Legislator Case Law & Legislation
993/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees for political party dissolution case, upholding lower court's fee calculation.

Case Number 993/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding legal fees for a political party dissolution case. The appellant argued that the First Instance Court incorrectly applied fee regulations by treating the political party like a general association, whereas the Court held that specific provisions for political parties under the Code of Civil Procedure and the Lawyers' Code take precedence. Consequently, the Court ruled that the lower court did not violate any fee statutes and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 29(5), 29(7) of Law 3023/2002; Article 176 of the Lawyers' Code; Article 114(4) of the Lawyers' Code: When legal fees are claimed for proceedings involving a political party before the Supreme Court, specific provisions governing political parties apply exclusively, excluding the general association fee rules of the Civil Code.

Keywords

AI generated
political party dissolution legal fees calculation Supreme Court appeal Lawyers' Code provisions civil procedure fees fee regulation application legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 29(5) and 7 of Law 3023/2002
Article 176 of the Code of Lawyers
Article 114(4) of the Code of Lawyers
Article 100(2) of the Code of Lawyers
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 993 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 993/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πολιτικού Κόμματος με την επωνυμία "... (....)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Πρόεδρο αυτού Δ. Τ., δικηγόρο Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω αναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.ολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1395/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/6/2015 αίτησή του και τους από 20/12/2015 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 26/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών για παροχή εργασίας, 1395/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ’ ουσία την από 12-12-2013 έφεση του εναγομένου πολιτικού κόμματος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 225/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 1-2-2012 αγωγή του ενάγοντος - δικηγόρου και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, το εναγόμενο κόμμα και ήδη αναιρεσίβλητο, α) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ και β) να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 161.914,53 ευρώ. Με την εφετειακή απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση κατ’ ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.265,47 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 677, 666, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 591 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ , 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ , 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως είναι και των αμοιβών για παροχή εργασίας, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 523/2015, ΑΠ 9/2014).

Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενεστέρου χρόνου, στην περίπτωση όμως αυτή παρέχεται στον αντενιστάμενο το δικαίωμα, όπως στην τριήμερη προθεσμία αντικρούσεως του εδ.

δ’ της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ να αναπτύξει λεπτομερώς την αντένστασή του με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του, που κατατίθενται έως την 12η ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ( ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1166/2014, ΑΠ 543/2014). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.

εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων ( ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 145/2014, ΑΠ 204/2014). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς , όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 789/2014).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο, τον ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσίβλητου-εναγομένου περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για δικηγορική αμοιβή του από εξώδικες και διαδικαστικές ενέργειες που εκτέλεσε τα έτη 2005 και 2006 και να απορρίψει τον ισχυρισμό του (αντένσταση) περί διακοπής της άνω παραγραφής, ως απαράδεκτο, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι δεν είχε προβληθεί παραδεκτά πρωτόδικα, δεδομένου ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτά με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό και παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ.

Όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός (περί διακοπής της παραγραφής), που συνιστά αντένσταση κατά της ένστασης της παραγραφής, δεν είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα προφορικά κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού δεν είχε καταχωρισθεί, έστω συνοπτικά, στα οικεία πρακτικά, αλλά είχε προταθεί με την προσθήκη των προτάσεων του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς μεν το θέμα του ισχυρισμού (ένστασης ) του αναιρεσίβλητου περί παραγραφής, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος-ενάγοντος για την αμοιβή από την εκτέλεση των εξώδικων και διαδικαστικών πράξεων του χρονικού διαστήματος 2005 και 2006, έχουν υποπέσει, κατ’ αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου-εναγομένου, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 190 του ν.δ 3026/1954 παραγραφή, αφού από το τέλος των ετών 2005 και 2006 εντός των οποίων ενεργήθηκαν αυτές, οπότε ήταν δυνατή και η δικαστική επιδίωξή τους, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, την 1-2-2012, παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας, ως προς δε το θέμα του ισχυρισμού" (αντένστασης) του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζεται διακοπή της παραγραφής, κατά τα άρθρα 261 εδ.

α’ και 263 ΑΚ, με την άσκηση προγενέστερης, με όμοια ιστορική και νομική βάση με την κρινόμενη, αγωγής, που επέδωσε στο εναγόμενο στις 5-8-2010, και η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη με την υπ’ αριθμ. 11/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ήδη κατέστη "τελεσίδικη" την 1- 10-2012, εντός δε προθεσμίας έξι (6) μηνών από την "τελεσιδικία" αυτής άσκησε την κρινόμενη αγωγή, με συνέπεια η παραγραφή να θεωρείται ότι διακόπηκε από 5-8-2010.

Ωστόσο, ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός που συνιστά αντένσταση κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ενάγων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν τον πρότεινε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου και καταχώριση της δήλωσης στα πρακτικά με συνοπτική μνεία των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, όπως είχε υποχρέωση από την ειδική διαδικασία που εφαρμόζεται για την εκδίκαση της διαφοράς, με συνέπεια, αφού εξομοιώνεται με μη προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό, ο ενάγων ως εκκαλών, να μην μπορεί κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, να τον προτείνει ως νέο ισχυρισμό στην κατ’ έφεση δίκη προς απόκρουση της παραδεκτά προταθείσας πρωτοδίκως από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, ενόψει και του ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 269 ΚΠολΔ".

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής, διότι δεν προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με σχετική καταχώρηση στα πρακτικά αλλά το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων του ενάγοντος, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ, και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 14 ,8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

3. Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001,υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον πρώτο και δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγους των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του.

Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τις από 30.4.2005 με αριθμό ...2005, 30.5.2005 με αριθμό ...2005, 30.6.2005 με ...2005, 2&2.2006 με .../2006, 30.5.2006 με .../2006 και 14.2.2007 με .../2007 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του προς το αναιρεσίβλητο, από τις οποίες προκύπτει η τμηματική καταβολή από αυτό στον ίδιο ποσού 14.080 ευρώ για την πραγματοποίηση διάφορων νομικών εργασιών του κατά την περίοδο των ετών 2005-2006.

Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατ’ ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 11 περ, γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου οι ίδιοι ως άνω λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, και συγκεκριμένα ότι από τις ως άνω αποδείξεις συνάγεται ότι το καταβληθέν με αυτές ως άνω ποσό των 14.080 ευρώ είχε αφαιρεθεί από τον ίδιο από το αγωγικό αίτημά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Περαιτέρω, ο αυτός ως άνω δεύτερος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι υπό την τυπική και αόριστη επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων.

4. Με το άρθρο 29 του Νόμου 3023/2002 ορίσθηκαν τα εξής:...5. Οι διαφωνίες για το δικαιούχο του ονόματος και του εμβλήματος, καθώς επίσης την ιδιότητα του Προέδρου ή του μέλους της Διοικούσας Επιτροπής πολιτικού κόμματος επιλύονται σύμφωνα με τους ορισμούς της παραγράφου 7 του παρόντος. 6. Το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυσή του νομική προσωπικότητα για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του. 7.

Το άρθρο 38 του Π.Δ. 55/1999 αντικαθίσταται ως εξής: "Σε περίπτωση διαφωνίας για τη χρήση του ονόματος και του εμβλήματος πολιτικού κόμματος, όπως περιέχονται στην εκλογική του δήλωση, αποφασίζει το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αναγνωρίζεται ως δικαιούχος του ονόματος και του εμβλήματος το πολιτικό κόμμα, το οποίο τα είχε γνωστοποιήσει με την κατάθεση της ιδρυτικής του δήλωσης και, κατά την κοινή αντίληψη, τα χρησιμοποιούσε.

Το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου αποφασίζει επίσης για διαφορές ως προς την ιδιότητα του Προέδρου ή μέλους της Διοικούσας Επιτροπής πολιτικού κόμματος". Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι, 1) οι διαφωνίες που έχουν σχέση με το δικαιούχο του ονόματος και του εμβλήματος, καθώς επίσης και με την ιδιότητα του Προέδρου ή του μέλους της Διοικούσας Επιτροπής Πολιτικού Κόμματος επιλύονται από Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου, 2) το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυσή του νομική προσωπικότητα "για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του", με την έννοια ότι το πολιτικό κόμμα καθίσταται φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων επί ορισμένου κύκλου σχέσεων ή τομέων δραστηριοτήτων, που αφορούν αποκλειστικά την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του, 3) τα κόμματα δεν μπορούν, ν’ αποκτήσουν νομική προσωπικότητα με την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 78- 83 του Αστικού Κώδικα περί των σωματείων, γιατί οι διατάξεις αυτές και οι λοιπές για τα σωματεία γενικά δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος, και 4) αποκλείεται η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ. (ΑΠ 590/2009).

Περαιτέρω το άρθρο 100 παρ 2 Ν Δ 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) ορίζει ότι εάν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση (π.χ. αγωγές αναγνωριστικές, κυριότητας, ...ακυρότητας, διαλύσεως εταιρείας κλπ), το ελάχιστον όριο της αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω (άρθρο 100 παρ. 1) επί τη βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής.

Το ως άνω άρθρο δεν ορίζει αμοιβή για την άσκηση αιτήσεως, στηριζόμενης στο άρθρο 29 παρ. 5 και 7 του Ν. 3023/2002, πολιτικού κόμματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την οποία, 1) ζητείται ν’ αναγνωριστεί ότι το πολιτικό κόμμα έχει διαλυθεί και τελεί σε εκκαθάριση, 2) ασκείται ενώπιον του Αρείου Πάγου ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, με την οποία το κόμμα ανακοινώνει σε τρίτον την προηγούμενη δίκη ,που ανοίχθηκε και προσεπικαλεί αυτόν σε αναγκαστική παρέμβασή του και 3) ασκείται ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση-ένσταση του κόμματος κατά δήλωσης συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές τρίτου.

Εξάλλου από το άρθρο 176 του άνω Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι πρέπει το κενό να πληρωθεί με προσφυγή σε ανάλογη εφαρμογή των διατάξεών του. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 100 παρ.2 του εν λόγω Κώδικα, που προνοεί για την αμοιβή που καθορίζεται επί τη βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής και αφορά την αμοιβή του δικηγόρου για σύνταξη αγωγής ακυρότητας, διαλύσεως εταιρείας, σωματείων κλπ, δεν είναι πρόσφορη να εφαρμοστεί αναλογικά, λόγω έλλειψης ταυτότητας του νομικού λόγου, δεδομένου ότι επί δικών πολιτικού κόμματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως και για διάλυση του πολιτικού κόμματος κλπ, δεν έχουν, κατά τα προαναφερθέντα, εφαρμογή οι διατάξεις επί δικών των σωματείων.

Περισσότερο αρμόζει η διάταξη της παραγράφου 4 Του άρθρου 114, που ορίζει ότι για τη σύνταξη αιτήσεως προτιμήσεως 1 ορισμού δικασίμου ή Εισηγητή, αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως για έξωση 1 λόγω καθυστερήσεως, παροχής απογράφου και παρατάσεως προθεσμίας, αν η αίτηση απευθύνεται προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, το ελάχιστον όριο της αμοιβής του Δικηγόρου τόσο για την σύνταξη αυτής όσο και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση είναι 100 δραχμές, διότι σε αντίθεση με το άρθρο 100 παρ.2, η δίκη αφορά πολιτικό κόμμα, στο οποίο οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα και άλλων νόμων γενικά περί των σωματείων δεν έχουν εφαρμογή και δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος.

Επομένως, το Εφετείο, που προσδιόρισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος για σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο αιτήσεις και ανακοίνωση-προσεπίκληση ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 114 παρ. 4 και 176 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ούτε το άρθρο 100 παρ.2 του Κώδικα περί Δικηγόρων και ο τρίτος και τελευταίος λόγος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, είναι αβάσιμος.

Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.06.2015 αίτηση και τους από 20.12.2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1395/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών( 5ου Τμήματος).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθηνά στις 13 Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ