, αλλά απλώς υποχρεώνεται ο υπογράψας την επιταγή αντί της ως άνω εταιρείας, η δε σχετική ένσταση ως σχετικώς εμπράγματη, μπορεί να προταθεί μόνο από την οπισθογράφο εταιρεία και όχι από τον ανακόπτοντα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, στο υπ' αριθ. 3898/14-6-2011 ΦΕΚ δημοσιεύθηκε η καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών των από 31-3-2011 πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "...
Α.Ε.", με τα οποία αποφασίσθηκε να εκχωρηθούν όλες οι απορρέουσες από το καταστατικό εξουσίες, στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο R. A.. Επιπλέον, ο τελευταίος με το υπ' αριθ. …84/31-5-2011 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ζ. Κ., παρείχε στον Π. Ε. "την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας προβαίνει στις κάτωθι αναφερόμενες ενδεικτικώς και όχι περιοριστικώς ενέργειες και δη: ...7) να εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί και τριτεγγυάται συναλλαγματικές, γραμμάτια σε διαταγή και τραπεζικές ή άλλες επιταγές που εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρείας..."...Το ανωτέρω πληρεξούσιο ήταν σε ισχύ και προσκομίσθηκε στην καθ' ης η ανακοπή, όπως η ίδια ισχυρίζεται, κατά το χρόνο της προς αυτήν οπισθογράφησης της επίδικης επιταγής, με συνέπεια η μεταβίβαση του εν λόγω τίτλου προς την καθ' ης να είναι νόμιμη και η τελευταία να νομιμοποιείται στην άσκηση των εξ αυτής δικαιωμάτων της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, απορρίπτοντας τους παραπάνω λόγους (πρώτο και τρίτο), δέχθηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία συμπληρούμενη από την παρούσα, δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό και οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης του ανακόπτοντος, με τους οποίους ο τελευταίος επαναφέρει τους ως άνω λόγους της ανακοπής του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10, 11, 19 του ν. 5960/1933, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η μεταβίβαση με οπισθογράφηση της ένδικης επιταγής προς την αναιρεσίβλητη ήταν σύμφωνη με το νόμο, καθόσον είχαν δημοσιευθεί νόμιμα στο υπ' αριθ. 3898/14-6-2011 ΦΕΚ τα από 31-3-2011 πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "... Α.Ε." περί εκχωρήσεως όλων των απορρεουσών από το καταστατικό εξουσιών στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής R.
A., ο οποίος με το υπ' αριθ. …84/31-5-2011 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ζ. Κ. παρείχε στον Π. Ε. την εξουσία, εκτός των άλλων, και να οπισθογραφεί επιταγές, το εν λόγω δε πληρεξούσιο ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο της επίδικης οπισθογράφησης (29-12-2011) και ως εκ τούτου συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί άκυρης οπισθογράφησης της ένδικης επιταγής λόγω μη νόμιμης εκχώρησης δικαιωμάτων εκπροσώπησης της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας με το από 31-3-2011 πρακτικό της ΓΣ και του ΔΣ είναι αβάσιμες. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.
Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν.
Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Περαιτέρω, συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος "pactum fiduciale"-ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμα του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του ν. 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση (ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 362/2014, ΑΠ 1456/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : "ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίσθηκε, ότι την ανωτέρω επιταγή εξέδωσε για τη μελλοντική προς αυτόν πώληση από την εταιρεία "...
Α.Ε.", ξενόγλωσσων βιβλίων της εκδοτικής εταιρείας ... και ότι το ποσό αυτής θα καλυπτόταν με ίσης αξίας εμπορεύματα, που θα πωλούσε και θα παρέδιδε η ως άνω εταιρεία στον ανακόπτοντα, σταδιακά ως τα τέλη Ιουλίου 2012. Ότι η προαναφερθείσα εταιρεία ουδέποτε του παρέδωσε τα βιβλία που είχε προπληρώσει, στις συνεχείς δε οχλήσεις του, δήλωσε προς αυτόν την αδυναμία παράδοσης τους και ότι την επίδικη επιταγή την είχε μεταβιβάσει, ως αξία λόγω ενεχύρου, στην καθ' ης η ανακοπή, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί.
Ότι η τελευταία, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής τελούσε σε γνώση ότι αυτή είχε εκδοθεί υπό την αίρεση της μελλοντικής πώλησης των εμπορευμάτων στον ανακόπτοντα και της εκτέλεσης της σύμβασης με την παράδοση των εμπορευμάτων, εφόσον δέχθηκε: α) να ενεχυριάσει την επίδικη επιταγή, χωρίς την προσκόμιση σχετικών δελτίων παραγγελίας-αποστολής των εμπορευμάτων, τιμολογίων πώλησης, αναλυτικών καρτελών πελατών, ετησίων συγκεντρωτικών καταστάσεων, β) να χρηματοδοτήσει την εταιρεία "...
Α.Ε.", ενώ αυτή εμφάνιζε δυσμενή οικονομικά στοιχεία και γνώριζε (άλλως όφειλε να ελέγξει), ότι, μολονότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής της τελευταίας με την ... είχε λήξει τυπικά από 31-12-2011, η συναλλακτική τους σχέση είχε κλονιστεί πολύ ενωρίτερα. Τέλος, ισχυρίσθηκε, ότι η καθ' ης η ανακοπή, ενεργώντας εν γνώσει της, προς βλάβη του ανακόπτοντος, εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, προκειμένου να ματαιώσει την προβολή από αυτόν της από την υποκείμενη σχέση του με την ως άνω εταιρεία ένστασης του αχρεωστήτου, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακολούθως δε μετά τη μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της, εξέδωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής...είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361, 904 ΑΚ και 22 του Ν. 5960/1933...Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι η συγκεκριμένη επίδικη επιταγή, δεν εκδόθηκε για μελλοντική αιτία και δη δεν είχε το χαρακτήρα καταπιστευτικού αξιόγραφου, αλλά εκδόθηκε από τον ανακόπτοντα κατόπιν παραγγελιών του προς την εταιρεία "...
Α.Ε.", για πώληση και μεταβίβαση ξενόγλωσσων βιβλίων. Η έκδοση δε αυτής έγινε χάριν καταβολής και δη προκαταβολής του τιμήματος της καταρτισθείσας, μεταξύ του ανακόπτοντος-εκδότη και της ως άνω εταιρείας-εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί ο σχετικός τίτλος, συμβάσεως πωλήσεως ξενόγλωσσων βιβλίων, τα οποία η πωλήτρια εταιρεία θα παρέδιδε στον ανακόπτοντα σε μεταγενέστερο χρόνο, εκπληρώνοντας την αναληφθείσα ενοχική υποχρέωσή της.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται: α) από το δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής, στη σελίδα 2 του οποίου ο ανακόπτων ομολογεί, ότι η εταιρεία "... Α.Ε." ανέλαβε την υποχρέωση να του πωλήσει και να του παραδώσει σταδιακά έως τα τέλη του Ιουλίου 2012 ίσης αξίας βιβλία, β) από την επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα, από 16-7-2012 δήλωση υπαναχώρησής του, που απηύθυνε προς την, ως άνω, εταιρεία, με την οποία δήλωσε, όπως ο ίδιος εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής του, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης, ζητώντας την επιστροφή του σώματος της επιταγής, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και γ) από την από 28-9-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησε ο ανακόπτων (46ος αιτών) μαζί με άλλους βιβλιοπώλες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά: 1) της ως άνω εταιρείας "...
Α.Ε." και 2) της νυν καθ' ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας, στην οποία, εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, περιέχεται εξώδικη ομολογία του σε σχέση με την παρούσα δίκη, ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε για την προεξόφληση τιμήματος συμβάσεως πωλήσεως, που αυτός είχε συνάψει με την, ως άνω, πρώτη των καθ' ων. Περαιτέρω, επειδή ο εξεταζόμενος λόγος ανακοπής εμπεριέχει αναγκαίως τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος, ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής έγινε αχρεωστήτως, πρέπει να εξετασθεί αν η καθ' ης η ανακοπή ήταν κακόπιστη κατά το χρόνο της προς αυτήν οπισθογράφησης του τίτλου.
Από την κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος προκύπτει, ότι τα παραγγελθέντα και αγορασθέντα από τον τελευταίο εμπορεύματα δεν του παραδόθηκαν από την προμηθεύτριά του εταιρεία και συνεπώς, η τελευταία θα έπρεπε να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή, για αιτία λήξασα. Πλην όμως, αποδείχθηκε, ότι η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία "...
Α.Ε." οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή στην καθ' ης, ως αξία λόγω ενεχύρου, στις 29-12-2011, ήτοι πριν την υπαναχώρηση του ανακόπτοντος (16-7-2012), ακολούθως, δε η καθ' ης η ανακοπή την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή την 31-12-2012 και επειδή αυτή δεν πληρώθηκε από τον εκδότη, η καθ' ης, ως δικαιούχος της απορρέουσας από τον τίτλο απαίτησης, επεδίωξε και πέτυχε σε βάρος του ανακόπτοντος την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχεία, ότι η καθ' ης δια των αντιπροσώπων-υπαλλήλων της γνώριζε, κατά το χρόνο της κτήσης της επιταγής (29-12-2011), ότι η καταρτισθείσα, μεταξύ του εκδότη της επιταγής και της εταιρείας εις διαταγήν της οποίας αυτή είχε εκδοθεί, σύμβαση πωλήσεως, δεν θα εκπληρωνόταν και δη ότι είχε περιέλθει σε γνώση της η αδυναμία της εταιρείας "...
Α.Ε." να εκτελέσει τη σύμβαση με την παράδοση των παραγγελθέντων και αγορασθέντων ξενόγλωσσων βιβλίων στον ανακόπτοντα. Η δε γνώση της μόνο ως προς το ανωτέρω στοιχείο εξετάζεται, διότι προέκυψε, ότι κατά το χρόνο ενεχυρίασης της επιταγής στην καθ' ης, ήτοι στις 29-12-2011, υπήρχε αιτία έκδοσης αυτής και δη η σύμβαση πωλήσεως μεταξύ του εκδότη-αγοραστή και της πωλήτριας εταιρείας "...
Α.Ε.", η οποία (αιτία) εξέλιπε μεταγενέστερα μετά την άσκηση από τον ανακόπτοντα του διαπλαστικού δικαιώματος της υπαναχώρησης από τη μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως. Πολύ δε περισσότερο, δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή ενήργησε προς βλάβη του ανακόπτοντος, με σκοπό δηλαδή να προκαλέσει ζημία του με την απώλεια της σχετικής προσωπικής ενστάσεως του από τη μεταξύ αυτού και της πωλήτριας εταιρείας σχέσεως και δη του αχρεωστήτου για αιτία που θα έληγε.
Και τούτο διότι, από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την καθ' ης αντίγραφο από το πληροφοριακό σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" προκύπτει, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης της επιταγής από την καθ' ης η ανακοπή, στις 29-12-2011, δεν υπήρχαν δυσμενείς εγγραφές σε βάρος της πιστούχου εταιρείας "... Α.Ε.", εφόσον οι τελευταίες χρονολογούνται σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο και δη τον Ιούνιο του έτους 2012, ήτοι έξι (6) μήνες μετά τη γενόμενη οπισθογράφηση της επιταγής προς την καθ' ης ως αξία λόγω ενεχύρου.
Για το λόγο αυτό, η τελευταία την παρέλαβε, πιστεύοντας στο αξιόχρεο και στη φερεγγυότητα της οπισθογράφου εταιρείας, αφού, όπως καταθέτει ο μάρτυρας της καθ' ης η ανακοπή, η χρηματοδότηση της πιστούχου εταιρείας "... Α.Ε.", γινόταν απρόσκοπτα μέχρι και τον Απρίλιο του 2012, επιπλέον δε η εταιρεία ήταν ασφαλιστικώς ενήμερη από 11-10-2011 μέχρι 10-4-2012.
Ο ανακόπτων βέβαια, ισχυρίζεται, ότι η κακοπιστία της καθ' ης έγκειται στο ότι αυτή όφειλε να αναζητήσει από την οπισθογράφο εταιρεία τα σχετικά τιμολόγια πώλησης, δελτία αποστολής και γνώριζε ότι κατά το έτος 2009, της είχαν επιβληθεί πρόστιμα με αποφάσεις της επιτροπής ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων, για κατάχρηση συλλογικής δεσπόζουσας θέσης, παράβαση καθορισμού τιμών, απαγόρευση παθητικών πωλήσεων, ο δε μάρτυρας του, καταθέτοντας ότι "ήταν γνωστό ότι είχαν επιβληθεί πρόστιμα από τo 2009 στην εταιρεία "...
Α.Ε.", είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και σε Φ.Ε.Κ.", υπαινίσσεται τη γνώση της καθ' ης σχετικά με το γεγονός αυτό. Πλην όμως, το ότι οφείλει η καθ' ης η ανακοπή να ζητήσει παραστατικά έγγραφα τα οποία να αποδεικνύουν την ύπαρξη ή μη συναλλαγής μεταξύ του εκδότη και αυτού εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκε μία επιταγή, από νομική άποψη δεν συνιστά θετική γνώση, αλλά ενδεχομένως υπαίτια άγνοια, η οποία ισοδυναμεί με αμέλεια.
Όπως όμως προαναφέρθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για την προβολή προσωπικής ένστασης έναντι τρίτου κομιστή εξ οπισθογραφήσεως, δεν αρκεί η όποια απρόσεκτη ή αμελής συμπεριφορά, αλλά προαπαιτείται το στοιχείο του δόλου, ήτοι της γνώσης της ύπαρξης και του περιεχομένου της προσωπικής ένστασης και επιπρόσθετα της επιδίωξης βλάβης.
Άλλωστε, ούτε και αμελής συμπεριφορά υφίσταται εκ μέρους της καθ' ης με τη μη συμμόρφωση προς τις σχετικές εγκυκλίους των τραπεζών περί προσκομιδής τιμολογίων ή άλλων στοιχείων, από τα οποία θα αποδεικνύεται εμπορική συναλλαγή, με την οποία συνδέονται οι προηγούμενοι υπογραφείς της επιταγής. Και τούτο διότι η ως άνω υποχρέωση δεν επιβάλλεται πάντοτε, αλλά μόνο όποτε τα καταστήματα της τράπεζας το κρίνουν αναγκαίο.
Πέραν τούτου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχει σχέση με την εσωτερική λειτουργία των διαφόρων καταστημάτων της τράπεζας και δεν έχει ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Εν προκειμένω, μάλιστα η μη αναζήτηση τιμολογίων πώλησης και δελτίων αποστολής είναι αδιάφορη, εφόσον η επίδικη επιταγή εκδόθηκε δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ του εκδότη και της εταιρίας εις διαταγήν της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, ενώ δε συνηθίζεται η προσκόμιση τιμολογίου-δελτίου αποστολής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για πραγματοποιηθείσα συναλλαγή, που εν προκειμένω αποδείχθηκε, αφού αυτό ζητείται, ενίοτε, μόνο στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ του αντικείμενου επιχειρηματικής δραστηριότητας του εκδότη και αυτού εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκε το αξιόγραφο, που μεταβιβάζεται στην τράπεζα λόγω ενεχύρου. Πλην όμως προέκυψε ότι ο ανακόπτων και η εταιρεία "... Α.Ε." είχαν συναφές εμπορικό σκοπό και πολυετή εμπορική συνεργασία. Η δε σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την εταιρεία ..., κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, έληξε στις 31-12-2011 και έγινε γνωστή η λήξη της στον εκδότη-ανακόπτοντα πολύ μεταγενέστερα, όταν η ... του απέστειλε την από 15-5-2012 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι η σχέση της με την "... Α.Ε." έληξε την 31-12-2011 και δεν ανανεώθηκε λόγω των τεράστιων οφειλών της εταιρείας "... Α.Ε." προς εκείνη.
Συνεπώς, κατά το χρόνο ενεχυρίασης της επίδικης επιταγής ουδεμία ένδειξη υπήρχε ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είχε λήξει, αφού η συναλλακτική σχέση της "... Α.Ε." με την εταιρεία ..., ήταν πολυετής και λειτουργούσε ακώλυτα. Αντίθετα, στον οικείο συναλλακτικό κύκλο υπήρχε η πεποίθηση, ότι η εταιρεία "...
Α.Ε." θα συνέχιζε την αποκλειστική διανομή των ξενόγλωσσων βιβλίων της ..., για αυτό το λόγο και ο ανακόπτων παρέδωσε σε αυτήν την επίδικη επιταγή. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον ο ίδιος ο ανακόπτων δεν είχε ενημερωθεί για τη λήξη της συνεργασίας της "... Α.Ε." με την ..., στερείται λογικής η, κατά το χρόνο οπισθογράφησης της επιταγής, στοιχειοθέτηση γνώσης περί του κλονισμού της σχέσης των ανωτέρω εταιρειών από την καθ' ης, ώστε εξ αυτού να συνάγεται και γνώση περί αδυναμίας της "...
Α.Ε." να εκτελέσει τη μεταξύ αυτής και του ανακόπτοντος σύμβαση πώλησης. Περαιτέρω, ουδόλως ισοδυναμούν με την απαιτούμενη γνώση της καθ' ης οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα τυχόν παραλείψεις της στον έλεγχο της φερεγγυότητας της εταιρείας "... Α.Ε.". Άλλωστε, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς της τελευταίας, και δη τον ισολογισμό του έτους 2010, η χρήση της ήταν κερδοφόρα, αν και πτωτική σε σχέση με την προγενέστερη χρήση του έτους 2009, αλλά και των προηγούμενων ετών.
Ειδικότερα, στον τελευταίο ισολογισμό του έτους 2010 στο ενεργητικό η ως άνω εταιρεία εμφανίζει να έχει αποθεματικά αξίας 18.144.161,70 ευρώ και απαιτήσεις ύψους 18.730.276,64 ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της ανέρχονται στο ποσό των 33.875.840.03 ευρώ μειωμένες σε σχέση με τη χρήση του έτους 2009 στην οποία ανέρχονταν στο ποσό των 40.391.666,86 ευρώ.
Στην έκθεση δε ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή μνημονεύονται οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς, αναφέρεται όμως, ότι δεν έχει σχηματιστεί πρόβλεψη για το ποσό των προστίμων εξ ευρώ 6,5 εκατομμυρίων, διότι εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί προσφυγών της εταιρείας. Η εταιρεία "...
Α.Ε." και μετά τις σε βάρος της αποφάσεις επιβολής προστίμων συνέχιζε τη δραστηριότητα της στο χώρο της προμήθειας ξενόγλωσσου βιβλίου, προμηθεύοντας χωρίς πρόβλημα και τον ανακόπτοντα με βιβλία κατά τα προηγούμενα έτη 2009 και 2010, κατόπιν αγορών του (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος). Άλλωστε, μόνη η επιβολή προστίμων στην εταιρεία, δύο έτη πριν την οπισθογράφηση της επίδικης επιταγής δεν αποδεικνύει την αφερεγγυότητα της τελευταίας.
Τέλος, η γνώση της καθ' ης η ανακοπή περί της εισόδου στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας "... Α.Ε." αλλοδαπών υπηκόων, στη θέση της οικογένειας Ε., με το διορισμό υποκατάστατων προσώπων, βάσει των δημοσιευθέντων πρακτικών της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρείας καθώς και του υπ' αριθ. …84/31-5-2011 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και γνώση ότι η εταιρεία "...
Α.Ε" θα οδηγείτο μεταγενέστερα σε οικονομική κατάρρευση. Μετά ταύτα, η καθ' ης η ανακοπή, διά των αντιπροσώπων-υπαλλήλων της, κατά την κτήση της επιταγής ως αξία λόγω ενεχύρου, προέβη σε κάθε νόμιμο έλεγχο, δεν γνώριζε ότι η καταρτισθείσα, μεταξύ του εκδότη της επιταγής και της εταιρείας εις διαταγήν της οποίας αυτή είχε εκδοθεί, σύμβαση πωλήσεως, δεν θα εκπληρωνόταν και εν τέλει δεν ενήργησε (η καθ' ης) προς βλάβη του ανακόπτοντος, γνωρίζοντας δηλαδή ότι με την απόκτηση του τίτλου (της επίμαχης επιταγής) ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των κατά της οπισθογράφου εταιρίας ενστάσεων του ανακόπτοντος από τις μεταξύ τους σχέσεις και θέλοντας να βλάψει τον τελευταίο με την απώλεια αυτών των ενστάσεων.
Μετά ταύτα η καθ' ης η ανακοπή ως ενεχυρούχος δανείστρια νομιμοποιούνταν, εφόσον η επιταγή δεν πληρώθηκε, να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, δεχόμενο ότι η καθ' ης η ανακοπή ήταν νόμιμη κομίστρια της επίμαχης επιταγής, ότι δεν την απέκτησε κακόπιστα και νομιμοποιούνταν να ζητήσει την πληρωμή της και να αξιώσει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, απέρριψε τον ως άνω δεύτερο λόγο και εν τέλει την ανακοπή στο σύνολο της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Γι' αυτό και ο αντίθετος συναφής (δεύτερος) λόγος της έφεσης του ανακόπτοντος, με τον οποίο ο τελευταίος επαναφέρει τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 5960/1933, 361, 904 ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε το χαρακτήρα καταπιστευτικού αξιογράφου αλλά εκδόθηκε χάριν προκαταβολής του τιμήματος της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, τα οποία η πωλήτρια εταιρεία θα παρέδιδε στον αναιρεσείοντα σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής (29-12-2011) γνώριζε ότι η πιο πάνω σύμβαση πώλησης δεν θα εκπληρωνόταν, ούτε ότι η τελευταία ενήργησε προς βλάβη του αναιρεσείοντος, με σκοπό δηλαδή να προκαλέσει ζημία του με την απώλεια της σχετικής προσωπικής του ένστασης από τη μεταξύ αυτού και της πωλήτριας εταιρείας σχέσης και ως εκ τούτου συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι η ένδικη επιταγή δεν είχε το χαρακτήρα καταπιστευτικού αξιογράφου καθώς και περί του ότι η αναιρεσίβλητη κατά την κτήση αυτής δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-4-2017 αίτηση του Ε. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4925/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ