Supreme Court dismisses appeal against labor contract rulings regarding consecutive fixed-term agreements under Constitutional Article 103. Appeal rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty-nine individuals against the Labor Court of Larissa regarding their employment contracts. The plaintiffs argued that their successive fixed-term contracts constituted a single indefinite-term contract, while the lower courts rejected this claim based on significant gaps between agreements and the timing of the contracts relative to Constitutional Article 103. The Court held that the appellate court did not commit a legal error in applying the relevant constitutional provisions and labor laws, rendering the appeal inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the Constitution; Directive 1999/70/EC; Articles 1 and 8(3) of Law 2112/1920: Successive fixed-term employment contracts do not automatically constitute a single indefinite-term contract if there are significant temporal gaps or if the first contract was concluded after the relevant constitutional amendments took effect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 993 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 993/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 2) Φ.-Ρ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 4) Β. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ό. Τ. του Θ., συζύγου Κ. Τ., κατοίκου ..., 6) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Ο. Λ. του Α., συζύγου Κ. Δ., κατοίκου ..., 9) Κ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 11) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 12) Ο. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 13) Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 14) Χ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 15) Α. Φ. του Χ., κατοίκου ..., 16) Ε. Κ. του Γ., συζύγου Ν. Κ., κατοίκου ..., 17) Κ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., 18) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Ε. Π. του Χ., συζύγου Κ. Τ., κατοίκου ..., 20) Α. Ό. του Α., συζύγου Δ. Γ.-Κ., κατοίκου ..., 21) Κ. Π. του Χ., συζύγου Α. Ν., κατοίκου ..., 22) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., 23) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Θ. Κ. του Χ., συζύγου Ι. Σ., κατοίκου ..., 25) Γ. Χ. του Ε., συζύγου Χ. Τ., κατοίκου ..., 26) Γ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., 27) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 28) Α. Β. του Κ., συζύγου Ι. Π., κατοίκου ..., 29) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 30) Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., από τους οποίους οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, ένατος, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έκτη, εικοστή δεύτερη, εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη και τριακοστός εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Γ. και κατέθεσαν προτάσεις, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) …", που ήδη μετονομάσθηκε σε "Τ.Ε.Ι. …", εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 454/2007 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 10-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο πρώτος.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε στο δικαστήριο ότι ο δέκατος αναιρεσείων Α. Π. απεβίωσε και επήλθε ως προς αυτόν βιαία διακοπή της δίκης, η οποία συνεχίζεται ως προς τους λοιπούς, προσκόμισε δε την ...-7-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Λάρισας. Στη συνέχεια ζήτησε την παραδοχή της αίτησης όσον αφορά τους ανωτέρω εκπροσωπούμενους από αυτόν αναιρεσείοντες και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 290, 291 παρ. 1 και 292 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατά άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δίκη διακόπτεται και αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανάτου του διαδίκου και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικηγόρου που ο θανών διάδικος είχε πληρεξούσιό του. Τη δίκη που διακόπηκε για το λόγο αυτό μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως οι καθολικοί διάδοχοι του θανόντος διαδίκου, ήτοι οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι ή καταπιστευματοδόχοι αυτού με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή τους.
Επίσης την επανάληψη της δίκης μπορεί να προκαλέσει και ο αντίδικος του θανόντος διαδίκου, προσκαλώντας τους καθολικούς διαδόχους του για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου ακόμη και πριν από τη γνωστοποίηση του θανάτου, όχι όμως πριν περάσει η προθεσμία της αποποιήσεως ή πριν εκείνοι χάσουν με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της αποποιήσεως.
Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση (Α.Π. 1702/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 5-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 454/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής (21-2-2017) ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Γ., ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσειόντων ενώπιον του εφετείου, με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο το θάνατο του δεκάτου αναιρεσείοντος Α.
Π.. Από δε την προσκομισθέν από αυτόν επικυρωμένο αντίγραφο της ...-7-2010 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Λάρισας προκύπτει ότι ο θάνατος του ανωτέρω αναιρεσείοντος επήλθε στις 2-7-2010, δηλαδή μετά την άσκηση τις υπό κρίση αιτήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 23-6-2010 με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ.
την ...-6-2010 πράξη καταθέσεως του γραμματέα του Εφετείου Λάρισας).
Συνεπώς έχει επέλθει βιαία διακοπή της δίκης ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν. Εφόσον όμως δεν υπάρχει δήλωση επαναλήψεως της διακοπείσης δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ούτε προσκομίζεται έκθεση επιδόσεως από την οποία να προκύπτει ότι αυτοί έχουν κληθεί για να παραστούν στην παρούσα δίκη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως ως προς τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, όχι όμως και ως προς τους λοιπούς διαδίκους αφού οι αναιρεσείοντες συνδέονται με τον αποβιώσαντα με σχέση απλής ομοδικίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την προσθήκη σ’ αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του προαναφερθέντος χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως), προκύπτουν τα εξής:
Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.
Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της χορηγήσεως πληρεξουσιότητας από αυτόν προς τον υπογράψαντα την αίτηση δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 240/2014, 233/2014, 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής δεν εμφανίστηκαν (πλην του κατά τ’ ανωτέρω αποβιώσαντος δέκατου αναιρεσείοντος) και οι τρίτος, πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοη, ενδέκατος, δεκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος, δέκατη ένατη, εικοστή, εικοστή πρώτη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή πέμπτη, εικοστός έκτος και εικοστή ενάτη αναιρεσείοντες Β.
Σ., Ό. Τ., Ε. Γ., Ε. Σ., Ο. Λ., Δ. Π., Χ. Ν., Α. Φ., Κ. Τ., Ι. Γ., Ε. Π., Α. Ό., Κ. Π., Α. Κ., Θ. Κ., Γ. Χ., Γ. Ρ. και Χ. Μ.. Εξ άλλου από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν χορηγήσει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως προς τον υπογράφοντα αυτήν δικηγόρο Αθηνών Ν.
Γ..
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες αυτούς, οι οποίοι έχουν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους παρισταμένους και επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει αντίστοιχα από τις εκθέσεις επιδόσεως: .../12-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., .../25-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας Δ. Σ., .../12-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Ν. Κ., .../19-10-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τρικάλων Μ. Α., .../25-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας Δ. Σ., .../12-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., .../20-10-2016, .../20-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης Π. Τ., .../12-10-2016, .../12-10-2016, .../12-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., .../13-10-2016, .../12-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Ν. Κ., .../19-10-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τρικάλων Μ. Α., .../18-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ., ...12-10-2016, .../18-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Ν. Κ. και .../18-10-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Τ..
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.
Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1909/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δύο λόγους αναιρέσεως οι νομίμως παριστάμενοι πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, ένατος, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έκτη, εικοστή δεύτερη, εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη και τριακοστός αναιρεσείοντες Σ. Π., Φ. Ρ.-Χ., Β. Π., Κ. Ζ., Ο. Γ., Κ. Γ., Ε. Κ., Ι. Π., Κ. Μ., Α. Β.
και Γ. Μ. αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων: α) του άρθρου 10 της ΣυνθΕΚ και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (πρώτος λόγος) και β) των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (δεύτερος λόγος), των οποίων παραθέτουν ερμηνεία, απέρριψε την έφεσή τους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως νόμω αβάσιμη.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού οι ανωτέρω αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή τους δεν παραθέτουν, έστω και συνοπτικά, το περιεχόμενο της αγωγής τους.
Εν πάση περιπτώσει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ., 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 5, 7, 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 π.δ. 164/2004 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19-1-2004 αγωγή τους οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, ένατος, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έκτη, εικοστή δεύτερη, εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη και τριακοστός ενάγοντες και ήδη πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, ένατος, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έκτη, εικοστή δεύτερη, εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη και τριακοστός αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής:
Ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εκπαιδευτικό ίδρυμα και απασχολήθηκαν στα αναφερόμενα τμήματά του με τις αναφερόμενες ειδικότητες κατά τα εξής χρονικά διαστήματα: 1) Ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Σ.
Π.: α) κατά πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 18-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 26-6-2000), β) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 25-9-2000 μέχρι 23-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), γ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), δ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 21-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και ε) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003). 2) Η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Φ.-Ρ.
Χ.: α) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 25-9-2000 μέχρι 23-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), β) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), γ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 14-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και δ) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003). 3) Ο τέταρτος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσείων Β.
Π.: α) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1986-1987 (από 22-9-1986 μέχρι 13-2-1987 και από 23-2-1987 μέχρι 26-6-1987), β) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1987-1988 (από 21-9-1987 μέχρι 12-2-1988 και από 22-2-1988 μέχρι 24-6-1988), γ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1988-1989 (από 19-9-1988 μέχρι 17-2-1989 και από 20-2-1989 μέχρι 27-6-1989), δ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1989-1990 (από 25-9-1989 μέχρι 9-2-1990 και από 19-2-1990 μέχρι 8-6-1990), ε) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 (από 24-9-1990 μέχρι 15-2-1991 και από 25-2-1991 μέχρι 13-6-1991), στ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1991-1992 (από 23-9-1991 μέχρι 14-2-1992 και από 24-2-1992 μέχρι 26-6-1992), ζ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1992-1993 (από 21-9-1992 μέχρι 12-2-1993 και από 22-2-1993 μέχρι 25-6-1993), η) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1993-1994 (από 20-9-1993 μέχρι 11-2-1994 και από 21-2-1994 μέχρι 24-6-1994), θ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1994-1995 (από 26-9-1994 μέχρι 17-2-1995 και από 27-2-1995 μέχρι 30-6-1995), ι) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 (από 25-9-1995 μέχρι 9-2-1996 και από 19-2-1996 μέχρι 21-6-1996), ια) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 (από 23-9-1996 μέχρι 14-2-1997 και από 24-2-1997 μέχρι 27-6-1997), ιβ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 (από 29-9-1997 μέχρι 20-2-1998 και από 23-2-1998 μέχρι 26-6-1998), ιγ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1998-1999 (από 21-9-1998 μέχρι 19-2-1999 και από 23-2-1999 μέχρι 28-6-1999), ιδ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 14-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 23-6-2000), ιε) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 25-9-2000 μέχρι 16-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), ιστ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), ιζ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 21-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και ιη) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003). 4) Ο ένατος ενάγων και ήδη ένατος αναιρεσείων Κ.
Ζ.: α) κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001, β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002, γ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 και δ) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004. 5) Η δωδέκατη ενάγουσα και ήδη δωδέκατη αναιρεσείουσα Ο.
Γ.: α) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 21-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και γ) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003 μέχρι 12-3-2004). 6) Η δέκατη τρίτη ενάγουσα και ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσείουσα Κ.
Γ.: α) κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), γ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 14-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και δ) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 22-10-2003). 7) Η δέκατη έκτη ενάγουσα και ήδη δέκατη έκτη αναιρεσείουσα Ε.
Κ.: α) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1986-1987, β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1987-1988, γ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1988-1989, δ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1989-1990, ε) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1990-1991 (από 24-9-1990 μέχρι 1-3-1991 και από 4-3-1991 μέχρι το τέλος του εξαμήνου), στ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1991-1992 (από 23-9-1991 μέχρι 14-2-1992 και από 17-3-1992 μέχρι το τέλος του εξαμήνου), ζ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1992-1993 (από 23-9-1992 μέχρι 19-2-1993 και από 22-2-1993 μέχρι το τέλος του εξαμήνου), η) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1993-1994 (από 25-11-1993 μέχρι 11-2-1994 και από 21-2-1994 μέχρι 29-3-1994), θ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1994-1995 (από 26-9-1994 μέχρι 17-3-1995 και από 30-3-1995 μέχρι 7-7-1995), ι) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 (από 29-9-1995 μέχρι 9-2-1996 και από 19-2-1996 μέχρι 21-6-1996), ια) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 (από 23-9-1996 μέχρι 14-2-1997 και από 24-2-1997 μέχρι 27-6-1997), ιβ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 (από 29-9-1997 μέχρι 20-2-1998 και από 23-2-1998 μέχρι 26-6-1998), ιγ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1998-1999 (από 21-9-1998 μέχρι 19-2-1999 και από 23-2-1999 μέχρι 28-6-1999), ιδ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 18-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 23-6-2000), ιε) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001, ιστ) κατά το χειμερινό και το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002, ιζ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 και ιη) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004. 8) Η εικοστή δεύτερη ενάγουσα και ήδη εικοστή δεύτερη αναιρεσείουσα Ι.
Π.: α) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 14-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 23-6-2000), β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 25-9-2000 μέχρι 16-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), γ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), δ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 21-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και ε) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003). 9) Ο εικοστός έβδομος ενάγων και ήδη εικοστός έβδομος αναιρεσείων Κ.
Μ.: α) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 3-12-2002 μέχρι 21-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και γ) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003 μέχρι 12-3-2004). 10) Η εικοστή όγδοη ενάγουσα και ήδη εικοστή όγδοη αναιρεσείουσα Α.
Β.: α) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1993-1994 (από 20-9-1993 μέχρι 11-2-1994), β) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1994-1995 (από 26-9-1994 μέχρι 3-3-1995 και από 20-3-1995 μέχρι 7-7-1995), γ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 (από 25-9-1995 μέχρι 9-2-1996 και από 19-2-1996 μέχρι 21-6-1996), δ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 (από 23-9-1996 μέχρι 14-2-1997 και από 24-2-1997 μέχρι 27-6-1997), ε) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 (από 29-9-1997 μέχρι 20-2-1998 και από 23-2-1998 μέχρι 26-6-1998), στ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1998-1999 (από 21-9-1998 μέχρι 19-2-1999 και από 23-2-1999 μέχρι 11-6-1999), ζ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 14-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 23-6-2000), η) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 25-9-2000 μέχρι 23-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 6-7-2001), θ) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002 και από 11-3-2002 μέχρι 5-7-2002), ι) κατά το χειμερινό και κατά το εαρινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 14-2-2003 και από 24-2-2003 μέχρι 30-6-2003) και ια) κατά το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003). 11) Ο τριακοστός ενάγων και ήδη τριακοστός αναιρεσείων Γ.
Μ.: α) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1995-1996 (από 25-9-1995 μέχρι 9-2-1996 και από 19-2-1996 μέχρι 21-6-1996), β) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1996-1997 (από 23-9-1996 μέχρι 17-1-1997 και από 24-2-1997 μέχρι 13-6-1997), γ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1997-1998 (από 29-9-1997 μέχρι 20-2-1998 και από 23-2-1998 μέχρι 26-6-1998), δ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1998-1999 (από 21-9-1998 μέχρι 12-2-1999 και από 23-2-1999 μέχρι 28-6-1999), ε) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1999-2000 (από 20-9-1999 μέχρι 14-2-2000 και από 21-2-2000 μέχρι 23-6-2000), στ) κατά το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2000-2001 (από 23-9-2000 μέχρι 23-2-2001 και από 27-2-2001 μέχρι 5-7-2001), ζ) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 8-3-2002) και κατά το δεύτερο εξάμηνο του ίδιου έτους, η) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2002-2003 και θ) κατά το πρώτο εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2003-2004 (από 20-10-2003 μέχρι 12-3-2004).
Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν μία ενιαία για τον καθένα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καταρτίσθηκαν δε από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με απλή εργασιακή σχέση με τους αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους ενάρξεως και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (27-4-2001) και συγκεκριμένα δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα.
Ειδικά όσον αφορά τους δωδέκατη και εικοστό έβδομο ενάγοντες η αγωγή ήταν απορριπτέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν (αγωγή) η πρώτη σύμβαση εργασίας τους με το εναγόμενο είχε καταρτισθεί μετά την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ενώ όσον αφορά τους δεύτερη, ένατο και δέκατη τρίτη ενάγοντες η αγωγή ήταν απορριπτέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν ελάχιστος αριθμός συμβάσεων εργασίας (δύο) είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών και του εναγομένου πριν από την έναρξη της ισχύος των ανωτέρω τροποποιημένων συνταγματικών διατάξεων.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και απέρριψε την έφεση όλων των ανωτέρω εναγόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 της ΣυνθΕΚ, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920. Γι’ αυτό οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πιο πάνω πλημμέλεια, και αν ακόμα κρίνονταν παραδεκτοί, θα ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτο, ένατο, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη έκτη, εικοστή δεύτερη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και τριακοστό αναιρεσείοντες, να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-5-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 454/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας ως προς το δέκατο αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ